Tuesday, Mar 31st

Last update12:36:22 PM GMT

Το διεθνές σύστημα, οι Ηνωμένες Πολιτείες και ο νέος Πρόεδρος

Το διεθνές σύστημα, οι Ηνωμένες Πολιτείες και ο νέος Πρόεδρος

 

Αμυντικά Θέματα
Περίοδος Δ', Τεύχος 265 [28] Δεκέμβριος 2008, σελ. 47-49
του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων


Είναι ο ωκεανός, το πλοίο ή ο κυβερνήτης του που καθορίζουν τις εξελίξεις; Με άλλα λόγια, επαναφέροντας στο προσκήνιο για την παρούσα μελέτη τα τρία μεθοδολογικά επίπεδα ανάλυσης των Διεθνών Σχέσεων, είναι το διεθνές σύστημα, το κράτος ή η πολιτική ηγεσία, εν προκειμένω η κορυφή της, ο Μπαράκ Ομπάμα, που θα προσδιορίσουν τη συμπεριφορά των Ηνωμένων Πολιτειών τα επόμενα τέσσερα χρόνια;

Ας μη γελιέται κανείς. Η απάντηση βρίσκεται στη σύνθεση των τριών προσεγγίσεων. Διότι ο κυβερνήτης του πλοίου θέλει να το οδηγήσει σε μία πορεία και σ' έναν προορισμό. Το ερώτημα είναι πάντα αν το πλοίο θέλει και μπορεί να πάει και αν οι συνθήκες του ωκεανού το επιτρέπουν. Γι αυτό παρακάτω, θα προχωρήσω παρουσιάζοντας την κατάσταση του διεθνούς συστήματος, τον ρόλο των ΗΠΑ, λαμβάνοντας υπόψη τα λίγα που γνωρίζουμε για τις απόψεις και τους στόχους του νέου Προέδρου, όπως αυτοί εξαγγέλθηκαν μέχρι τώρα.

Σε κάθε περίπτωση, ό,τι και αν γραφεί σήμερα, συνιστά πιθανολόγηση καταστάσεων και εξελίξεων, αφού δεν υπάρχει δυνατότητα να προβλέψει κανείς το μέλλον. Μπορεί μόνο, στη βάση των επιστημονικά τεκμηριωμένων συμπερασμάτων και της προσεκτικής παρατήρησης, να καταγράψει το γίγνεσθαι και τη δυναμική του. Σε αυτό το γίγνεσθαι και τη μεγάλη εικόνα, αυτήν του διεθνούς συστήματος, και στον ρόλο των ΗΠΑ θα εστιάσω.

Μετά το 1989, η προοδευτική κατάρρευση της Ε.Σ.Σ.Δ. δημιούργησε ένα κενό ισχύος στο διεθνές σύστημα και επέτρεψε να αναδειχθούν οι Η.Π.Α. ως η μοναδική υπερδύναμη του πλανήτη. Οι Η.Π.Α., σε συνεργασία (και όχι ανταγωνιστικά) με τους Ευρωπαίους, ήταν μοιραίο να επιχειρήσουν να καλύψουν το κενό της Ε.Σ.Σ.Δ. και να δημιουργήσουν, χωρίς να έχουν ουσιαστικά αντίπαλο, τη «νέα» δική τους παγκόσμια τάξη.

Στα πλαίσια της «νέας» παγκόσμιας τάξης το ΝΑΤΟ - η μακροβιότερη και ισχυρότερη ηγεμονική συμμαχία που γνώρισε ποτέ ο κόσμος - παύει να είναι μία περιφερειακή αμυντική συμμαχία και αναδεικνύεται σε έναν παρεμβατικό φορέα, αλλά και φορέα υπερεθνικής προσέγγισης. Οι Η.Π.Α. με το ΝΑΤΟ και τις από αυτό εκπορευόμενες πρωτοβουλίες (NACC, PfP) ή σε συνεργασία με δυτικοευρωπαϊκούς φορείς ολοκλήρωσης (Ευρωπαϊκή Ένωση) και διεθνούς συνεργασίας (ΟΑΣΕ) επιχειρούν να συσπειρώσουν τα κράτη του βορείου ημισφαιρίου και να σταθεροποιήσουν τα πολιτικά συστήματα των πρώην Ανατολικών κρατών και τις μεταξύ τους σχέσεις.

