Saturday, Dec 14th

Last update12:36:22 PM GMT

Προβολή άρθρων ανα tag: Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:25

Μετά το 1989: διεθνές σύστημα και ηγεμονία

Μετά το 1989: διεθνές σύστημα και ηγεμονία

 

Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 01.11.2009, σ. 26, 39
του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων


Για εμάς, τους μελετητές των Διεθνών Σχέσεων, οι σημαντικές ημερομηνίες συνδέονται με τη γένεση ή τις μεταβολές στην κατανομή ισχύος τού κρατικογενούς διεθνούς συστήματος και είναι ελάχιστες: 1648, 1815, 1945 και, φυσικά, 1989. Για εμάς, η τελευταία συμβολίζει, πρωτευόντως, την κατάρρευση ενός εκ των δύο πόλων του διεθνούς συστήματος, δευτερευόντως, την υποχώρηση ενός ισχυρού κράτους και, τριτευόντως, αυτήν ενός πολιτικού συστήματος.

Η υποχώρηση της Ε.Σ.Σ.Δ. δημιούργησε ένα τεράστιο κενό ισχύος, το οποίο μοιραία ήρθαν να καλύψουν οι Η.Π.Α. Έτσι, αμέσως μετά το 1989, στο διεθνές σύστημα εμφανίζονται: μία, σύμφωνα με όλα τα κριτήρια, υπερδύναμη, οι Η.Π.Α.• μία άλλη, στρατιωτική μόνο, λόγω των πυρηνικών της, υπερδύναμη, η Ρωσία• δύο πιθανώς αναδυόμενες μεγάλες δυνάμεις, η Κίνα και η Ινδία• και μία οικονομική υπερδύναμη, η Ε.Ε. Με δεδομένους τους ευρωατλαντικούς δεσμούς, την αδυναμία αντισυσπείρωσης των υπολοίπων, καθώς και το γεγονός ότι μόνο οι Η.Π.Α. μπορούν να αναλαμβάνουν την όποια πρωτοβουλία, το διεθνές σύστημα θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως ηγεμονικό/μονοπολικό.

Στη «νέα» παγκόσμια τάξη, οι Η.Π.Α. έθεσαν ως προτεραιότητα τον «εκδημοκρατισμό» και τη σταθεροποίηση της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, των Βαλκανίων και του χώρου τής πρώην Ε.Σ.Σ.Δ., ενώ η Ρωσία έπρεπε να χάσει τα όποια στηρίγματα θα της επέτρεπαν να ξαναπαίξει σημαντικό διεθνή ρόλο. Το ΝΑΤΟ - η μακροβιότερη και ισχυρότερη ηγεμονική συμμαχία ποτέ - παύει να έχει περιφερειακό αμυντικό χαρακτήρα. Αναδεικνύεται σε φορέα επεμβάσεων, αλλά και φορέα υπερεθνικής προσέγγισης. Οι Η.Π.Α., μέσω της συμμαχίας ή/και σε συνεργασία με άλλα κράτη και φορείς (Ε.Ε., ΟΑΣΕ), εστιάζουν, επίσης, την προσοχή τους, στο βόρειο τμήμα της Ευρασίας, παραμελώντας σχεδόν τα τεράστια προβλήματα που παρουσιάζει το νότιο ημισφαίριο.

Το 2001, όταν επανήλθαν στην εξουσία οι Ρεπουμπλικάνοι, η εξωτερική πολιτική των Η.Π.Α. προμηνυόταν λιγότερο παρεμβατική, χωρίς όμως, να αποκλείονται οι ανοιχτές επεμβάσεις, αν κρινόταν αναγκαίο για λόγους ασφαλείας. Παράλληλα αναμενόταν, η προσέγγιση με τη Ρωσία και ήταν έκδηλη η έμφαση που έδιδε η νέα κυβέρνηση στο θέμα των διαστημικών εξοπλισμών.

Αυτή περίπου ήταν η μετά το 1989 εικόνα του διεθνούς συστήματος και του ρόλου της μοναδικής υπερδύναμης, όταν στις 11.9.2001 έλαβε χώρα η τρομοκρατική επίθεση εναντίον της. Ήταν το πρώτο πλήγμα που υπέστησαν οι Η.Π.Α. στο εσωτερικό τους. Ό,τι δεν συνέβη, λόγω της πυρηνικής αποτροπής, στον ψυχρό πόλεμο, συνέβη σε μία στιγμή ηγεμονικής υπεροχής τους.

Οι Η.Π.Α. υιοθετούν τότε το δόγμα «ενάντια στον τρόμο» και διεξάγουν δύο πολέμους κατά καθεστώτων που φέρονται να υποστηρίζουν ή ανέχονται την τρομοκρατία. Εμμέσως, επιχειρούν δύο επιπλέον πράγματα. Πρώτο, να εδραιωθούν στη Μέση Ανατολή και να δημιουργήσουν προγεφύρωμα προς την Κεντρική Ασία. Δεύτερο, να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα που ταλανίζει κάθε ηγεμονική δύναμη, την εμφάνιση του μικρού κράτους με εχθρικό πολίτευμα ή παράτολμη ηγεσία που αποκτά (Βόρεια Κορέα) ή επιδιώκει να αποκτήσει (Ιράκ, Ιράν) όπλα μαζικής καταστροφής.

Από την άλλη πλευρά, η Ρωσία αρχίζει να αναζητεί νέο ρόλο. Το πυρηνικό της οπλοστάσιο, η ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης από αυτήν και οι σαφείς ενδείξεις για τον ηγεμονικό ρόλο που επιθυμεί να παίξει στην περιοχή, καθιστούν την Ρωσία ισχυρό παίκτη. Βεβαίως, δύσκολα θα επιστρέψουμε σε μια διπολική εκδοχή του συστήματος• είναι, όμως, πάντα πιθανό να επικρατήσει η λογική των σφαιρών επιρροής.

Εν τω μεταξύ, η ευρωπαϊκή ενοποίηση προχώρησε. Ωστόσο, οι εσωτερικές διαιρέσεις δεν επιτρέπουν στην Ε.Ε. να αναλάβει διεθνώς δυναμικό ρόλο. Η μόνη πιθανότητα για να διαδραματίσει η Ε.Ε. κάποιο ρόλο, εκτός της οικονομικής σφαίρας, φαίνεται να είναι η ενοποίηση διαφορετικών ταχυτήτων, με την «Ευρώπη του πυρήνα» να αναλαμβάνει τις ευθύνες της και τις πρωτοβουλίες.

Σήμερα, είκοσι χρόνια μετά, φαίνεται πως οι Η.Π.Α. θα διατηρήσουν και θα συνεχίσουν την ηγεμονία τους. Στην Ιστορία, καμία δύναμη δεν εγκατέλειψε την ηγεμονία. Ο μόνος τρόπος απαγκίστρωσής της από αυτήν είναι, στο πλήρωμα του χρόνου, είτε η εξουθένωσή της είτε η ανατροπή της από άλλη ηγεμονική δύναμη. Η μη άσκηση ή εγκατάλειψη της ηγεμονίας μπορεί να λειτουργήσει αποσταθεροποιητικά για το σύστημα και, κυρίως, μπορεί να έχει αρνητικές συνέπειες για τον ίδιο τον ηγεμόνα: «από την ηγεμονία σας αυτή να παραιτηθείτε σήμερα δεν μπορείτε• το να την αποκτήσει κανείς θεωρείται άδικο, αλλά το να την αφήσει επικίνδυνο» (Θουκυδίδης, Β.63).

Το μόνο που απομένει να δούμε είναι τι είδους θα είναι η ηγεμονία υπό τον προσφάτως τιμηθέντα με Νόμπελ ειρήνης Πρόεδρο Ομπάμα. Η μέχρι τώρα πολιτική του, υπό το βάρος της οικονομικής κρίσης και των εσωτερικών υποθέσεων, δεν επιτρέπει ασφαλείς εκτιμήσεις, πέραν της βεβαιότητας για τις προσπάθειες διατήρησης του ηγεμονικού ρόλου.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Μία ολιστική προσέγγιση στην εξωτερική πολιτική

 

Μακεδονία, 25.10.2009, σ. 75
του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων


Η εξωτερική πολιτική έχοντας άμεση σχέση με τους αέναα επιδιωκόμενους σκοπούς της επιβίωσης ενός έθνους-κράτους, της μεγιστοποίησης της ισχύος και της ασφάλειας, έχει καθοριστική σημασία για το παρόν και το μέλλον κάθε κράτους. Ο τρόπος άσκησής της καθορίζει το ρόλο του στο διεθνές σύστημα και τις σχέσεις του με τα υπόλοιπα. Αποτελεί έναν από τους πιο καίριους συντελεστές στη διαμόρφωση της ταυτότητας με την οποία κάθε χώρα πορεύεται στο διεθνές σύστημα. Επιπλέον, ενώ η εξωτερική πολιτική αφορά το σύνολο των εξωτερικών σχέσεων μιας χώρας, έχει άμεσες επιπτώσεις και στο εσωτερικό πεδίο.

Η εξωτερική πολιτική δεν ασκείται στο κενό. Δεν ασκούμε δηλαδή πολιτική έναντι άλλων, αλλά, ταυτοχρόνως, και αποδέκτες των πολιτικών τους. Η άσκηση της εξωτερικής πολιτικής είναι διαδραστική. Το γεγονός αυτό καθιστά την διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής ένα δύσκολο παζλ.

