Wednesday, Jan 23rd

Last update10:36:22 AM GMT

Προβολή άρθρων ανα tag: φιλελεύθερος

Ο Ελληνισμός διανύει μια πολύ δύσκολη περίοδο. Κινείται σε επικίνδυνα μονοπάτια..  Θεωρείτε πως έχουμε φθάσει στο σημείο αυτό μόνο μέσα από τα δικά μας λάθη;

 

Η προσέγγιση απάντησης στην ερώτηση εξαρτάται καταρχάς από την προσωπική φιλοσοφία τού καθενός.  Σχεδόν πάντα αναζητώ τις δικές μου ευθύνες – εν προκειμένω, τις ευθύνες τριών περίπου γενεών.  Θεωρώ πως ναι, έχουμε ευθύνη για όσα συνέβησαν στην Ελληνική και στην Κυπριακή Δημοκρατία, καθώς και για την τύχη του Ελληνισμού ευρύτερα.  Ποιος δεν πήρε μέτρα έγκαιρα μέτρα σε Ελλάδα και Κύπρο για να προλάβει την οικονομική κατάρρευση;  Ή, και αντίστροφα, ποιοί στην Ελλάδα και στην Κύπρο είχαν εσωτερική πληροφόρηση και έλαβαν τα μέτρα τους ώστε είτε να αποφύγουν να έχουν απώλειες είτε να κερδοσκοπήσουν;  Και τέλος, για να συγκεκριμενοποιήσω, ποιος ευθύνεται για τον τραγικό τρόπο με τον οποίο έγινε η διαχείριση των χρηματοπιστωτικών κρίσεων σε Ελλάδα και Κύπρο;  Σας παραπέμπω στο σχετικό άρθρο μου στo πρόσφατο τεύχος της ελληνικής έκδοσης του περιοδικού Foreign Affairs.

 

Για τους κινδύνους είχα προειδοποιήσει.  Ο Φιλελεύθερος είχε φιλοξενήσει το κείμενό μου «Η τύχη, ο διχασμός και η ιστορική ευθύνη» στις 16 Οκτωβρίου 2011, στο οποίο προειδοποιούσα ως εξής: «Γι αυτό και η ευθύνη τού πολιτικού προσωπικού τής Κύπρου είναι τεράστια… Ιδιαίτερα όταν γι αυτά που μπορεί να συμβούν ο υπέρτατος και έσχατος δικαστής θα είναι η Ιστορία.

 

Βεβαίως, η κατάσταση, όπως τελικά διαμορφώθηκε, οφείλεται και σε κινήσεις άλλων παραγόντων του διεθνούς συστήματος και ιδιαιτέρως της Ευρωπαϊκής Ένωσης.  Όμως αυτό ήταν, είναι και θα είναι αναμενόμενο, αφού η πολιτική, και μάλιστα η διεθνής, είναι ένας ανταγωνισμός ισχύος, μία κατάσταση στην οποία τα κράτη μάχονται όχι για απόλυτα, αλλά για σχετικά οφέλη.  Κι αυτό θα έπρεπε να το θυμόμαστε. 

 

Είναι έντονο, πάντως, το αίσθημα πως κάποιες χώρες εξυπηρετούνται από τη σημερινή κατάσταση σε Ελλάδα και Κύπρο. Συμφωνείτε με αυτή την προσέγγιση;  Μπορεί να τεκμηριωθεί;

 

Ασφαλώς και συμφωνώ.  Δρυός πεσούσης πας ανήρ ξυλεύεται!  Όταν ο ανταγωνισμός λαμβάνει χώρα για σχετικά οφέλη, είναι προφανές ότι η δυστυχία τού ενός παρέχει ευκαιρίες στον άλλο, στον ανταγωνιστή.  Δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί η διαπραγμάτευση για το «κούρεμα» στην Κύπρο και η Τουρκία έσπευσε να θέσει το ζήτημα δημιουργίας δύο κρατών.  Επιπλέον, η εξάρτηση της Κυπριακής Δημοκρατίας από τα μεγαλύτερα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει αυξηθεί, με αποτέλεσμα αφενός να αυξάνεται η επιρροή τους στο χώρο τής Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής, αφετέρου να μειώνεται η ελευθερία κινήσεων της Κύπρου και να αυξάνεται, αντιστοίχως, η ευαισθησία και η τρωτότητά της σε πιέσεις των συγκεκριμένων κρατών.  Για παράδειγμα, αν για τον οποιοδήποτε λόγο τα μεγάλα κράτη θελήσουν να προωθήσουν την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας, ποια θα είναι τα περιθώρια αντίδρασης της Κύπρου ή της Ελλάδας;  Βεβαίως, πάντα υπάρχουν περιθώρια, αλλά υπό προϋποθέσεις.

 

Πολλοί είναι εκείνοι που θεωρούν πως η αξιοποίηση του φυσικού αερίου είναι ένας λόγος που οδήγησε κάποιες χώρες να σπρώξουν Ελλάδα και Κύπρο στην οικονομική καταβαράθρωση.

 

Δεν έχω αυτήν την άποψη, τουλάχιστον με τη λογική που προσεγγίζεται το θέμα από κάποιους σε Ελλάδα και Κύπρο.  Τούτο θα μπορούσε να ισχύει αν η Κύπρος προσπαθούσε να αξιοποιήσει μόνη της τις ενεργειακές πηγές πλούτου.  Όμως τούτο δεν έγινε, καθώς η Noble Energy, η Total και η ΕΝΙ είναι μέσα στο παιχνίδι και υπάρχουν αρκετά αλίπεδα και για άλλους.  Βεβαίως, μπορεί να θεωρηθεί δεδομένο ότι οι πιέσεις για το ποια εταιρία θα πάρει το χ ή το ψ αλίπεδο ή για το με ποια τιμή θα αγοράσουν το φυσικό αέριο θα αυξηθούν, ενώ οι δανειστές αισθάνονται μεγαλύτερη βεβαιότητα ότι θα πάρουν τα χρήματά τους.  Τέλος, και εκ του αντιθέτου, εκείνο που θα πρέπει να σκεφτούμε είναι μήπως υπερεκτιμήθηκε η αξία της προοπτικής εκμετάλλευσης των κοιτασμάτων και εξ αυτού οδηγηθήκαμε σε λανθασμένες κινήσεις διαχείρισης της κρίσης.  Δηλαδή, μήπως τελικά η Ρωσία αλλά και η Γερμανία είχαν/έχουν άλλες ενεργειακές προτεραιότητες από αυτές της νοτιοανατολικής λεκάνης της Μεσογείου.

