Saturday, Dec 16th

Last update05:25:07 AM GMT

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο στη δίνη του Ψυχρού Πολέμου: η εκλογή του Πατριάρχη Αθηναγόρα (1948): Πρόλογος στο βιβλίο του Παύλου Σεραφείμ

Η ανά χείρας μελέτη επικεντρώνεται στην διερεύνηση των συνθηκών κάτω από τις οποίες ο Αθηναγόρας Σπύρου εξελέγη το 1948 Οικουμενικός Πατριάρχης. Τα όσα αποκαλύπτονται στο βιβλίο δικαιολογούν απόλυτα τον τίτλο «Το Οικουμενικό Πατριαρχείο στη δίνη του Ψυχρού Πολέμου» και αναδεικνύουν τη μοναδικότητα, αλλά και τη σπουδαιότητα της συγκεκριμένης εκλογής. Πρώτα απ' όλα, όπως αποδεικνύεται από την μελέτη, η οποία βασίστηκε σε ανέκδοτο αρχειακό υλικό των διπλωματικών και εκκλησιαστικών αρχείων των ΗΠΑ, της Μεγάλης Βρετανίας, της Ελλάδας και της Τουρκίας, η συγκεκριμένη εκλογή υπήρξε αποτέλεσμα έξωθεν παρεμβάσεων από την πλευρά της Δύσης και δη των ΗΠΑ.

Είναι για πρώτη φορά που οι ΗΠΑ, τότε, όχι μόνο ασχολήθηκαν σε ανώτατο επίπεδο με τα τεκταινόμενα στον χώρο της Ορθοδοξίας, αλλά επενέβησαν καθοριστικά προκειμένου να εξασφαλίσουν τον φιλοδυτικό προσανατολισμό του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Επρόκειτο για μία εξέλιξη απόλυτα σύμφωνη με τα δόγματα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής κατά την πρώτη φάση του Ψυχρού Πολέμου. Στο πλαίσιο της πολιτικής της «Ανάσχεσης» ("Containment"), η εκκλησία αποτέλεσε και αυτή πεδίο σύγκρουσης της Δύσης με τον ιδεολογικό της αντίπαλο, την ΕΣΣΔ. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο βρισκόταν σε μια γεωγραφική περιοχή που είχε τεράστια στρατηγική σημασία. Όποια δύναμη την διαφέντευε ήλεγχε τα Στενά και τους δρόμους για όλη την Νοτιοανατολική Ευρώπη και την Εγγύς και Μέση Ανατολή. Παράλληλα, οι δύο από τις τρεις χώρες στις οποίες το Οικουμενικό Πατριαρχείο είχε φυσική και πνευματική παρουσία (Ελλάδα και Τουρκία) αποτελούσαν (μαζί με την Συρία και το Ιράν) τις χώρες του λεγόμενου «Βόρειου Διαζώματος» ("Northern Tier") Μέσης Ανατολής, οι οποίες σύμφωνα με την ψυχροπολεμική λογική της εποχής εκείνης θα χρησίμευαν ως το ανάχωμα για την αποτροπή της επέκτασης των Σοβιετικών στις θερμές θάλασσες, στην διώρυγα του Σουέζ και στα πετρέλαια της περιοχής. Συνεπώς, οι χώρες αυτές δεν θα έπρεπε να χαθούν για την Δύση.