Από όλα τα παραπάνω εύκολα συμπεραίνει κάποιος ότι πρόκειται για ένα σύνθετο και γι' αυτό απαιτητικό πεδίο της πολιτικής. Άλλωστε, συχνά η εξωτερική πολιτική θεωρείται υψηλή πολιτική και η επιτυχής άσκησή της προνόμιο χαρισματικών ηγετών και ταλαντούχων διπλωματών που διαθέτουν το αλάνθαστο κριτήριο της ορθολογικής επιλογής σε δεδομένες συγκυρίες. Είναι, όμως, αυτό αρκετό;

Σ' ένα διεθνές σύστημα που χαρακτηρίζεται από υψηλά επίπεδα σύνθετης αλληλεξάρτησης ανάμεσα στα έθνη-κράτη αλλά και μεταξύ των διαφορετικών πολιτικών, η εξωτερική πολιτική αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Έχει επιπτώσεις τόσο στην καθημερινότητα της διακυβέρνησης όσο και στην καθημερινότητα του πολίτη. Η εξωτερική πολιτική δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται μόνο ως υψηλή πολιτική που μπορεί να ασκείται από λίγους και σε μία κατεύθυνση. Αντίθετα, χρήζει ολιστικής προσέγγισης.

Μια ολιστική προσέγγιση στην εξωτερική πολιτική τέμνει τη διακυβέρνηση οριζόντια και κάθετα. Ασκείται από την Προεδρία της Δημοκρατίας, την κυβέρνηση, το Κοινοβούλιο, τα ίδια τα κόμματα. Συσχετίζεται δε άμεσα με όλες τις πολιτικές. Καταρχάς, είναι στενά συνδεδεμένη με την πολιτική εθνικής άμυνας, καθώς το παραδοσιακό δίλημμα ασφάλειας δύναται να επιλυθεί μόνο μέσω των συσχετισμών ισχύος, ανάμεσα στους οποίους η αμυντική ικανότητα κατέχει τον πρωτεύοντα ρόλο.

Επιπλέον, μια σπουδαία συνιστώσα της εξωτερικής πολιτικής είναι οι διεθνείς οικονομικές σχέσεις. Τα υψηλά επίπεδα αλληλεξάρτησης της διεθνούς οικονομίας και αυτής με την πολιτική καθιστούν την καλλιέργεια και την αξιοποίηση των διεθνών οικονομικών σχέσεων αναγκαία προϋπόθεση για την ανάπτυξη και την ευημερία κάθε κράτους. Επιπροσθέτως, η οικονομική αλληλεξάρτηση μπορεί να συντελέσει στην ενίσχυση της ασφάλειας και στη διατήρηση της ειρήνης. Η άσκηση εξωτερικής πολιτικής, λοιπόν, θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις πολιτικές για την οικονομία. Στην περίπτωση της Ελλάδας ειδικά, θα πρέπει η οικονομική διπλωματία να λαμβάνει υπόψη πολιτικές που συναρτώνται του εμπορίου, των εξαγωγών, των επιχειρήσεων, της ναυτιλίας, των μεταφορών, των υποδομών, της ενέργειας, του τουρισμού.

Ένα άλλο μέχρι πρότινος περιφερειακό και τώρα κεντρικό ζήτημα στην εξωτερική πολιτική είναι το περιβάλλον. Τα ζητήματα διαχείρισης διασυνοριακών φυσικών πόρων αλλά και η σημασία που έχει και που αποδίδεται στην ασφάλεια του περιβάλλοντος διεθνώς, έχουν θέσει το περιβάλλον υψηλά στην ατζέντα της διεθνούς ασφάλειας. Ας μην ξεχνούμε ότι η υπογραφή της Συνθήκης του Κιότο αποτέλεσε σημείο τριβής στις ευρωατλαντικές σχέσεις και, επιπλέον, δεν πρέπει να λησμονούμε την έκταση των διασυνοριακών πόρων που διαθέτει η χώρα μας και τη σημασία τους.

Ακόμη, εργαλείο στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής μπορεί να είναι και ο πολιτισμός. Η δραστηριότητα της πολιτιστικής διπλωματίας εντείνεται. Τούτο έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα, μια χώρα με πλούσια πολιτιστική κληρονομιά, με σύγχρονη πολιτιστική παραγωγή και με ανάγκη προσανατολισμού της οικονομίας προς την τουριστική βιομηχανία. Επιπροσθέτως, η Ελλάδα έχει δυνατότητες να παίξει, μέσω της διασύνδεσης παιδείας και πολιτισμού, ενεργό ρόλο στο χώρο τής εκπαιδευτικής διπλωματίας, ιδιαίτερα σε τομείς στους οποίους διαθέτουμε συγκριτικά πλεονεκτήματα.

Προχωρώντας, ένα βήμα παραπέρα και βλέποντας τις επιπτώσεις της εξωτερικής πολιτικής στο εσωτερικό πεδίο θα πρέπει να δούμε ότι συνδέεται άμεσα με πολιτικές για τη μετανάστευση, τη δημόσια ασφάλεια, τη δημόσια υγεία, την κοινωνική συνοχή, αλλά και με τις πολιτικές εξελίξεις. Συνεπώς, η εξωτερική πολιτική δεν αφορά μόνο το εξωτερικό. Στις σύγχρονες κοινωνίες ένα σημαντικό μέρος ασκείται εντός των συνόρων μιας χώρας. Αυτή η ανάγκη έχει ήδη γίνει φανερή σε κοινωνίες περισσότερο πολυπολιτισμικές από την Ελληνική, όπως αυτή του Ηνωμένου Βασιλείου. Επίσης, στο εσωτερικό η εξωτερική πολιτική πέφτει συχνά θύμα του λαϊκισμού, της προπαγάνδας και της πολιτικής αντιπαράθεσης. Γι' αυτό θα πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί σε ό,τι αφορά τις προσεγγίσεις στα εθνικά θέματα.

Επιπροσθέτως, η άσκηση της εξωτερικής μας πολιτικής καθίσταται ακόμη πιο περίπλοκη λόγω της συμμετοχής μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και της αυξανόμενης σημασίας που έχουν οι Ευρωπαϊκές υποθέσεις στην καθημερινότητα μας. Η διάκριση ανάμεσα στο εξωτερικό και το εσωτερικό, στο τι είναι ζήτημα εξωτερικής πολιτικής και τι όχι, είναι πλέον δυσχερής σε πολλά από τα ευρωπαϊκά θέματα. Άλλωστε, γι' αυτό πολλά κράτη μέλη της Ένωσης διαθέτουν χαρτοφυλάκια ευρωπαϊκών υποθέσεων.

Κατά τη γνώμη μου είναι φανερή η ανάγκη για την υιοθέτηση μιας ολιστικής προσέγγισης στην εξωτερική πολιτική. Η εξωτερική πολιτική είναι από τη φύση της μια εξωστρεφής πολιτική, που απαιτεί δυναμισμό, όραμα και σχέδιο. Δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποσπασματικά. Μια τέτοια προσέγγιση θα πρέπει να εγγυάται την ασφάλεια από εξωτερικές και εσωτερικές απειλές και να παρέχει τις δυνατότητες για την ανάπτυξη και την ευημερία της χώρας. Οφείλει να διαμορφώνεται σε συνάρτηση με όλες τις άλλες πολιτικές και στο πλαίσιο μιας εθνικής στρατηγικής.

Τέλος, μια τέτοια ολιστική προσέγγιση στην εξωτερική πολιτική εισάγει και μια νέα αντίληψη για την πολιτική. Απορρίπτει την άποψη ότι η εξωτερική πολιτική είναι απλώς η πολιτική των πολιτικών. Αναδεικνύει, όμως, το ότι όλες οι πολιτικές είναι αλληλοεξαρτώμενες και η εξωτερική είναι η προς τα έξω έκφανσή τους. Τούτο μας υποχρεώνει να αναζητήσουμε και μια μορφή κυβέρνησης συγκοινωνούντων δοχείων, με όσο το δυνατόν καλύτερο συντονισμό.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:24

Πολιτικός Επιστήμων;

Πολιτικός Επιστήμων;

 

Αγγελιοφόρος, Σάββατο 29.10.2009
του Ηλία Ι. Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων


Φαντάζομαι ότι πολλοί έχουν βιώσει ή έχουν ακούσει από φίλους την εξής ιστορία: όταν παλαιότερα είχαν πετύχει να εισαχθούν στην Πάντειο ή, πιο πρόσφατα, σε κάποιο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης ή Διεθνών Σχέσεων, οι γονείς τους ρώτησαν: «και μετά, παιδί μου, τι δουλειά θα κάνεις;...»

Το τι δουλειές ή λειτουργήματα κάνουν οι απόφοιτοι των Τμημάτων Πολιτικής Επιστήμης ή Διεθνών Σχέσεων είναι πλέον γνωστό: πολιτικοί σύμβουλοι, αναλυτές, δημοσκόποι, διπλωμάτες, εκπαιδευτικοί, λογογράφοι, δημόσιοι υπάλληλοι, ερευνητές, κ.ά. Δυστυχώς, όμως, τίποτε από όλα αυτά δεν είναι κατοχυρωμένο.