 

Η οικονομική κρίση καθιστά πιο ευάλωτο τον Ελληνισμό στα εθνικά θέματα.  Διαβλέπετε προσπάθεια από την Τουρκία να αξιοποιήσει την οικονομική κρίση;

 

Όπως ανέφερα πιο πάνω, το έκανε ήδη. Το θέμα είναι αν αυτή τη στιγμή μπορεί να απειλήσει διαφορετικά ή να μετουσιώσει την ευκαιρία σε αποτέλεσμα.  Η απάντηση είναι όχι για λίγο καιρό, μέχρι να λήξουν το Κουρδικό και το θέμα της Συρίας – αν λήξουν - και με ποιο τρόπο.  Επιπλέον, η οποιαδήποτε ελληνοτουρκική κρίση θα δυσχεράνει την όποια προοπτική ανάκαμψης της ευρωπαϊκής οικονομίας, με όποιες διεθνείς επιπλοκές τούτο μπορεί να συνεπάγεται.

 

Η συνεργασία με το Ισραήλ, μπορεί να προφέρει οικονομικές και στρατηγικές διεξόδους;

 

Ασφαλώς και μπορεί να προσφέρει.  Το Ισραήλ μπορεί να είναι μία ακόμη γέφυρα προς την υπερδύναμη της οποίας ο ρόλος θα είναι ιδιαιτέρως κρίσιμος στην όποια προσπάθεια επίλυσης του Κυπριακού ή οποιουδήποτε άλλου τύπου απειλής.  Οι εξελίξεις στη Συρία, τα συμφέροντα της Κύπρου στη θάλασσα, η επιθετικότητα της Τουρκίας, η αδυναμία της Ελλάδας να την ενισχύσει, η απομυθοποίηση της Ρωσίας, καθώς και η εντός της ΕΕ ηγεμονική συσπείρωση των κρατών τού βορρά, δημιουργούν για την Κύπρο την ανάγκη να επιζητήσει εγγυήσεις για την ασφάλειά της και τα συμφέροντά της από ισχυρούς παράγοντες του διεθνούς συστήματος εντός της ΕΕ αλλά εκτός ευρωζώνης, όπως και εκτός της ΕΕ.  Η συνεργασία με το Ισραήλ και τη Noble Energy νομίζω ότι δείχνει το δρόμο.

 

Η στάση της Ρωσίας σας προβληματίζει;

 

Εκείνο που πάντα με προβλημάτιζε δεν ήταν η Ρωσία, αλλά οι αναλυτές, οι πολιτικοί, οι πολίτες και κάποιοι ισχυροί παράγοντες της κοινωνίας μας που επένδυαν ελπίδες και έκαναν σχεδιασμό πολιτικής, υπολογίζοντας χωρίς κανέναν ιδιαίτερο λόγο στη Ρωσία.  Η φενάκη αυτή κρατάει από το 1770, όταν περίμεναν, σύμφωνα με το δημώδες άσμα, τον «Μόσκοβο να φέρει το χαμπέρι».  Έκτοτε μπορώ απλώς να θυμίσω το ρόλο της Ρωσίας στη δημιουργία του Πανσλαβισμού και της μεγάλης Βουλγαρίας του Αγίου Στεφάνου, στον επανεξοπλισμό του Κεμάλ το 1922, στην δημιουργία της Νοτιοσλαβίας το 1941, στην αναμονή τής βοήθειας το 1974, στην αναγνώριση, μεταξύ των πρώτων μαζί με την Τουρκία, των Σκοπίων ως «Μακεδονία».  Και βεβαίως στα γεγονότα του Μαρτίου, όταν απέτυχαν οι συζητήσεις στη Μόσχα, τι είπε ο Πρωθυπουργός της;  Ότι το νομικό καθεστώς των κοιτασμάτων τής Κυπριακής Δημοκρατίας δεν είναι και τόσο ξεκάθαρο…  

 

Η αλήθεια είναι ότι η Ρωσία είναι ένα μεγάλο κράτος που έχει τις δικές της προτεραιότητες και τις δικές της ικανότητες, στρατιωτικές, οικονομικές και πολιτικές.  Όσοι αποφάσισαν το περίφημο ταξίδι στη Μόσχα, πέρα από το «δεν είν’εύκολες οι θύρες, εάν η χρεία τες κουρταλή», θα έπρεπε να είχαν σκεφτεί το ποιος έχει μεγαλύτερο βάρος για τη Μόσχα, η Γερμανία ή η Κύπρος, και το τι ήθελε πραγματικά η Μόσχα, φυσικό αέριο ή κάτι άλλο…  Με άλλα λόγια δεν θα πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι στη διεθνή πολιτική δεν υπάρχουν φιλίες ή το «ομόδοξο», μόνο συμφέροντα και ανάλογα να προετοιμαζόμαστε και να πράττουμε.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Κανόνας ενός επιτυχούς μηνύματος πολιτικής προπαγάνδας είναι το γενικό του περιεχόμενο και η αδυναμία διάψευσής του. Έτσι, ένα μεγάλο ποσοστό ψηφοφόρων πίστεψε ό,τι ήθελε όταν άκουσε στις εκλογές τού 2009 το σύνθημα «λεφτά υπάρχουν» και έκλεισε τα αυτιά του στις προτάσεις για υιοθέτηση περιορισμένων μέτρων λιτότητας. Η ελπίδα ασφαλώς αποδείχθηκε ακαταμάχητη έναντι της όποιας νηφάλιας σκέψης για νοικοκύρεμα, επιβεβαιώνοντας τον Θουκυδίδη, ότι «οι άνθρωποι συνηθίζουν, εκείνο που επιθυμούν να το εμπιστεύονται στην απερίσκεπτη ελπίδα και κείνο που δε θέλουν να το αποδιώχνουν» (Δ.108).

Δυστυχώς, η ελπίδα αποδείχθηκε και φρούδα και απερίσκεπτη. Η Ελλάδα οδηγήθηκε στη μεγαλύτερη εν καιρώ ειρήνης οικονομική κρίση που γνώρισε ποτέ. Η κρίση – πέραν της δυσχερούς διεθνούς συγκυρίας – έχει εσωτερικό υπόβαθρο, καθώς το δημοσιονομικό έλλειμμα δημιουργήθηκε από τη μακρόχρονη, αλόγιστη διαχείριση και σπατάλη του δημοσίου χρήματος και την εγκατάλειψη μεγάλων τμημάτων τού παραγωγικού ιστού τής χώρας. Το έλλειμμα συνδυάστηκε αρχικά με τον πολιτικό οπορτουνισμό και το λαϊκισμό των εκλογών του 2009. Ακολούθησαν η πολιτική ατολμία και οι λανθασμένοι χειρισμοί, ιδιαίτερα σε ότι αφορά το δανεισμό της χώρας από τις αγορές το φθινόπωρο του 2009 και την άνοιξη του 2010. Στη συνέχεια, διατυμπανίστηκε διεθνώς ότι η χώρα βρίσκεται στα πρόθυρα της κατάρρευσης, είναι εξ ολοκλήρου διεφθαρμένη και βυθίζεται σαν τον Τιτανικό. Τα επιτόκια δανεισμού εκτινάχθηκαν, οι αγορές έκλεισαν και, περιέργως, η λύση αναζητήθηκε πρώτα μέσω του ΔΝΤ και στη συνέχεια μέσω της ΕΕ.

