Thursday, Jan 27th

Last update10:36:22 AM GMT

Κυριακή, 05 Φεβρουάριος 2017 20:02

This is why Macedonia’s name matters! Thank you Mr. Tajani!

The “Former Yugoslav Republic of Macedonia” (hereinafter FYROM) and Greece are in dispute over the former’s name, since the time of its independence (1992). FYROM insists on using its communist era name (“Macedonia”), while Greece reacts. It is obvious that Greece did not oppose the formation and does not oppose to the existence of a state in its northern border, especially when the social and commercial relations between Greeks and FYROM’s citizens (either Slavs or Albanians) are very good. Thus here, it is not a case similar to the stance – just to mention one case – of Turkey opposing the formation of any Kurdish state outside its borders. 

On the contrary, Greece has supported the unity of FYROM in 2001 – when the country came close to a civil war – and has provided military assistance to the country’s government. What Greece simply wants through negotiations is that the name of its neighbor does not create confusion and allows the clear distinction between, on the one hand, FYROM’s history and culture, and, on the other, his own. 

It is so simple: a larger population than the one of FYROM, live in Macedonia (you see, here I have to clarify:) of Greece, study at the University of Macedonia, produce goods linked to the region (i.e., Macedonian wine), and undoubtedly speak the same language as Alexander the Great and Aristotle. For years the counterargument I have consistently heard is that everybody knows that ancient Macedonia, Alexander the Great and Aristotle are Greek. Who may be confused? 

Reality however works in mysterious ways and an EU personality, first a Commissioner and now the EU Parliament’s President, fell into the trap of the name and distorted the very basics of History. Mr Tajani, visited in February 2016 Skopje and said the following: “Macedonia is a beautiful country. Everyone in Italy knows Macedonia. Why? Because Alexander the Great and Philip of Macedon are very popular ancestors of yours. Without Alexander [the Great] we would have no Europe because he was the first king who stopped the invasion by Iran and those countries. That’s why they call him Alexander the Great. He strengthened the European borders”. 

Of course Mr Tajani, after the reactions of Greek MEPs, corrected his statement. But the point is not there! The point is that Mr Tajani got confused – as perhaps many others – with a country named “Macedonia”. From there it was rather easy for him, as for many, to slip and fall into the trap.

This event demonstrates that names do matter, and Mr Tajani has to be thanked. They matter in every day life, they matter in business (who can label his product after the name of another trademark?), and they do matter in politics, particularly international. Consequently, it demonstrates why, as Greece argues, a solution should be found in a name that clearly distinguishes among the two what is most important: their culture!



Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Τετάρτη, 13 Ιούλιος 2011 09:38

Με τον Kenneth Waltz στη Βεργίνα


Μόλις έλαβα  αυτή τη φωτογραφία από την επίσκεψη που πραγματοποιήσαμε με τον Kenneth Waltz στο Μουσείο της Βεργίνας. Ήταν μεγάλη χαρά που είχαμε την ευκαιρία να ξεναγήσουμε τον Αμερικανό καθηγητή, επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, στο Μουσείο και να προβάλουμε την πολιτιστική κληρονομιά της Μακεδονίας. Ο ίδιος ενθουσιάστηκε με την επίσκεψη και σημείωσε στο βιβλίο επισκεπτών πως ήταν "amazing" (μτφ: εκπληκτικό). 

Ήταν και είναι θέση μου πως ο Ελληνικός πολιτισμός είναι μέρος του εθνικού μας πλούτου και ως τέτοιο αποτελεί συντελεστή ισχύος που οφείλουμε να αξιοποιήσουμε στο πλαίσιο μιας έξυπνης εξωτερικής πολιτικής. Σε αυτή την περίοδο που αναθεωρούμε νοοτροπίες και πολιτικές, θα πρέπει να αναβαθμίσουμε και να ουσιαστικοποιήσουμε  και το ρόλο της πολιτιστικής διπλωματίας, να αναδείξουμε την εικόνα μιας άλλης Ελλάδας στο εξωτερικό και να δημιουργήσουμε ένα νέο κίνημα φιλελλήνων. 

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

Την περασμένη Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2011, ολοκληρώθηκε η ακροαματική διαδικασία στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, μετά από την προσφυγή των Σκοπίων κατά της Ελλάδας.

Αγόρευσαν διαδοχικά η Μαρία Τελαλιάν, ο Καθηγητής του Yale, W. Michael Riesman, και ο Καθηγητής του Cambridge, James Crawford. Για το περιεχόμενο των αγορεύσεών τους υπήρξε ανάρτηση από την περασμένη Τετάρτη το βράδυ.

Προσπάθησα όλες αυτές τις ημέρες που κράτησε η διαδικασία στη Χάγη να ενημερώσω, εσάς τους αναγνώστες της ιστοσελίδας, σε ζητήματα τεχνικά (νομικά), μίας διαδικασίας για την οποία μόνο προς το τέλος υπήρξε κάποια περιορισμένη ενημέρωση από τους συνήθεις διαύλους. Αυτός είναι και ο λόγος που επέλεξα τον δημοσιογραφικού ύφους λόγο και γραφή. Για να υπάρξει, λοιπόν, η πλήρης ενημέρωση ως προς τα επιχειρήματα της χώρας μας, παρουσιάζω εν περιλήψει και τις απόψεις που ανέπτυξαν οι άλλοι τρεις αγορητές.

Ο Καθηγητής Alain Pellet υπενθύμισε ότι το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης δεν έχει αρμοδιότητα να κρίνει την υπόθεση, προσθέτοντας ότι ακόμη και αν κρίνει ότι έχει, τότε θα πρέπει να δικαιώσει την Ελλάδα.

