Sunday, Apr 05th

Last update12:36:22 PM GMT

Προβολή άρθρων ανα tag: Εξωτερική Πολιτική
Τετάρτη, 20 Ιούλιος 2011 16:25

Το Κυπριακό δεν είναι πρόβλημα

Θα ήθελα για μια ακόμη μια φορά και λόγω των ημερών να επαναλάβω τη θέση μου ότι είναι λάθος να κάνουμε λόγο για Κυπριακό "πρόβλημα" ή "ζήτημα". Με αυτό τον τρόπο καλύπτουμε, εκούσια ή ακούσια,  την αλήθεια που δεν είναι άλλη από αυτή της παράνομης εισβολής και κατοχής της Κύπρου. Παρακάτω θα βρείτε ένα σύντομο βίντεο από παλαιότερη απάντηση μου για αυτό το θέμα. Θα πρέπει να αρχίσουμε στην προσέγγισή μας να μιλάμε για παράνομη κατοχή της Κύπρου.

Dim lights Embed Embed this video on your site  

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Σε συνέχεια της προηγούμενης μου ανάρτησης με αφορμή τη συμπλήρωση 7 χρόνων από την απόρριψη του Σχεδίου Ανάν, επαναδημοσιεύω και το παρακάτω άρθρο που δημοσιεύτηκε επίσης στον Φιλελεύθερο στις αρχές Απριλίου του 2004 και στο οποίο υποστηρίζω ότι το Σχέδιο Ανάν δεν ήταν ούτε ιστορική, ούτε μοναδική, ούτε τελευταία λύση. Άλλωστε, όπως σημειώνω και παρακάτω, τίποτε δεν είναι τελικό στο αέναο του χρόνου γύρισμα. Η ιστορία είτε γραμμική είτε κυκλική είτε, τέλος, σπειροειδής εξελίσσεται επιβεβαιώνοντας το «τα πάντα ρεî» του Ηρακλείτου. Τούτο θα πρέπει να το λαμβάνουμε υπόψην κάθε φορά που βρισκόμαστε σε ανάλογες περιστάσεις.

Οι θιασώτες της «λύσης» του Κυπριακού, δηλαδή της άρσης των συνεπειών τής παράνομης Τουρκικής εισβολής του 1974 και της έκτοτε κατοχής, επιχειρηματολογούν ότι θα πρέπει οπωσδήποτε να βρεθεί λύση και, ταυτοχρόνως, κινδυνολογούν ισχυριζόμενοι ότι θα υπάρξουν αρνητικές συνέπειες για την Κυπριακή Δημοκρατία. Επιπλέον, ισχυρίζονται πως η λύση του Σχεδίου Ανάν «5» είναι ιστορική, θα είναι μοναδική και η τελευταία. Ουδέν το πλέον αναληθές.

Η συγκεκριμένη «λύση» δεν είναι ιστορική. Ιστορικά είναι εκείνα τα γεγονότα που οδήγησαν την ανθρωπότητα ή τα έθνη να αλλάξουν τη μοίρα τους. Τέτοιες είναι οι μεγάλες επαναστάσεις, οι ανακατονομές ισχύος στο διεθνές σύστημα, όπως αυτή του 1989· ή, αντιστοίχως, η ανεξαρτησία ή η καταστροφή των εθνών. Στο πλαίσιο των Ελληνοτουρκικών σχέσεων θα μπορούσε να θεωρηθεί ιστορική στιγμή το 1821, το 1912, το 1922, το 1955 ή ακόμη το 1974. Με το Σχέδιο Ανάν δεν υπάρχει καμία ιστορική αλλαγή, με όρους επανένωσης δύο λαών. Εκτός και αν το γεγονός της κατάργησης της Κυπριακής Δημοκρατίας, η δυσλειτουργικότητα του Σχεδίου που θα αυξήσει τις συγκρούσεις μεταξύ των δύο πλευρών ή η νομιμοποίηση της χρήσης βίας από τον ίδιο τον Ο.Η.Ε. που την απαγορεύει θεωρηθούν, στην αρνητική κατεύθυνση, ιστορικά γεγονότα.

