Saturday, Mar 28th

Last update12:36:22 PM GMT

Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:29

Η Διεθνής Θεσσαλονίκη

Η Διεθνής Θεσσαλονίκη

 

Μακεδονία, Κυριακή 28 Μαρτίου 2010, σ. 77.
του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων


Δύο δεκαετίες μετά την κατάρρευση του Ανατολικού μπλοκ οι πολιτικοοικονομικές ανακατατάξεις στα Βαλκάνια – δυστυχώς επώδυνες ορισμένες φορές - έχουν σχεδόν ολοκληρωθεί. Όλα αυτά τα χρόνια επαναλαμβανόταν από τους Θεσσαλονικείς, αλλά και από τις πολιτικές ηγεσίες της χώρας, η φράση φιλοδοξίας ή και αυταρέσκειας «Η Θεσσαλονίκη πρωτεύουσα των Βαλκανίων»...

Έγινε η Θεσσαλονίκη «πρωτεύουσα» των Βαλκανίων; Θα μπορούσε ή μπορεί ακόμη να γίνει; Aν ναι, τι είδους, πολιτική, οικονομική, πολιτιστική; Οφείλουμε να προσδιορίσουμε σε ποιο βαθμό το περιεχόμενο του όρου «πρωτεύουσα» ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και, εφόσον καθορισθεί ο επιθυμητός στόχος, να εξετάσουμε τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να επιτευχθεί.

Υπό τις σημερινές συνθήκες, η Θεσσαλονίκη δεν μπορεί να είναι πολιτική «πρωτεύουσα» των Βαλκανίων. Αναμφίβολα, θετικές προσπάθειες για να ενισχυθεί ο πολιτικός ρόλος της Θεσσαλονίκης έχουν γίνει. Η πόλη έχει υποδεχθεί τη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ, τη Διαβαλκανική ή συναντήσεις Υπουργών. Φιλοξενεί διεθνείς, σχετικούς με τα Βαλκάνια, φορείς (Σύμφωνο Σταθερότητας, Τράπεζα Μαύρης Θάλασσας) και ο Δήμος Θεσσαλονίκης έχει δημιουργήσει το δίκτυο πόλεων της Βαλκανικής. Εντούτοις, η προσπάθεια αναβάθμισης του πολιτικού της ρόλου έχει φθάσει στα όριά της. Σήμερα, η όποια περαιτέρω ενίσχυση εξαρτάται μόνο από τη μετεγκατάσταση κυβερνητικών υπηρεσιών στη Θεσσαλονίκη ή τη δραστηριοποίηση της αυτοδιοίκησης και της κοινωνίας των πολιτών.

Όμως, η Θεσσαλονίκη έχει τις δυνατότητες να πρωτοπορήσει στον οικονομικό, πολιτιστικό, αθλητικό και επιστημονικό τομέα. Η πόλη διαθέτει ακόμη και σήμερα ΑΕΠ τουλάχιστον ίσο με εκείνο γειτονικής χώρας, διοργανώνει σειρά διεθνών εμπορικών και πολιτιστικών εκδηλώσεων και διαθέτει τις υποδομές για μεγάλα αθλητικά γεγονότα. Τέλος, με τα δύο Πανεπιστήμιά της και τα δίκτυά τους μπορεί να συμβάλει περισσότερο στην ανάπτυξη της περιοχής. Πώς όμως θα διεκδικήσει τα πρωτεία, έχοντας χάσει πολύτιμο χρόνο;

Η απάντηση είναι απλή. Με ένα στρατηγικό σχέδιο που θα θέσει τους στόχους, τις αρμοδιότητες και τις ευθύνες. Θα καθορίσει χρονοδιαγράμματα και στο οποίο θα συμφωνήσουν κυβέρνηση, τοπική αυτοδιοίκηση και φορείς της πόλης.

Το κράτος ευθύνεται για το πλαίσιο ανάπτυξης και ειδικότερα τις διεθνείς σχέσεις. Αυτές πρέπει να είναι σχέσεις συνεργασίας που ενισχύουν τη σταθερότητα και τη Δημοκρατία, χωρίς βεβαίως, χάριν της ανάπτυξης της όποιας πόλης, να τίθενται σε δεύτερη μοίρα τα γενικότερα συμφέροντα της χώρας. Στο κράτος ανήκουν πρωτοβουλίες σε επίπεδο Ε.Ε. που σχετίζονται με την προώθηση κοινών συμφερόντων, την ενίσχυση της αναπτυξιακής βοήθειας στην περιοχή, τις υποδομές (π.χ., διευρωπαϊκά δίκτυα), κλπ.