Για να ισχύσει το γενικώς κατοχυρωμένο από το Σύνταγμα δικαίωμα στην εργασία πρέπει πρωτίστως να οικοδομηθεί, κατά περίπτωση, ένα στέρεο και σταθερό πλαίσιο θεσμικής θωράκισης του δικαιώματος αυτού. Την στιγμή που, στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης και στις ΗΠΑ ο πολιτικός επιστήμων διαθέτει αναγνωρισμένους φορείς εκπροσώπησης των επαγγελματικών του διεκδικήσεων, αναγνωρισμένα επαγγελματικά δικαιώματα σε χώρους όπως το Υπουργείο Εξωτερικών, το Υπουργείο Άμυνας, τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, κ.α., στην Ελλάδα επικρατεί σχεδόν το απόλυτο θεσμικό κενό. Ενώ σε άλλους επιστημονικούς χώρους, ορθώς, το αναγνωρισμένο επαγγελματικό δικαίωμα υφίσταται, στο χώρο της Πολιτικής Επιστήμης και των Διεθνών Σχέσεων, η αντιμετώπιση από τους επίσημους θεσμούς της πολιτείας είναι ετεροβαρής.

Το έλλειμμα αυτό ασφαλώς και δεν αποτελεί αποκλειστική ευθύνη της πολιτείας. Οι ευθύνες επιμερίζονται και στις δικές μας πλάτες που για χρόνια δεν έχουμε ανακινήσει το θέμα. Αλλά πλέον νομίζω ότι οι καιροί είναι ώριμοι για να ανοίξει η εν λόγω συζήτηση και στην Ελλάδα και να αποκατασταθεί μια εργασιακή αδικία δεκαετιών εις βάρος ενός χώρου που έχει προσφέρει λαμπρούς πανεπιστημιακούς, ερευνητές και πολιτικές προσωπικότητες.

Η θεραπεία των κλάδων της Πολιτικής Επιστήμης αποτελεί αναγκαιότητα για την ευημερία και την ασφάλεια του Ελληνικού κράτους, αλλά και ένα εφαλτήριο δημιουργίας και παραγωγής νέων ιδεών και απόψεων. Το αναγνωρισμένο επαγγελματικό δικαίωμα θα επιτρέψει σε νέους και σε έμπειρους επιστήμονες να αντιμετωπίσουν με μεγαλύτερη αισιοδοξία το μέλλον. Υπογραμμίζω ότι δεν πρόκειται για μια συντεχνιακή ανάγκη, αλλά για τη δικαίωση και την αναγνώριση ενός επιστημονικού κλάδου που συνδέεται άμεσα με την δημιουργία και την υποστήριξη ενός νέου πλαισίου ιδεών και θεσμών που έχει ανάγκη η χώρα.

Διεκδικούμε λοιπόν, όχι κάτι περισσότερο από αυτό που έχουν επιτύχει και κατοχυρώσει δικαίως και άλλοι επιστημονικοί χώροι: το αναγνωρισμένο επαγγελματικό δικαίωμα. Και προσδοκούμε από την πολιτεία – το κεντρικό αντικείμενο μελέτης μας - να ανταποκριθεί στη δίκαιη διεκδίκηση μας.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Ελλάδα

Προκλήσεις και Οφέλη από την Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση


Μακεδονία, 20.01.2009
του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων
Πρύτανης Πανεπιστημίου Μακεδονίας


Η δημιουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελεί ένα sui generis φαινόμενο. Για κάποιους θαύμα, το οποίο θα πρέπει να γιορτάσουμε, και για άλλους εξέλιξη που χρήζει κριτικής αντιμετώπισης. Την αλήθεια θα την βρούμε κάπου στη μέση.

Η Ένωση κατάφερε σταδιακά να εγκαθιδρύσει την ειρήνη, τη σταθερότητα, την ασφάλεια, τη συνεργασία και την ευημερία, εκεί όπου βασίλευε ο πόλεμος, η βία, η καχυποψία, η αστάθεια. Στήριξε τον εκδημοκρατισμό και τον εκσυγχρονισμό των ευρωπαϊκών κρατών από την Μεσόγειο μέχρι τη Βαλτική. Μέσα από τις διαδοχικές διευρύνσεις η Ένωση μεγάλωσε πληθυσμιακά και γεωγραφικά. Έγινε πιο πλούσια πολιτισμικά και συγχρόνως περισσότερο Ευρωπαϊκή. Η Ευρωπαϊκή Ένωση των 27 αποτελεί πλέον μια παγκόσμια δύναμη στο οικονομικό πεδίο, αλλά και έναν υπολογίσιμο παράγοντα στο πολιτικό. Αναπτύχθηκε ως ένα υπερεθνικό μόρφωμα, έχοντας το έθνος κράτος στο επίκεντρο της, συνδυάζοντας το εθνικό συμφέρον και τον μόνιμο ανταγωνισμό με τα αμοιβαία κέρδη.

Ποιο είναι, όμως, το όφελος για τον Έλληνα και κάθε ευρωπαίο πολίτη; Οι δυνατότητες που δίνει η οικονομική, πολιτική και ηθική δύναμη της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης εντός της Ευρώπης και έξω από αυτή. Πρόκειται: για τις ελευθερίες και τις κοινές πολιτικές, όπως είναι η ελεύθερη διακίνηση ανθρώπων και αγαθών, η κοινή αγροτική πολιτική, η κοινή εξωτερική πολιτική• για τις δυνατότητες αντιμετώπισης κοινών προβλημάτων και προκλήσεων, όπως τα θέματα περιβάλλοντος και ενέργειας• επίσης, για τις δυνατότητες παρέμβασης σε παγκόσμιο επίπεδο, από το εμπόριο και τα χρηματοπιστωτικά μέχρι την ανάπτυξη και την ανθρωπιστική βοήθεια. Η Ένωση λειτουργεί συμπληρωματικά στα κράτη μέλη της και, συγχρόνως, είναι κάτι παραπάνω από το σύνολο των μερών της. Οι πολίτες επωφελούνται από την μεταμορφωτική δύναμη της Ένωσης εντός των χωρών τους αλλά και έξω από αυτές. Ωστόσο, η διαχείριση και η αξιοποίηση αυτής της δύναμης διαφέρει από κράτος σε κράτος, με αποτέλεσμα η πρόοδος της διαδικασίας του εξευρωπαϊσμού και σύγκλισης να ποικίλει.

Στην Ελλάδα κερδίσαμε πολλά στοιχήματα, με κυριότερα αυτό του εκδημοκρατισμού και της ένταξης στην ΟΝΕ. Επωφεληθήκαμε από τη σταθερότητα που εγγυήθηκε η διεύρυνση προς την ΝΑ Ευρώπη. Χάσαμε, όμως – και συνεχίζουμε να χάνουμε πολλές ευκαιρίες -, όπως στην περίπτωση της αξιοποίησης ευρωπαϊκών πόρων ή στην καλλιέργεια ευρωπαϊκής νοοτροπίας, όπως σε ζητήματα επιχειρηματικότητας, δημόσιας διοίκησης, προστασίας του περιβάλλοντος, εκπαίδευσης. Καθυστερήσαμε στη σύζευξη της βαλκανικής και της Ευρωπαϊκής πολιτικής. Πλέον, δεν είμαστε το μόνο ευρωπαϊκό κράτος στα Βαλκάνια και αυτό δημιουργεί νέες προκλήσεις για το ρόλο της Ελλάδας που πρέπει να λάβουμε υπόψη μας. Ο εξευρωπαϊσμός μπορεί να αποτελέσει διέξοδο στ' αδιέξοδα της ελληνικής πολιτικής σήμερα. Αρκεί, να κατανοήσουμε τη σημασία της Ένωσης για την καθημερινότητα μας και για το μέλλον της χώρας.

Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι αντιμετωπίζουμε την Ε.Ε. άκριτα. Όντας μια διαδικασία με ασαφή, εσχάτως, κατεύθυνση, η Ευρωπαϊκή ενοποίηση διατρέχει τα πρώτα χρόνια του 21ου αιώνα, αντιμετωπίζοντας μια σειρά από σοβαρές προκλήσεις. Η θεσμική της εξέλιξη, το δημοκρατικό έλλειμμα, ο ρόλος της στο Διεθνές Σύστημα, η σχέση της με τις ΗΠΑ και τη Ρωσία, οι πολιτικές της στον υπόλοιπο κόσμο, οι οικονομικές της σχέσεις και επιδόσεις, οι προσδοκίες των πολιτών της και οι διαθέσεις των ηγετών της, θα κρίνουν το μέλλον της και το μέλλον μας.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Το διεθνές σύστημα, οι Ηνωμένες Πολιτείες και ο νέος Πρόεδρος

 

Αμυντικά Θέματα
Περίοδος Δ', Τεύχος 265 [28] Δεκέμβριος 2008, σελ. 47-49
του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων


Είναι ο ωκεανός, το πλοίο ή ο κυβερνήτης του που καθορίζουν τις εξελίξεις; Με άλλα λόγια, επαναφέροντας στο προσκήνιο για την παρούσα μελέτη τα τρία μεθοδολογικά επίπεδα ανάλυσης των Διεθνών Σχέσεων, είναι το διεθνές σύστημα, το κράτος ή η πολιτική ηγεσία, εν προκειμένω η κορυφή της, ο Μπαράκ Ομπάμα, που θα προσδιορίσουν τη συμπεριφορά των Ηνωμένων Πολιτειών τα επόμενα τέσσερα χρόνια;

Ας μη γελιέται κανείς. Η απάντηση βρίσκεται στη σύνθεση των τριών προσεγγίσεων. Διότι ο κυβερνήτης του πλοίου θέλει να το οδηγήσει σε μία πορεία και σ' έναν προορισμό. Το ερώτημα είναι πάντα αν το πλοίο θέλει και μπορεί να πάει και αν οι συνθήκες του ωκεανού το επιτρέπουν. Γι αυτό παρακάτω, θα προχωρήσω παρουσιάζοντας την κατάσταση του διεθνούς συστήματος, τον ρόλο των ΗΠΑ, λαμβάνοντας υπόψη τα λίγα που γνωρίζουμε για τις απόψεις και τους στόχους του νέου Προέδρου, όπως αυτοί εξαγγέλθηκαν μέχρι τώρα.