Η «λύση» δεν είναι μοναδική. Και μόνο ο αριθμός «5» του Σχεδίου Ανάν ή των ισάριθμων σχεδίων που φέρουν το όνομα προηγούμενων Γενικών Γραμματέων του ΟΗΕ δείχνει ότι το συγκεκριμένο σχέδιο που παραδόθηκε στα δύο μέρη μετά την επιδιαιτησία του Ανάν. Θα μπορούσε να δοθεί, για παράδειγμα, μία λύση από τις ίδιες τις κοινωνίες όπως έγινε με την επανένωση της Γερμανίας το 1989, μία λύση από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η παρούσα «λύση» όμως δεν είναι μοναδική ούτε από πλευράς τελειότητας. Το Σχέδιο Ανάν σαφώς δεν είναι δίκαιο (σημείο στο οποίο υπήρξαν σοβαρές υποχωρήσεις από την Ελληνική πλευρά) και εμφανώς δεν είναι ούτε βιώσιμο ούτε λειτουργικό. Επιπλέον, το Σχέδιο είναι σαφώς ανολοκλήρωτο, καθώς χρειάζονται δεκάδες νόμοι οι οποίοι πρέπει και απομένει να συμφωνηθούν μεταξύ των δύο πλευρών ώστε να λειτουργήσει το πρωτοφανές για τα πολιτικά δεδομένα της σύγχρονης εποχής κρατικό μόρφωμα που δημιουργεί.

Η λύση αυτή προφανώς και δεν είναι η τελευταία. Τίποτε δεν είναι τελικό στο αέναο του χρόνου γύρισμα. Η ιστορία είτε γραμμική είτε κυκλική είτε, τέλος, σπειροειδής εξελίσσεται επιβεβαιώνοντας το «τα πάντα ρεî» του Ηρακλείτου. Στη ζωή των λαών, των κρατών ή των πολιτισμών ο χρόνος είναι διαφορετικός και σαφώς δεν καταγράφεται με βάση τα δεδομένα της προσωπικής ζωής εκάστου ανθρωπίνου όντος. Ήταν μεγάλη ή μικρή η διάρκεια της Ρωμαϊκής, της Βυζαντινής ή της Βρετανικής αυτοκρατορίας; Ήταν πολλά τα 45 χρόνια που διήρκεσε η διαίρεση της Γερμανίας; Ή, ήταν πολλά ή λίγα τα 400 ή τα 700 χρόνια που κατά περιοχές κράτησε ο οθωμανικός ζυγός στην Ελλάδα; Και μετά βεβαιότητας η «λύση» δεν είναι η τελευταία, διότι ήδη αρχίζει να διαφαίνεται μία προσπάθεια Ευρωπαϊκής λύσης.

Τέλος, απέναντι στην κινδυνολογία που καλλιεργείται χρειάζεται ψυχραιμία και νηφαλιότητα. Διότι, σε κάθε περίπτωση υπάρχουν κάποια αδιαμφισβήτητα δεδομένα: πρώτον, η Κύπρος, στις 1.5.2004, θα ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση· δεύτερον, κανένα κράτος δεν μπορεί να αναγνωρίσει τυπικά το ψευδοκράτος, έχοντας προηγουμένως επικυρώσει τη Συνθήκη προσχώρησης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ένωση· τρίτον, θα συνεισφέρει στον κοινοτικό προϋπολογισμό και δεν περιμένει να εισπράξει από κανένα τρίτο ή τέταρτο κοινοτικό πλαίσιο στήριξης· τέλος, μετά την 1η.5, είναι βέβαιο πως ξένα στρατεύματα θα σταθμεύουν παρανόμως στην επικράτεια κράτους μέλους της Ένωσης. Σε κάθε περίπτωση πολιτικές πιέσεις θα υπάρχουν.Αλλά θα είναι μόνο πολιτικές.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Το παρακάτω άρθρο δημοσιεύτηκε στον Φιλελεύθερο στις 21 Μαρτίου του 2004. Κρίνω σκόπιμο να το επαναδημοσιεύσω σήμερα, εφτά χρόνια αργότερα, για να θυμίσω σε όσους παρακολουθούσαν το ζήτημα και τότε, αλλά και για να παρουσιάσω την άποψή μου στους νεότερους, και κυρίως στους φοιτητές μου, με τους οποίους συζητούμε το Κυπριακό. Υποστήριζα τότε ότι το Σχέδιο Ανάν δεν ήταν ούτε δίκαιη, ούτε βιώσιμη, ούτε λειτουργική λύση, και η θέση μου αυτή εφτά χρόνια αργότερα έχει επιβεβαιωθεί.