Από το κράτος εξαρτώνται και οι υποδομές. Αναμφίβολα, τα μεγάλα αναπτυξιακά έργα, όπως η Εγνατία Οδός ή οι ενεργειακοί άξονες, αναβαθμίζουν ολόκληρη τη βόρεια Ελλάδα και τη Θεσσαλονίκη. Στην ευθύνη του κράτους ανήκουν και οι πρωτοβουλίες που μόνο αυτό μπορεί να φέρει σε πέρας. Έτσι θετικά μεν κρίνονται οι πρωτοβουλίες για καλύτερη σιδηροδρομική σύνδεση της Θεσσαλονίκης με τα Σκόπια, τη Σόφια ή την Κωνσταντινούπολη. Όμως, παραμένει μεγάλο ζήτημα η αεροπορική σύνδεση της πόλης με τις γειτονικές πρωτεύουσες και κυρίως με τις Ευρωπαϊκές. Χαρακτηριστικά αναφέρω ότι η Κύπρος είναι πολύ κοντύτερα στη Θεσσαλονίκη λόγω της πολλαπλής και καθημερινής αεροπορικής σύνδεσης με τη Λάρνακα που απέχει μόνο δύο ώρες, ενώ για τα Σκόπια χρειάζονται τρεις, για τη Σόφια έξι, για την Κωνσταντινούπολη οκτώ. Ας μη συζητάμε για τις ανύπαρκτες απευθείας συνδέσεις με τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες...

Στην ευθύνη της τοπικής αυτοδιοίκησης ανήκει συχνά η υλοποίηση αποφάσεων της κυβέρνησης και η πειθαρχία σε ένα συνολικό πολιτικό και οικονομικό σχέδιο δράσης. Πρέπει να καταστεί σαφές πως κανένας φορέας αυτοδιοίκησης δεν επιτρέπεται να ασκεί εξωτερική πολιτική, ούτε να παίρνει πρωτοβουλίες χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με την κυβέρνηση.

Κυρίως, όμως, μία πόλη (όπως και μία περιοχή) οφείλει να προσδιορίσει την ταυτότητά της και το ή τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα έναντι πιθανών ανταγωνιστών της. Η ταυτότητα της πόλης είναι η αρχή και το τέλος. Στη βάση τής συγκεκριμένης ταυτότητας θα σχεδιάσει και θα ευθύνεται για τις δημόσιες σχέσεις της, για τον έλεγχο και τις πιέσεις προς τους κυβερνητικούς φορείς στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, για τη φιλοξενία και τα μέτρα εκείνα που θα κάνουν την πόλη ευχάριστη αλλά και λειτουργική για τους κατοίκους, τους επενδυτές και τους επισκέπτες.

Για όλα τα παραπάνω και κυρίως για το μέλλον μίας πόλης ευθύνη έχουν και οι φορείς της, όπως επιμελητήρια, πανεπιστήμια, αθλητικοί σύλλογοι, κ.ά., και εν τέλει οι ίδιοι οι πολίτες. Αν αυτοί δεν είναι ενεργοί και παραγωγικοί, σε όποιον τομέα και να δραστηριοποιούνται, τότε οι όποιες προσπάθειες του κράτους ή της τοπικής αυτοδιοίκησης θα πέσουν το κενό. Συνεπώς, αυτό που χρειαζόμαστε ακόμη και περισσότερο από οποιαδήποτε διοργάνωση ή θεσμό είναι πρώτα απ' όλα να συμφωνήσουμε στη διεθνή ταυτότητα της πόλης και έπειτα σ' ένα σχέδιο που θα λαμβάνει υπόψη τις δυνατότητες και τις προκλήσεις για τη διαμόρφωσή της. Σε αυτό το πλαίσιο, η εφημερίδα «Μακεδονία» προσφέρει το forum των συζητήσεων. Καλώς άρχισε η συζήτηση και ο προβληματισμός. Εμείς οι πολίτες, ας αρχίσουμε ή ας συνεχίσουμε τις πράξεις, ο καθένας στο χώρο δράσης του.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Ελλάδα
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:21

Εκπαίδευση και ανάπτυξη στη Θεσσαλονίκη

Συνέντευξη: εκπαίδευση και ανάπτυξη στη Θεσσαλονίκη

 

Ναυτεμπορική, Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου 2009

 

Το θεσμικό πλαίσιο είναι ασφαλώς σημαντικό για κάθε δράση. Όμως, πουθενά στον κόσμο το θεσμικό πλαίσιο, από μόνο του, δεν προσφέρει τη λύση. Τούτο ισχύει ακόμη περισσότερο για την ανάπτυξη της επιστήμης, της έρευνας, καθώς και τη διασύνδεση εκπαίδευσης και επιχειρήσεων. Ως προς το τελευταίο, η αίσθηση που έχω για την κρατούσα κατάσταση στον τόπο μας είναι ότι τα δύο μέρη, εκπαιδευτικοί – ερευνητικοί φορείς και επιχειρήσεις βρίσκονται σε μία φάση, θα έλεγα, αυτάρεσκης απομόνωσης. Στον κόσμο των επιχειρήσεων υπάρχει η εσφαλμένη άποψη ότι στο χώρο της εκπαίδευσης δεν παράγεται γνώση, δεν γίνεται έργο, και, αντίστοιχα, στον κόσμο της εκπαίδευσης ότι οι επιχειρήσεις ή απλώς θέλουν να εκμεταλλευτούν τη δουλειά τους ή δεν είναι ικανές να την αναδείξουν ή, ακόμη, ότι δεν υπάρχει λόγος να κάνουμε εφαρμοσμένη έρευνα από την οποία που θα κερδίσουν οι ιδιώτες. Αντιλαμβάνεσθε ότι τέτοιου είδους απόψεις και οπισθοδρομικές είναι και αντιπαραγωγικές. Θεωρώ λοιπόν, ότι η κάθε πλευρά πρέπει να κάνει καλά τη δουλειά της και, κυρίως, να δημιουργηθεί μία νοοτροπία αμοιβαία επωφελούς συνεργασίας. Σε ότι αφορά εμάς, τα Πανεπιστήμια, οφείλουμε να παρακολουθούμε τις διεθνείς εξελίξεις, να ενημερώνουμε τα προγράμματα σπουδών και να κάνουμε πρωτογενή έρευνα διεθνούς επιπέδου. Επιστρέφοντας στην αρχή της ερώτησής σας, θα έπρεπε να δοθεί η δυνατότητα στα Πανεπιστήμια – όχι τόσο από πλευράς θεσμικού πλαισίου όσο από πλευράς κρατικής γραφειοκρατίας – να κινηθούν τα ίδια προς την κατεύθυνση της αξιοποίησης των ερευνητικών τους επιτευγμάτων. Τέλος, να υπογραμμίσω, ότι το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας δεν έχει πρόβλημα νοοτροπίας στη σχέση του με τις επιχειρήσεις, αφού, θυμίζω, στη δημιουργία του συνέβαλε ο κόσμος της οικονομίας.