Σε κάθε περίπτωση, ό,τι και αν γραφεί σήμερα, συνιστά πιθανολόγηση καταστάσεων και εξελίξεων, αφού δεν υπάρχει δυνατότητα να προβλέψει κανείς το μέλλον. Μπορεί μόνο, στη βάση των επιστημονικά τεκμηριωμένων συμπερασμάτων και της προσεκτικής παρατήρησης, να καταγράψει το γίγνεσθαι και τη δυναμική του. Σε αυτό το γίγνεσθαι και τη μεγάλη εικόνα, αυτήν του διεθνούς συστήματος, και στον ρόλο των ΗΠΑ θα εστιάσω.

Μετά το 1989, η προοδευτική κατάρρευση της Ε.Σ.Σ.Δ. δημιούργησε ένα κενό ισχύος στο διεθνές σύστημα και επέτρεψε να αναδειχθούν οι Η.Π.Α. ως η μοναδική υπερδύναμη του πλανήτη. Οι Η.Π.Α., σε συνεργασία (και όχι ανταγωνιστικά) με τους Ευρωπαίους, ήταν μοιραίο να επιχειρήσουν να καλύψουν το κενό της Ε.Σ.Σ.Δ. και να δημιουργήσουν, χωρίς να έχουν ουσιαστικά αντίπαλο, τη «νέα» δική τους παγκόσμια τάξη.

Στα πλαίσια της «νέας» παγκόσμιας τάξης το ΝΑΤΟ - η μακροβιότερη και ισχυρότερη ηγεμονική συμμαχία που γνώρισε ποτέ ο κόσμος - παύει να είναι μία περιφερειακή αμυντική συμμαχία και αναδεικνύεται σε έναν παρεμβατικό φορέα, αλλά και φορέα υπερεθνικής προσέγγισης. Οι Η.Π.Α. με το ΝΑΤΟ και τις από αυτό εκπορευόμενες πρωτοβουλίες (NACC, PfP) ή σε συνεργασία με δυτικοευρωπαϊκούς φορείς ολοκλήρωσης (Ευρωπαϊκή Ένωση) και διεθνούς συνεργασίας (ΟΑΣΕ) επιχειρούν να συσπειρώσουν τα κράτη του βορείου ημισφαιρίου και να σταθεροποιήσουν τα πολιτικά συστήματα των πρώην Ανατολικών κρατών και τις μεταξύ τους σχέσεις.

Στη «νέα» τάξη πραγμάτων, οι Η.Π.Α. εστιάζουν την προσοχή τους, στο βόρειο τμήμα της Ευρασίας, παραμελώντας σχεδόν τα τεράστια προβλήματα που παρουσιάζει το νότιο ημισφαίριο. Παραλλήλως, επιχειρούν να επιβάλουν το δικό τους σύστημα πολιτικών και άλλων αξιών, όπως αυτό εκφράζεται από την εκάστοτε κυβέρνησή τους.

Στην μεταψυχροπολεμική εποχή και πριν την αλλαγή του αιώνα, οι Η.Π.Α. θα διεξάγουν δύο πολέμους. Ο πρώτος κατά του Ιράκ με στόχο την απομάκρυνσή του από το Κουβέιτ, την αποκατάσταση της στρατιωτικής ισορροπίας στην περιοχή του Περσικού και την διασφάλιση της ροής του μαύρου χρυσού προς τη Δύση. Το νικηφόρο πόλεμο των Η.Π.Α. ακολουθούν σοβαρές κυρώσεις κατά του Ιράκ, όπως και διευθετήσεις στο Παλαιστινιακό, χωρίς εν τούτοις να έπεται και οριστική επίλυση του πλέον σοβαρού και χρονίζοντος προβλήματος στη Μέση Ανατολή.

Όμως η πρωταρχική μέριμνα των Η.Π.Α. μετά το 1989 είναι ο «εκδημοκρατισμός» και η σταθεροποίηση της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, των Βαλκανίων και του χώρου της πρώην Ε.Σ.Σ.Δ., με την προσοχή να εστιάζεται κυρίως στη Ρωσία. Η τελευταία έπρεπε αφενός να χάσει τα όποια στηρίγματα στο εξωτερικό που θα της επέτρεπαν να ξαναπαίξει σημαντικό διεθνή ρόλο, αφετέρου να εκδημοκρατισθεί στο εσωτερικό, έτσι ώστε να αποκλεισθεί η ανάκαμψη στην εξουσία των κομμουνιστών ή μίας στρατιωτικής εθνικιστικής δικτατορίας.

Τον Ιανουάριο του 2001, στις Η.Π.Α., επανήλθαν στην εξουσία οι Ρεπουμπλικάνοι με Πρόεδρο τον Τζορτζ Μπους, τον νεότερο. Η εξωτερική πολιτική των Η.Π.Α. άρχισε τότε να διαφαίνεται ως λιγότερο παρεμβατική στον τομέα της δημιουργίας νέων εθνών ("nation building"), χωρίς όμως, σύμφωνα με τότε δηλώσεις, να αποκλείονται οι επεμβάσεις όταν θα το απαιτούσαν τα συμφέροντα ασφαλείας. Όπως επίσης αναμενόταν, η προσέγγιση με τη Ρωσία είχε δρομολογηθεί, ενώ παράλληλα ήταν έκδηλη η έμφαση που έδιδε η νέα κυβέρνηση στο θέμα των διαστημικών εξοπλισμών («Πόλεμος των Άστρων»).

Αυτή περίπου ήταν η εικόνα του διεθνούς συστήματος και του ρόλου της μοναδικής υπερδύναμης μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου, όταν στις 11.9.2001 έλαβε χώρα η τρομοκρατική επίθεση εναντίον των Η.Π.Α.. Η επίθεση, που είχε ως αποτέλεσμα την ολοσχερή καταστροφή του Κέντρου Παγκοσμίου Εμπορίου και πτέρυγας του Πενταγώνου, συντελέσθηκε από ισλαμικούς, ακραίους, μη κρατικούς παράγοντες του διεθνούς συστήματος, με την ανοχή, επίνευση ή και ενθάρρυνση κάποιων κρατών.

Τούτο ήταν το πρώτο πλήγμα που υπέστησαν οι Η.Π.Α. στο εσωτερικό τους. Ό,τι δεν συνέβη με τα πυρηνικά (λόγω της αποτροπής) στον ψυχρό πόλεμο, συνέβη στην μεταψυχροπολεμική εποχή, σε μία στιγμή ηγεμονικής υπεροχής τους. Από το πλήγμα ετρώθη το κύρος των Η.Π.Α., ενώ οι αρνητικές συνέπειες στην οικονομία ήταν σημαντικές και μετρήσιμες. Παράλληλα, οι μετακινήσεις των πολιτών και η πυκνότητα των συναλλαγών μειώθηκαν, νομοθετικές ρυθμίσεις κατά της τρομοκρατίας δρομολογήθηκαν, ενώ κινητοποιήθηκε ο μηχανισμός των Η.Π.Α. για την αντιμετώπιση και την εξάλειψη της διεθνούς τρομοκρατίας.

Στη βάση ενός νέου δόγματος, οι Η.Π.Α., μετά την 11η.9.2001 και μέχρι τα μέσα του 2003, θα διεξάγουν άλλους δύο πολέμους από τους οποίους θα αποκομίσουν σημαντικά οφέλη. Για τις ανάγκες της εκστρατείας κατά του Αφγανιστάν προσελκύεται το Πακιστάν, προσεγγίζονται η Κίνα και η Ινδία, ενώ, τελικώς, το Αφγανιστάν και κάποιες γειτονικές πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες εντάσσονται (για πρώτη φορά) στη σφαίρα επιρροής των Η.Π.Α.. Δημιουργούν έτσι μία σημαντική βάση ισχύος στην Κεντρική Ασία.

Επιπλέον, οι Η.Π.Α. στρέφονται κατά καθεστώτων που υποστηρίζουν ή ανέχονται την τρομοκρατία και, ταυτοχρόνως, επιχειρούν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα που ταλανίζει κάθε μεγάλη πυρηνική δύναμη: την εμφάνιση του μικρού κράτους με το μη φιλικό πολίτευμα ή την παράτολμη ηγεσία που θα αποκτούσε (Βόρεια Κορέα) ή απλώς θα είχε την επιθυμία να αποκτήσει (Ιράκ, Ιράν) όπλα μαζικής καταστροφής. Με μία τέτοια λογική, οι Η.Π.Α. αναλαμβάνουν στις αρχές του 2003 πολεμική εκστρατεία κατά του Ιράκ, η οποία θα καταλήξει στην κατάληψή του.

Όμως η παρουσία των Η.Π.Α. στη Μέση Ανατολή οφείλεται σε μία σειρά συμφερόντων τους ως ηγεμονικής δύναμης. Πρώτον, ανατρέπουν το καθεστώς του Ιράκ και το μετατρέπουν σε φιλική προς αυτές χώρα. Αποκαθιστούν έτσι την κατά τον ψυχρό πόλεμο μετακίνησή του προς την Ε.Σ.Σ.Δ., ενώ στερούν τη Ρωσία από ένα φιλικό της κράτος.