Αντέκρουσε τον ισχυρισμό των Σκοπίων ότι τα επιχειρήματα της Ελλάδας είναι ήσσονος σημασίας (“trivial”) και κατήγγειλε την προσπάθεια των Σκοπίων να παρουσιάσουν τη χώρα μας ως έναν περίεργο και κακό γείτονα. Και αναρωτήθηκε αν οι παραβιάσεις της ενδιάμεσης συμφωνίας και των κανόνων καλής γειτονίας εκ μέρους των Σκοπίων είναι ήσσονος σημασίας.

Χαρακτηριστικά υπενθύμισε την επίθεση διαδηλωτών στο Γραφείο Συνδέσμου της Ελλάδας στην κεντρική πλατεία των Σκοπίων, την εκ μέρους της κυβέρνησης της FYROM χρηματοδότησης ακραίων εθνικιστικών ομάδων, την παρουσία του ίδιου του πρωθυπουργού σε εκδηλώσεις με έντονο ανθελληνικό και αλυτρωτικό χαρακτήρα και, κυρίως, το επί 16 χρόνια συστηματικό σαμποτάζ των διαπραγματεύσεων και την ανυπαρξία της όποιας προσπάθειας για συμβιβασμό («le moindre pas vers un compromis»). Ανέπτυξε διεξοδικά το επιχείρημα ότι η επίσημη πρόταση των Σκοπίων για «διπλή ονομασία» (“double formule”) συνιστά παραβίαση της Ενδιάμεσης Συμφωνίας και μπλοκάρισμα της διαδικασίας των διαπραγματεύσεων, αφού δεν μένει στην Ελλάδα κάτι για να διαπραγματευτεί. Προκάλεσε τους νομικούς της άλλης πλευρά λέγοντας ότι η «σιωπή» τους επ’αυτών των ζητημάτων είναι «εκκωφαντική» («criant») και κανένα από τα παρατιθέμενα στοιχεία δεν είναι «ήσσονος σημασίας».

Τόνισε, ακόμη, ότι από τότε που τα Σκόπια εντάχθηκαν στον ΟΗΕ, με την προσωρινή ονομασία, παραβίασαν μαζικά (“massivement”) τις υποχρεώσεις τους έναντι της Ελλάδας. Δεν μπορεί λοιπόν ένα κράτος που δεν τηρεί τις υποχρεώσεις του να επικαλείται και να επωφελείται των υποχρεώσεων του άλλου.

Ο Αιγύπτιος Καθηγητής του Πανεπιστημίου του Καΐρου, Georges Abi-Saab, επικέντρωσε την αγόρευσή του σε τρία σημεία. Πρώτον, ότι τα Σκόπια έκαναν φρενήρεις (frénétiques) προσπάθειες να αποσυνδέσουν την υπόθεση της ένταξής τους στο ΝΑΤΟ από τις απορρέουσες εκ της Ενδιάμεσης Συμφωνίας υποχρεώσεις τους. Δεύτερον, υπενθύμισε την αρχή του Διεθνούς Δικαίου pacta sunt servanda (οι συμφωνίες τηρούνται), σχολιάζοντας ότι πρέπει να βλέπουμε το σύνολο των υποχρεώσεων κάθε πλευράς και όχι ένα μέρος τους, σαν να βλέπουμε την πραγματικότητα από μία κλειδαρότρυπα (“par une cerrure”). Τρίτον, ότι η Ενδιάμεση Συμφωνία συνήφθη για να επιτελέσει τρεις λειτουργίες: να υπάρχει ένα modus vivendi μεταξύ των μερών, να οδηγήσει τα μέρη σε επίλυση της διαφοράς τους μέσω διαπραγματεύσεων και, τρίτον, να διατηρηθούν στο ακέραιο τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των μερών στην κατάσταση του 1995. Τα Σκόπια με τη συμπεριφορά τους παραβίασαν και τις τρεις αυτές λειτουργίες.

Τέλος, ο εκπρόσωπος της Ελλάδας πρέσβης Σαββαΐδης έκλεισε τον κύκλο των αγορητών της Ελλάδας. Επανέφερε το επιχείρημα ότι το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα σε μια υπόθεση που αφορά το ΝΑΤΟ. Ακόμη κι αν το Δικαστήριο θεωρήσει ότι έχει, τότε αφενός δεν υπάρχει πουθενά η σαφής υποχρέωση της Ελλάδας να υποστηρίζει την ένταξη των Σκοπίων σε διεθνείς οργανισμούς, αφετέρου, η σκοπιανή πλευρά, κατά τη διαδικασία, δεν απέδειξε παραβίαση (“breach”) της Συμφωνίας. Είπε ότι η Ελλάδα, απέναντι σε τόσα κράτη του ΝΑΤΟ, δεν είχε τη δυνατότητα να σταματήσει την ένταξη των Σκοπίων σε αυτό∙ αλλά ακόμη κι αν είχε, η μακρόχρονη πρακτική των Σκοπίων θα της έδινε το δικαίωμα να το κάνει.

Τόνισε ότι επί 16 χρόνια η Ελλάδα έδειξε καλή πίστη και διάθεση να λυθεί η διαφορά στα πλαίσια του ΟΗΕ και με βάση την Ενδιάμεση Συμφωνία. Αντίθετα, στόχος των Σκοπίων είναι να παρακάμψουν (“short cut”) την Ενδιάμεση Συμφωνία. Πολύ δε περισσότερο, επιτυγχάνοντας μία καταδίκη της Ελλάδας στο θέμα του ΝΑΤΟ, να χρησιμοποιήσουν την εν λόγω απόφαση για να προωθήσουν χωρίς υποχώρηση στο όνομα τις προσπάθειες ένταξής τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Κλείνοντας, ζήτησε από το Δικαστήριο να θεωρήσει εαυτό αναρμόδιο να κρίνει τη διαφορά, άλλως να απαλλάξει την Ελλάδα από την κατηγορία των Σκοπίων

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Μέρος Α'

Σήμερα, Τετάρτη 30 Μαρτίου 2011, συνεχίσθηκε, για τελευταία μέρα, η ακροαματική διαδικασία στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, μετά από την προσφυγή των Σκοπίων κατά της Ελλάδας.