Περίπου ένα μήνα πριν, (Φεβρουάριος 2004) ο πρωθυπουργός της Τουρκίας ήταν στις ΗΠΑ, επισκεπτόμενος την Ουάσινγκτον αλλά και τη Ν. Υόρκη. Μετά από λίγο ο Γενικός Γραμματέας (Γ.Γ.) του ΟΗΕ, εξήγγειλε την πρωτοβουλία του για λύση του Κυπριακού πριν την 1.5.2004, ημερομηνία προσχώρησης της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ). Το επίσημο Ελλαδικό κράτος, εμπλεκόμενο στις προεκλογικές διαδικασίες ήταν απόν, τόσο πέραν του Ατλαντικού όσο και στην Ευρώπη. Και το Κυπριακό εφησύχαζε με την αναμενόμενη αδιαλλαξία του Ντεκτάς.

Για μία ακόμη φορά το Κυπριακό είναι στην επικαιρότητα και για κάποιους ήταν η ευκαιρία να πουν πως βαρεθήκαμε πια και πως πρέπει επιτέλους να δοθεί μία λύση. Μόνο που η προδιαγραφόμενη λύση δεν πρόκειται να μας απαλλάξει από τα «προβλήματα». Αντίθετα, μάλιστα, θα προσθέσει καινούργια και στην Ελλάδα και στην ΕΕ. Και τούτο διότι, με βάση τα όσα μπορούμε να γνωρίζουμε, η «λύση» δεν θα είναι ούτε δίκαιη, ούτε βιώσιμη, ούτε λειτουργική.

Το ότι δεν θα είναι δίκαιη το γνωρίζαμε από χρόνια. Μία δίκαιη λύση θα σήμανε την απομάκρυνση ενός πολύ μεγάλου ποσοστού των εποίκων, αποκατάσταση των ζημιών, πληρωμή αποζημιώσεων, πλήρη πληροφόρηση για την τύχη των αγνοουμένων. Το ότι δεν θα είναι βιώσιμη ίσως αρχίζουμε να το καταλαβαίνουμε τώρα. Αυτό που εμείς μεταφράζουμε ως «βιώσιμη», στο λεξιλόγιο του Γ.Γ. υπάρχει ως "comprehensive", δηλαδή «συνολική». Πάντως, το βιώσιμη λύση είχε εσχάτως συνδεθεί με το «λειτουργική» λύση και αυτή με την εναρμόνιση προς το κοινοτικό κεκτημένο.

Μετά τη συμφωνία της Ν. Υόρκης, η λύση δεν διαφαίνεται πως θα είναι λειτουργική, και τούτο για τους παρακάτω λόγους. Πρώτον, διότι δεν υπάρχει τρόπος που να διασφαλίζει την εναρμόνιση της όποιας λύσης με το κοινοτικό κεκτημένο. Βεβαίως οι δύο πλευρές θα συνευρεθούν μεταξύ 1 και 24 Μαρτίου για να συζητήσουν όλα τα συναφή με το κεκτημένο ζητήματα. Όμως για ποιο λόγο η Τουρκοκυπριακή πλευρά να δεχθεί όλες τις πρόνοιες του κοινοτικού κεκτημένου που προβλέπει, μεταξύ άλλων, ελευθερία μετακίνησης και εγκατάστασης αλλά και πλήρη σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των κανόνων της Δημοκρατίας. Δεύτερον, διότι όποια και να είναι η τελική συμφωνία, αυτή, κατά δήλωση του Γ.Γ., θα ενσωματωθεί στις συνθήκες της ΕΕ, ακόμη και αν συνιστά εξαίρεση στο κοινοτικό κεκτημένο. Το γεγονός αυτό επιτείνει τους λόγους αδιαλλαξίας της Τουρκοκυπριακής πλευράς. Τρίτον, διότι η ΕΕ, αυτή στην οποία θα ενταχθεί στις 1.5.2004 η Κυπριακή Δημοκρατία, δεν θα είναι πολιτικά παρούσα στις διαπραγματεύσεις. Απλώς, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το γραφειοκρατικό όργανο της ΕΕ, μπορεί να χρησιμεύσει ως σύμβουλος του Γ.Γ., σε ζητήματα τεχνικής φύσεως. Τέταρτον, σε περίπτωση που τα μέρη δεν θα συμφωνήσουν, ο Γ.Γ. θα συμπληρώσει μόνος του τα κενά της συμφωνίας.