Δεύτερον, το Ιράκ συνορεύει με μία σειρά κρατών μεγάλης σημασίας για τις Η.Π.Α. και η πρόσδεσή του στο άρμα τους μπορεί να πιέσει ή ακόμη και να οδηγήσει μακροπρόθεσμα τη Συρία και το Ιράν προς την ίδια κατεύθυνση. Η Συρία είχε ενταχθεί πρώτη στον Σοβιετικό συνασπισμό, ενώ, αργότερα, παρέσυρε και τον Λίβανο, παρά τις αντίθετες προσπάθειες των Αμερικανών (1983-4). Το Ιράν, ξέφυγε το 1978 από την Αμερικανική σφαίρα επιρροής δημιουργώντας σοβαρότατο πρόβλημα στην αντισοβιετική γραμμή ανάσχεσης των Η.Π.Α. και στο κύρος τους, εξαιτίας τής κατάληψης της πρεσβείας τους στην Τεχεράνη και της αποτυχημένης επιχείρησής τους για απελευθέρωση των ομήρων. Μετά την εγκατάσταση των Η.Π.Α. στο Ιράκ, η Συρία και το Ιράν περικλείονται πλέον στρατιωτικά από παντού.

Τρίτον, οι Η.Π.Α., όντας στο Ιράκ, διασφαλίζουν δύο πολύ πιστούς συμμάχους τους: την Ιορδανία και το Ισραήλ. Το επιτυγχάνουν αφενός εκμηδενίζοντας τη στρατιωτική απειλή του Σαντάμ, αφετέρου αποκόπτοντας τη χρηματοδότηση αλλά και την υποκίνηση από αυτόν ριζοσπαστικών ομάδων στις δύο χώρες και κυρίως στο Ισραήλ.

Τέταρτον, οι Η.Π.Α. με τη νίκη τους και τον έλεγχο του Ιράκ εξασφαλίζουν το στρατηγικό συντελεστή που λέγεται πετρέλαιο. Οι πολεμικές επιχειρήσεις δεν οφείλονταν απλώς σε μία προσέγγιση αύξησης των κερδών κάποιων μεγάλων εταιριών. Αυτό ήταν μάλλον εύκολο να γίνει αν το 1992 επέβαλαν στο Σαντάμ τη διαχείριση των πετρελαίων του από Αμερικανικές εταιρείες ή αν τού προσφερόταν η πολιτική του επιβίωση ως αντάλλαγμα για τα πετρέλαια. Οφείλονταν στο φόβο χρησιμοποίησης του πετρελαίου ως στρατηγικού όπλου εκ μέρους του Σαντάμ εναντίον των Η.Π.Α. και των συμμάχων τους, κυρίως μέσω των κρίσεων που θα μπορούσε να δημιουργήσει η ασταθής ροή ή τιμή του. Οφείλονταν ακόμη στην οικονομική δυνατότητα που θα τού προσέφεραν τα κέρδη από το πετρέλαιο, ώστε να ξαναδημιουργήσει τον τέταρτο στον κόσμο στρατό και να αποκτήσει κάποια στιγμή πυρηνικά όπλα.

Τέλος, οι Η.Π.Α. συνεχίζοντας τη διαμόρφωση του διεθνούς συστήματος, προσφέρουν σταθερότητα για τους συμμάχους τους στην περιοχή και επιτυγχάνουν εκ νέου και την εκ δυσμών διείσδυσή τους στην Ασία. Μέσω της παρουσίας τους στην υποβαθμιζόμενη πλέον στρατηγικά Μικρά Ασία και, εφεξής, στη Νοτιοδυτική Ασία ενισχύουν τα προγεφυρώματά τους στην Κεντρική Ασία, θέτοντας ίσως τις βάσεις και για μία πολιτική εκ δυσμών ανάσχεσης της Κίνας, παράλληλη με την αντίστοιχη έναντι της Ρωσίας.

Για αρκετό καιρό, τα πράγματα εμφανίζονται από τα ΜΜΕ να μην πηγαίνουν καλά για τις Η.Π.Α. στο Ιράκ και στο μέτωπο της διάδοσης των πυρηνικών, με τη Βόρειο Κορέα να αποτελεί το μεγαλύτερο «αγκάθι». Όμως ως προς το Ιράκ, τα γεγονότα που καταγράφονται – πόσο μάλλον που το τελευταίο διάστημα η κατάσταση είναι εύθραυστη αλλά βελτιώνεται - δεν συνεπάγονται ήττα• μπορεί να συνεπάγονται διάσπαση του Ιράκ και ευκολότερη διαχείριση της υπό έλεγχο περιοχής του, όπως και ευκολότερη αντιμετώπιση του Ιράν. Σε καμία περίπτωση η συγκυρία δεν συνεπάγεται αποχώρηση των Αμερικανικών δυνάμεων, όπως αποδεικνύει και η συνεχώς μεταβαλλόμενη στάση του Μπαράκ Ομπάμα όσο πλησίαζε προς τις εκλογές.

Δυσχερής, βεβαίως, είναι η θέση των Η.Π.Α. στη διαχείριση της κατάστασης στο Αφγανιστάν. Οι συμμαχικές δυνάμεις εκεί είναι εγκλωβισμένες, καθώς δεν διαφαίνονται ούτε προοπτικές ήττας, ούτε προοπτικές εξόδου. Έτσι, και λόγω της κατάστασης και λόγω συμφερόντων της υπερδύναμης και λόγω των διακηρυγμένων θέσεων του νέου Προέδρου, οι Η.Π.Α. και θα παραμείνουν και πιθανόν να ενισχύσουν τη στρατιωτική τους παρουσία. Ως προς το ζήτημα δε της Βορείου Κορέας και του Ιράν, θεωρώ ότι εμπεριέχουν κινδύνους, αλλά δεν αλλάζουν τη συνολική εικόνα της κατανομής ισχύος στο διεθνές σύστημα, ούτε και υπάρχει προοπτική να βρουν συνοδοιπόρους και να δημιουργήσουν ευρύτερες διεθνείς αντισυσπειρώσεις. Ενδεχομένως, στα πλαίσια μιας πιο ιδεαλιστικής και διαφορετικής από τους Ρεπουμπλικάνους αντίληψης του κόσμου εκ μέρους των Δημοκρατικών, να υπάρξουν περισσότερες προσπάθειες για διπλωματική αντιμετώπιση του κόσμου.

Το ζήτημα των σχέσεων με την Ρωσία στην μετά την 8η Αυγούστου 2008 εποχή, αποτελεί ένα άλλο μεγάλο θέμα για τις ΗΠΑ. Η Ρωσία επανέρχεται στο Διεθνές Σύστημα και αναζητεί τον νέο της ρόλο. Δύσκολα θα επιστρέψουμε σε μια διπολική εκδοχή του συστήματος. Ωστόσο, το πυρηνικό της οπλοστάσιο, η ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης από αυτήν και οι σαφείς ενδείξεις για τον ηγεμονικό ρόλο που επιδιώκει να παίξει στην περιοχή, καθιστούν την Ρωσία έναν ισχυρό παίκτη. Η συγκυρία υποχρεώνει το νέο Πρόεδρο να αναπροσαρμόσει την πολιτική των προκατόχων του απέναντι στη Ρωσία. Η Ρώσικη αρκούδα δεν είναι πια πληγωμένη, αλλά ισχυρότερη και ευφυέστερη στην μετά το 1989 εποχή. Υπό αυτές τις συνθήκες, είναι πιθανό να επιστρέψουμε σε μια λογική σφαιρών επιρροής και σ' αυτήν την περίπτωση δεν είναι απίθανο η νέα διοίκηση να μην επιμείνει στην πολιτική για διεύρυνση του ΝΑΤΟ, με την είσοδο της Ουκρανίας και της Γεωργίας.

Τι γίνεται όμως με την Ευρώπη; Οι Ευρωατλαντικές σχέσεις, διαμορφωμένες ώστε να εξυπηρετήσουν την ισορροπία της ψυχροπολεμικής εποχής, πέρασαν αρκετές κρίσεις κατά την μεταψυχροπολεμική περίοδο. Οι Ευρωπαίοι φαίνεται να έχουν προσδοκίες από το νέο Πρόεδρο, μετά τον Ιανουάριο. Οι ΗΠΑ καλούνται να βελτιώσουν τις σχέσεις τους με τους Ευρωπαίους. Σε ένα μεταβαλλόμενο διεθνές σύστημα οι δύο πλευρές θα αναζητήσουν ένα νέο αμοιβαία επωφελές σχήμα συνεργασίας. Ωστόσο, όπως προκύπτει και από την παραπάνω ανάλυση, λίγα μπορούν να αλλάξουν στις προτεραιότητες της πολιτικής των ΗΠΑ και, από την άλλη πλευρά, οι εσωτερικές διαιρέσεις της Ε.Ε. δυσχεραίνουν την Ε.Ε. στην ανάληψη ενός δυναμικού ρόλου στο διεθνές σύστημα. Η μόνη πιθανότητα για να διαδραματίσει η ΕΕ κάποιο ρόλο είναι η ενοποίηση διαφορετικών ταχυτήτων, με την «Ευρώπη του πυρήνα» να αναλαμβάνει τις ευθύνες της και τις πρωτοβουλίες.