Στη «νέα» τάξη πραγμάτων, οι Η.Π.Α. εστιάζουν την προσοχή τους, στο βόρειο τμήμα της Ευρασίας, παραμελώντας σχεδόν τα τεράστια προβλήματα που παρουσιάζει το νότιο ημισφαίριο. Παραλλήλως, επιχειρούν να επιβάλουν το δικό τους σύστημα πολιτικών και άλλων αξιών, όπως αυτό εκφράζεται από την εκάστοτε κυβέρνησή τους.

Στην μεταψυχροπολεμική εποχή και πριν την αλλαγή του αιώνα, οι Η.Π.Α. θα διεξάγουν δύο πολέμους. Ο πρώτος κατά του Ιράκ με στόχο την απομάκρυνσή του από το Κουβέιτ, την αποκατάσταση της στρατιωτικής ισορροπίας στην περιοχή του Περσικού και την διασφάλιση της ροής του μαύρου χρυσού προς τη Δύση. Το νικηφόρο πόλεμο των Η.Π.Α. ακολουθούν σοβαρές κυρώσεις κατά του Ιράκ, όπως και διευθετήσεις στο Παλαιστινιακό, χωρίς εν τούτοις να έπεται και οριστική επίλυση του πλέον σοβαρού και χρονίζοντος προβλήματος στη Μέση Ανατολή.

Όμως η πρωταρχική μέριμνα των Η.Π.Α. μετά το 1989 είναι ο «εκδημοκρατισμός» και η σταθεροποίηση της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, των Βαλκανίων και του χώρου της πρώην Ε.Σ.Σ.Δ., με την προσοχή να εστιάζεται κυρίως στη Ρωσία. Η τελευταία έπρεπε αφενός να χάσει τα όποια στηρίγματα στο εξωτερικό που θα της επέτρεπαν να ξαναπαίξει σημαντικό διεθνή ρόλο, αφετέρου να εκδημοκρατισθεί στο εσωτερικό, έτσι ώστε να αποκλεισθεί η ανάκαμψη στην εξουσία των κομμουνιστών ή μίας στρατιωτικής εθνικιστικής δικτατορίας.

Τον Ιανουάριο του 2001, στις Η.Π.Α., επανήλθαν στην εξουσία οι Ρεπουμπλικάνοι με Πρόεδρο τον Τζορτζ Μπους, τον νεότερο. Η εξωτερική πολιτική των Η.Π.Α. άρχισε τότε να διαφαίνεται ως λιγότερο παρεμβατική στον τομέα της δημιουργίας νέων εθνών ("nation building"), χωρίς όμως, σύμφωνα με τότε δηλώσεις, να αποκλείονται οι επεμβάσεις όταν θα το απαιτούσαν τα συμφέροντα ασφαλείας. Όπως επίσης αναμενόταν, η προσέγγιση με τη Ρωσία είχε δρομολογηθεί, ενώ παράλληλα ήταν έκδηλη η έμφαση που έδιδε η νέα κυβέρνηση στο θέμα των διαστημικών εξοπλισμών («Πόλεμος των Άστρων»).

Αυτή περίπου ήταν η εικόνα του διεθνούς συστήματος και του ρόλου της μοναδικής υπερδύναμης μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου, όταν στις 11.9.2001 έλαβε χώρα η τρομοκρατική επίθεση εναντίον των Η.Π.Α.. Η επίθεση, που είχε ως αποτέλεσμα την ολοσχερή καταστροφή του Κέντρου Παγκοσμίου Εμπορίου και πτέρυγας του Πενταγώνου, συντελέσθηκε από ισλαμικούς, ακραίους, μη κρατικούς παράγοντες του διεθνούς συστήματος, με την ανοχή, επίνευση ή και ενθάρρυνση κάποιων κρατών.