Πρώτη η Μαρία Τελαλιάν έθεσε την κεντρική γραμμή των αγορεύσεων των συνηγόρων τής χώρας μας: ότι, πρώτον, τα Σκόπια, προσπάθησαν να λήξουν τη διαφορά για το όνομα εκτός της Ενδιάμεσης Συμφωνίας και, δεύτερον, ότι προσπαθούν τώρα να καταδικασθεί η Ελλάδα για να χρησιμοποιήσουν αυτήν την καταδίκη στην υπόθεση της διαπραγμάτευσης για το όνομα.

Υποστήριξε και υπενθύμισε ότι για πολλά χρόνια τα Σκόπια προσπάθησαν να υποσκάψουν την Ενδιάμεση Συμφωνία και την απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας, παραβιάζοντας ταυτοχρόνως την ενδιάμεση Συμφωνία. Αυτό αποδεικνύεται από χάρτες, εγκυκλοπαίδειες, δημοσιεύματα, δηλώσεις, με σαφές αλυτρωτικό περιεχόμενο, που θέτει σε κίνδυνο την περιφερειακή ειρήνη και τη σταθερότητα.

Ο Καθηγητής Riesman υποστήριξε ότι η Ενδιάμεση Συμφωνία πρέπει να ερμηνεύεται στο σύνολό της και όχι κατά τμήματα και όπως επιθυμούν τα Σκόπια. Αποκάλυψε τη δικαστική στρατηγική των Σκοπίων: να αποφασίσει το Δικαστήριο για το θέμα της ένταξης στο ΝΑΤΟ, σαν να ήταν αποκομένο από την υπόθεση του ονόματος και, στη συνέχεια, να μη διαπραγματευτούν στο θέμα του ονόματος. Επέμεινε στην κακή πίστη (bad faith) των Σκοπίων κατά την εφαρμογή της Ενδιάμεσης Συμφωνίας και υπογράμμισε ότι η συμπεριφορά αυτή ήταν αντίθετη προς την Απόφαση 817 του Συμβουλίου Ασφαλείας, την οποία άλλωστε τα Σκόπια έφτασαν στο σημείο να αμφισβητήσουν το 2005.

Επέμεινε στο ότι η απόφαση του ΝΑΤΟ ήταν συλλογική και με consensus (όχι με ψηφοφορία), ενώ απέρριψε την εκφρασθείσα από τα Σκόπια άποψη ότι η υπό εκδίκαση υπόθεση δεν αφορά το ΝΑΤΟ. Μάλιστα ρώτησε: πώς θα αποφασίσει το Δικαστήριο χωρίς εν τέλει να κρίνει το ΝΑΤΟ;

Τρίτος αγορητής ήταν ο Καθηγητής του Cambridge, James Crawford, ο οποίος υποστήριξε ότι η Ενδιάμεση Συμφωνία είναι μία συμφωνία status quo. Δηλαδή ότι τα κράτη συμφώνησαν τα πράγματα να παραμείνουν ως έχουν, χωρίς το ένα ή το άλλο να υποσκάπτει τη συμφωνία.

Για την απροσδόκητη περίπτωση που το Δικαστήριο δεν θα κάνει δεκτή την ένσταση της Ελλάδας ως προς την αναρμοδιότητά του και φθάσει να δεχθεί ότι η Ελλάδα παρεμπόδισε τα Σκόπια να μπουν στο ΝΑΤΟ, ο Καθηγητής υπογράμμισε ότι αν το ένα μέρος παραβιάζει τη συμφωνία, τούτο συνεπάγεται ότι και το άλλο δικαιούται σε συγκεκριμένες περιπτώσεις να τροποποιεί τη συμπεριφορά του, χωρίς να συνεπάγεται ότι καταγγέλλει τη συμφωνία.

Επιπλέον, ανέπτυξε το επιχείρημα ότι πουθενά στο σχετικό με τις διεθνείς συμφωνίες δίκαιο δεν είναι γραμμένο ότι οι υποχρεώσεις της μίας πλευράς ερμηνεύονται ευρέως (της Ελλάδας), ενώ της άλλης πλευράς στενά και γραμματικά (των Σκοπίων).

Απέρριψε το επιχείρημα των Σκοπίων ότι το ΝΑΤΟ δεν έχει ή δεν είχε κριτήρια στη διαδικασία ένταξης των Σκοπίων, ενώ με έξυπνο τρόπο καυτηρίασε την τακτική των δικηγόρων των Σκοπίων να αποστασιοποιούνται (semi-detached), να αγνοούν, δηλαδή, τα αποδεικτικά στοιχεία.

Θα ακολουθήσει ενημέρωση για τα επιχειρήματα που ανέπτυξαν οι Alain Pellet, Georges Abi-Saab και ο Πρέσβης Σαββαϊδης.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Σήμερα, Παρασκευή 25 Μαρτίου 2011, συνεχίσθηκε η διαδικασία στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, μετά από την προσφυγή των Σκοπίων κατά της Ελλάδας.  Μετά τη χθεσινή ανάρτηση, αντιλαμβανόμενος το μεγάλο ενδιαφέρον των φοιτητών μου και του κοινού για το θέμα, προσκάλεσα τον συνάδελφο Νίκο Ζάϊκο, Επίκουρο Καθηγητή Διεθνούς Δικαίου στο Τμήμα Βαλκανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, να παρακολουθήσει τις Συνεδριάσεις και να μας ενημερώσει.  Ο συνάδελφος, με γνωστό συγγραφικό έργο στο θέμα, είχε την καλοσύνη να το κάνει.