Ως πολίτης πιστεύω στη μεγάλη σημασία των υποδομών και στη χάραξη στρατηγικής εκ μέρους των συλλογικών φορέων. Νομίζω, ότι για τη συμβολή των υποδομών στην ανάπτυξη ενός τόπου δεν υπάρχει καλύτερο παράδειγμα, σχετικό με Θεσσαλονίκη και τη Βόρεια Ελλάδα, από την ολοκλήρωση της Εγνατίας Οδού. Όμως αυτού του είδους τις υποδομές έπρεπε να τις είχαμε ολοκληρώσει πολύ καιρό πριν και τώρα, όπως, ευτυχώς, φαίνεται ότι υπάρχει μία κινητικότητα, θα πρέπει να στραφούμε προς την ανάπτυξη των υποδομών πληροφορικής. Ασφαλώς δεν πρέπει να αγνοήσουμε την ολοκλήρωση και βελτίωση των υποδομών, όπως μετρό, αεροδρόμιο, κλπ., ή τη δημιουργία της Ζώνης Καινοτομίας. Δεν πρέπει επίσης να αγνοούμε ή να μην χρησιμοποιούμε υφιστάμενες τεχνολογικές δυνατότητες που διαθέτει η χώρα μας. Νομίζω ότι το παράδειγμα που θα δώσω το αποδεικνύει: πολύ λίγοι γνωρίζουν ότι η Ελλάδα διαθέτει έναν δορυφόρο και ακόμη λιγότεροι χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες του.

Σε ό,τι φορά τους συλλογικούς φορείς της πόλης και της Βόρειας Ελλάδας, θα πρέπει να αποφασίσουν τι είδους ανάπτυξη θέλουν, ποιος είναι ο στόχος και πως θα τον πετύχουν. Θα πρέπει όλοι να συνειδητοποιήσουν ότι τα πράγματα αλλάζουν διαρκώς, ότι, για παράδειγμα, η Βουλγαρία και η Ρουμανία είναι κράτη μέλη της Ε.Ε. και ότι ο διεθνής περίγυρος και κατάσταση δεν είναι ο ίδιος με αυτόν πριν 15 χρόνια.

Το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας έχει στρατηγική για την ανάπτυξή του και τη διεθνοποίηση των σπουδών. Να σας πω εν συντομία τι έχει γίνει. Πρώτον, έχουν διπλασιασθεί τα προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών, που τώρα είναι περισσότερα από τον αριθμό των προπτυχιακών του Τμημάτων, 12 έναντι 10, και συνεχίζουμε. Μάλιστα μεταξύ αυτών, υπάρχει και πρόγραμμα στα Αγγλικά που έχει προσελκύσει φοιτητές από τις γειτονικές χώρες. Μπορώ να πώ ότι έχουμε περισσότερους ξένους φοιτητές απ'ότι το Διεθνές Πανεπιστήμιο. Δεύτερον, έχουμε εισάγει τη διδασκαλία δύο περίπου ανά εξάμηνο μαθημάτων επιλογής στα Αγγλικά ή Γαλλικά, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένας μεγάλος αριθμός μαθημάτων τα οποία μπορούν να παρακολουθούν οι φοιτητές του Erasmus. Τούτο έχει ήδη αποδώσει, καθώς καταγράφηκε ήδη αύξηση των ξένων φοιτητών που έρχονται στο Πανεπιστήμιο και στην πόλη μας. Τρίτον, από ιδίους πόρους, έχουμε αυξήσει τα κονδύλια για ερευνητικά προγράμματα και θεσπίσαμε βραβεία επιστημονικών δημοσιεύσεων σε περιοδικά διεθνούς κύρους. Τέταρτον, έχουμε ήδη προωθήσει και διαρκώς επιταχύνουμε τη δημιουργία ερευνητικών εργαστηρίων. Πέμπτον, επιδιώκουμε τη δημιουργία μεταπτυχιακών προγραμμάτων στο εγγύς εξωτερικό.