Το ενδιαφέρον στοιχείο, όπως αποτυπώνεται στα διπλωματικά έγγραφα που παρατίθενται, είναι ότι για την Δύση του Ψυχρού Πολέμου τυχόν απώλεια του Οικουμενικού Πατριαρχείου μέσω της παρουσίας ενός φιλικού προς την Μόσχα Πατριάρχη θα λειτουργούσε ως Δούρειος Ίππος για την απώλεια ολόκληρης της περιοχής. Κάτι το οποίο η Δύση, δηλαδή οι ΗΠΑ, δεν ήταν διατεθειμένη να ανεχθεί.Στο πλαίσιο αυτό δεν δίστασαν οι ΗΠΑ να πιέσουν μέσω των συμμάχων τους στην περιοχή, δηλαδή των φιλοδυτικών κυβερνήσεων της Ελλάδας και της Τουρκίας, για την απομάκρυνση του μέχρι τότε Οικουμενικού Πατριάρχη Μαξίμου Ε΄, που δεν θεωρούνταν αρκετά φιλοδυτικός. Στην θέση του προώθησαν την ανάρρηση στον Οικουμενικό Θρόνο τού μέχρι τότε Αρχιεπισκόπου Βορείου και Νοτίου Αμερικής Αθηναγόρα, ο οποίος παρείχε όλα τα εχέγγυα. Ήταν ιδεολογικά φιλελεύθερος, άνθρωπος εμπιστοσύνης των ηγετικών προσώπων της αμερικανικής πολιτικής και είχε, σε αντίθεση με τον προκάτοχό του, την ικανότητα να αντιληφθεί την νέα πολιτική πραγματικότητα, συνάμα δε την ικανότητα να ελιχθεί πολιτικά στο νέο περιβάλλον.

Για το ίδιο το Οικουμενικό Πατριαρχείο η εκλογή του Αθηναγόρα ήταν ιδιαίτερης σπουδαιότητας. Καταρχάς αναδείχτηκε Πατριάρχης μία ισχυρή προσωπικότητα, που παρουσίασε έργο όπου και εάν διακόνησε. Κατά το διάστημα της αρχιεπισκοπίας του στην Αμερική εργάστηκε με ζήλο για την οργάνωση της εκεί ορθόδοξης εκκλησίας, παρέχοντάς της θεσμικό πλαίσιο για τη λειτουργία της, αλλά και, κυρίως, τοποθετώντας την εκκλησία στο επίκεντρο της κοινωνικής και πολιτικής ζωής των ΗΠΑ. Ανέπτυξε προσωπικές φιλικές σχέσεις με σημαίνοντα πρόσωπα της αμερικανικής κοινωνίας και κατάφερε οι θέσεις και οι απόψεις της ελληνικής ομογένειας να φτάνουν στα υψηλότερα κλιμάκια της αμερικανικής κυβέρνησης. Χαρακτηριστικό των σχέσεων αυτών είναι η σχέση εμπιστοσύνης που είχε με τον αμερικανό Πρόεδρο Χάρυ Τρούμαν.

Αλλά και ως Πατριάρχης ο Αθηναγόρας άφησε την προσωπική του σφραγίδα. Ακολούθησε μια εξωστρεφή πολιτική διοργανώνοντας διορθόδοξες και διαχριστιανικές συναντήσεις, ενώ δεν δίστασε να συναντηθεί και με τον Πάπα Παύλο ΣΤ'. Για το Οικουμενικό Πατριαρχείο, αλλά και γενικότερα τον συνδεόμενο με αυτό ορθόδοξο κόσμο, οι κινήσεις του Αθηναγόρα είχαν τεράστια σημασία. Μετέφεραν το Οικουμενικό Πατριαρχείο από το τοπικό επίπεδο στο επίκεντρο των διεθνών εξελίξεων.
Όμως η εκλογή του αυτή καθαυτή, το 1948, είχε και κάποιες διαστάσεις, πρωτόγνωρες μέχρι τότε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Χαρακτηριστικότερες όλων είναι οι παρεμβάσεις εξωφαναριώτικων παραγόντων στη διαδικασία της εκλογής και η κατά συνέπεια μεταφορά του κέντρου των περί το Πατριαρχείο αποφάσεων εκτός Φαναρίου. Την αλλαγή αυτήν πολλοί από τους ιεράρχες του Φαναρίου δεν την αποδέχτηκαν και προσπάθησαν να αντιδράσουν. Οι συγκεκριμένες αντιδράσεις αποτυπώνονται ευκρινώς στις σελίδες του βιβλίου. Εξίσου όμως ευκρινώς και πέρα από κάθε αμφιβολία αποτυπώνεται και η συντριβή αυτών των αντιδράσεων.