Συνεπώς, αν δεν αποχωρήσουν οι Τουρκοκύπριοι για τους δικούς τους λόγους και τελικώς βρεθεί μία «λύση», αυτή η λύση δεν θα είναι λειτουργική και θα δημιουργήσει μία νέα σειρά προβλημάτων τόσο στην Ελλάδα όσο και στην ΕΕ. Το γνωστό δυσλειτουργικό σχέδιο Ανάν, αντί να δημιουργήσει ένα ομοσπονδιακό και λειτουργικό κράτος θα δημιουργήσει ένα παγκοσμίως πρωτότυπο μόρφωμα που θα εντείνει τις αντιπαραθέσεις και θα αυξήσει τις παρεμβάσεις της Τουρκίας αλλά και του Ηνωμένου Βασιλείου στο εσωτερικό του. Ταυτοχρόνως, η Τουρκία θα απαλλαγεί από τη συγκεκριμένη υποχρέωση επίλυσης του Κυπριακού, διευκολύνοντας την πορεία της προς την ΕΕ και αυξάνοντας φυσικά τις φυγόκεντρες δυνάμεις μέσα σε αυτήν. Όσο για την Ελλάδα, αναρωτιέμαι σε ποιο βαθμό θα μπορέσει να παραμείνει αμέτοχη όταν θα αρχίσουν να εμφανίζονται οι δυσλειτουργίες της «λύσης».

 

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Επανέρχομαι σε θέμα προηγούμενης ανάρτησής μου με τίτλο «Η Ελλάδα σε πυρηνικό κλοιό». Από τα σχόλια φίλων και φοιτητών μου, αντιλαμβάνομαι ότι δημιουργήθηκε κάποια σύγχυση. Πολλοί ρωτούν αν προτείνω η Ελλάδα να κινηθεί προς την πυρηνική επιλογή.

Είναι βέβαιο ότι δεν προτείνω αυτό. Και να το έκανα, θα εισηγούμουν κάτι μη εφικτό υπό τις παρούσες συνθήκες, άρα θα υπέβαλα λάθος πρόταση.

Παρά το ότι στο παρελθόν η χώρα μας έχει τουλάχιστον τρεις φορές (και το '70 και το '80 και το '90) φλερτάρει με την ιδέα, ο σκοπός του κειμένου μου δεν ήταν αυτός. Σκοπός μου ήταν να ανοίξει η δημόσια συζήτηση για το θέμα, που είναι ευρύ με ποικίλες διαστάσεις και έχει τεράστια σημασία. Διότι το πυρηνικό εν γένει και, κυρίως, οι πυρηνικές βλέψεις της Άγκυρας πρέπει να συζητηθούν. Και να καταλήξουμε τελικά, ως λαός και ως κράτος, στο πώς θα το αντιμετωπίσουμε.

Γνωρίζουμε τα σχέδια της Τουρκίας στο Ακούγιου για πάνω από είκοσι χρόνια και δεν κάναμε τίποτε. Αν καθυστέρησαν τα σχέδια της Τουρκίας, τούτο οφείλεται στους Έλληνες του εξωτερικού και, ιδιαίτερα, του Καναδά, οι οποίοι απέτρεψαν την πώληση του πυρηνικού αντιδραστήρα CANDU στην Τουρκία, πριν από 10 περίπου χρόνια. Από την άλλη βέβαια, η Τουρκία διαθέτει και βαλλιστικούς πυραύλους, ενώ το Πακιστάν έχει τροφοδοτήσει τη γείτονα με σχετικά μυστικά∙ θυμηθείτε το πήγαινε-έλα Τσιλέρ και Μπούτο.

Δυστυχώς εμείς δεν έχουμε κανένα σχέδιο, καμία στρατηγική για να σπάσουμε τον κλοιό των πυρηνικών γύρω από τη χώρα μας. Κι αυτό είναι γεγονός!