Τα σχέδιά μας όμως, δυστυχώς προσκρούουν στην έλλειψη εγκαταστάσεων και, κυρίως, στη στάση τμημάτων του κρατικού μηχανισμού. Το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας έχει ως μακροπρόθεσμο στόχο τη μετεγκατάσταση τμημάτων του στο Δήμο Θερμαϊκού και πολύ σύντομα θα προχωρήσουμε σε μελέτες, αφού μέσα από το τετραετή προγραμματισμό του, εγκρίθηκαν οι δημόσιες επενδύσεις. Όμως, βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα, το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας δεν έχει τη δυνατότητα, αφενός να παρέχει την ίδια ποιότητα λειτουργίας προς τους φοιτητές του και τους εργαζόμενους, αφετέρου δεν μπορεί να αναπτύξει τη βασική και την εφαρμοσμένη έρευνα που μπορεί.

Εδώ και δεκατρία περίπου χρόνια η Πολιτεία έχει υποσχεθεί να παραχωρήσει τις εγκαταστάσεις του γειτονικού πρώην «424 Γενικού Στρατιωτικού Νοσοκομείου Εκπαίδευσης» και αυτό δεν υλοποιείται. Από την κατάσταση αυτή όλοι χάνουν. Το Πανεπιστήμιο γιατί δεν αναπτύσσεται, οι Ένοπλες Δυνάμεις γιατί δεν καρπώνονται τα ανταποδοτικά οφέλη που προσφέρουμε, η πόλη και η χώρα – το κοινωνικό σύνολο, δηλαδή – διότι δεν απολαμβάνουν τα οφέλη της επιστημονικής ανάπτυξης ενός Πανεπιστημίου. Είναι απίθανο αυτό που συμβαίνει: σε μία εποχή που επιζητούμε την επιστημονική και, γενικότερα, την ανάπτυξη, οι δυνατότητες ήδη υφίστανται και δεν τις εκμεταλλευόμαστε. Τι θέλει να κάνει το Πανεπιστήμιο στις εγκαταστάσεις αυτές; Αφενός να τις διασώσει, διότι κινδυνεύουν από το χρόνο, αφετέρου να τις χρησιμοποιήσει για διδακτική (κυρίως μεταπτυχιακά) και ερευνητική δραστηριότητα.

Τι σημαίνει το τελευταίο; Ήδη έχουν θεσμοθετηθεί και άλλα ολοκληρώνονται εργαστήρια, και κέντρα έρευνας, τα οποία δεν έχουμε που να τα βάλουμε. Συγκεκριμένα: 1. Κέντρο έρευνας και εφαρμογών για τα άτομα με αναπηρία, 2. Κέντρο πολιτικής για την τεχνολογία και την ανάπτυξη, 3. Κέντρο μελέτης του εγκεφάλου και μαθησιακών προβλημάτων, 4. Κέντρο μελετών έρευνας, 5. Οικονομικό παρατηρητήριο και 6. Κέντρο μελέτης και εφαρμογών για το περιβάλλον. Αν αυτά δεν είναι πραγματική ερευνητική δραστηριότητα, αν δεν είναι σχέδια που συμβάλλουν στην ανάπτυξη, τότε τι είναι;

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Παιδεία

Γραφειοκρατική αδράνεια

 

Ελευθεροτυπία, 26.04.2009, σ. 39.
του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων


Μετά τις αλλαγές στα Βαλκάνια και στην Ανατολική Ευρώπη, όλα ήταν καινά για την Ελλάδα (ειδικότερα τη Βόρεια Ελλάδα) και τις δυνατότητές της στην περιοχή.  Για πρώτη φορά η Ελλάδα είχε ανοιχτά σύνορα με Δημοκρατίες εν τω γίγνεσθαι.  Για πρώτη φορά είχε δίπλα αδύναμες και ταυτοχρόνως αναπτυσσόμενες οικονομίες της αγοράς.  Ήταν το πιο ισχυρό κράτος της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.  Τότε ήταν που ακούστηκαν τα περί διείσδυσης στα Βαλκάνια, τα περί ηγεσίας της περιοχής, τα περί Θεσσαλονίκης «πρωτεύουσας των Βαλκανίων» και πολλά, πολλά άλλα παρόμοια…

Η φιλοδοξία για ρόλο της Ελλάδας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, σε συνδυασμό με τη συνειδητοποίηση της σχέσης της γνώσης με την οικονομική ανάπτυξη, οδήγησαν στην ανάληψη πρωτοβουλιών στη Βόρεια Ελλάδα με στόχο τη δημιουργία χώρων και συνθηκών παραγωγής γνώσης.  Κάπως έτσι οδηγηθήκαμε σε επιμέρους πρωτοβουλίες, μεταξύ των οποίων και το σχέδιο δημιουργίας «Ζώνης Καινοτομίας» στη Θεσσαλονίκη.  Ένα σχέδιο που ακουγόταν για πολλά χρόνια στη Θεσσαλονίκη...  Ένα σχέδιο που από μόνο του, με βάση τα κρατούντα σε ολόκληρη την περιοχή, είναι καινοτομικό, αφού στοχεύει να φέρει σε επαφή όλους εκείνους τους φορείς που θα μπορούσαν να συνεισφέρουν στο καινούργιο.