Το ανά χείρας βιβλίο αποτελεί μία σύνθετη μελέτη. Αν και εξετάζει ένα γεγονός που άπτεται της εκκλησιαστικής ιστορίας υπερβαίνει το πεδίο αυτό και επεκτείνεται διεπιστημονικά στα πεδία της σύγχρονης Διπλωματικής και Πολιτικής Ιστορίας, καθώς και σε αυτό των Διεθνών Σχέσεων. Το κυριότερο όμως στοιχείο, πέρα από το προφανές και από μόνο του σπουδαίο γεγονός ότι για πρώτη φορά έρχονται στο φως της επιστημονικής έρευνας ζητήματα μέχρι τώρα παντελώς άγνωστα, είναι η συνεισφορά του βιβλίου στην θεώρηση των εκκλησιαστικών πραγμάτων και γενικότερα των σχέσεων θρησκείας και της διεθνούς πολιτικής του 20ού αιώνα. Οι εκκλησιαστικές εξελίξεις φωτίζονται από διαφορετικές πλευρές, εξετάζονται υπό νέο πρίσμα, ανάγονται σε ένα γενικότερο πλαίσιο και ερμηνεύονται συνολικά.

Ο σύνθετος αυτός τρόπος θεώρησης είναι δύσκολο να επιτευχθεί από έναν ερευνητή που εστιάζει αποκλειστικά στην Εκκλησιαστική Ιστορία, αλλά προϋποθέτει ιστορικές σπουδές, αίσθηση της διεθνούς πολιτικής, και, κυρίως, εξοικείωση του ερευνητή με την έρευνα και εντρύφηση σε αρχειακό υλικό. Ο συγγραφέας του βιβλίου διαθέτει την εμπειρία και τα επιστημονικά εφόδια, καθώς είναι απόφοιτος τόσο της Ιστορίας όσο και της Θεολογίας, με μεταπτυχιακές σπουδές στην νεότερη και σύγχρονη Ιστορία. Το εν λόγω θεωρητικό υπόβαθρο αναδεικνύεται στον τρόπο έρευνας και συγγραφής της μελέτης του. Σε κάθε περίπτωση, το βιβλίο αυτό συνιστά μία μελέτη-ορόσημο για την ιστορία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και, ταυτόχρονα, υποδεικνύει έναν νέο τρόπο προσέγγισης και της εκκλησιαστικής ιστορίας: καθίσταται πλέον φανερό ότι τα γεγονότα πρέπει να εξετάζονται ολιστικά και να προσεγγίζονται διεπιστημονικά.

Τέλος, το βιβλίο έρχεται σε μία ενδιαφέρουσα και ίσως κρίσιμη (ακόμη μία φορά) για το Πατριαρχείο περίοδο, κατά την οποία η ομόδοξη μεγάλη δύναμη της περιοχής – συνεπής προς την αναθεωρητική της πολιτική με βάση τα αυτοκρατορικά και πανσλαβικά συμφέροντά της – συνεχίζει να το υποσκάπτει. Βέβαια το Οικουμενικό Πατριαρχείο γνωρίζει την πολιτική για πάνω από 17 αιώνες – χρόνο πολύ μεγαλύτερο από κάθε σύγχρονη μεγάλη δύναμη. Ωστόσο, θα είναι χρήσιμο οι πολίτες, οι μελετητές, αλλά και οι εφαρμοστές της διεθνούς πολιτικής στην Ελλάδα και, ευρύτερα, στην Δύση, να ξαναβάλουν στις αναλύσεις τους την πνευματική, αλλά και την πολιτική σημασία του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Προς αυτήν την κατεύθυνση δείχνει η εξαιρετική, πλήρης και ερευνητικά πρωτογενής μελέτη του Παύλου Σεραφείμ – κατεύθυνση της οποίας τα αποτελέσματα μόνο ωφέλιμα θα είναι!

Θεσσαλονίκη, 10 Ιουνίου 2017

 

Τελευταία τροποποίηση στις Δευτέρα, 27 Νοέμβριος 2017 17:41

Περισσότερα στην κατηγορία αυτή:

« Δεν ξεχνώ!
You are here Άρθρα Γνώμης Κουσκουβέλης - Ελλάδα Το Οικουμενικό Πατριαρχείο στη δίνη του Ψυχρού Πολέμου: η εκλογή του Πατριάρχη Αθηναγόρα (1948): Πρόλογος στο βιβλίο του Παύλου Σεραφείμ