Έτσι ένα δημοσιονομικό έλλειμμα εξελίχθηκε σε κρίση δανεισμού, σε κρίση χρέους και, τελικώς, σε κρίση κοινωνική και πολιτική. Η οικονομία περιέπεσε σε ύφεση, η χώρα δεσμεύτηκε μέσω των μνημονίων και το πολιτικό σύστημα διερράγη. Η ανεργία εκτινάχθηκε σε πρωτόγνωρα ύψη (τον Φεβρουάριο 2012 ξεπέρασε επισήμως το εκατομμύριο), μισθοί και συντάξεις περικόπηκαν. Το «λεφτά υπάρχουν» μετατράπηκε σε εφιάλτη και γέννησε το θυμό και τον άκρατο λαϊκισμό.

Σε αυτήν τη συγκυρία ήρθαν οι πρόσφατες εκλογές. Τώρα οι πολίτες ψήφισαν με θυμό, για να τιμωρήσουν, χωρίς όμως να ξεχνούν και την ελπίδα είτε μίας γρήγορης και περήφανης εξόδου από την κρίση είτε της διατήρησης των κεκτημένων. Η λαϊκή ετυμηγορία έβγαλε ένα αποτέλεσμα με το οποίο ενισχύονται τα άκρα, οξύνεται το κλίμα, διαχωρίζονται «μνημονιακοί» από «αντιμνημονιακούς», και δεν μπορεί να σχηματισθεί κυβέρνηση. Ταυτοχρόνως δε, στέλνει ένα ανεφάρμοστο και αντιφατικό μήνυμα: και να καταγγελθεί η δανειακή σύμβαση και η χώρα να παραμείνει στο Ευρώ. 

Και μετά από αυτά, τί; Πρέπει να συνειδητοποιηθεί από όλους ότι η χώρα βρίσκεται σε ελεγχόμενη πτώχευση και δεν μπορεί να παραμείνει στο Ευρώ αν καταγγελθεί η δανειακή σύμβαση. Πρέπει να διασφαλιστούν χρήματα για να πληρώνονται μισθοί και συντάξεις, ώστε να λειτουργεί το κράτος και να αποφύγει, σε πρώτη φάση, η οικονομία την κατάρρευση. Πρέπει το πολιτικό σύστημα να κάνει τις απαραίτητες αλλαγές, ώστε να κερδίσει ξανά την εμπιστοσύνη των πολιτών. Και πρέπει ακόμη να συγκεκριμενοποιηθούν, να εξαγγελθούν και, κυρίως, να εφαρμοστούν το συντομότερο δυνατό τα μέτρα ανάπτυξης, ώστε να ανακοπούν η ύφεση και η ανεργία. Το σημαντικότερο όλων όμως είναι ότι κανείς δεν πρέπει να ξεχνάει ότι οι πλέον του ενός εκατομμυρίου άνεργοι δεν είναι ένας απλός αριθμός, αλλά είναι πάρα πολλοί άνθρωποι πολύ κοντά σε εμάς.

Η πραγματικότητα είναι συγκεκριμένη και αμείλικτη. Αυτήν, πέρα από ελπίδες και θυμούς, πρέπει να αντιμετωπίσουμε με αποφασιστικότητα, ρεαλισμό, νηφαλιότητα, αλλά και αλληλεγγύη.

Δημοσιεύτηκε στον Φιλελεύθερο την Κυριακή 13 Μαΐου

 

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Ελλάδα

Η Κυπριακή Δημοκρατία έχει αρχίσει υπό τις απειλές της Τουρκίας, έρευνες για εντοπισμό φυσικού αερίου. Κατά τη γνώμη σας, μέχρι που μπορεί και θα τεντώσει το σχοινί της έντασης η Τουρκία;

Η Τουρκία φαίνεται πως δεν μπορεί πια να τεντώσει το σχοινί.  Το συγκεκριμένο παιχνίδι το έχασε.  Ό,τι ήταν να κάνει το έκανε.  Υπήρξαν οι γνωστές  βόλτες του ερευνητικού σκάφους, οι γνωστές απειλητικές κορώνες για εσωτερική κατανάλωση, η «περίφημη» συμφωνία με το ψευδοκράτος για έρευνες στον κατεχόμενο θαλάσσιο χώρο της Κυπριακής Δημοκρατίας.  Όσο περισσότεροι τρίτοι παράγοντες αναμειγνύονται στη υπόθεση της εξερεύνησης και, στη συνέχεια, της εκμετάλλευσης των υδρογονανθράκων, τόσο μικρότερες οι πιθανότητες για να τεντώσει το σχοινί.  Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι, δεν χάνουμε τίποτε.  Η προετοιμασία είναι το Α και το Ω στη διαχείριση των κρίσεων και αυτό το έχω διδάξει σε αρμόδιους φορείς και στην Ελλάδα και στην Κύπρο.


Σωστά αντιδρούν Αθήνα και Λευκωσία στις απειλές και μεθοδεύσεις της Άγκυρας;

Η Λευκωσία, γενικώς, αντιδρά σωστά.  Ίσως θα έπρεπε, όπως είχα προτείνει σε άρθρο μου στον Φιλελεύθερο να είχε διεθνοποιήσει πολύ πιο γρήγορα το θέμα και να έχει με καλύτερο τρόπο καταγράψει στα διεθνή fora την απειλητική και απειλητική συμπεριφορά της Τουρκίας.  Τούτο με στόχο, αν συμβεί οτιδήποτε να βρεθεί στην πλεονεκτική θέση και να καταγγείλει ευκολότερα και κυρώσεις να ζητήσει.  Όσον αφορά την Αθήνα, βλέπουμε μόνον εσχάτως να γίνονται κάποιες κινήσεις, όπως οι επισκέψεις του Υπουργού Εξωτερικών και του Υπουργού Άμυνας στη Λευκωσία, η επίσκεψη του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης στο Ισραήλ.  Σε κάθε περίπτωση, η Αθήνα έχασε πολύτιμο χρόνο και, όπως έχω ήδη γράψει σε Ελλάδα και Κύπρο, θα πρέπει να ανακηρύξει το δυνατόν συντομότερα τη δική της ΑΟΖ.


Screen_shot_2011-12-28_at_16.07.06


Για την Κύπρο, τι σημαίνει η αξιοποίηση του φυσικού πλούτου, που μάλλον υπάρχει και είναι αρκετός;  Εννοούμε πολιτικά και οικονομικά, ασφαλώς.