Τούτο ήταν το πρώτο πλήγμα που υπέστησαν οι Η.Π.Α. στο εσωτερικό τους. Ό,τι δεν συνέβη με τα πυρηνικά (λόγω της αποτροπής) στον ψυχρό πόλεμο, συνέβη στην μεταψυχροπολεμική εποχή, σε μία στιγμή ηγεμονικής υπεροχής τους. Από το πλήγμα ετρώθη το κύρος των Η.Π.Α., ενώ οι αρνητικές συνέπειες στην οικονομία ήταν σημαντικές και μετρήσιμες. Παράλληλα, οι μετακινήσεις των πολιτών και η πυκνότητα των συναλλαγών μειώθηκαν, νομοθετικές ρυθμίσεις κατά της τρομοκρατίας δρομολογήθηκαν, ενώ κινητοποιήθηκε ο μηχανισμός των Η.Π.Α. για την αντιμετώπιση και την εξάλειψη της διεθνούς τρομοκρατίας.

Στη βάση ενός νέου δόγματος, οι Η.Π.Α., μετά την 11η.9.2001 και μέχρι τα μέσα του 2003, θα διεξάγουν άλλους δύο πολέμους από τους οποίους θα αποκομίσουν σημαντικά οφέλη. Για τις ανάγκες της εκστρατείας κατά του Αφγανιστάν προσελκύεται το Πακιστάν, προσεγγίζονται η Κίνα και η Ινδία, ενώ, τελικώς, το Αφγανιστάν και κάποιες γειτονικές πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες εντάσσονται (για πρώτη φορά) στη σφαίρα επιρροής των Η.Π.Α.. Δημιουργούν έτσι μία σημαντική βάση ισχύος στην Κεντρική Ασία.

Επιπλέον, οι Η.Π.Α. στρέφονται κατά καθεστώτων που υποστηρίζουν ή ανέχονται την τρομοκρατία και, ταυτοχρόνως, επιχειρούν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα που ταλανίζει κάθε μεγάλη πυρηνική δύναμη: την εμφάνιση του μικρού κράτους με το μη φιλικό πολίτευμα ή την παράτολμη ηγεσία που θα αποκτούσε (Βόρεια Κορέα) ή απλώς θα είχε την επιθυμία να αποκτήσει (Ιράκ, Ιράν) όπλα μαζικής καταστροφής. Με μία τέτοια λογική, οι Η.Π.Α. αναλαμβάνουν στις αρχές του 2003 πολεμική εκστρατεία κατά του Ιράκ, η οποία θα καταλήξει στην κατάληψή του.

Όμως η παρουσία των Η.Π.Α. στη Μέση Ανατολή οφείλεται σε μία σειρά συμφερόντων τους ως ηγεμονικής δύναμης. Πρώτον, ανατρέπουν το καθεστώς του Ιράκ και το μετατρέπουν σε φιλική προς αυτές χώρα. Αποκαθιστούν έτσι την κατά τον ψυχρό πόλεμο μετακίνησή του προς την Ε.Σ.Σ.Δ., ενώ στερούν τη Ρωσία από ένα φιλικό της κράτος.

Δεύτερον, το Ιράκ συνορεύει με μία σειρά κρατών μεγάλης σημασίας για τις Η.Π.Α. και η πρόσδεσή του στο άρμα τους μπορεί να πιέσει ή ακόμη και να οδηγήσει μακροπρόθεσμα τη Συρία και το Ιράν προς την ίδια κατεύθυνση. Η Συρία είχε ενταχθεί πρώτη στον Σοβιετικό συνασπισμό, ενώ, αργότερα, παρέσυρε και τον Λίβανο, παρά τις αντίθετες προσπάθειες των Αμερικανών (1983-4). Το Ιράν, ξέφυγε το 1978 από την Αμερικανική σφαίρα επιρροής δημιουργώντας σοβαρότατο πρόβλημα στην αντισοβιετική γραμμή ανάσχεσης των Η.Π.Α. και στο κύρος τους, εξαιτίας τής κατάληψης της πρεσβείας τους στην Τεχεράνη και της αποτυχημένης επιχείρησής τους για απελευθέρωση των ομήρων. Μετά την εγκατάσταση των Η.Π.Α. στο Ιράκ, η Συρία και το Ιράν περικλείονται πλέον στρατιωτικά από παντού.

Τρίτον, οι Η.Π.Α., όντας στο Ιράκ, διασφαλίζουν δύο πολύ πιστούς συμμάχους τους: την Ιορδανία και το Ισραήλ. Το επιτυγχάνουν αφενός εκμηδενίζοντας τη στρατιωτική απειλή του Σαντάμ, αφετέρου αποκόπτοντας τη χρηματοδότηση αλλά και την υποκίνηση από αυτόν ριζοσπαστικών ομάδων στις δύο χώρες και κυρίως στο Ισραήλ.