Μαζί και με άλλους συναδέλφους, θα συνεχίσουμε να παρακολουθούμε το θέμα.

Ακολουθεί το κείμενο του Νίκου Ζάϊκου:

«Κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου την 25η Μαρτίου 2011, τον λόγο έλαβε η νομική ομάδα της Ελλάδας.  Ειδικότερα, η επιχειρηματολογία της Ελληνικής πλευράς βασίστηκε σε μία συνδυασμένη ερμηνεία των άρθρων 11 και 22 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας του 1995.

Υπενθυμίζεται καταρχάς ότι το άρθρο 11 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας προβλέπει πως η Ελλάδα «συμφωνεί να μην προβάλλει αντιρρήσεις στην αίτηση ή τη συμμετοχή» τής ΠΓΔΜ «σε διεθνείς, πολυμερείς και περιφερειακούς οργανισμούς και θεσμούς, των οποίων είναι μέλος».  Παράλληλα, η Ελλάδα διατηρεί το δικαίωμα «να προβάλει αντιρρήσεις στην περίπτωση που η ΠΓΔΜ αναφέρεται στους ανωτέρω οργανισμούς ή θεσμούς διαφορετικά απ’ ότι στην παράγραφο 2 της απόφασης 817 (1993) του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών», όπου προβλέπεται η εισδοχή της στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών ακριβώς με το όνομα ΠΓΔΜ.  Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 22, η Ενδιάμεση Συμφωνία «δεν καταπατά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από ήδη ισχύουσες διμερείς και πολυμερείς συμφωνίες», ανάμεσα στις οποίες συμπεριλαμβάνεται βέβαια και το Βορειοατλαντικό Σύμφωνο.

Όπως επεσήμανε ο Μάικλ Ρήσμαν απαντώντας στους ισχυρισμούς της ΠΓΔΜ, εφόσον το Διεθνές Δικαστήριο αποφανθεί ότι έχει δικαιοδοσία να αποφανθεί επί της ουσίας της επίδικης υπόθεσης, τότε θα πρέπει να δεχθεί και ότι το άρθρο 22 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας εισάγει μία σαφή νομική υποχρέωση για τα δύο συμβαλλόμενα κράτη. Πραγματοποιώντας μία λεπτομερή και διεξοδική ανάλυση των άρθρων 11 και 22 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, σε συνάρτηση με το άρθρο 8 του Βορειοατλαντικού Συμφώνου, που προβλέπει τα κριτήρια εισόδου νέων κρατών στο ΝΑΤΟ, ο καθηγητής Ρήσμαν επισήμανε εύστοχα ότι αν και η Ελλάδα καταρχήν υποχρεώνεται να μην αντιτίθεται στην είσοδο της ΠΓΔΜ σε διεθνείς οργανισμούς, εφόσον αναφέρεται ως ΠΓΔΜ, αυτό δεν σημαίνει ότι δεσμεύεται να μην αντιτίθεται ακόμη και όταν η ΠΓΔΜ δεν συγκεντρώνει τα προβλεπόμενα κριτήρια εισόδου σε διεθνείς οργανισμούς, όπως αυτά έχουν ήδη καθοριστεί από τους ίδιους τους διεθνείς οργανισμούς.

Ειδικότερα, σε μία στρατιωτική συμμαχία με κλειστή συμμετοχή, όπως είναι το ΝΑΤΟ, τα κριτήρια και οι διαδικασίες εισόδου νέων μελών είναι ιδιαίτερα αυστηρά. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, πρόκειται για κριτήρια που καθορίζονται στο Membership Action Plan του ΝΑΤΟ και κάθε κράτος μέλος έχει ιδιαίτερη ευθύνη για την τήρησή τους, εφόσον έτσι συμβάλλει στην προώθηση των σκοπών του ΝΑΤΟ.

Στο παρελθόν – και ειδικότερα κατά την περίοδο αμέσως μετά το 1995 – η Ελλάδα δεν είχε προβάλλει αντιρρήσεις στην είσοδο της ΠΓΔΜ σε διεθνείς οργανισμούς, επειδή την εποχή εκείνη βασιζόταν στην καλόπιστη τήρηση των διεθνών δεσμεύσεων της ΠΓΔΜ.  Ωστόσο, μετά τις αλλεπάλληλες παραβιάσεις της Ενδιάμεσης Συμφωνίας από την πλευρά της ΠΓΔΜ, ενεργοποιήθηκαν πια οι ρυθμίσεις των άρθρων 22 και 11 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας.

Στη συνέχεια, τον λόγο πήρε ο Τζέιμς Κρώφορντ, ο οποίος ξεκαθάρισε ότι το άρθρο 11 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας δεν εισάγει γενική, αόριστη και απεριόριστη υποχρέωση της Ελλάδας να δέχεται την είσοδο της ΠΓΔΜ σε διεθνείς οργανισμούς «άνευ ετέρου».  Τα σχόλια της τότε Υπουργού Εξωτερικών κ. Ντόρας Μπακογιάννη και του τότε Πρωθυπουργού της Ελλάδας κ. Κ. Καραμανλή σχετικά με την ανάπτυξη σχέσεων καλής γειτονίας μεταξύ Ελλάδας και ΠΓΔΜ ή για επίλυση του θέματος του ονόματος πριν από την είσοδο της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ – τα οποία επικαλέστηκε η ΠΓΔΜ στην προσφυγή της – πραγματοποιήθηκαν ενώπιον δημοσιογράφων, κοινοβουλευτικών ομάδων ή της Βουλής και όχι στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ.  Συνεπώς, δεν πρόκειται για νομικά αξιολογήσιμες δηλώσεις.  Σε κάθε περίπτωση, οι αξιωματούχοι της Ελλάδας δεν πρόβαλαν αντίρρηση στην είσοδο της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ, αλλά απλώς επαναλάμβαναν τα κριτήρια εισόδου στο ΝΑΤΟ, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και οι «σχέσεις καλής γειτονίας».