Να το πω χιουμοριστικά: η Κύπρος δεν θα βγάζει πια «μόνο χαρούπια».  Θα βγάζει και υδρογονάνθρακες και όλοι, φίλοι και αντίπαλοι, αντιλαμβάνονται τη σημασία του γεγονότος.  Τούτο συνεπάγεται ότι η Κύπρος, ένα κράτος μέλος της ΕΕ, θα είναι και παραγωγός, δηλαδή τροφοδότης, αλλά και διακομιστής τού ισραηλινού φυσικού αερίου ή και οποιουδήποτε άλλου παραγωγού της Μέσης Ανατολής που θα έρθει σε συμφωνία με το Ισραήλ.  Τα πράγματα αλλάζουν στη Μέση Ανατολή και ενδέχεται, πέραν της Ιορδανίας, και άλλα κράτη που παράγουν πόρους να έρθουν σε συμφωνία με το Ισραήλ.  Οικονομικά σημαίνει ότι η Κύπρος πολύ πιο γρήγορα θα βγει από την οικονομική κρίση και θα μπορέσει να διατηρήσει το ίδιο ύψος το δαπανών που απαιτούν οι προσπάθειες για να λήξει η εισβολή και κατοχή.  Επιπλέον, η προσδοκώμενη, νέα ευμάρεια της Κυπριακής Δημοκρατίας θα αυξήσει άλλη μία φορά το γόητρό της έναντι των Τουρκοκυπρίων, οι οποίοι θα βλέπουν ένα ακόμη τρένο ευημερίας να περνά δίπλα τους και αυτοί να μη συμμετέχουν.  Τέλος, πάρα πολύ σημαντικό είναι το πώς θα χειριστεί η Κύπρος τα προσδοκώμενα κέρδη.  Ξέρετε, ο σημαντικότερος συντελεστής ισχύος για το Κουβέϊτ, όταν ξεκίνησε ολόκληρη η Δύση να το σώσει, δεν ήταν το πετρέλαιο.  Είναι κάτι που λίγοι το ξέρους ή το έχουν σκεφτεί.  Ήταν οι επενδύσεις του στο εξωτερικό των κερδών από το πετρέλαιο.

 

Διαμορφώνεται μια συμμαχία Ελλάδος- Κύπρου- Ισραήλ. Θεωρείτε ότι μπορεί να προχωρήσει και προς ποια κατεύθυνση;

Δεν γνωρίζω σε ποια κατεύθυνση μπορεί να προχωρήσει.  Ασφαλώς πρόκειται για μία συμμαχία που διαμορφώνεται στη βάση μίας συγκυρίας.  Όπως έχω κατά το παρελθόν τονίσει, οι συμμαχίες διατηρούνται για όσο καιρό υπάρχουν σημαντικά κοινά συμφέροντα ή εφόσον δημιουργηθούν τέτοια.  Τα σημαντικά συμφέροντα, με βάση αυτά τα οποία γνωρίζουμε τώρα, θα διαρκέσουν για πολλά χρόνια.  Είναι σημαντικό επίσης να αντιληφθεί η Ελλαδική διπλωματία ότι τα συμφέροντα της χώρας δεν περιορίζονται στο Αιγαίο και στη Βαλκανική, αλλά φθάνουν στη Βόρειο Αφρική και στη Μέση Ανατολή.  Μία τέτοια λογική ασφαλώς θα ενίσχυε το ενδεχόμενο μακροημέρευσης μίας σταθερότερης συνεργασίας με το Ισραήλ.

 

Κάποιοι θεωρούν πως σε κάποια φάση το Ισραήλ θα τα βρει με την Τουρκία, οπότε η στρατηγική μας συμμαχία θα μπει στον πάγο.

Θα ήθελα να γνωρίζω ποια είναι η βάση μίας τέτοιας σκέψης.  Βεβαίως κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει ότι κάτι θα συμβεί στο μέλλον.  Όμως επειδή στην επιστήμη γενικά και στην επιστήμη των Διεθνών Σχέσεων ειδικότερα ούτε φύλλα δάφνης μασάμε, ούτε ρίχνουμε τα χαρτιά, αναλύουμε τις καταστάσεις με βάση αυτά τα οποία γνωρίζουμε.  Γνωρίζουμε ότι η τουρκική εξωτερική πολιτική έχει προκαλέσει σημαντικές ζημίες στα συμφέροντα του Ισραήλ.  Θυμίζω Παλαιστίνη, Ιράν, Συρία.  Φαίνεται ότι τα δρομολογημένα τουρκικά σχέδια είναι δύσκολο να αλλάξουν. Έτσι, στο βαθμό που η τουρκική εξωτερική πολιτική θα παραμείνει η ίδια, δεν βλέπω τι θα είναι αυτό – ποιο κοινό συμφέρον δηλαδή – που θα φέρει κοντά τις δύο πλευρές.  Επιπλέον, η συμμαχία με την Τουρκία, ένα κράτος μέλος του ΝΑΤΟ, στηριζόταν στη λογική της εξισορρόπησης κάποιων αραβικών, πρώην φιλοσοβιετικών κρατών.  Αυτό πλέον έχει χαθεί, καθώς η Τουρκία στήριξε τη Συρία εναντίον του Ισραήλ.  Επιπλέον, τα πράγματα βαίνουν προς αλλαγή και στη Συρία.  Και, ασφαλώς, όποιοι έρθουν στην εξουσία, θα είναι φιλοδυτικής επιρροής.  Ένα επιπλέον στοιχείο: αν κοιτάξει κανείς το χάρτη θα δει ότι η Κύπρος και η Ελλάδα ουσιαστικά συνιστούν το με την παραδοσιακή έννοια στρατηγικό βάθος του Ισραήλ.  Για ποιο λόγο το Ισραήλ θα ήθελε να εγκαταλείψει ένα τέτοιο πλεονέκτημα;

 

Η οικονομική κατάσταση στην Ελλάδα δεν επηρεάζει τη διαχείριση των εθνικών θεμάτων;

Ασφαλώς και την επηρεάζει.  Όμως στην αρθρογραφία μου στην Ελλάδα υποστηρίζω πως η εξωτερική πολιτική, σε αντίθεση με άλλες πολιτικές, δεν χρειάζεται πολλά χρήματα.  Χρειάζεται σχεδιασμό, αποφασιστικότητα και αποτελεσματικότητα.  Βεβαίως το φορτίο της Ελλαδικής διπλωματίας είναι μεγαλύτερο απ’ότι στο παρελθόν. Διότι μαζί με τα παραδοσιακά καθήκοντα που είχε, πρέπει τώρα κατά προτεραιότητα να κάνει τρία πράγματα: να υποβοηθήσει στην ανεύρεση των απαιτούμενων πόρων, να αυξήσει κατακόρυφα τις προσπάθειες της οικονομικής διπλωματίας και, το σημαντικότερο, να επιχειρήσει να αποκαταστήσει το κύρος της χώρας.  Η αποκατάσταση του κύρους είναι εθνικό ζήτημα πλέον.  Όμως σε τι επηρεάζει η οικονομική κρίση την ανακήρυξη ή μη ΑΟΖ εκ μέρους της Ελλάδας, όταν τόσοι και τόσο ισχυροί παράγοντες συνηγορούν προς την ίδια κατεύθυνση;