Όλα λοιπόν ήταν καινά!  Και τελικά, τι έγινε με την ανάπτυξη της Θεσσαλονίκης, της Βόρειας Ελλάδας, της παρουσίας μας στα Βαλκάνια;  Σε πολλές περιπτώσεις, εκεί που λειτούργησε η ιδιωτική πρωτοβουλία ή εκεί που η κρατική γραφειοκρατία ξεπέρασε τον εαυτό της, υπήρξαν θετικά αποτελέσματα.  Σε πολλές άλλες, επίσης, το κράτος έπαιξε το ρόλο του, εκείνον του δημιουργού των προϋποθέσεων για την οικονομική ανάπτυξη.  Σε πολύ περισσότερες όμως, το «άλλο κράτος», όπως εκφράζεται στο επίπεδο των διοικητικών του εκφάνσεων, λειτούργησε ανασταλτικά ως προς την καινοτομία αυτού του ίδιου του κράτους και τελικά ως ο συντελεστής οικονομικής επιβράδυνσης.

Σε αυτήν την τελευταία κατηγορία ανήκει και η Ζώνη Καινοτομίας Θεσσαλονίκης (Ζ.ΚΑΙ.Θ), η περίπτωση της οποίας, όπως εξελίσσεται, επιβεβαιώνει γνωστές θεωρίες της Πολιτικής Επιστήμης, όπως της γραφειοκρατικής αδράνειας, των γραφειοκρατικών ανταγωνισμών και συμφερόντων.  Η πολιτική ηγεσία ξεκινάει κάτι, ορισμένοι φορείς το προχωρούν και άλλοι τους σταματούν.  Το κράτος αναλαμβάνει μία πρωτοβουλία και οι ίδιοι οι μηχανισμοί του, σε συνδυασμό με την έλλειψη πραγματικής επιχειρηματικότητας εκ μέρους των ιδιωτών, την εξουδετερώνουν.

Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.  Η Ζώνη αποτελεί μία κρατική πρωτοβουλία με σκοπό τη συγκέντρωση κρίσιμης μάζας εταιρειών τεχνολογίας και καινοτομίας σε περιοχές του Νομού Θεσσαλονίκης, προσδιορισμένες με γεωγραφικά κριτήρια.  Μέσω της προσέλκυσης τμημάτων έρευνας και ανάπτυξης (R&D) Ελληνικών και πολυεθνικών εταιριών, χρηματοπιστωτικών οργανισμών, καθώς και δημιουργίας θερμοκοιτίδων ανάπτυξης νέων επιχειρήσεων, αποσκοπεί να λειτουργήσει ως μοχλός ανάπτυξης για την Θεσσαλονίκη αλλά και την ευρύτερη περιοχή.

Ο διαχειριστικός της φορέας, η Αλεξάνδρεια Ζώνη Καινοτομίας Α.Ε., άρχισε την λειτουργία της σχετικά πρόσφατα, τον Ιούλιο του 2007.  Στην συνείδηση των πολιτών της Θεσσαλονίκης όμως, η Ζώνη Καινοτομίας είναι ένα εγχείρημα με μακρόχρονη ιστορία, καθώς η σχετική συζήτηση για την ίδρυσή της είχε αρχίσει ήδη πριν από το 2000.  Αν και αναμένεται σύντομα η ανακοίνωση του πρώτου θύλακα της Ζώνης Καινοτομίας, οι πολίτες της Θεσσαλονίκης και ακόμη περισσότερο οι φορείς, όπως το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, που έχουν εντάξει τη Ζώνη Καινοτομίας στο σχεδιασμό τους, θα πρέπει να περιμένουν αρκετά χρόνια για να δουν τα πρώτα απτά αποτελέσματα.  Η εμπειρία από το αντίστοιχο, αλλά περιορισμένης κλίμακας εγχείρημα της «Τεχνόπολης», δείχνει ότι ο μέσος όρος χωροθέτησης-πολεοδόμησης είναι περίπου 4 χρόνια!

Εάν δεν θέλουμε μία ακόμη πρωτοβουλία να τελματώσει μέσα στις δαιδαλώδεις διαδικασίες της αναποτελεσματικής κρατικής μηχανής θα πρέπει

  • να θεσπιστεί ένα ειδικό, πιο ευέλικτο νομοθετικό πλαίσιο που θα επιταχύνει τις διαδικασίες για την Ζώνη Καινοτομίας.
  • οι υπεύθυνοι της Ζώνης, άτομα και φορείς, ξεπερνώντας ίδιες απόψεις, σχεδιασμούς και συμφέροντα, να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους και να επιταχύνουν τις διαδικασίες.
  • αυτοί που αντιδρούν – και είναι γνωστό ποιοι αντιδρούν και δημιουργούν προσκόμματα – να καταλάβουν ότι, όπως όλοι μας, είναι διαχειριστές τμημάτων δημόσιας αρχής ή περιουσίας και όχι ιδιοκτήτες.  Και ότι οι καθυστερήσεις στη Ζώνη Καινοτομίας είναι επιβλαβείς για άλλους δημόσιους φορείς, όπως το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.
  • να γίνει αντιληπτό, ότι τώρα πλέον δεν είναι όλα καινά, ότι η χώρα μας και η Θεσσαλονίκη δεν είναι το ίδιο ελκυστικές, δεν διατηρούν την ίδια θέση με εκείνη του πρόσφατου παρελθόντος.  Αρκεί να σκεφτούμε ότι η Βουλγαρία και η Ρουμανία είναι κράτη μέλη της Ε.Ε.
  • τέλος, θα πρέπει κάποιοι να συνειδητοποιήσουν ότι η διεθνής οικονομική κρίση καθιστά την κάθε μορφής ανάπτυξη αναγκαία.  Και συνήθως η ανάγκη, όπως και η ανάγκη για καινοτομία, γράφει μόνη της την Ιστορία.  Ίσως κάπου αλλού όμως, και όχι στη Θεσσαλονίκη.
Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Ελλάδα
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:05