Τι σχέση έχει τώρα η αποτροπή, στην οποία αναφέρθηκα στην προηγούμενη ανάρτηση και αναφέρομαι διαχρονικά; Με αυτήν, ως κεντρική ιδέα μίας στρατηγικής, μπορείς να κάνεις δύο πράγματα. Πρώτον να εμποδίσεις την ανάπτυξη τέτοιων σχεδίων και, δεύτερον, να αντιταχθείς στον όποιον εκβιασμό μπορεί να σου ασκήσει ένας γείτονας. Και τούτο δεν είναι δύσκολο. Αφού πρώτα συνειδητοποιήσουμε ότι η γειτονική χώρα δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει όπλα μαζικής καταστροφής τόσο κοντά στην επικράτειά της, γνωρίζοντας στρατηγική, μπορούμε να αποτρέψουμε τον όποιο εκβιασμό. Αυτός ήταν και ο δεύτερος στόχος του κειμένου: ότι καλό θα ήταν να μην επιδιδόμαστε σε «έπεα πτερόεντα», αλλά ως πολίτες και ως χώρα να κατανοούμε τη στρατηγική και να δρούμε βάσει αυτής.

Οφείλω να πω πως δεν μου αρέσει ότι ο πλανήτης έχει γεμίσει με ραδιενεργά υλικά. Με ενοχλεί, όμως, ότι όλες οι χώρες γύρω μας έχουν γεμίσει με πυρηνικά εργοστάσια κι ακόμη περισσότερο ότι μία χώρα, που φιλοδοξεί να ηγεμονεύσει στην περιοχή και όχι μόνο, θα απειλεί καθημερινά την ελευθερία και τη δημιουργία τής επόμενης ή των επόμενων γενεών όλων των γειτονικών της χωρών.

Κλείνοντας, επιτρέψτε μου να σημειώσω πως θεωρώ ως σημαντικά όπλα της χώρας μας τον Απόδημο Ελληνισμό (που μειώνεται), την εμπορική μας ναυτιλία (που μειώνεται), την ευφυΐα του Έλληνα (που κι αυτή μειώνεται...). Στη γενικότερη κατάπτωση, καταφύγιο είναι η κλασσική και διαχρονική σκέψη, του Αριστοτέλη, του Πλάτωνα, του Ξενοφώντα, του Αριστοφάνη, και, φυσικά, του Θουκυδίδη που μας θυμίζει: «πρός δέ τούς αστυγείτονες πάσι, τό αντίπαλον καί ελεύθερον καθίσταται».

Για όσους ξέρουν Τουρκικά μπορούν να διαβάσουν το κείμενο για τις θέσεις του AKP στην ενέργεια συμπεριλαμβανομένης και της πυρηνικής. Προς επιβεβαίωση της αυθεντικότητας του κειμένου, παραθέτω τον σύνδεσμο εδώ.

3.10-ENERJİ

* Dışa bağımlı doğalgazın kullanıldığı enerji santrallerine alternatif veya ikame yatırım olarak, gerekli güvenlik ve çevre koruma önlemleri alınmak suretiyle, nükleer enerji santralleri kurulacaktır. Böylece ekonominin ihtiyaç duyduğu ucuz enerji sağlanmış olacaktır. *

Για όσους δεν γνωρίζουν, χάρη σε έναν φίλο, τον οποίο ευχαριστώ, ακολουθεί η μετάφραση:

«Λαμβάνοντας τα αναγκαία μέτρα ασφάλειας [για την προστασία του πολίτη] και την

προστασία του περιβάλλοντος, θα ιδρυθούν σταθμοί παραγωγής πυρηνικής ενέργειας

ως εναλλακτική λύση στους σταθμούς ενέργειας που λειτουργούν με φυσικό αέριο,

[οι οποίοι αυξάνουν] την εξάρτηση [της χώρας από] το εξωτερικό. Έτσι θα

εξασφαλιστεί [η πρόσβαση] σε λιγότερο δαπανηρές [πηγές] ενέργεια[ς] [για την]

οικονομία [της χώρας]».

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Την περασμένη Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2011, ολοκληρώθηκε η ακροαματική διαδικασία στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, μετά από την προσφυγή των Σκοπίων κατά της Ελλάδας.