Υπό αυτές τις συνθήκες θα πρέπει να αναμένουμε ότι διαφορετικών ταχυτήτων θα είναι και η συνεργασία με τις ΗΠΑ. Σε υποθέσεις που απαιτούν πολυμερή διπλωματία, χρήση «ήπιας ισχύος», σε θέματα διεθνών θεσμών, σε ζητήματα περιβάλλοντος, ανάπτυξης, διεθνούς οικονομίας, ΗΠΑ και Ε.Ε. είναι πιθανό να περάσουν σε μια νέα εποχή και να συμπορευθούν. Αυτά είναι και τα ζητήματα που ευνοούν το νέο Πρόεδρο, ώστε να στηρίξει το προφίλ του Δημοκρατικού φιλελεύθερου και του ριζοσπάστη. Αντιθέτως, εκτιμώ πως η διάσταση απόψεων θα συνεχίσει να υπάρχει σε ό,τι αφορά ζητήματα του ΝΑΤΟ, τη Ρωσία, την Μέση Ανατολή.

Συνολικά, λοιπόν, το μετά το 1989 διεθνές σύστημα παρουσιάζει: μία, σύμφωνα με όλα τα κριτήρια, υπερδύναμη• μία άλλη, στρατιωτική μόνο, λόγω των πυρηνικών της, υπερδύναμη, τη Ρωσία• δύο πιθανώς αναδυόμενες μεγάλες δυνάμεις, την Κίνα και την Ινδία• και μία οικονομική υπερδύναμη, την ΕΕ. Με δεδομένη τη στενή σχέση Η.Π.Α. – ΕΕ, την αδυναμία αντισυσπείρωσης των υπολοίπων, καθώς και το γεγονός ότι μόνο ένας παράγων μπορεί να αναλαμβάνει την όποια πρωτοβουλία, το διεθνές σύστημα δύναται να χαρακτηρισθεί ως ηγεμονικό/μονοπολικό. Ακόμη και αν θελήσουμε να δώσουμε έμφαση στο κριτήριο της πολιτικής και στρατιωτικής ανεξαρτησίας της Ρωσίας, της Κίνας ή ακόμη και της Ινδίας, το σύστημα δύσκολα θα εύρισκε άλλο χαρακτηρισμό από ηγεμονικό, καθώς, επαναλαμβάνω, οι δυνάμεις αυτές είναι αποκομμένες και δύσκολα θα συνεργασθούν μεταξύ τους.

Τέλος, οι Η.Π.Α θα συνεχίσουν να παίζουν το ρόλο που έχουν αναλάβει και να διαμορφώνουν το διεθνές σύστημα. Στην Ιστορία, καμία δύναμη δεν εγκατέλειψε την ηγεμονία της. Η μη άσκηση ή εγκατάλειψη της ηγεμονίας μπορεί να λειτουργήσει αποσταθεροποιητικά για το σύστημα και, κυρίως, μπορεί να έχει αρνητικές συνέπειες για τον ίδιο τον ηγεμόνα: «Από την ηγεμονία σας αυτή να παραιτηθείτε σήμερα δεν μπορείτε...• ... το να την αποκτήσει κανείς θεωρείται άδικο, αλλά το να την αφήσει επικίνδυνο» (Θουκυδίδης, Β.63). Τούτο συνεπάγεται ότι ο μόνος τρόπος απεγκλωβισμού μίας δύναμης από την ηγεμονία είναι, στο πλήρωμα του χρόνου, είτε η εξουθένωσή της είτε η ανατροπή της από μία άλλη, νέα ηγεμονική δύναμη. Έτσι το μόνο που μπορούμε να αναμένουμε είναι να δούμε τι είδους θα είναι η ηγεμονία υπό το νέο κυβερνήτη και μέχρι που θα φτάσει.

Κλείνοντας, θα ήθελα να σημειώσω ότι πράγματι στο εσωτερικό των ΗΠΑ συντελέστηκε μια αξιοθαύμαστη αλλαγή. Αλλαγές σημειώνονται και στο διεθνές σύστημα. Ωστόσο, ο κόσμος παραμένει ο κόσμος του Χομπς. Το γεγονός ότι ο επόμενος Πρόεδρος των ΗΠΑ είναι έγχρωμος, έχει μουσουλμανικό όνομα, συγγενείς στην Κένυα και συμμαθητές στην Ινδονησία δεν μπορεί να αλλάξει τη θέση των ΗΠΑ σ' αυτόν τον κόσμο. Ίσως μόνο την εικόνα της. Δεν συνεπάγεται μείωση του παρεμβατισμού, ούτε και εξάλειψη των πολέμων. Άλλωστε, διαχρονικά, οι «δίκαιοι» ηγέτες θεωρούσαν τον πόλεμο ως εργαλείο αποκατάστασης της τάξης, δηλαδή του κατά την άποψή τους δικαίου.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Περί Διαπραγματεύσεων και εξωτερικής πολιτικής

 

Θεσσαλονίκη, 20.10.2008
του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων

 

Η επιτυχία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής την περασμένη άνοιξη στο Βουκουρέστι ήταν ένας σημαντικός σταθμός σε μια μακρά πορεία. Διανύσαμε τον επώδυνο μισό δρόμο προς ένα συμβιβασμό και διατυπώσαμε ορθώς τα επιχειρήματα και τις αντιρρήσεις μας, μιλώντας με μια ενιαία γλώσσα στο εσωτερικό και το εξωτερικό. Έτσι πήραμε αυτό που θέλαμε.

Είχα τότε επισημάνει ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ μας, ότι η ισχύς της χώρας μας και η συμμετοχή της στους διεθνείς θεσμούς μας δίνουν συγκριτικό πλεονέκτημα. Η Ελλάδα δεν έχει να φοβάται τίποτα. Στην παρούσα συγκυρία συνιστά έναν ισχυρό διαπραγματευτή και έτσι θα πρέπει να συμπεριφέρεται. Το μόνο που χρειαζόμαστε είναι μία έξυπνη, δραστήρια εξωτερική πολιτική και καλά αντανακλαστικά.

Στον παρόντα γύρο διαπραγματεύσεων θα πρέπει να είμαστε ακόμη πιο προσεκτικοί, και για να μην ακυρώσουμε την μέχρι τώρα προσπάθεια και για να πετύχουμε το τελικό κλείσιμο του ζητήματος. Η κατάληξη των διαπραγματεύσεων δεν εξαρτάται, όμως, μόνο από εμάς και δεν είναι μια απλή διαδικασία στην οποία παίρνουμε αυτό που επιθυμούμε. Για αυτόν το λόγο θα ήθελα να αποσαφηνίσω εν συντομία τον όρο διαπραγμάτευση και να τον συνδέσω με τις τρέχουσες εξελίξεις.

Υπάρχουν διάφοροι ορισμοί της διαπραγμάτευσης. Ενδεικτικά, σύμφωνα με τον Iklè, διαπραγμάτευση είναι μια διαδικασία κατά την οποία σαφείς προτάσεις προωθούνται επίμονα με στόχο την επίτευξη συμφωνίας σε ένα θέμα ή στη διαμόρφωση ενός κοινού πλέον συμφέροντος, εκεί όπου υπάρχουν συγκρουόμενα συμφέροντα. Οι Fischer και Ury βλέπουν τη διαπραγμάτευση ως ένα μέσο για να πάρεις αυτό που θέλεις από τους άλλους με αμοιβαία επικοινωνία που επιδιώκει την επίτευξη συμφωνίας, όταν οι δυο πλευρές έχουν κάποια συμφέροντα άλλα κοινά, άλλα που αντιτίθενται. Διαπραγμάτευση, όμως, κατά τους Lax και Sebenious, είναι και μια διαδικασία δυνητικά αμοιβαία ωφέλιμης αλληλεπίδρασης κατά την οποία δύο ή περισσότερα μέρη με κάποια διαφορά επιδιώκουν βελτίωση της σχέσης τους με από κοινού αποφασισμένη δράση.

Σε κάθε περίπτωση, σκοπός της διαπραγμάτευσης είναι η επίλυση μιας διαφοράς και η βέλτιστη κατάληξη, ο αμοιβαία επωφελής συμβιβασμός μεταξύ των μερών.

Στην περίπτωσή μας, λοιπόν, οι διαπραγματεύσεις είναι ένα μέσο με στόχο την επίλυση της διαφοράς μέσω του αμοιβαίου συμβιβασμού, και την τελική συμφωνία. Είναι σαφές ότι η κάθε πλευρά επιδιώκει να πάρει αυτό που επιθυμεί και στο τέλος πρέπει να είναι και οι δύο πλευρές ικανοποιημένες. Προφανώς, υπάρχουν συγκρουόμενα συμφέροντα γύρω από την ονομασία του γειτονικού κράτους. Υπάρχουν, όμως, και κοινά συμφέροντα, όπως η σταθερότητα της περιοχής, η οικονομική, πολιτική και κοινωνική ανάπτυξη του γειτονικού κράτους και η ενσωμάτωσή του στους διεθνείς θεσμούς και οργανισμούς. Η επίτευξη συμβιβασμού στην πρώτη δέσμη συμφερόντων, ανοίγει το δρόμο για την εξασφάλιση των δεύτερων.

Η τελευταία πρόταση Νίμιτς έχει στοιχεία που ικανοποιούν την ελληνική πλευρά. Ωστόσο δεν θα πρέπει να βιαζόμαστε. Συμμετέχουμε σε μια μακροχρόνια διαδικασία την οποία θα πρέπει να προσεγγίσουμε με σοβαρότητα, ρεαλισμό και στρατηγική, γνωρίζοντας ότι στόχος μας είναι ένας καθορισμένος, σε μεγάλο βαθμό από εμάς, συμβιβασμός.