 

Και η οικονομική κατάσταση στην Κύπρο;

Για την Κύπρο τα πράγματα είναι πιο εύκολα.  Θεωρώ ότι η Κύπρος δεν διάγει περίοδο ισχνών αγελάδων, αλλά λιγότερο παχέων.  Θεωρώ ότι η Κύπρος, πρώτον, μπορεί να επενδύσει περισσότερο στη διπλωματική της μηχανή και, δεύτερον, να σταματήσει την πολιτική εσωστρέφεια και να κοιτάξει προς τα έξω.  Σύντομα πλησιάζει η Προεδρία της ΕΕ και το πολιτικό σύστημα της Κύπρου είναι στραμμένο προς το παρελθόν.  Φαίνεται δε πως το μόνο σχετικό με το μέλλον πράγμα που βλέπει είναι οι εκλογές.  Η Κύπρος πρέπει, στο άμεσο μέλλον, να κάνει δύο πράγματα.  Πρώτον, να γίνει για έξι μήνες το κέντρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.  Τέτοιες ευκαιρίες δεν χάνονται.  Δεύτερον, να χαράξει μία στρατηγική μεσοπρόθεσμη, βάσει της οποίας θα λήξει η εισβολή και κατοχή.  Επιμένω, όπως είχα υποστηρίξει σε συνέδριο στην Κύπρο, ότι τα μικρά κράτη μπορούν να έχουν στρατηγική.  Και σας πληροφορώ ότι μία τέτοια πρόταση έχω υποβάλλει στο σχετικά πρόσφατο παρελθόν. Φαίνεται ότι δεν ενδιέφερε…

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Το παρακάτω άρθρο δημοσιεύτηκε στον Φιλελεύθερο στις 21 Μαρτίου του 2004. Κρίνω σκόπιμο να το επαναδημοσιεύσω σήμερα, εφτά χρόνια αργότερα, για να θυμίσω σε όσους παρακολουθούσαν το ζήτημα και τότε, αλλά και για να παρουσιάσω την άποψή μου στους νεότερους, και κυρίως στους φοιτητές μου, με τους οποίους συζητούμε το Κυπριακό. Υποστήριζα τότε ότι το Σχέδιο Ανάν δεν ήταν ούτε δίκαιη, ούτε βιώσιμη, ούτε λειτουργική λύση, και η θέση μου αυτή εφτά χρόνια αργότερα έχει επιβεβαιωθεί.

Περίπου ένα μήνα πριν, (Φεβρουάριος 2004) ο πρωθυπουργός της Τουρκίας ήταν στις ΗΠΑ, επισκεπτόμενος την Ουάσινγκτον αλλά και τη Ν. Υόρκη. Μετά από λίγο ο Γενικός Γραμματέας (Γ.Γ.) του ΟΗΕ, εξήγγειλε την πρωτοβουλία του για λύση του Κυπριακού πριν την 1.5.2004, ημερομηνία προσχώρησης της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ). Το επίσημο Ελλαδικό κράτος, εμπλεκόμενο στις προεκλογικές διαδικασίες ήταν απόν, τόσο πέραν του Ατλαντικού όσο και στην Ευρώπη. Και το Κυπριακό εφησύχαζε με την αναμενόμενη αδιαλλαξία του Ντεκτάς.

Για μία ακόμη φορά το Κυπριακό είναι στην επικαιρότητα και για κάποιους ήταν η ευκαιρία να πουν πως βαρεθήκαμε πια και πως πρέπει επιτέλους να δοθεί μία λύση. Μόνο που η προδιαγραφόμενη λύση δεν πρόκειται να μας απαλλάξει από τα «προβλήματα». Αντίθετα, μάλιστα, θα προσθέσει καινούργια και στην Ελλάδα και στην ΕΕ. Και τούτο διότι, με βάση τα όσα μπορούμε να γνωρίζουμε, η «λύση» δεν θα είναι ούτε δίκαιη, ούτε βιώσιμη, ούτε λειτουργική.

Το ότι δεν θα είναι δίκαιη το γνωρίζαμε από χρόνια. Μία δίκαιη λύση θα σήμανε την απομάκρυνση ενός πολύ μεγάλου ποσοστού των εποίκων, αποκατάσταση των ζημιών, πληρωμή αποζημιώσεων, πλήρη πληροφόρηση για την τύχη των αγνοουμένων. Το ότι δεν θα είναι βιώσιμη ίσως αρχίζουμε να το καταλαβαίνουμε τώρα. Αυτό που εμείς μεταφράζουμε ως «βιώσιμη», στο λεξιλόγιο του Γ.Γ. υπάρχει ως "comprehensive", δηλαδή «συνολική». Πάντως, το βιώσιμη λύση είχε εσχάτως συνδεθεί με το «λειτουργική» λύση και αυτή με την εναρμόνιση προς το κοινοτικό κεκτημένο.

Μετά τη συμφωνία της Ν. Υόρκης, η λύση δεν διαφαίνεται πως θα είναι λειτουργική, και τούτο για τους παρακάτω λόγους. Πρώτον, διότι δεν υπάρχει τρόπος που να διασφαλίζει την εναρμόνιση της όποιας λύσης με το κοινοτικό κεκτημένο. Βεβαίως οι δύο πλευρές θα συνευρεθούν μεταξύ 1 και 24 Μαρτίου για να συζητήσουν όλα τα συναφή με το κεκτημένο ζητήματα. Όμως για ποιο λόγο η Τουρκοκυπριακή πλευρά να δεχθεί όλες τις πρόνοιες του κοινοτικού κεκτημένου που προβλέπει, μεταξύ άλλων, ελευθερία μετακίνησης και εγκατάστασης αλλά και πλήρη σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των κανόνων της Δημοκρατίας. Δεύτερον, διότι όποια και να είναι η τελική συμφωνία, αυτή, κατά δήλωση του Γ.Γ., θα ενσωματωθεί στις συνθήκες της ΕΕ, ακόμη και αν συνιστά εξαίρεση στο κοινοτικό κεκτημένο. Το γεγονός αυτό επιτείνει τους λόγους αδιαλλαξίας της Τουρκοκυπριακής πλευράς. Τρίτον, διότι η ΕΕ, αυτή στην οποία θα ενταχθεί στις 1.5.2004 η Κυπριακή Δημοκρατία, δεν θα είναι πολιτικά παρούσα στις διαπραγματεύσεις. Απλώς, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το γραφειοκρατικό όργανο της ΕΕ, μπορεί να χρησιμεύσει ως σύμβουλος του Γ.Γ., σε ζητήματα τεχνικής φύσεως. Τέταρτον, σε περίπτωση που τα μέρη δεν θα συμφωνήσουν, ο Γ.Γ. θα συμπληρώσει μόνος του τα κενά της συμφωνίας.