45 χρόνια της εφημερίδας «Θεσσαλονίκη»,

45 χρόνια της εφημερίδας Θεσσαλονίκη

 

Θεσσαλονίκη, 8 Μαΐου 2008
του Ηλίας Κουσκουβέλη,
Καθηγητή, Πρύτανη του Πανεπστημίου Μακεδονίας

 

Η εφημερίδα «Θεσσαλονίκη», που συμπληρώνει φέτος 45 χρόνια από την έκδοσή της, αποτελεί ένα πολλαπλό παράδειγμα δημοσιογραφικής ευστοχίας. Κατ' αρχάς, η ευστοχία αφορά τον τίτλο της, το όνομά της. Και είναι μια απόδειξη για το πόσο οι απλές λύσεις είναι πιο επιτυχημένες από τις περίπλοκες. Μια καινούργια εφημερίδα αναζητεί πάντοτε έναν ελκυστικό τίτλο και, συνήθως, πέφτει στην παγίδα του εντυπωσιασμού. Μια παγίδα που απέφυγαν ο αείμνηστος Γιάννης Βελλίδης και οι συνεργάτες του, διαλέγοντας το πιο άμεσο και πιο ζωντανό όνομα: αυτό της πόλης στην οποία θα εκδιδόταν η εφημερίδα. Κι έτσι το «συγκρότημα Βελλίδη» κάλυπτε με τους τίτλους των δύο εφημερίδων του και ολόκληρη τη Μακεδονία και, ειδικότερα, την πόλη της Θεσσαλονίκης.

Η δεύτερη ευστοχία συνίσταται στην έντονη αίσθηση της επικαιρότητας, την οποία φανερώνει η έκδοση της νέας εφημερίδας εκείνον τον καιρό. Ήταν μια μεταβατική εποχή, αλλά χρειαζόταν πολύ ισχυρό πολιτικό αισθητήριο για να το καταλάβει κανείς. Αισθητήριο που δεν έλειπε, βέβαια, από τον Βελλίδη, τον Ιωαννίδη, τον Δημάδη, τον Κούρτη και τους άλλους ικανότατους δημοσιογράφους που σχημάτισαν το επιτελείο της έκδοσης. Η επίσκεψη Ντε Γκώλ στη Θεσσαλονίκη (προανάκρουσμα του «Ελλάς – Γαλλία: Συμμαχία» του Καραμανλή), και η δολοφονία Λαμπράκη (προανάκρουσμα όχι μόνο της δικτατορίας, αλλά και της ανακτορικής υπονόμευσης Καραμανλή), είναι το χρονικό και πολιτικό πλαίσιο έκδοσης της Θεσσαλονίκης.

Από τότε και επί 45 χρόνια (τα τελευταία ως εβδομαδιαία έκδοση) δεν έπαψε να είναι μια αγωνιστική έπαλξη για τα συμφέροντα της πόλης, αλλά και ένας ακατάβλητος μαχητής της δημοκρατίας και υπερασπιστής των λαϊκών συμφερόντων. Αλησμόνητοι είναι οι αγώνες της, χέρι-χέρι με τη φοιτητική νεολαία της Θεσσαλονίκης, την οποία είχε αγκαλιάσει και εξέφραζε επί χρόνια αυθεντικά το φρόνημά της.

Αυτοί είναι τίτλοι τιμής για την εφημερίδα και τους ανθρώπους της, προς τους οποίους ο γράφων, μαζί με τα συγχαρητήριά του, απευθύνει ευχές επιτυχίας και μια πορεία της εφημερίδας στο μέλλον, ανάλογη με το τιμημένο παρελθόν της.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Ελλάδα

Το μέλλον της Θεσσαλονίκης Πρωτεύουσα των Βαλκανίων ή βαλκανική πόλη ;

 του Ηλία Κουσκουβέλη Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων, Πρύτανη Πανεπιστημίου Μακεδονίας

Το παρόν και το μέλλον μίας πόλης συναρτάται με την ισχύ του κράτους στο οποίο βρίσκεται, το δυναμισμό του πληθυσμού της και το διεθνές σύστημα το οποίο επαναπροσδιορίζει τη γεωγραφία με βάση την κατανομή της ισχύος σε αυτό. Έτσι στο διπολικό διεθνές σύστημα, την εποχή που η Ελλάδα συνόρευε με το Ανατολικό μπλοκ, δεν ετίθετο καν θέμα ρόλου της Θεσσαλονίκης στα Βαλκάνια.