Σε αυτήν τη διαδικασία θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι η λήψη απόφασης στην απέναντι πλευρά θα επηρεαστεί από την εσωτερική αλλά και τη διεθνή συγκυρία. Η ασταθής εσωτερική κατάσταση της γειτονικής χώρας δημιουργεί συνθήκες αβεβαιότητας και αναξιοπιστίας. Προσωπικές φιλοδοξίες, εσωτερικά πολιτικά παιχνίδια και δυσπιστία δύνανται να επηρεάσουν τις εξελίξεις. Σ' όλα αυτά θα πρέπει να προσθέσουμε και τον παράγοντα τον Αμερικανικών εκλογών, που, σε κάθε περίπτωση, θα φέρουν νέα πρόσωπα στο Λευκό Οίκο. Για αυτό, οποιαδήποτε πρόβλεψη για την τελική έκβαση των διαπραγματεύσεων είναι προς το παρόν επισφαλής. Το τοπίο είναι ακόμη θολό. Ωστόσο, θα πρέπει να γίνει κατανοητό και μέσα από την εμπειρία των διαπραγματεύσεων για την ονομασία των Σκοπίων, ότι ο καλύτερος τρόπος για να διασφαλίσουμε τα εθνικά μας συμφέροντα και να αυξήσουμε την ισχύ μας είναι, πρώτον, η δραστήρια και έξυπνη εξωτερική πολιτική και, σημαντικότερο, το αρραγές εσωτερικό μέτωπο.

* Για περισσότερα, βλ. Ηλίας, Ι., Κουσκουβέλης (1997), Λήψη Αποφάσεων, Κρίση, Διαπραγμάτευση, Εκδόσεις Παπαζήση

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:02

Έξυπνη και Δυναμική Εξωτερική πολιτική

Έξυπνη και Δυναμική Εξωτερική πολιτική

Μακεδονία, 6.04.2008, σ. 12
του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων

 

Όταν η χώρα μας βρίσκεται μπροστά σε κρίσιμες εθνικές αποφάσεις ή όταν συζητούμε σημαντικά εθνικά ζητήματα ενδημεί μια ροπή προς την καταστροφολογία και τις συναισθηματικές αναλύσεις. Ακούσαμε αυτές τις μέρες σχόλια για τον μοναχικό δρόμο του βέτο και για το αδιέξοδο της κυβέρνησης, αλλά και καταγράψαμε τις επιφυλάξεις κομμάτων ως προς την μέχρι τέλους συνέπεια της γραμμής της εξωτερικής μας πολιτικής. Βεβαίως, δεν ήταν δυνατόν να λείψουν οι λεγόμενες «πατριωτικές» κορώνες και οι σχετικές υπερβολές.

Θεωρώ όμως ότι είναι χρέος, ημών των ειδικών, των πολιτικών, των δημοσιογράφων, που καλούμαστε να πληροφορήσουμε την κοινή γνώμη για την παρούσα κατάσταση με το γειτονικό κράτος των Σκοπίων, να παρουσιάζουμε ψύχραιμες, ρεαλιστικές, νηφάλιες, καλά πληροφορημένες και διορατικές αναλύσεις. Ας δούμε λοιπόν τα πράγματα ως έχουν.

Το βέτο είναι εργαλείο άσκησης πολιτικής, η χρήση του συνιστούσε μέρος της εθνικής μας στρατηγικής και είναι αναφαίρετο δικαίωμά μας. Σαφώς, είναι το τελευταίο καταφύγιο και καλό θα ήταν να είχε βρεθεί μία λύση, πριν φτάσουμε στη χρήση του εντός της Συμμαχίας. Ωστόσο, η προβολή βέτο δεν είναι καταστροφική. Το αντίθετο θα έλεγα. Το κέρδος σ' αυτήν την περίπτωση για τη χώρα μας είναι πολύ μεγαλύτερο του κόστους. Με την άσκηση βέτο δείχνουμε την ισχύ και την πυγμή μας, διαφυλάσσουμε το κύρος μας και ξεκαθαρίζουμε την κόκκινη γραμμή της ατζέντας: σύνθετη ονομασία και καθολική χρήση.

Οι Κασσάνδρες που προβλέπουν απομόνωση της Ελλάδας, κινδύνους για τα εθνικά μας συμφέροντα και αφόρητες πιέσεις οι οποίες τελικά θα μας ανάγκαζαν ή θα μας αναγκάσουν βραχυπρόθεσμα να υποκύψουμε, κατά τη γνώμη μου, θα διαψευσθούν. Πιέσεις σαφώς υπήρξαν και θα υπάρξουν. Δεν σημαίνει, όμως, ότι πρέπει να υποκύψουμε σε αυτές ή ότι δεν μπορούμε να τις αντιμετωπίσουμε.

Η Ελλάδα είναι ισχυρή. Υποστηρίζει τη σταθερότητα διεθνώς, επιδιώκει την μεγιστοποίηση της ασφάλειας όλων, στηρίζει τη γείτονα χώρα στην Ευρωπαϊκής της επιλογή. Έχει αποδείξει ότι η ευρωπαϊκή πορεία των γειτόνων της είναι προτεραιότητά της, καθώς θεωρεί ότι η ενσωμάτωση της περιοχής στους διεθνείς οργανισμούς και θεσμούς είναι μία ωφέλιμη και γι' αυτήν πολιτική.

Αυτό, όμως, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι θα αλλάξουμε την ιεράρχηση των συμφερόντων μας. Η προάσπιση των εθνικών μας συμφερόντων και δικαιωμάτων είναι πρώτη μας προτεραιότητα. Είμαστε, όμως, μία χώρα που σέβεται τους διεθνείς κανόνες, εφαρμόζουμε τις αρχές της καλής γειτονίας και της καλής θέλησης και το ίδιο απαιτούμε και από τους γείτονές μας.

Το βέτο στη Σύνοδο του Βουκουρεστίου μπορεί, από τη μια πλευρά, να εμφανίζεται από κάποιους ως δυσχέρεια ή πηγή μελλοντικών δεινών για την Ελλάδα, από την άλλη, όμως, αποτελεί ένα μέσο πίεσης κατά τις διαπραγματεύσεις μας με τους γείτονες, κατά τις συνομιλίες μας με τους συμμάχους ή, αύριο, με τους εταίρους μας, όταν θα έρθει το θέμα της έναρξης ή μη συζητήσεων για την ένταξη των Σκοπίων στην ΕΕ.

Με την προβολή του βέτο όχι μόνο προσπεράσαμε τη Σύνοδο Κορυφής του Βουκουρεστίου, αλλά και προετοιμάζουμε από πλεονεκτικότερη θέση τον επόμενο γύρο. Κυρίως, όμως, δείχνουμε ότι η Ελλάδα είναι μια σοβαρή και ισχυρή χώρα που μπορεί να σχεδιάζει την πολιτική της και να διασφαλίζει με συνέπεια τα εθνικά της συμφέροντα. Ξέρει να προετοιμάζεται πριν τις διαπραγματεύσεις, διαθέτει συγκριτικά πλεονεκτήματα και γνωρίζει πως να τα αξιοποιεί με ωριμότητα. Επιτέλους, δηλαδή, παρουσιάζει στην εξωτερική της συμπεριφορά πολλά στοιχεία που όλα μαζί συνιστούν αυτό που ονομάζω μία έξυπνη και δυναμική εξωτερική πολιτική.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:00

Ρεαλισμός και Στρατηγική

Ρεαλισμός και στρατηγική

Ελεύθερος Τύπος, 5.3.2008
του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων

 

Η άσκηση εξωτερικής πολιτικής κινείται ανάμεσα στην επιδίωξη του επιθυμητού και του εφικτού. Στη διαπραγμάτευση με τα Σκόπια γνωρίζουμε το επιθυμητό. Το εφικτό, όμως, καθορίζεται τόσο από τη δική μας ισχύ, τις δικές μας διαπραγματευτικές ικανότητες και τις αντίστοιχες των γειτόνων μας, όσο και τη διεθνή συγκυρία.

Παίρνουμε μέρος σε μια παρτίδα σκληρού διπλωματικού πόκερ, με πολλούς και καλούς παίκτες. Οι κινήσεις των γειτόνων μας και οι δικές μας, ο ρόλος του μεσολαβητή του ΟΗΕ, η πολιτική των ΗΠΑ, οι διαθέσεις της Ρωσίας, οι μεταξύ τους σχέσεις, αλλά και η στάση των Ευρωπαίων εταίρων μας, καθορίζουν τις εξελίξεις.

Θα πρέπει να αξιολογήσουμε τη θέση της χώρας μας και να παίξουμε τα ισχυρά μας χαρτιά. Η Ελλάδα είναι ασφαλής. Σε αντίθεση με τους γείτονες μας, η δική μας επιβίωση δεν κινδυνεύει. Η χώρα μας διαθέτει το πλεονέκτημα να είναι μέλος του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε. και το δικαίωμα του βέτο. Διαθέτει δε καλές σχέσεις τόσο με τις ΗΠΑ, όσο και με τη Ρωσία, και αρχίζει να παίζει δυναμικό ρόλο στον ενεργειακό χάρτη της ευρύτερης περιοχής. Όλα αυτά την καθιστούν ισχυρό διαπραγματευτή.

Η χρονική συγκυρία, όμως, ευνοεί και τους γείτονές μας. Η πολιτική των ΗΠΑ τους προσφέρει εξωτερική ενδυνάμωση, η οποία μπορεί να είναι πρόσκαιρη, δεν παύει όμως, να αποτελεί ένα συντελεστή ισχύος.