Τέταρτον, οι Η.Π.Α. με τη νίκη τους και τον έλεγχο του Ιράκ εξασφαλίζουν το στρατηγικό συντελεστή που λέγεται πετρέλαιο. Οι πολεμικές επιχειρήσεις δεν οφείλονταν απλώς σε μία προσέγγιση αύξησης των κερδών κάποιων μεγάλων εταιριών. Αυτό ήταν μάλλον εύκολο να γίνει αν το 1992 επέβαλαν στο Σαντάμ τη διαχείριση των πετρελαίων του από Αμερικανικές εταιρείες ή αν τού προσφερόταν η πολιτική του επιβίωση ως αντάλλαγμα για τα πετρέλαια. Οφείλονταν στο φόβο χρησιμοποίησης του πετρελαίου ως στρατηγικού όπλου εκ μέρους του Σαντάμ εναντίον των Η.Π.Α. και των συμμάχων τους, κυρίως μέσω των κρίσεων που θα μπορούσε να δημιουργήσει η ασταθής ροή ή τιμή του. Οφείλονταν ακόμη στην οικονομική δυνατότητα που θα τού προσέφεραν τα κέρδη από το πετρέλαιο, ώστε να ξαναδημιουργήσει τον τέταρτο στον κόσμο στρατό και να αποκτήσει κάποια στιγμή πυρηνικά όπλα.

Τέλος, οι Η.Π.Α. συνεχίζοντας τη διαμόρφωση του διεθνούς συστήματος, προσφέρουν σταθερότητα για τους συμμάχους τους στην περιοχή και επιτυγχάνουν εκ νέου και την εκ δυσμών διείσδυσή τους στην Ασία. Μέσω της παρουσίας τους στην υποβαθμιζόμενη πλέον στρατηγικά Μικρά Ασία και, εφεξής, στη Νοτιοδυτική Ασία ενισχύουν τα προγεφυρώματά τους στην Κεντρική Ασία, θέτοντας ίσως τις βάσεις και για μία πολιτική εκ δυσμών ανάσχεσης της Κίνας, παράλληλη με την αντίστοιχη έναντι της Ρωσίας.

Για αρκετό καιρό, τα πράγματα εμφανίζονται από τα ΜΜΕ να μην πηγαίνουν καλά για τις Η.Π.Α. στο Ιράκ και στο μέτωπο της διάδοσης των πυρηνικών, με τη Βόρειο Κορέα να αποτελεί το μεγαλύτερο «αγκάθι». Όμως ως προς το Ιράκ, τα γεγονότα που καταγράφονται – πόσο μάλλον που το τελευταίο διάστημα η κατάσταση είναι εύθραυστη αλλά βελτιώνεται - δεν συνεπάγονται ήττα• μπορεί να συνεπάγονται διάσπαση του Ιράκ και ευκολότερη διαχείριση της υπό έλεγχο περιοχής του, όπως και ευκολότερη αντιμετώπιση του Ιράν. Σε καμία περίπτωση η συγκυρία δεν συνεπάγεται αποχώρηση των Αμερικανικών δυνάμεων, όπως αποδεικνύει και η συνεχώς μεταβαλλόμενη στάση του Μπαράκ Ομπάμα όσο πλησίαζε προς τις εκλογές.

Δυσχερής, βεβαίως, είναι η θέση των Η.Π.Α. στη διαχείριση της κατάστασης στο Αφγανιστάν. Οι συμμαχικές δυνάμεις εκεί είναι εγκλωβισμένες, καθώς δεν διαφαίνονται ούτε προοπτικές ήττας, ούτε προοπτικές εξόδου. Έτσι, και λόγω της κατάστασης και λόγω συμφερόντων της υπερδύναμης και λόγω των διακηρυγμένων θέσεων του νέου Προέδρου, οι Η.Π.Α. και θα παραμείνουν και πιθανόν να ενισχύσουν τη στρατιωτική τους παρουσία. Ως προς το ζήτημα δε της Βορείου Κορέας και του Ιράν, θεωρώ ότι εμπεριέχουν κινδύνους, αλλά δεν αλλάζουν τη συνολική εικόνα της κατανομής ισχύος στο διεθνές σύστημα, ούτε και υπάρχει προοπτική να βρουν συνοδοιπόρους και να δημιουργήσουν ευρύτερες διεθνείς αντισυσπειρώσεις. Ενδεχομένως, στα πλαίσια μιας πιο ιδεαλιστικής και διαφορετικής από τους Ρεπουμπλικάνους αντίληψης του κόσμου εκ μέρους των Δημοκρατικών, να υπάρξουν περισσότερες προσπάθειες για διπλωματική αντιμετώπιση του κόσμου.

Το ζήτημα των σχέσεων με την Ρωσία στην μετά την 8η Αυγούστου 2008 εποχή, αποτελεί ένα άλλο μεγάλο θέμα για τις ΗΠΑ. Η Ρωσία επανέρχεται στο Διεθνές Σύστημα και αναζητεί τον νέο της ρόλο. Δύσκολα θα επιστρέψουμε σε μια διπολική εκδοχή του συστήματος. Ωστόσο, το πυρηνικό της οπλοστάσιο, η ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης από αυτήν και οι σαφείς ενδείξεις για τον ηγεμονικό ρόλο που επιδιώκει να παίξει στην περιοχή, καθιστούν την Ρωσία έναν ισχυρό παίκτη. Η συγκυρία υποχρεώνει το νέο Πρόεδρο να αναπροσαρμόσει την πολιτική των προκατόχων του απέναντι στη Ρωσία. Η Ρώσικη αρκούδα δεν είναι πια πληγωμένη, αλλά ισχυρότερη και ευφυέστερη στην μετά το 1989 εποχή. Υπό αυτές τις συνθήκες, είναι πιθανό να επιστρέψουμε σε μια λογική σφαιρών επιρροής και σ' αυτήν την περίπτωση δεν είναι απίθανο η νέα διοίκηση να μην επιμείνει στην πολιτική για διεύρυνση του ΝΑΤΟ, με την είσοδο της Ουκρανίας και της Γεωργίας.

Τι γίνεται όμως με την Ευρώπη; Οι Ευρωατλαντικές σχέσεις, διαμορφωμένες ώστε να εξυπηρετήσουν την ισορροπία της ψυχροπολεμικής εποχής, πέρασαν αρκετές κρίσεις κατά την μεταψυχροπολεμική περίοδο. Οι Ευρωπαίοι φαίνεται να έχουν προσδοκίες από το νέο Πρόεδρο, μετά τον Ιανουάριο. Οι ΗΠΑ καλούνται να βελτιώσουν τις σχέσεις τους με τους Ευρωπαίους. Σε ένα μεταβαλλόμενο διεθνές σύστημα οι δύο πλευρές θα αναζητήσουν ένα νέο αμοιβαία επωφελές σχήμα συνεργασίας. Ωστόσο, όπως προκύπτει και από την παραπάνω ανάλυση, λίγα μπορούν να αλλάξουν στις προτεραιότητες της πολιτικής των ΗΠΑ και, από την άλλη πλευρά, οι εσωτερικές διαιρέσεις της Ε.Ε. δυσχεραίνουν την Ε.Ε. στην ανάληψη ενός δυναμικού ρόλου στο διεθνές σύστημα. Η μόνη πιθανότητα για να διαδραματίσει η ΕΕ κάποιο ρόλο είναι η ενοποίηση διαφορετικών ταχυτήτων, με την «Ευρώπη του πυρήνα» να αναλαμβάνει τις ευθύνες της και τις πρωτοβουλίες.

Υπό αυτές τις συνθήκες θα πρέπει να αναμένουμε ότι διαφορετικών ταχυτήτων θα είναι και η συνεργασία με τις ΗΠΑ. Σε υποθέσεις που απαιτούν πολυμερή διπλωματία, χρήση «ήπιας ισχύος», σε θέματα διεθνών θεσμών, σε ζητήματα περιβάλλοντος, ανάπτυξης, διεθνούς οικονομίας, ΗΠΑ και Ε.Ε. είναι πιθανό να περάσουν σε μια νέα εποχή και να συμπορευθούν. Αυτά είναι και τα ζητήματα που ευνοούν το νέο Πρόεδρο, ώστε να στηρίξει το προφίλ του Δημοκρατικού φιλελεύθερου και του ριζοσπάστη. Αντιθέτως, εκτιμώ πως η διάσταση απόψεων θα συνεχίσει να υπάρχει σε ό,τι αφορά ζητήματα του ΝΑΤΟ, τη Ρωσία, την Μέση Ανατολή.

Συνολικά, λοιπόν, το μετά το 1989 διεθνές σύστημα παρουσιάζει: μία, σύμφωνα με όλα τα κριτήρια, υπερδύναμη• μία άλλη, στρατιωτική μόνο, λόγω των πυρηνικών της, υπερδύναμη, τη Ρωσία• δύο πιθανώς αναδυόμενες μεγάλες δυνάμεις, την Κίνα και την Ινδία• και μία οικονομική υπερδύναμη, την ΕΕ. Με δεδομένη τη στενή σχέση Η.Π.Α. – ΕΕ, την αδυναμία αντισυσπείρωσης των υπολοίπων, καθώς και το γεγονός ότι μόνο ένας παράγων μπορεί να αναλαμβάνει την όποια πρωτοβουλία, το διεθνές σύστημα δύναται να χαρακτηρισθεί ως ηγεμονικό/μονοπολικό. Ακόμη και αν θελήσουμε να δώσουμε έμφαση στο κριτήριο της πολιτικής και στρατιωτικής ανεξαρτησίας της Ρωσίας, της Κίνας ή ακόμη και της Ινδίας, το σύστημα δύσκολα θα εύρισκε άλλο χαρακτηρισμό από ηγεμονικό, καθώς, επαναλαμβάνω, οι δυνάμεις αυτές είναι αποκομμένες και δύσκολα θα συνεργασθούν μεταξύ τους.

Τέλος, οι Η.Π.Α θα συνεχίσουν να παίζουν το ρόλο που έχουν αναλάβει και να διαμορφώνουν το διεθνές σύστημα. Στην Ιστορία, καμία δύναμη δεν εγκατέλειψε την ηγεμονία της. Η μη άσκηση ή εγκατάλειψη της ηγεμονίας μπορεί να λειτουργήσει αποσταθεροποιητικά για το σύστημα και, κυρίως, μπορεί να έχει αρνητικές συνέπειες για τον ίδιο τον ηγεμόνα: «Από την ηγεμονία σας αυτή να παραιτηθείτε σήμερα δεν μπορείτε...• ... το να την αποκτήσει κανείς θεωρείται άδικο, αλλά το να την αφήσει επικίνδυνο» (Θουκυδίδης, Β.63). Τούτο συνεπάγεται ότι ο μόνος τρόπος απεγκλωβισμού μίας δύναμης από την ηγεμονία είναι, στο πλήρωμα του χρόνου, είτε η εξουθένωσή της είτε η ανατροπή της από μία άλλη, νέα ηγεμονική δύναμη. Έτσι το μόνο που μπορούμε να αναμένουμε είναι να δούμε τι είδους θα είναι η ηγεμονία υπό το νέο κυβερνήτη και μέχρι που θα φτάσει.

Κλείνοντας, θα ήθελα να σημειώσω ότι πράγματι στο εσωτερικό των ΗΠΑ συντελέστηκε μια αξιοθαύμαστη αλλαγή. Αλλαγές σημειώνονται και στο διεθνές σύστημα. Ωστόσο, ο κόσμος παραμένει ο κόσμος του Χομπς. Το γεγονός ότι ο επόμενος Πρόεδρος των ΗΠΑ είναι έγχρωμος, έχει μουσουλμανικό όνομα, συγγενείς στην Κένυα και συμμαθητές στην Ινδονησία δεν μπορεί να αλλάξει τη θέση των ΗΠΑ σ' αυτόν τον κόσμο. Ίσως μόνο την εικόνα της. Δεν συνεπάγεται μείωση του παρεμβατισμού, ούτε και εξάλειψη των πολέμων. Άλλωστε, διαχρονικά, οι «δίκαιοι» ηγέτες θεωρούσαν τον πόλεμο ως εργαλείο αποκατάστασης της τάξης, δηλαδή του κατά την άποψή τους δικαίου.

Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 06 Ιούνιος 2012 13:25
You are here Άρθρα Γνώμης Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική Το διεθνές σύστημα, οι Ηνωμένες Πολιτείες και ο νέος Πρόεδρος