Αγόρευσαν διαδοχικά η Μαρία Τελαλιάν, ο Καθηγητής του Yale, W. Michael Riesman, και ο Καθηγητής του Cambridge, James Crawford. Για το περιεχόμενο των αγορεύσεών τους υπήρξε ανάρτηση από την περασμένη Τετάρτη το βράδυ.

Προσπάθησα όλες αυτές τις ημέρες που κράτησε η διαδικασία στη Χάγη να ενημερώσω, εσάς τους αναγνώστες της ιστοσελίδας, σε ζητήματα τεχνικά (νομικά), μίας διαδικασίας για την οποία μόνο προς το τέλος υπήρξε κάποια περιορισμένη ενημέρωση από τους συνήθεις διαύλους. Αυτός είναι και ο λόγος που επέλεξα τον δημοσιογραφικού ύφους λόγο και γραφή. Για να υπάρξει, λοιπόν, η πλήρης ενημέρωση ως προς τα επιχειρήματα της χώρας μας, παρουσιάζω εν περιλήψει και τις απόψεις που ανέπτυξαν οι άλλοι τρεις αγορητές.

Ο Καθηγητής Alain Pellet υπενθύμισε ότι το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης δεν έχει αρμοδιότητα να κρίνει την υπόθεση, προσθέτοντας ότι ακόμη και αν κρίνει ότι έχει, τότε θα πρέπει να δικαιώσει την Ελλάδα.

Αντέκρουσε τον ισχυρισμό των Σκοπίων ότι τα επιχειρήματα της Ελλάδας είναι ήσσονος σημασίας (“trivial”) και κατήγγειλε την προσπάθεια των Σκοπίων να παρουσιάσουν τη χώρα μας ως έναν περίεργο και κακό γείτονα. Και αναρωτήθηκε αν οι παραβιάσεις της ενδιάμεσης συμφωνίας και των κανόνων καλής γειτονίας εκ μέρους των Σκοπίων είναι ήσσονος σημασίας.

Χαρακτηριστικά υπενθύμισε την επίθεση διαδηλωτών στο Γραφείο Συνδέσμου της Ελλάδας στην κεντρική πλατεία των Σκοπίων, την εκ μέρους της κυβέρνησης της FYROM χρηματοδότησης ακραίων εθνικιστικών ομάδων, την παρουσία του ίδιου του πρωθυπουργού σε εκδηλώσεις με έντονο ανθελληνικό και αλυτρωτικό χαρακτήρα και, κυρίως, το επί 16 χρόνια συστηματικό σαμποτάζ των διαπραγματεύσεων και την ανυπαρξία της όποιας προσπάθειας για συμβιβασμό («le moindre pas vers un compromis»). Ανέπτυξε διεξοδικά το επιχείρημα ότι η επίσημη πρόταση των Σκοπίων για «διπλή ονομασία» (“double formule”) συνιστά παραβίαση της Ενδιάμεσης Συμφωνίας και μπλοκάρισμα της διαδικασίας των διαπραγματεύσεων, αφού δεν μένει στην Ελλάδα κάτι για να διαπραγματευτεί. Προκάλεσε τους νομικούς της άλλης πλευρά λέγοντας ότι η «σιωπή» τους επ’αυτών των ζητημάτων είναι «εκκωφαντική» («criant») και κανένα από τα παρατιθέμενα στοιχεία δεν είναι «ήσσονος σημασίας».

Τόνισε, ακόμη, ότι από τότε που τα Σκόπια εντάχθηκαν στον ΟΗΕ, με την προσωρινή ονομασία, παραβίασαν μαζικά (“massivement”) τις υποχρεώσεις τους έναντι της Ελλάδας. Δεν μπορεί λοιπόν ένα κράτος που δεν τηρεί τις υποχρεώσεις του να επικαλείται και να επωφελείται των υποχρεώσεων του άλλου.