Η χρονική συγκυρία, λοιπόν, δεν επιτρέπει τη μεγιστοποίηση των στόχων μας. Σίγουρα, όμως, μπορεί να εξασφαλιστεί η βελτιστοποίηση: να επιβάλουμε το δικό μας κατώτατο όριο στην ατζέντα. Το μη χείρον για εμάς θα είναι η σύνθετη ονομασία παντού και να διασφαλίζεται ρητά η ακεραιότητα του ελληνικού πολιτισμού. Ο πολιτισμός μας είναι αδιαπραγμάτευτος.

Τέλος, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας τη σχετικότητα του χρόνου. Η εν λόγω διαπραγμάτευση είναι ακόμη μια παρτίδα του παιχνιδιού. Σε ένα μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον, το μόνο βέβαιο είναι η ρευστότητα των εξελίξεων. Η Ιστορία δεν κινείται με όρους συμβατικού χρόνου ούτε με μεγέθη διάρκειας της ανθρώπινης ζωής. Συνεπώς, χρειαζόμαστε στρατηγική σε βάθος χρόνου, σοβαρότητα, ετοιμότητα, συνεχή κινητικότητα και μεθοδικότητα.

Η Ελλάδα είναι κράτος σταθερά προσηλωμένο στις αρχές του διεθνούς δικαίου, της σταθερότητας και της ειρήνης. Συμβάλλει στην πολιτική και οικονομική ανάπτυξη της περιοχής. Υπεράνω όλων, όμως, τοποθετεί το εθνικό της συμφέρον, για αυτό η στρατηγική μας είναι απαραίτητο να διέπεται από ρεαλισμό και στρατηγική. Βραχυπρόθεσμα, πρέπει να ακολουθήσουμε τον ρεαλιστή Edward Carr, δηλαδή να δράσουμε αναλογιζόμενοι τον κόσμο όπως είναι και όχι όπως θα θέλαμε να είναι. Κατ' εμέ, το πώς θα θέλαμε να είναι και τι θα θέλαμε να πετύχουμε ανήκει στον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:00

Προβλέψεις για το 2008

Δημοσιεύτηκε 01-01-2008 Μακεδονία

Θεωρώ ότι κατά το 2008 θα αντιμετωπίσουμε ως κοινωνία και ως κράτος τα ίδια ζητήματα με το 2007, προφανώς επαυξημένα από κάποια θέματα εξωτερικής πολιτικής.

Εντούτοις, είναι καιρός να αντιληφθούμε ότι οι εξελίξεις του διεθνούς γίγνεσθαι δεν περιμένουν. Πρέπει να καταλάβουμε ότι χρειάζονται λιγότερα λόγια και περισσότερη δουλειά, περισσότερη δημιουργία.

Εμείς, οι θεράποντες της εκπαίδευσης, πρέπει να αναλάβουμε τις ευθύνες μας και να μεταλαμπαδεύσουμε στις νέες γενιές την αίσθηση της ευθύνης και της υποταγής τού ατομικού στο κοινωνικό συμφέρον.

Ειδικότερα στην ανώτατη εκπαίδευση, θα πρέπει να δώσουμε έμφαση στην ποιότητα της εκπαιδευτικής διαδικασίας και στην ενίσχυση των ερευνητικών μας προσπαθειών, ώστε να πετύχουμε μία συνολική αναβάθμιση.

Σε ότι αφορά το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, αισιοδοξώ ότι θα δοθεί λύση στο χρόνιο στεγαστικό του πρόβλημα, του οποίου η λύση θα μας επιτρέψει και τις ερευνητικές προσπάθειες να ενισχύσουμε, αλλά και τη διεθνοποίηση των σπουδών να πετύχουμε

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 07:58

"Θα γίνει της Γαλλίας"

«Θα γίνει της Γαλλίας!...»

 

Καθημερινή, 2-12-2007
του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων

 

Αυτή η έκφραση ακούστηκε πολλές φορές τις τελευταίες μέρες ως απειλή με αφορμή τις απεργιακές κινητοποιήσεις στο Παρίσι. Οι αναταραχές που προκάλεσαν οι μεταρρυθμίσεις της κυβέρνησης Σαρκοζί παραλληλίζονται με ενδεχόμενες αναταραχές στη χώρα μας εν όψει της μεταρρύθμισης του ασφαλιστικού.

Η Γαλλική κυβέρνηση, όμως, πέρα από το συγκεκριμένο ζήτημα, προχώρησε ήδη σε τομές και στην Παιδεία. Οι Γάλλοι θέσπισαν τον Αύγουστο ένα νέο νόμο με σκοπό να δώσουν στα Γαλλικά Πανεπιστήμια την ελευθερία και τα κατάλληλα μέσα προκειμένου να ανταποκριθούν στις ανάγκες των φοιτητών και της κοινωνίας.

Είναι αλήθεια ότι απόλυτη σύγκριση ανάμεσα στο Ελληνικό και το Γαλλικό σύστημα δεν μπορεί να γίνει. Οι παραδόσεις, τα προβλήματα και οι απαιτήσεις είναι διαφορετικές στις δύο χώρες. Ωστόσο μπορούμε να αντλήσουμε κάποια χρήσιμα διδάγματα από το Γαλλικό μοντέλο και την πολιτική της Γαλλικής κυβέρνησης:

  • Οι Γάλλοι κατανόησαν ότι η μεταρρύθμιση στην Παιδεία χρήζει ολιστικής προσέγγισης και προχώρησαν σε αλλαγές σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης.
  • Ο Γαλλικός νόμος για την τριτοβάθμια εκπαίδευση αντιμετωπίζει το Πανεπιστήμιο συνολικά. Προβλέπει την βελτίωση των υπηρεσιών προς τους φοιτητές, περιλαμβάνοντας την καθημερινή τους ζωή, την ακαδημαϊκή εκπαίδευση και ανάπτυξη και την επαγγελματική τους αποκατάσταση.
  • Δίνει έμφαση στη βελτίωση των αποδοχών, αλλά και των συνθηκών εργασίας των διδασκόντων και των ερευνητών.
  • Στοχεύει να θεραπεύσει τη διοικητική παραλυσία, δημιουργώντας πιο διαφανείς και ευέλικτες δομές διοίκησης.
  • Σημείο αναφοράς του Γαλλικού νόμου είναι η νέα σχέση Πανεπιστημίου-Κράτους, η αυτονομία, και ο εκσυγχρονισμός της διοίκησης των Πανεπιστημίων. Σύμφωνα με το νόμο, τα Ανώτατα Ιδρύματα θα πρέπει να είναι αυτόνομα, προκειμένου να είναι ευέλικτα και αποτελεσματικά. Καλούνται, όμως, να είναι και υπεύθυνα, να εφαρμόσουν τις αλλαγές μέσα σε ένα συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα και να συνάψουν με το κράτος μια συμφωνία μακροπρόθεσμων στόχων και μέσων.
  • Οι Γάλλοι αντιλαμβάνονται ότι η Παιδεία είναι εθνική υπόθεση, αλλά οι αλλαγές οφείλουν να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του διεθνούς περιβάλλοντος. Σκοπός των μεταρρυθμίσεων είναι να καταστήσουν τα Γαλλικά Πανεπιστήμια περισσότερο εξωστρεφή και πιο υπεύθυνα σε σχέση με τους στρατηγικούς τους στόχους στο πλαίσιο της διεθνοποιημένης κοινωνίας και της οικονομίας της γνώσης.
  • Το Γαλλικό μοντέλο δεν αντιμετωπίζει το Πανεπιστήμιο ως απομονωμένο θεσμό εκπαίδευσης. Θεωρεί επιβεβλημένη τη σύνδεσή του με τις τοπικές κοινωνίες και την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη. Γι' αυτό δίνει έμφαση στην ενίσχυση των δεσμών του Πανεπιστημίου με κοινωνικούς και οικονομικούς εταίρους.

Η Γαλλική κυβέρνηση, πριν την κατάθεση του νόμου, είχε προχωρήσει σε ανταλλαγή απόψεων και διαβουλεύσεις από τις οποίες προέκυψαν αιτήματα των σωματείων των φοιτητών, που έγιναν τελικά διατάξεις του νόμου. Επίσης, διεξάγει μια ευρύτατη καμπάνια ενημέρωσης και έχει δημιουργήσει ειδική ιστοσελίδα πληροφόρησης για τις μεταρρυθμίσεις στην εκπαίδευση.

Βεβαίως, οι αντιδράσεις, οι αναταραχές και οι συγκρούσεις δεν λείπουν. Αρκετά Γαλλικά ιδρύματα τελούν υπό κατάληψη. Όμως, η Γαλλική κυβέρνηση επιμένει πως ο διάλογος είναι ο μόνος δρόμος.

Στην Ελλάδα μπορεί οι συνθήκες να είναι εν μέρει διαφορετικές. Τα ζητούμενα, όμως, είναι λιγότερο ή περισσότερο κοινά. Οι Γάλλοι, όπως και οι Έλληνες, θέλουν ένα νέο και καλύτερο Πανεπιστήμιο. Η Γαλλική κυβέρνηση αντιλήφθηκε πως για τη δημιουργία του χρειάζεται μια ολοκληρωμένη προσέγγιση. Προχώρησε αμέσως στις αλλαγές και έδωσε βαρύτητα στην αυτονομία των Πανεπιστημίων. Κατανόησε πως αν δεν προχωρήσει σε βαθιές τομές, δεν θα μπορέσει να εκσυγχρονίσει το εκπαιδευτικό σύστημα. Ίσως, λοιπόν, θα πρέπει πραγματικά να επιζητούμε να γίνει της Γαλλίας.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Παιδεία
Σελίδα 3 από 4
You are here Άρθρα Γνώμης Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική Προβολή άρθρων ανα tag: Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών