Monday, Apr 06th

Last update12:36:22 PM GMT

Στα νοτιοανατολικά της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Στα νοτιοανατολικά της Ευρωπαϊκής Ένωσης


Δεκέμβριος 2007, «Πολιτικό Ημερολόγιο 2008» του Βαγγέλη Πλάκα
του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων

 

Κάποτε αναρωτιόμασταν αν οι Έλληνες ήταν οι Ευρωπαίοι της Ανατολής ή, απλώς, οι Ανατολίτες της Ευρώπης. Από τότε πάρα πολλά άλλαξαν, ορισμένα μάλιστα και απροσδόκητα. Οι Έλληνες δεν τρέφουν έστω και την παραμικρή αμφιβολία ως προς την ταυτότητά τους, το ανατολικό μπλοκ δεν υφίσταται, νέα κράτη δημιουργήθηκαν. Και όχι μόνο: από την αρχή του 2007, η Ελλάδα δεν είναι η μόνη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) στην περιοχή μας. Πλαισιώνεται πλέον από τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, στην ένταξη των οποίων συνέβαλε τα μέγιστα.

Αναμφίβολα, το σημαντικότερο γεγονός του 2007 για την περιοχή μας, είναι η ένταξη της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας στην ΕΕ και, αναμφίβολα, το γεγονός χρήζει αποτίμησης, τόσο από την Ευρωπαϊκή, όσο και από την Ελληνική οπτική. Και η αποτίμηση αυτή πρέπει να γίνει, καθώς στη χώρα μας ακόμη, ίσως, δεν έχει ίσως συνειδητοποιηθεί – πολύ λιγότερο αξιοποιηθεί - αυτή η πολύ σημαντική εξέλιξη: ότι δίπλα μας, πολύ κοντά μας, υπάρχουν δύο χώρες της Ένωσης.

Προσεγγίζοντας το γεγονός από τη σκοπιά εκείνων που υποστηρίζουν την εμβάθυνση της ΕΕ, η ένταξη των δύο κρατών σημαίνει περαιτέρω καθυστέρηση της πολιτικής ενοποίησης της ΕΕ. Πρώτον, διότι θα πρέπει να ενισχυθούν ποικιλοτρόπως από την ΕΕ και να ωριμάσουν μέσα σ' αυτήν. Τούτο συνεπάγεται πόρους προς την κατεύθυνση των εν λόγω κρατών, οι οποίοι δεν θα χρησιμοποιηθούν από τα παλαιότερα κράτη σε άλλους τομείς, όπως, για παράδειγμα, της κοινωνικής συνοχής, και, ταυτοχρόνως, μία περίοδο προσαρμογής, όχι μόνο στις διαδικασίες και την καθημερινότητα της Ένωσης, αλλά κυρίως στη φιλοσοφία της. Δεύτερον, διότι αυξάνεται στο εσωτερικό της Ένωσης ο αριθμός των κρατών της λεγόμενης «νέας Ευρώπης», τα οποία, ελλείψει της καθιερωμένης (και απαραίτητης) ενωσιακής πίστης και λόγω των ατλαντικών δεσμών ή των συναφών συμφερόντων τους, δεν είναι και τόσο ενθουσιώδη με την πολιτική ενοποίηση.

Σε ότι αφορά την Ελλάδα, ήδη αναφέρθηκε, εμμέσως, ότι η ένταξη δύο νέων και σχετικά μεγάλων κρατών στην περιοχή, συνεπάγεται, όπως αναμενόταν, ενίσχυση της τάσης μείωσης των διαθεσίμων για τη χώρα μας πόρων της Ένωσης. Περαιτέρω δε, η αύξηση του αριθμού των κρατών της Ένωσης σχετικοποιεί ή μειώνει την όποια Ελληνική επιρροή εντός της Ένωσης – κάτι το οποίο ήδη είναι φανερό στις θεσμικές διαδικασίες και διεργασίες μετά την μεγάλη διεύρυνση του 2004. Τέλος, είναι πιθανόν τα γειτονικά μας κράτη να μετατοπίσουν ακόμη περισσότερο το ενδιαφέρον τους από την Ελλάδα προς τα μεγαλύτερα κράτη εντός της Ένωσης, κάτι, όμως, που θα συνεπάγεται και μείωση της επιρροής τής περιοχής συνολικότερα.

Πέραν όμως των ανωτέρω, η ένταξη των δύο κρατών στην ΕΕ θα πρέπει συνολικά να αποτιμηθεί μάλλον θετικά. Και τούτο διότι, μετά από μία δεκαπενταετία συγκρούσεων και διαρκών ανακατατάξεων, το εν λόγω γεγονός συμβάλλει από μόνο του στη σταθεροποίηση της ευρύτερης περιοχής – σταθερότητα που θα ενισχύεται στο βαθμό που οι δύο χώρες συνεχίζουν και προοδευτικά ολοκληρώνουν τη διαδικασία του «εξευρωπαϊσμού».