Όπως προκύπτει από το ισχύον νομικό πλαίσιο, η είσοδος ενός νέου μέλους στο ΝΑΤΟ τελικά αποτελεί ζήτημα consensus των κρατών μελών της στρατιωτικής αυτής συμμαχίας.  Εξάλλου, σύμφωνα με τον Γ.Γ. ΝΑΤΟ κ. Σέφερ (19.2.2009), στο ΝΑΤΟ δεν υφίσταται καν η έννοια του veto.  Η δήλωση του κ. Κ. Καραμανλή ότι «η ΠΓΔΜ δεν εισήλθε στο ΝΑΤΟ εξαιτίας του veto της Ελλάδας», την οποία επικαλέστηκε η ΠΓΔΜ, έγινε για εσωτερικούς πολιτικούς λόγους και δεν αντανακλά τη νομική ακριβολογία και διαδικασία εισόδου στο ΝΑΤΟ.

Στη συνέχεια, ο κ. Κρώφορντ αναφέρθηκε στη στρατηγική της ΠΓΔΜ να επιδιώκει την αναγνώριση του κράτους αυτού με το συνταγματικό όνομά του από τρίτα κράτη, η οποία κατά ρητή δήλωση του τότε Προέδρου της ΠΓΔΜ κ. Τσερβενκόβσκι θα επιτύγχανε να υλοποιήσει το σχέδιο της ΠΓΔΜ να επιβάλλει το συνταγματικό όνομα του κράτους αυτού σε πολυμερές επίπεδο.  Με τον τρόπο αυτό, η διαδικασία τής διαπραγμάτευσης με σκοπό την ανεύρεση κοινά αποδεκτής λύσης για το ζήτημα του ονόματος, που εισάγεται στην Ενδιάμεση Συμφωνία, καθίσταται γράμμα νεκρό και εκτός αντικειμένου.  Πρόκειται για καταστρατήγηση διεθνών δεσμεύσεων της ΠΓΔΜ.  Ο κ. Κρώφορντ επισήμανε ότι η Ελλάδα διαπίστωσε το σχέδιο της καταστρατήγησης και παραβίασης της Ενδιάμεσης Συμφωνίας και διαθέτει το νομικό δικαίωμα να αντιδρά σε περίπτωση που παραβιάζεται η Ενδιάμεση Συμφωνία. Συνεπώς, η αντίδραση αυτή, ακόμη και αν θεωρηθεί ως παραβίαση του άρθρου 11, εντούτοις θεραπεύεται βάσει του άρθρου 22 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας.

Κατά την αγόρευσή του ο κ. Αλαίν Πελέ επισήμανε ότι η απόφαση του Βουκουρεστίου σχετικά με τη μη είσοδο της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ δεν ήταν ξαφνική, αλλά το αποτέλεσμα συνεχών παραβιάσεων της Ενδιάμεσης Συμφωνίας από την ΠΓΔΜ (π.χ. των άρθρων 5, 6, 7) και της αρχής της καλής γειτονίας, που συμπεριλαμβάνεται στα κριτήρια εισόδου νέων μελών στο ΝΑΤΟ.  Ο κ. Πελέ αναφέρθηκε στην υποχρέωση διαπραγμάτευσης μεταξύ της ΠΓΔΜ και της Ελλάδας, όπως προβλέπεται σε διάφορες διεθνείς πράξεις, για να την αντιπαραβάλει κατόπιν με τη συστηματική, κυνική και μαζική παραβίαση των συγκεκριμένων νομικών δεσμεύσεων από την πλευρά της ΠΓΔΜ.  Ο κ. Πελέ εξήγησε ότι το όνομα το οποίο θα πρέπει να συμφωνηθεί στις διαπραγματεύσεις μεταξύ Ελλάδας και ΠΓΔΜ δεν αφορά τις διμερείς σχέσεις των δύο κρατών, αλλά προορίζεται να έχει γενική, πολυμερή χρήση. Αναφέρθηκε σε δήλωση του Πρωθυπουργού της ΠΓΔΜ κ. Γκρούεβσκι από το 2007, όπου διαφαίνεται η απόλυτη άρνηση της ΠΓΔΜ να διαπραγματευτεί κατά παραβίαση των διεθνών υποχρεώσεών της, καθώς και η εμμονή τής ΠΓΔΜ για ανεύρεση λύσης που θα αφορά μόνο το διμερές επίπεδο.  Πρόκειται βέβαια για κατάφωρη παραβίαση των διεθνών υποχρεώσεων της ΠΓΔΜ και η οποία χαράσσει μία  προσεκτική στρατηγική με σκοπό να διαμορφωθεί μία τετελεσμένη πολιτική κατάσταση σχετικά με το όνομα, που αποδεικνύεται και από σχετικές θριαμβευτικές δηλώσεις της πολιτικής ηγεσίας της ΠΓΔΜ.  Ο κ. Πελέ αναφέρθηκε διεξοδικά στο ισχύον νομικό πλαίσιο σχετικά με τις διαπραγματεύσεις, καθώς και στις συνεχείς σχετικές παραβιάσεις της Ενδιάμεσης Συμφωνίας από την ΠΓΔΜ.

Η κ. Μαρία Τελαλιάν, που  έλαβε τον λόγο κατά την απογευματινή διαδικασία, αναφέρθηκε διεξοδικά στις αλυτρωτικές βλέψεις της ΠΓΔΜ.»

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Σήμερα αργά το απόγευμα πέτυχα να συνδεθώ διαδικτυακά και να παρακολουθήσω εξ ολοκλήρου δύο πολύ καλές αγορεύσεις νομικών της χώρας μας.