Ο Αιγύπτιος Καθηγητής του Πανεπιστημίου του Καΐρου, Georges Abi-Saab, επικέντρωσε την αγόρευσή του σε τρία σημεία. Πρώτον, ότι τα Σκόπια έκαναν φρενήρεις (frénétiques) προσπάθειες να αποσυνδέσουν την υπόθεση της ένταξής τους στο ΝΑΤΟ από τις απορρέουσες εκ της Ενδιάμεσης Συμφωνίας υποχρεώσεις τους. Δεύτερον, υπενθύμισε την αρχή του Διεθνούς Δικαίου pacta sunt servanda (οι συμφωνίες τηρούνται), σχολιάζοντας ότι πρέπει να βλέπουμε το σύνολο των υποχρεώσεων κάθε πλευράς και όχι ένα μέρος τους, σαν να βλέπουμε την πραγματικότητα από μία κλειδαρότρυπα (“par une cerrure”). Τρίτον, ότι η Ενδιάμεση Συμφωνία συνήφθη για να επιτελέσει τρεις λειτουργίες: να υπάρχει ένα modus vivendi μεταξύ των μερών, να οδηγήσει τα μέρη σε επίλυση της διαφοράς τους μέσω διαπραγματεύσεων και, τρίτον, να διατηρηθούν στο ακέραιο τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των μερών στην κατάσταση του 1995. Τα Σκόπια με τη συμπεριφορά τους παραβίασαν και τις τρεις αυτές λειτουργίες.

Τέλος, ο εκπρόσωπος της Ελλάδας πρέσβης Σαββαΐδης έκλεισε τον κύκλο των αγορητών της Ελλάδας. Επανέφερε το επιχείρημα ότι το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα σε μια υπόθεση που αφορά το ΝΑΤΟ. Ακόμη κι αν το Δικαστήριο θεωρήσει ότι έχει, τότε αφενός δεν υπάρχει πουθενά η σαφής υποχρέωση της Ελλάδας να υποστηρίζει την ένταξη των Σκοπίων σε διεθνείς οργανισμούς, αφετέρου, η σκοπιανή πλευρά, κατά τη διαδικασία, δεν απέδειξε παραβίαση (“breach”) της Συμφωνίας. Είπε ότι η Ελλάδα, απέναντι σε τόσα κράτη του ΝΑΤΟ, δεν είχε τη δυνατότητα να σταματήσει την ένταξη των Σκοπίων σε αυτό∙ αλλά ακόμη κι αν είχε, η μακρόχρονη πρακτική των Σκοπίων θα της έδινε το δικαίωμα να το κάνει.

Τόνισε ότι επί 16 χρόνια η Ελλάδα έδειξε καλή πίστη και διάθεση να λυθεί η διαφορά στα πλαίσια του ΟΗΕ και με βάση την Ενδιάμεση Συμφωνία. Αντίθετα, στόχος των Σκοπίων είναι να παρακάμψουν (“short cut”) την Ενδιάμεση Συμφωνία. Πολύ δε περισσότερο, επιτυγχάνοντας μία καταδίκη της Ελλάδας στο θέμα του ΝΑΤΟ, να χρησιμοποιήσουν την εν λόγω απόφαση για να προωθήσουν χωρίς υποχώρηση στο όνομα τις προσπάθειες ένταξής τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Κλείνοντας, ζήτησε από το Δικαστήριο να θεωρήσει εαυτό αναρμόδιο να κρίνει τη διαφορά, άλλως να απαλλάξει την Ελλάδα από την κατηγορία των Σκοπίων

 

http://taxalia.blogspot.com/2011/04/blog-post_5014.html

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Μέρος Α'

Σήμερα, Τετάρτη 30 Μαρτίου 2011, συνεχίσθηκε, για τελευταία μέρα, η ακροαματική διαδικασία στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, μετά από την προσφυγή των Σκοπίων κατά της Ελλάδας.

Πρώτη η Μαρία Τελαλιάν έθεσε την κεντρική γραμμή των αγορεύσεων των συνηγόρων τής χώρας μας: ότι, πρώτον, τα Σκόπια, προσπάθησαν να λήξουν τη διαφορά για το όνομα εκτός της Ενδιάμεσης Συμφωνίας και, δεύτερον, ότι προσπαθούν τώρα να καταδικασθεί η Ελλάδα για να χρησιμοποιήσουν αυτήν την καταδίκη στην υπόθεση της διαπραγμάτευσης για το όνομα.