Μετά το 1989 τα πράγματα, ως γνωστό, άλλαξαν. Όμως έχουν περάσει 17 περίπου χρόνια από τη μεγάλη αλλαγή και οι κρατικές και πολιτικο-οικονομικές ανακατατάξεις στα Βαλκάνια, ορισμένες φορές επώδυνες, έχουν σχεδόν ολοκληρωθεί. Όλα αυτά τα χρόνια μέχρι σήμερα επαναλαμβάνεται από τους Θεσσαλονικείς αλλά και από τις πολιτικές ηγεσίες της χώρας η φράση φιλοδοξίας ή και αυταρέσκειας «η Θεσσαλονίκη πρωτεύουσα των Βαλκανίων».

Είναι όμως η Θεσσαλονίκη «πρωτεύουσα» των Βαλκανίων; Μπορεί να γίνει; Αν ναι, τι είδους; Πολιτική, οικονομική, πολιτιστική; Οφείλουμε να προσδιορίσουμε το περιεχόμενο του όρου «πρωτεύουσα», να εξετάσουμε σε ποιο βαθμό ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και, εφόσον καθορισθεί ο επιθυμητός στόχος, να εξετάσουμε τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να επιτευχθεί.

Η Θεσσαλονίκη, υπό τις σημερινές συνθήκες, δεν μπορεί να είναι πολιτική «πρωτεύουσα» των Βαλκανίων. Πολιτική «πρωτεύουσα» θα μπορούσε να είναι η Αθήνα ως τόπος δραστηριοποίησης της κυβέρνησης του μοναδικού κράτους μέλους της ΕΕ στην περιοχή και υπό τον όρο ότι η Ελλάδα έχει κατορθώσει να γίνει σε κρίσιμο βαθμό ο διαχειριστής της ευρωπαϊκής πορείας των γειτονικών κρατών -πράγμα δύσκολο και για το μέγεθος της χώρας και για την πραγματικότητα της ΕΕ. Σε κάθε περίπτωση η ευκαιρία για το ρόλο αυτό χάνεται σε μεγάλο βαθμό αφού Βουλγαρία και Ρουμανία εντάσσονται στην ΕΕ.

Αναμφίβολα, θετικές προσπάθειες για να ενισχυθεί ο πολιτικός ρόλος της Θεσσαλονίκης έχουν γίνει. Η πόλη έχει υποδεχθεί τη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ, τη Διαβαλκανική ή συναντήσεις Υπουργών. Φιλοξενεί διεθνείς, σχετικούς με τα Βαλκάνια φορείς (Σύμφωνο Σταθερότητας, Τράπεζα Μαύρης Θάλασσας) και ο Δήμος Θεσσαλονίκης έχει δημιουργήσει το δίκτυο πόλεων της Βαλκανικής. Εντούτοις, η προσπάθεια αναβάθμισης του πολιτικού της ρόλου έχει φθάσει στα όριά της. Σήμερα, η όποια περαιτέρω ενίσχυση εξαρτάται μόνο από τη μετεγκατάσταση κυβερνητικών υπηρεσιών στη Θεσσαλονίκη ή τη θεαματική ενίσχυση των αρμοδιοτήτων τού Υπουργείου Μακεδονίας - Θράκης και τη δύσκολη μετατροπή του σε Υπουργείο Νοτιοανατολικής Ευρώπης.

Όμως, η Θεσσαλονίκη έχει τις δυνατότητες να διεκδικήσει τα πρωτεία στον οικονομικό, πολιτισμικό, αθλητικό και επιστημονικό τομέα. Ας μην ξεχνάμε ότι η πόλη διαθέτει ακόμη και σήμερα ΑΕΠ τουλάχιστον ίσο με εκείνο γειτονικής χώρας, ότι διοργανώνει σειρά διεθνών εμπορικών (εκθέσεις) και πολιτισμικών (φεστιβάλ) εκδηλώσεων και ότι διαθέτει τις υποδομές για μεγάλα αθλητικά γεγονότα. Τέλος, ότι με τα δύο Πανεπιστήμιά της και τα δίκτυά τους μπορεί να συμβάλει περισσότερο στην ανάπτυξη της περιοχής.

Πώς όμως θα διεκδικήσει τα πρωτεία τη στιγμή που τα πράγματα θα αλλάξουν και πάλι, καθώς Βουλγαρία και Ρουμανία σύντομα θα είναι κράτη μέλη της ΕΕ;

Η απάντηση είναι απλή. Με ένα στρατηγικό σχέδιο που θα θέσει τους στόχους, τις αρμοδιότητες (ποιος κάνει τι;) και τις ευθύνες, θα καθορίσει χρονοδιαγράμματα και στο οποίο θα συμφωνήσουν κυβέρνηση, τοπική αυτοδιοίκηση και φορείς της πόλης.