Συνεπώς, αν δεν αποχωρήσουν οι Τουρκοκύπριοι για τους δικούς τους λόγους και τελικώς βρεθεί μία «λύση», αυτή η λύση δεν θα είναι λειτουργική και θα δημιουργήσει μία νέα σειρά προβλημάτων τόσο στην Ελλάδα όσο και στην ΕΕ. Το γνωστό δυσλειτουργικό σχέδιο Ανάν, αντί να δημιουργήσει ένα ομοσπονδιακό και λειτουργικό κράτος θα δημιουργήσει ένα παγκοσμίως πρωτότυπο μόρφωμα που θα εντείνει τις αντιπαραθέσεις και θα αυξήσει τις παρεμβάσεις της Τουρκίας αλλά και του Ηνωμένου Βασιλείου στο εσωτερικό του. Ταυτοχρόνως, η Τουρκία θα απαλλαγεί από τη συγκεκριμένη υποχρέωση επίλυσης του Κυπριακού, διευκολύνοντας την πορεία της προς την ΕΕ και αυξάνοντας φυσικά τις φυγόκεντρες δυνάμεις μέσα σε αυτήν. Όσο για την Ελλάδα, αναρωτιέμαι σε ποιο βαθμό θα μπορέσει να παραμείνει αμέτοχη όταν θα αρχίσουν να εμφανίζονται οι δυσλειτουργίες της «λύσης».

 

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Οι Αλλαγές μετά τη Συμφωνία Κύπρου-Ισραήλ


Συνέντευξη στην Εφημερίδα ο Φιλελεύθερος
Δημοσιεύτηκε στις 17 Ιανουαρίου του 2011. (ερωτήσεις: Κώστας Βενιζέλος) 


Η πρόσφατη συμφωνία Κύπρου-Ισραήλ για καθορισμό της ΑΟΖ μεταξύ των δυο χωρών ανατρέπει το σκηνικό στην περιοχή μας;

Είναι νωρίς ακόμη για να κρίνει κανείς.  Οι αλλαγές στη συμπεριφορά των κρατών χρειάζονται χρόνο για να αποκρυσταλλωθούν.  Όπως πάντα λέω και γράφω, ο χρόνος στη ζωή των κρατών είναι διαφορετικός, πολύ πιο αργός από το χρόνο στη ζωή των ανθρώπων.  Ασφαλώς, σε συνδυασμό και με τα ορατά ανοίγματα του Ισραήλ προς την Ελλάδα, η συμφωνία θέτει σοβαρές βάσεις για αλλαγή κλίματος.  Όχι όμως, επί του παρόντος, και για αλλαγή ισορροπιών ισχύος, δεδομένου ότι αυτές προσδιορίζονται κυρίως από συντελεστές στρατιωτικής φύσης και επικαθορίζονται από την ευρύτερη, συστημική ισορροπία.  Σημασία, δηλαδή, έχει και το προς τα πού θα γείρουν και οι μεγάλες δυνάμεις, οι οποίες τη στιγμή αυτή, όντως γέρνουν προς την πλευρά του Ισραήλ και όχι της Τουρκίας.

 

Εκτιμάτε ότι μπορεί Ελλάδα και Κύπρος σε συνεργασία με το Ισραήλ να διαδραματίσουν κάποιο ρόλο στην περιοχή μας; Τουλάχιστον να αξιοποιήσουν τη γεωστρατηγική τους θέση;

Ας μην ξεχνάμε ότι τα κράτη ανταγωνίζονται στο διεθνές σύστημα για απόλυτα και σχετικά οφέλη.  Για το Ισραήλ, Κύπρο και Ελλάδα οι ενεργειακές πηγές συνιστούν καταρχάς απόλυτα οφέλη.  Η άμεση ή έμμεση συμμετοχή τρίτων στα οφέλη ή υποβάθμιση ανταγωνιστών των τριών κρατών συνιστούν έμμεσα οφέλη.  Ασφαλώς, λοιπόν, και μπορούν να αξιοποιήσουν τη στρατηγική τους θέση, παρέχοντας νέες ενεργειακές πηγές και οδούς και εμπλέκοντας υπέρ τους τρίτα κράτη που ενδιαφέρονται για ενεργειακή ασφάλεια.  Σε αντίθεση με το Ισραήλ, που διαθέτει μία αξιοσέβαστη στρατιωτική μηχανή και είναι πιο κοντά στο Ιράκ, το Ιράν και την Κεντρική Ασία, η Ελλάδα και η Κύπρος μπορούν, υπό προϋποθέσεις που ίσως μπορούν πλέον να θέσουν, να παίξουν το ρόλο της ασφαλούς διόδου προς τις περιοχές ενδιαφέροντος, παρέχοντας μία εναλλακτική οδό σε σχέση με αυτήν της Τουρκίας.  Όμως, την οδό αυτή θα θέλουν και άλλοι να προστατέψουν, γεγονός που θα μπορούσε να προκαλέσει και άλλα οφέλη.  Επιπλέον, λόγω των παραπάνω, Κύπρος και Ελλάδα μπορούν να αξιοποιήσουν καλύτερα το πολιτικό κεφάλαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή, κυρίως για την Κύπρο, το επιχειρηματικό πλεονέκτημά τους.  Η επίσκεψη της καγκελαρίου Μέρκελ στην Κύπρο (10.01.2011), ίσως να συνιστά ένα πρώτο δείγμα.

 

Η οικονομική κρίση στην Ελλάδα, πόσο επηρεάζει αυτούς τους σχεδιασμούς;

Η οικονομική κρίση στην Ελλάδα ασφαλώς και επηρεάζει και το δίδυμο Ελλάδας – Κύπρου.  Όμως και σε περίοδο ισχνών αγελάδων είναι θέμα προτεραιοτήτων, σε ποιον τομέα, δηλαδή, θα επιλέξεις να μειώσεις δαπάνες.  Η στάση, δηλαδή της Ελλάδας στα διεθνή, θεωρώ ότι, ακόμη και σήμερα, είναι θέμα πολιτικών επιλογών.  Αυτήν τη στιγμή, εγώ προσωπικά δεν έχω τα στοιχεία ή δεν μπορώ να διακρίνω ποια είναι η κεντρική στόχευση της πολιτικής της έναντι της Τουρκίας.  Είναι πολιτική επίλυσης διαφορών από θέση ίσης ισχύος, είναι πολιτική σύμπλευσης (“bandwagoning”), είναι πολιτική κατευνασμού (“appeasement”);  Δεν είναι ξεκάθαρο.  Σε κάθε περίπτωση, με βάση αυτά που είναι γνωστά, εκτιμώ ότι η οριοθέτηση της Ελληνικής ΑΟΖ μπορεί και υπό τις παρούσες συνθήκες να προχωρήσει.