Ο W. Michael Reisman, Καθηγητής στη Νομική Σχολή του Yale, ανέπτυξε ένα κύριο ζήτημα, καθαρά δικονομικό, το αν δηλαδή το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης έχει την αρμοδιότητα να δικάσει και να αποφασίσει για τη συγκεκριμένη διαφορά, δηλαδή την κατά τους Σκοπιανούς παραβίαση της Ενδιάμεσης Συμφωνίας με την παρεμπόδιση των Σκοπιανών να ενταχθούν στο ΝΑΤΟ.  

Σύμφωνα με τον δικηγόρο της χώρας μας όλα τα θέματα που προέκυψαν ανάγονται στο όνομα και γι’ αυτό το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να επιληφθεί της υπόθεσης.  Επιπλέον, απέρριψε με νομικά επιχειρήματα την άποψη που ανέπτυξαν τα Σκόπια ότι η απόφαση 817 του Συμβουλίου Ασφαλείας του 1993 δεν είναι δεσμευτική για τα Σκόπια.  

Ο Καθηγητής υπογράμμισε ότι η υποχρέωση των Σκοπίων με βάση τις αποφάσεις ένταξης στον ΟΗΕ και την Ενδιάμεση Συμφωνία είναι η χρήση του προσωρινού ονόματος μέχρι τη συμφωνία μεταξύ των δύο πλευρών και, κυρίως, να διαπραγματευτούν για το όνομα με καλή πίστη.  Και αυτό, χρησιμοποιώντας δηλώσεις Σκοπιανών ηγετών, συμπεριλαμβανομένου και του Τσερβένκοφσκι, ο Reisman απέδειξε ότι τα Σκόπια δεν το έπραξαν.

Τελευταίος για σήμερα το απόγευμα αγόρευσε ο Γάλλος Alain Pellet (Αλαίν Πελέ), Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Paris Ouest, Nanterre/La Défense, ο οποίος λόγω χρόνου δεν ολοκλήρωσε την τοποθέτησή του.  Έθεσε και αυτός θέμα αρμοδιότητας του Δικαστηρίου, στη βάση του επιχειρήματος, ότι το Δικαστήριο υπεισέρχεται σε ένα κατ’εξοχήν πολιτικό ζήτημα.  Συγκεκριμένα, υποστήριξε πως αν το Δικαστήριο αποφασίσει για το αν τα Σκόπια έπρεπε ή δεν έπρεπε να εμποδιστούν να ενταχθούν στο ΝΑΤΟ, τότε αυτό θα σήμαινε ότι: πρώτον, το Δικαστήριο θα παρενέβαινε σε μία καθαρά πολιτική διαδικασία και, δεύτερον, το Δικαστήριο θα υποκαθιστούσε το ΝΑΤΟ, δηλαδή τον φορέα που αποφασίζει για το αν και ποια χώρα θα ενταχθεί.

Ο Αλαίν Πελέ επίσης απέδειξε, χρησιμοποιώντας δηλώσεις διπλωματών (μάλιστα φιλικά προσκειμένων κατά τη Σύνοδο του Βουκουρεστίου στα Σκόπια, όπως του πρεσβευτή της Τσεχίας) ότι η μη ένταξη των Σκοπίων ήταν απόφαση του ΝΑΤΟ και δεν έγινε ποτέ ψηφοφορία για την ένταξη των Σκοπίων, ώστε να μπορεί οποιοσδήποτε να επιχειρηματολογήσει ότι αποδεδειγμένα κάποια χώρα ήταν αντίθετη στην ένταξη των Σκοπίων.  Η απόφαση ήταν του ΝΑΤΟ και γι αυτό αν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη διαφορά επί του θέματος, τότε αυτή θα έπρεπε να είναι μεταξύ των Σκοπίων και του ΝΑΤΟ και όχι με την Ελλάδα.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:29

Η Διεθνής Θεσσαλονίκη

Η Διεθνής Θεσσαλονίκη


Μακεδονία, Κυριακή 28 Μαρτίου 2010, σ. 77.
του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων

Δύο δεκαετίες μετά την κατάρρευση του Ανατολικού μπλοκ οι πολιτικοοικονομικές ανακατατάξεις στα Βαλκάνια – δυστυχώς επώδυνες ορισμένες φορές - έχουν σχεδόν ολοκληρωθεί. Όλα αυτά τα χρόνια επαναλαμβανόταν από τους Θεσσαλονικείς, αλλά και από τις πολιτικές ηγεσίες της χώρας, η φράση φιλοδοξίας ή και αυταρέσκειας «Η Θεσσαλονίκη πρωτεύουσα των Βαλκανίων»...

Έγινε η Θεσσαλονίκη «πρωτεύουσα» των Βαλκανίων; Θα μπορούσε ή μπορεί ακόμη να γίνει; Aν ναι, τι είδους, πολιτική, οικονομική, πολιτιστική; Οφείλουμε να προσδιορίσουμε σε ποιο βαθμό το περιεχόμενο του όρου «πρωτεύουσα» ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και, εφόσον καθορισθεί ο επιθυμητός στόχος, να εξετάσουμε τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να επιτευχθεί.