Το κράτος ευθύνεται για το γενικό πλαίσιο ανάπτυξης και ειδικότερα τις διεθνείς σχέσεις. Αυτές πρέπει να είναι σχέσεις συνεργασίας που ενισχύουν τη σταθερότητα και τη δημοκρατία, χωρίς βεβαίως, χάριν της ανάπτυξης της όποιας πόλης, να τίθενται σε δεύτερη μοίρα τα γενικότερα συμφέροντα της χώρας. Στο κράτος ανήκουν πρωτοβουλίες σε επίπεδο Ε.Ε. που σχετίζονται με την προώθηση κοινών συμφερόντων, την ενίσχυση της αναπτυξιακής βοήθειας στην περιοχή, τις υποδομές (π.χ., διευρωπαϊκά δίκτυα), κλπ.

Από το κράτος εξαρτώνται οι υποδομές. Αναμφίβολα, τα μεγάλα αναπτυξιακά έργα, όπως η Εγνατία Οδός ή οι ενεργειακοί άξονες, αναβαθμίζουν ολόκληρη τη βόρεια Ελλάδα και τη Θεσσαλονίκη. Εκκρεμούν πάντως οι λεγόμενοι «κάθετοι» άξονες που θα συμβάλλουν ακόμη περισσότερο στην αναπτυξιακή διαδικασία και θα συμβάλλουν στην εκμετάλλευση του σημαντικότερου ιστορικά πλεονεκτήματος της πόλης, που είναι το λιμάνι της, καθώς βρίσκεται σε πλεονεκτικότερη θέση από οποιοδήποτε άλλο στην περιοχή.

Στην ευθύνη του κράτους ανήκουν και οι πρωτοβουλίες που μόνο αυτό μπορεί να φέρει σε πέρας. Έτσι θετικά μεν κρίνονται οι πρωτοβουλίες για καλύτερη σιδηροδρομική σύνδεση της Θεσσαλονίκης με τα Σκόπια, τη Σόφια ή την Κωνσταντινούπολη. Όμως, παραμένει μεγάλο ζήτημα ο αερολιμένας της Θεσσαλονίκης και η αεροπορική σύνδεση της πόλης με τις γειτονικές πρωτεύουσες και κυρίως με τις Ευρωπαϊκές. Χαρακτηριστικά αναφέρω ότι η Κύπρος είναι πολύ κοντύτερα στη Θεσσαλονίκη λόγω της πολλαπλής και καθημερινής αεροπορικής σύνδεσης με τη Λάρνακα που απέχει μόνο δύο ώρες, ενώ για τα Σκόπια χρειάζονται τρεις, για τη Σόφια έξι, για την Κωνσταντινούπολη οκτώ. Ας μη συζητάμε για τις ανύπαρκτες απευθείας συνδέσεις με τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες... Και αν θέλουμε να δούμε την πραγματική διάσταση της κατάστασης, θα πρέπει να συγκρίνουμε τις υφιστάμενες συνδέσεις της Σόφιας και κυρίως της Κωνσταντινούπολης, του ρόλου της στην Τουρκία, του παραγομένου προϊόντος και των υφισταμένων υποδομών.

Στην ευθύνη της τοπικής αυτοδιοίκησης ανήκει συχνά η υλοποίηση αποφάσεων της κυβέρνησης και η πειθαρχία σε ένα συνολικό πολιτικό και οικονομικό σχέδιο δράσης. Πρέπει να καταστεί σαφές πως κανένας φορέας αυτοδιοίκησης δεν επιτρέπεται να ασκεί εξωτερική πολιτική, ούτε να παίρνει πρωτοβουλίες χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με την κυβέρνηση. Μπορεί όμως μέσα στο πλαίσιο της γενικής πολιτικής να κάνει σημαντικά πράγματα, τέτοια που έχουν πραγματοποιήσει πολλές πόλεις στο εξωτερικό.

Μία πόλη (όπως και μία περιοχή) οφείλει να προσδιορίσει την ταυτότητα της και το ή τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα έναντι πιθανών ανταγωνιστών της. Η ταυτότητα της πόλης είναι η αρχή και το τέλος. Στη βάση τής συγκεκριμένης ταυτότητας θα σχεδιάσει και θα ευθύνεται για τις δημόσιες σχέσεις της, για τη διαφήμισή της, για τον έλεγχο και τις πιέσεις προς τους κυβερνητικούς φορείς στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, για τη φιλοξενία και τα μέτρα εκείνα που θα κάνουν την πόλη ευχάριστη αλλά και λειτουργική για τους επισκέπτες.

Για όλα τα παραπάνω και κυρίως για το μέλλον μίας πόλης ευθύνη έχουν και οι φορείς της, όπως επιμελητήρια, πανεπιστήμια, αθλητικοί σύλλογοι, κ.ά., και εν τέλει οι ίδιοι οι πολίτες. Αν αυτοί δεν είναι ενεργοί και παραγωγικοί, σε όποιον τομέα και να δραστηριοποιούνται, τότε οι όποιες προσπάθειες του κράτους ή της τοπικής αυτοδιοίκησης θα πέσουν το κενό. Αν αυτοί και οι τοπικοί άρχοντες δεν ξεπεράσουν τη μιζέρια της νοοτροπίας της δεύτερης πόλης και δεν αισθανθούν ικανοί να πρωταγωνιστήσουν τότε η Θεσσαλονίκη θα παραμείνει μία δευτεροκλασσάτη, επαρχιακή, βαλκανική πόλη.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Ελλάδα
You are here Προβολή άρθρων ανα tag: θεσσαλονίκη