 

Στη διαχείριση των κρίσεων υπάρχει πάντα ένας ολοκληρωμένος μηχανισμός, ο οποίος λαμβάνει υπόψη και τα δεδομένα που διαμορφώνονται στο ευρύτερο γεωπολιτικό περιβάλλον.  Θεωρείτε ότι η Ελλάδα σήμερα έχει διαμορφώσει ένα τέτοιο μηχανισμό;

Δυστυχώς, όχι∙ άλλωστε, η ανάπτυξη τέτοιων μηχανισμών δεν είναι κάτι που χαρακτήρισε ποτέ το Ελληνικό κράτος.  Μία «ολική εξωτερική πολιτική», όπως την έχω ονομάσει και προτείνει, χρειάζεται αυτό που υπονοεί η ερώτησή σας: προετοιμασία και συνέργεια των συντελεστών ισχύος, εκμετάλλευση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων και αυτοματισμούς κατά την πρόσληψη των ερεθισμάτων, την εκπόνησή της και, κυρίως, συντονισμό και αποτελεσματικότητα κατά την εκτέλεσή της.

 

Υποστηρίζετε πάντα ότι η Τουρκία δεν είναι αναβαθμισμένη και πως δεν έχει κέρδη στη διεθνή σκακιέρα.  Πώς εξηγείτε αυτή τη θέση σας;

Ναι, την υποστηρίζω πάντα.  Καταρχάς, εκ του αντιθέτου, δεν υπάρχει κανείς που να μου υποδείξει ποιες είναι οι επιτυχίες τής Τουρκίας.  Για να είμαι ακριβής.  Ναι, η Τουρκία ξεπέρασε την οικονομική της κρίση και το εθνικό της προϊόν αυξάνεται.  Ναι, η Τουρκία βελτίωσε τις σχέσεις της με τη Συρία και έχει αναπτύξει πολιτικο-οικονομικές σχέσεις με κάποιες Βαλκανικές χώρες – σχέσεις που δεν αλλάζουν όμως το γενικότερο συσχετισμό.  Από την άλλη πλευρά, η Τουρκία δεν έχει πετύχει στην πολιτική της με τον Αραβικό κόσμο, δεν έχει αποκομίσει κάτι από το Ιράκ, δεν κέρδισε κάτι από τα ανοίγματά της στο Ιράν.  Αντίθετα, έσπασε, έστω και επί του παρόντος, τη σχέση της με το Ισραήλ, έχει ενοχλήσει τις μεγάλες δυνάμεις και βρίσκεται μπροστά σε μία νέα ενεργειακή πραγματικότητα στη Μεσόγειο.  Ακόμη και αν η συγκεκριμένη, νέα κατάσταση δεν αξιοποιηθεί πλήρως από Κύπρο και Ελλάδα, μπορεί, όπως ανέφερα, να αλλάξει το κλίμα.  Περαιτέρω, στο εσωτερικό τής Τουρκίας το εθνικό προϊόν δεν κατανέμεται, ως συνήθως, ομοιόμορφα, οι Κεμαλιστές πάντα καραδοκούν και το Κουρδικό παραμένει ανοικτό.  Με βάση όλα τα παραπάνω – ίσως βέβαια να ξεχνάω κάτι – εξηγώ την άποψή μου.

 

Η τακτική μας, ως Ελλάδα και Κύπρος, έναντι της Τουρκίας είναι η σωστή;  Έχει αποδώσει;

Πάντα από τη σωστή, υπάρχει πιο σωστή: η «ολική εξωτερική πολιτική», την οποία διαχρονικά εισηγούμαι, και η οποία θέτει μεσο-μακροπρόθεσμους στόχους και στηρίζεται στη συνέργεια και αξιοποίηση κάθε μορφής συντελεστών ισχύος και συγκριτικών πλεονεκτημάτων, με έξυπνο τρόπο.  Ως προς το αν έχει αποδώσει, θα απαντούσα όχι και ναι, σε ένα βαθμό.  Όχι, διότι η Τουρκία δεν εγκατέλειψε την επιθετικότητά της και δεν αποχώρησε από την Κύπρο – πράγμα, βέβαια, δύσκολο να επιτευχθεί με πολιτικά μέσα σε βραχύ πολιτικό χρόνο.  Ναι, κυρίως λόγω των συνθηκών στο εσωτερικό των κρατών μελών τής Ένωσης και λόγω και της παρουσίας τής Κύπρου σε αυτήν.  Σε τι συνίσταται η διαπίστωση ότι εν μέρει έχει αποδώσει;  Στο ότι η Τουρκία, παρά τα οράματα «Νταβούτογλου» και την πολιτική του Ερντογάν, βρίσκεται εγκλωβισμένη στα διλήμματα που η ίδια έχει θέσει.  Στην πορεία της προς την Ευρώπη δυσκολεύεται να προχωρήσει, διότι δεν μπορεί να αλλάξει όσο και τόσο γρήγορα που πρέπει.  Στην Ανατολή, δεν έχει πού να πάει…  Αν πολιτικά πάει πιο ανατολικά, τότε οι σχέσεις με τους Κεμαλικούς θα οξυνθούν, το Κουρδικό θα πάρει άλλη τροπή και δεν θα μπορεί πλέον να προβάλει προς Ανατολάς τις προνομιακές της σχέσεις με τη Δύση.  Έτσι, οι δηλώσεις Ερντογάν, του τύπου θα δούμε τι θα κάνουμε αφού η Ευρώπη δεν μας θέλει…, εκφράζουν μάλλον το αδιέξοδο του ιδίου και της χώρας του, παρά οτιδήποτε άλλο.  Αν η ανάλυσή μου στην παρούσα ερώτησή σας ισχύει, τότε ενισχύεται και η άποψή μου στην προηγούμενη ερώτηση.

 

Κυπριακή προεδρία της Ε.Ε.:  πώς μπορεί μια μικρή χώρα να ανταπεξέλθει;  Τι πρέπει να προτάξει;

Πέρα από την ερευνητική μου δουλειά στις σχέσεις των υπερδυνάμεων, της Ευρωπαϊκής ενοποίησης και της διαχείρισης κρίσεων, τα τελευταία χρόνια ασχολούμαι με τη στρατηγική των «μικρών» λεγομένων κρατών.  Συνέπεια τούτου είναι ότι πιστεύω πως όσο μικρό και να είναι ένα κράτος, μπορεί να έχει στρατηγική και να πετύχει.  Φυσικά, κάθε Προεδρία είναι ένα βαρύ φορτίο.  Αλλά το 2012 είναι μία τεράστια ευκαιρία για να αποδείξει η Κυπριακή Δημοκρατία την ικανότητα των στελεχών της, που ήδη, απ’όσο μπορώ να γνωρίζω, προετοιμάζονται συστηματικά.  Ασφαλώς εντός και εκτός ΕΕ υπάρχουν αυτοί που, ανομολόγητα, θα εύχονταν να μην πετύχει η Κυπριακή Προεδρία της ΕΕ.  Κάποιοι μπορεί ακόμη να σκέπτονται και τη δημιουργία προβλημάτων, ώστε η εσωστρέφεια του Κυπριακού να απορροφήσει ενέργεια από την Προεδρία.  Με την προσήκουσα όμως προετοιμασία, εκτιμώ πως όλα μπορούν να αντιμετωπιστούν.  Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν και αυτοί που θέλουν να πετύχει η Προεδρία.  Δεν είναι μικρό πράγμα να έχεις με την πλευρά σου, απ’ότι φαίνεται αυτή τη στιγμή, τη Γαλλία και τη Γερμανία, και, πιθανώς, και όλα τα μικρά κράτη που αναμένουν με τη σειρά τους να ασκήσουν και αυτά την Προεδρία της ΕΕ.