Η χώρα μας, όπως έχει επανειλημμένως ειπωθεί, αποκτά χερσαία σύνορα με την ΕΕ και τούτο προσφέρει ένα αίσθημα ασφαλείας για τον τομέα των μεταφορών, αν θυμηθεί κανείς τα προβλήματα που αντιμετώπισαν τα Ελληνικά προϊόντα και η διακίνησή τους προς της αγορές των εταίρων μας κατά τη δεκαετία του 1990. Αίσθημα οριστικής και πλήρους ασφάλειας δημιουργείται και για τις Ελληνικές επενδύσεις στις δύο χώρες – οι οποίες, ως γνωστόν, είναι μεγάλες. Οι νέες επενδυτικές ευκαιρίες σε παραδοσιακούς τομείς, πιθανώς να είναι προοδευτικά μειούμενες, καθώς οι μεγάλοι επενδυτές έχουν ήδη τοποθετηθεί στην αγορά των εν λόγω κρατών. Εντούτοις, ανοίγουν ευκαιρίες για επενδύσεις σε διαφορετικούς τομείς από εκείνους στους οποίους επεδόθησαν οι πρώτοι και παραδοσιακοί επενδυτές και συνεργασίες σε επίπεδο κοινωνίας πολιτών, όπως στον τομέα της εκπαίδευσης, του πολιτισμού, του τουρισμού.

Η ένταξη της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας θα συμβάλλει σημαντικά στην ενίσχυση και την αποτελεσματικότερη συνεργασία σε σημαντικά θέματα «χαμηλής» πολιτικής, όπως στην καταπολέμηση του εγκλήματος, μετανάστευση, περιβάλλον, ενέργεια, μεταφορές, κ.ά. Οι τομείς αυτοί είναι ιδιαίτερης σημασίας για μία όμορη χώρα, όπως η δική μας, αν θυμηθούμε τις πλημμύρες του Έβρου, τους κινδύνους από το Κοζλοντούι, τη δραστηριοποίηση εγκληματικών συμμοριών σε κάθε μορφής λαθρεμπόριο.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η προοδευτικά όλο και πιο ελεύθερη μετακίνηση και εγκατάσταση πολιτών, το οποίο συνεπάγεται ότι η κάθε πλευρά μπορεί να ασκήσει πολιτική ως προς την επιλογή των πολιτών πλέον της ΕΕ που επιθυμούν να εγκατασταθούν στο έδαφός της. Ταυτοχρόνως, η ενίσχυση του βιοτικού επιπέδου των δύο γειτονικών λαών, θα εξανεμίσει οριστικά, όπως είχα υποστηρίξει, τους όποιους φόβους για μαζική μετανάστευση προς τη Θεσσαλονίκη, η οποία, σύμφωνα με κάποια αντιεπιστημονικά σενάρια, θα έφθανε τα 5 εκατομμύρια κατοίκους.

Κάτι αντίστοιχο με τις μετακινήσεις των πολιτών θα συμβεί και στο χώρο των επιχειρήσεων. Όσο οι διαφορές μεταξύ Ελλάδας και των δύο κρατών σε κόστος εργατικών χεριών θα μειώνονται και όσο οι εκεί έλεγχοι στον τομέα της παραγωγής και των κοινωνικών παροχών θα αυξάνονται, τόσο η εύκολη ή τα κίνητρα για ευκαιριακή μετεγκατάσταση θα μειώνονται. Εκείνο που προοδευτικά θα έχει μεγαλύτερη σημασία, θα είναι η παροχή έξυπνων κινήτρων για την εγκατάσταση εταιρειών στην επικράτεια του ενός ή του άλλου κράτους μέλους.

Τέλος, θα πρέπει να θεωρείται βέβαιη η αναβάθμιση των περιοχών στα σύνορα και, στην Ελλάδα, των πόλεων της Ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης. Τούτο είναι αναμενόμενο, καθώς θα υπάρξει αύξηση της διακίνησης προσώπων, αγαθών, υπηρεσιών και κεφαλαίων. Έτσι, θα συμβεί επιτέλους και στη γειτονιά μας αυτό που όλοι ζηλεύαμε όταν ταξιδεύοντας από το ένα στο άλλο κράτος μέλος, στη δυτική ΕΕ, αφενός δεν συναντούσαμε σύνορα, αφετέρου παρατηρούσαμε τα θετικά αναπτυξιακά αποτελέσματα της διασυνοριακής συνεργασίας.

Το σημαντικότερο όλων είναι όμως ότι αυξάνεται και ενισχύεται το ευρωπαϊκό πλέγμα κρατών στην περιοχή μας, τη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Αυτό δημιουργεί συνολικά ένα διαφορετικό κλίμα, εκείνο της ευφορίας, αλλά και του ανταγωνισμού για το ποιες χώρες της περιοχής είναι μέλη της ΕΕ. Αυτό το νέο κλίμα αναδεικνύει ευκαιρίες για την Ελλάδα ως προς τη διαδικασία επίλυσης διμερών χρόνιων διαφορών, όπως, για παράδειγμα, με τα Σκόπια. Ταυτοχρόνως, καθώς η ανατολική πλευρά της χερσονήσου μας είναι πλέον η φωτεινή, αναδεικνύεται εντονότερα το πρόβλημα των Δυτικών Βαλκανίων – της μοναδικής, ίσως και τελευταίας σκοτεινής πλευράς της Ευρώπης, έναντι της οποίας όλοι οι υπόλοιποι οφείλουν να κάνουν το χρέος τους.

Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 06 Ιούνιος 2012 13:22
You are here Άρθρα Γνώμης Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική Στα νοτιοανατολικά της Ευρωπαϊκής Ένωσης