Υπό τις σημερινές συνθήκες, η Θεσσαλονίκη δεν μπορεί να είναι πολιτική «πρωτεύουσα» των Βαλκανίων. Αναμφίβολα, θετικές προσπάθειες για να ενισχυθεί ο πολιτικός ρόλος της Θεσσαλονίκης έχουν γίνει. Η πόλη έχει υποδεχθεί τη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ, τη Διαβαλκανική ή συναντήσεις Υπουργών. Φιλοξενεί διεθνείς, σχετικούς με τα Βαλκάνια, φορείς (Σύμφωνο Σταθερότητας, Τράπεζα Μαύρης Θάλασσας) και ο Δήμος Θεσσαλονίκης έχει δημιουργήσει το δίκτυο πόλεων της Βαλκανικής. Εντούτοις, η προσπάθεια αναβάθμισης του πολιτικού της ρόλου έχει φθάσει στα όριά της. Σήμερα, η όποια περαιτέρω ενίσχυση εξαρτάται μόνο από τη μετεγκατάσταση κυβερνητικών υπηρεσιών στη Θεσσαλονίκη ή τη δραστηριοποίηση της αυτοδιοίκησης και της κοινωνίας των πολιτών.

Όμως, η Θεσσαλονίκη έχει τις δυνατότητες να πρωτοπορήσει στον οικονομικό, πολιτιστικό, αθλητικό και επιστημονικό τομέα. Η πόλη διαθέτει ακόμη και σήμερα ΑΕΠ τουλάχιστον ίσο με εκείνο γειτονικής χώρας, διοργανώνει σειρά διεθνών εμπορικών και πολιτιστικών εκδηλώσεων και διαθέτει τις υποδομές για μεγάλα αθλητικά γεγονότα. Τέλος, με τα δύο Πανεπιστήμιά της και τα δίκτυά τους μπορεί να συμβάλει περισσότερο στην ανάπτυξη της περιοχής. Πώς όμως θα διεκδικήσει τα πρωτεία, έχοντας χάσει πολύτιμο χρόνο;

Η απάντηση είναι απλή. Με ένα στρατηγικό σχέδιο που θα θέσει τους στόχους, τις αρμοδιότητες και τις ευθύνες. Θα καθορίσει χρονοδιαγράμματα και στο οποίο θα συμφωνήσουν κυβέρνηση, τοπική αυτοδιοίκηση και φορείς της πόλης.

Το κράτος ευθύνεται για το πλαίσιο ανάπτυξης και ειδικότερα τις διεθνείς σχέσεις. Αυτές πρέπει να είναι σχέσεις συνεργασίας που ενισχύουν τη σταθερότητα και τη Δημοκρατία, χωρίς βεβαίως, χάριν της ανάπτυξης της όποιας πόλης, να τίθενται σε δεύτερη μοίρα τα γενικότερα συμφέροντα της χώρας. Στο κράτος ανήκουν πρωτοβουλίες σε επίπεδο Ε.Ε. που σχετίζονται με την προώθηση κοινών συμφερόντων, την ενίσχυση της αναπτυξιακής βοήθειας στην περιοχή, τις υποδομές (π.χ., διευρωπαϊκά δίκτυα), κλπ.

Από το κράτος εξαρτώνται και οι υποδομές. Αναμφίβολα, τα μεγάλα αναπτυξιακά έργα, όπως η Εγνατία Οδός ή οι ενεργειακοί άξονες, αναβαθμίζουν ολόκληρη τη βόρεια Ελλάδα και τη Θεσσαλονίκη. Στην ευθύνη του κράτους ανήκουν και οι πρωτοβουλίες που μόνο αυτό μπορεί να φέρει σε πέρας. Έτσι θετικά μεν κρίνονται οι πρωτοβουλίες για καλύτερη σιδηροδρομική σύνδεση της Θεσσαλονίκης με τα Σκόπια, τη Σόφια ή την Κωνσταντινούπολη. Όμως, παραμένει μεγάλο ζήτημα η αεροπορική σύνδεση της πόλης με τις γειτονικές πρωτεύουσες και κυρίως με τις Ευρωπαϊκές. Χαρακτηριστικά αναφέρω ότι η Κύπρος είναι πολύ κοντύτερα στη Θεσσαλονίκη λόγω της πολλαπλής και καθημερινής αεροπορικής σύνδεσης με τη Λάρνακα που απέχει μόνο δύο ώρες, ενώ για τα Σκόπια χρειάζονται τρεις, για τη Σόφια έξι, για την Κωνσταντινούπολη οκτώ. Ας μη συζητάμε για τις ανύπαρκτες απευθείας συνδέσεις με τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες...

Στην ευθύνη της τοπικής αυτοδιοίκησης ανήκει συχνά η υλοποίηση αποφάσεων της κυβέρνησης και η πειθαρχία σε ένα συνολικό πολιτικό και οικονομικό σχέδιο δράσης. Πρέπει να καταστεί σαφές πως κανένας φορέας αυτοδιοίκησης δεν επιτρέπεται να ασκεί εξωτερική πολιτική, ούτε να παίρνει πρωτοβουλίες χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με την κυβέρνηση.

Κυρίως, όμως, μία πόλη (όπως και μία περιοχή) οφείλει να προσδιορίσει την ταυτότητά της και το ή τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα έναντι πιθανών ανταγωνιστών της. Η ταυτότητα της πόλης είναι η αρχή και το τέλος. Στη βάση τής συγκεκριμένης ταυτότητας θα σχεδιάσει και θα ευθύνεται για τις δημόσιες σχέσεις της, για τον έλεγχο και τις πιέσεις προς τους κυβερνητικούς φορείς στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, για τη φιλοξενία και τα μέτρα εκείνα που θα κάνουν την πόλη ευχάριστη αλλά και λειτουργική για τους κατοίκους, τους επενδυτές και τους επισκέπτες.