 

http://taxalia.blogspot.com/2011/01/blog-post_0.html

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:11

Πίσω στον πολιτικό Φιλελευθερισμό

Πίσω στον πολιτικό Φιλελευθερισμό


Καθημερινή, 13.01.2009
του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων

 

Η συγκυριακή απογοήτευση και αποστασιοποίηση των πολιτών από την πολιτική οφείλεται στην αδυναμία της δεύτερης να εκπληρώσει τον σκοπό της: την ευτυχία της κοινωνίας.  Στη δυσχέρεια αυτήν οδηγούμαστε επειδή η πολιτική ταυτίζεται με την εξουσία., η οποία γίνεται αυτοσκοπός.  Σ’ αυτήν την περίπτωση, στόχος είναι η πρόσκαιρη ευχαρίστηση όλο και ευρύτερου φάσματος ψηφοφόρων.  Η πολιτική επικοινωνία με τα τεχνάσματά της επικρατεί έναντι της πραγματικής πολιτικής.  Οι ταυτότητες, οι θέσεις και τα προγράμματα των κομμάτων εξουσίας γίνονται ασαφή.  Συναγωνίζονται σε ανευθυνότητα.  Κυριαρχούν η ρευστότητα και ο καιροσκοπισμός. Πρωταρχικός σκοπός είναι η αποφυγή τού πολιτικού κόστους και όχι η βελτίωση της καθημερινότητας του πολίτη.

Το πολιτικό και το οικονομικό σύστημα αναμφίβολα νοσούν.  Καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε την ασθένεια στη ρίζα της.  Το πρώτο στάδιο της θεραπείας είναι η επιστροφή στην ουσία και την ιδεολογία, προκειμένου να αντλήσουμε αρχές, ιδέες, επιχειρήματα, σημεία αναφοράς και να αρθρώσουμε σαφή πολιτική σκέψη και ουσιαστικό πολιτικό λόγο.

Ο πολιτικός φιλελευθερισμός είναι το κατάλληλο μέσο.  Τα ζητήματα του περιορισμού της εξουσίας και των αυθαιρεσιών της αγοράς, η ελευθερία και η ευθύνη του ατόμου, με απώτερο σκοπό την ευτυχία του ατόμου και της κοινωνίας, συνδέθηκαν ευκρινώς από τους στοχαστές του κλασσικού φιλελευθερισμού.  Οι πολιτικοί και οι πολίτες, το σύνολο δηλαδή, θα επωφεληθούν τα μέγιστα από την υιοθέτηση αυτής της φιλελεύθερης παράδοσης.

Το κοινωνικό συμβόλαιο του Rousseau είναι ένας τρόπος οργάνωσης της κοινότητας, που είναι προϊόν αλλαγής νοοτροπίας, μετάλλαξης του ίδιου του πνεύματος των ανθρώπων, αποτέλεσμα της παιδείας που οδηγεί στην υπευθυνότητα της κοινωνίας.  Η σύμβαση συνάπτεται προκειμένου το σύστημα να εγγυάται τις επιδιώξεις τού ανθρώπου, να προστατεύονται η ελευθερία των ατόμων, η ιδιοκτησία τους, η ισότητα μεταξύ τους.  Σύμφωνα δε με τους υποστηρικτές του «κοινωνικού» φιλελευθερισμού, όπως, π.χ., ο Bentham και ο Green, υποχρέωση του κράτους δεν είναι μόνο η προστασία των βασικών δικαιωμάτων, αλλά και η εξασφάλιση των κατάλληλων προϋποθέσεων, ώστε αυτά τα δικαιώματα να έχουν αξία, ώστε το άτομο να μπορεί να αναπτυχθεί ελεύθερα εντός της κοινωνίας.

Οι φιλελεύθεροι δεν κλείνουν τα μάτια στην πραγματικότητα.  Ο ίδιος ο Tocqueville παραδέχεται τους κινδύνους της δημοκρατίας: την τυραννία της πλειοψηφίας, την επικράτηση του ατομικιστικού πνεύματος και της επιφανειακής πλευράς τής πολιτικής ζωής.  Οι αδυναμίες μπορούν να αντιμετωπιστούν, για αυτό οφείλουμε να είμαστε σε επαγρύπνηση και εγρήγορση.  Στην ανοιχτή κοινωνία του Popper, για παράδειγμα, οι θεσμοί και οι δομές της πολιτικής εξουσίας υπόκεινται σε πολύ αυστηρή και χωρίς φόβο κριτική.  Σήμερα, όμως, πρέπει να σταθούμε στον Rawls και στην ιδέα της κοινωνικής δικαιοσύνης, που καθιστά το φιλελεύθερο κράτος, κράτος πρόνοιας.  Η κοινωνική δικαιοσύνη του Rawls έχει αναδιανεμητικό χαρακτήρα, γεγονός που την κάνει αναγκαία σήμερα στο εσωτερικό αλλά και στο διεθνές πεδίο.  Στόχος της είναι να αποτρέψει διακρίσεις και να ρυθμίζει τα ανταγωνιστικά κοινωνικά αιτήματα.

Οι παραπάνω ιδέες θεωρώ ότι μπορούν να αποτελέσουν αντίδοτα σε ότι δηλητηριάζει τον πολιτικό πολιτισμό.  Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι η πολιτική είναι ένα σύνολο ευρύτερων διαδικασιών, και όχι μια σειρά από επικοινωνιακά τεχνάσματα που αφορούν μόνο τους πολιτικούς και την κατάκτηση της εξουσίας.  Ως πολίτες πρέπει να ανταποκριθούμε στις ευθύνες μας, να αλλάξουμε νοοτροπία, να αναπτύξουμε την κριτική μας ικανότητα, να συμμετέχουμε δημιουργικά, να απαιτούμε δικαιοσύνη και, στη βάση αυτής, να επαναδιαπραγματευόμαστε – όπως, στην παρούσα οικονομική συγκυρία, είναι φανερό πλέον ότι πρέπει να γίνει - τους όρους του κοινωνικού συμβολαίου.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Ελλάδα
You are here Άρθρα Γνώμης Κουσκουβέλης - Ελλάδα Προβολή άρθρων ανα tag: φιλελεύθερος