Για όλα τα παραπάνω και κυρίως για το μέλλον μίας πόλης ευθύνη έχουν και οι φορείς της, όπως επιμελητήρια, πανεπιστήμια, αθλητικοί σύλλογοι, κ.ά., και εν τέλει οι ίδιοι οι πολίτες. Αν αυτοί δεν είναι ενεργοί και παραγωγικοί, σε όποιον τομέα και να δραστηριοποιούνται, τότε οι όποιες προσπάθειες του κράτους ή της τοπικής αυτοδιοίκησης θα πέσουν το κενό. Συνεπώς, αυτό που χρειαζόμαστε ακόμη και περισσότερο από οποιαδήποτε διοργάνωση ή θεσμό είναι πρώτα απ' όλα να συμφωνήσουμε στη διεθνή ταυτότητα της πόλης και έπειτα σ' ένα σχέδιο που θα λαμβάνει υπόψη τις δυνατότητες και τις προκλήσεις για τη διαμόρφωσή της. Σε αυτό το πλαίσιο, η εφημερίδα «Μακεδονία» προσφέρει το forum των συζητήσεων. Καλώς άρχισε η συζήτηση και ο προβληματισμός. Εμείς οι πολίτες, ας αρχίσουμε ή ας συνεχίσουμε τις πράξεις, ο καθένας στο χώρο δράσης του.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Ελλάδα
Τετάρτη, 08 Σεπτέμβριος 2010 07:59

H Ελληνική διπλωματία μετά το βέτο

H Ελληνική διπλωματία μετά το βέτο,


Όσα συνέβησαν στο Βουκουρέστι αποτελούν, κατά την άποψή μου, επιτυχία για την ελληνική διπλωματία. Δείξαμε την ισχύ και τη συνέπειά μας και ξεκαθαρίσαμε την κόκκινη γραμμή της ατζέντας: μη λύση σημαίνει μη πρόσκληση, ενώ λύση σημαίνει αποδεκτή σε εμάς σύνθετη ονομασία και, βεβαίως, καθολική χρήση της.

 Τώρα χρειαζόμαστε μία δραστήρια και έξυπνη πολιτική, για να στηρίξουμε τη στρατηγική μας. Η πολιτική αυτή συνίσταται στην ορθή αποτίμηση των αποτελεσμάτων της μέχρι σήμερα στάσης μας, τη συνεχή εγρήγορση για τη διαπραγμάτευση σύμφωνα με τους στόχους μας, και την τοποθέτηση των Βαλκανίων στο επίκεντρο της εξωτερικής μας πολιτικής.

 Υπό αυτό το πρίσμα, το βέτο στη σύνοδο του Βουκουρεστίου συνιστά πλέον και ένα μέσο πίεσης στις διαπραγματεύσεις μας με τους γείτονες, αλλά και στις συνομιλίες μας με τους συμμάχους ή, σύντομα, με τους εταίρους μας στην Ε.Ε. Με την επιμονή μας, έστω στη συμβιβαστική λύση της σύνθετης ονομασίας, δείξαμε προς όλες τις πλευρές ότι και την επίλυση του ζητήματος επιθυμούμε και καλή θέληση έχουμε, και τη σημασία τής ένταξης του συνόλου της περιοχής μας στην ευρωατλαντική αρχιτεκτονική αντιλαμβανόμαστε. Μια τέτοια στρατηγική ήταν δύσκολο να αποτύχει.

 Η διαδικασία των διαπραγματεύσεων που ακολουθεί είναι ουσιαστική και μπορεί να αποδειχτεί μακρά και επίπονη. Δεν προσφέρεται για πολιτική εκμετάλλευση και εσωτερική κατανάλωση. Ούτε θα πρέπει απλώς να συνδέεται με εξωτερικούς παράγοντες. Θα πρέπει να την προσεγγίσουμε με σοβαρότητα και ρεαλισμό. Από την πλευρά μας, διανύσαμε το μισό δρόμο προς το συμβιβασμό. Έχουμε αρχίσει να προβάλλουμε ορθώς τα επιχειρήματα και τις αντιρρήσεις μας, μιλώντας με μια ενιαία γλώσσα στο εσωτερικό και το εξωτερικό. Η σύμπνοια του πολιτικού προσωπικού και η σοβαρότητά του είναι ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματά μας στη διαπραγμάτευση. Θα πρέπει συνεχώς να αποτιμούμε τις συγκυρίες, να αποφύγουμε παγίδες και αποσταθεροποιητικούς για τις διαπραγματεύσεις παράγοντες, να οικοδομήσουμε και πάλι σχέσεις εμπιστοσύνης με όσο περισσότερους συμμάχους και να απαιτήσουμε αμοιβαιότητα από τους γείτονές μας.

 Η Ελλάδα έχει αναδειχθεί ως μία ήπια δύναμη στα Βαλκάνια. Υποστηρίζει τη σταθερότητα. Στηρίζει τα γειτονικά κράτη μέσα από κυβερνητικές πρωτοβουλίες, δραστηριότητές της κοινωνίας πολιτών, αλλά και μέσω των επενδύσεων του ιδιωτικού τομέα. Έχει αποδείξει ότι η ευρωπαϊκή πορεία των γειτόνων της και η ενσωμάτωση της περιοχής στους διεθνείς οργανισμούς και θεσμούς είναι προτεραιότητα και είναι προς όφελος όλων. Η ενίσχυση των διμερών σχέσεων και η συνεργασία για την εξασφάλιση της σταθερότητας, της οικονομικής ανάπτυξης και του πολιτικού εκσυγχρονισμού στα Βαλκάνια αποτελεί τον υπϋ αριθμόν ένα στόχο.

 Ό,τι συνέβη στο Βουκουρέστι, εγγράφει μια νέα σελίδα στην ελληνική εξωτερική πολιτική, στο ζήτημα της ονομασίας των Σκοπίων, στις σχέσεις μας με τους συμμάχους. Από εδώ και πέρα χρειάζεται σημαντική ενέργεια, ευρηματικότητα, επιμονή και ψυχραιμία, για να ακολουθήσουμε την έξυπνη και δυναμική πολιτική που χαράξαμε.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
You are here Άρθρα Γνώμης Προβολή άρθρων ανα tag: macedonia