Υποστήριξε και υπενθύμισε ότι για πολλά χρόνια τα Σκόπια προσπάθησαν να υποσκάψουν την Ενδιάμεση Συμφωνία και την απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας, παραβιάζοντας ταυτοχρόνως την ενδιάμεση Συμφωνία. Αυτό αποδεικνύεται από χάρτες, εγκυκλοπαίδειες, δημοσιεύματα, δηλώσεις, με σαφές αλυτρωτικό περιεχόμενο, που θέτει σε κίνδυνο την περιφερειακή ειρήνη και τη σταθερότητα.

Ο Καθηγητής Riesman υποστήριξε ότι η Ενδιάμεση Συμφωνία πρέπει να ερμηνεύεται στο σύνολό της και όχι κατά τμήματα και όπως επιθυμούν τα Σκόπια. Αποκάλυψε τη δικαστική στρατηγική των Σκοπίων: να αποφασίσει το Δικαστήριο για το θέμα της ένταξης στο ΝΑΤΟ, σαν να ήταν αποκομένο από την υπόθεση του ονόματος και, στη συνέχεια, να μη διαπραγματευτούν στο θέμα του ονόματος. Επέμεινε στην κακή πίστη (bad faith) των Σκοπίων κατά την εφαρμογή της Ενδιάμεσης Συμφωνίας και υπογράμμισε ότι η συμπεριφορά αυτή ήταν αντίθετη προς την Απόφαση 817 του Συμβουλίου Ασφαλείας, την οποία άλλωστε τα Σκόπια έφτασαν στο σημείο να αμφισβητήσουν το 2005.

Επέμεινε στο ότι η απόφαση του ΝΑΤΟ ήταν συλλογική και με consensus (όχι με ψηφοφορία), ενώ απέρριψε την εκφρασθείσα από τα Σκόπια άποψη ότι η υπό εκδίκαση υπόθεση δεν αφορά το ΝΑΤΟ. Μάλιστα ρώτησε: πώς θα αποφασίσει το Δικαστήριο χωρίς εν τέλει να κρίνει το ΝΑΤΟ;

Τρίτος αγορητής ήταν ο Καθηγητής του Cambridge, James Crawford, ο οποίος υποστήριξε ότι η Ενδιάμεση Συμφωνία είναι μία συμφωνία status quo. Δηλαδή ότι τα κράτη συμφώνησαν τα πράγματα να παραμείνουν ως έχουν, χωρίς το ένα ή το άλλο να υποσκάπτει τη συμφωνία.

Για την απροσδόκητη περίπτωση που το Δικαστήριο δεν θα κάνει δεκτή την ένσταση της Ελλάδας ως προς την αναρμοδιότητά του και φθάσει να δεχθεί ότι η Ελλάδα παρεμπόδισε τα Σκόπια να μπουν στο ΝΑΤΟ, ο Καθηγητής υπογράμμισε ότι αν το ένα μέρος παραβιάζει τη συμφωνία, τούτο συνεπάγεται ότι και το άλλο δικαιούται σε συγκεκριμένες περιπτώσεις να τροποποιεί τη συμπεριφορά του, χωρίς να συνεπάγεται ότι καταγγέλλει τη συμφωνία.

Επιπλέον, ανέπτυξε το επιχείρημα ότι πουθενά στο σχετικό με τις διεθνείς συμφωνίες δίκαιο δεν είναι γραμμένο ότι οι υποχρεώσεις της μίας πλευράς ερμηνεύονται ευρέως (της Ελλάδας), ενώ της άλλης πλευράς στενά και γραμματικά (των Σκοπίων).

Απέρριψε το επιχείρημα των Σκοπίων ότι το ΝΑΤΟ δεν έχει ή δεν είχε κριτήρια στη διαδικασία ένταξης των Σκοπίων, ενώ με έξυπνο τρόπο καυτηρίασε την τακτική των δικηγόρων των Σκοπίων να αποστασιοποιούνται (semi-detached), να αγνοούν, δηλαδή, τα αποδεικτικά στοιχεία.

Θα ακολουθήσει ενημέρωση για τα επιχειρήματα που ανέπτυξαν οι Alain Pellet, Georges Abi-Saab και ο Πρέσβης Σαββαϊδης.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Σήμερα, Παρασκευή 25 Μαρτίου 2011, συνεχίσθηκε η διαδικασία στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, μετά από την προσφυγή των Σκοπίων κατά της Ελλάδας.  Μετά τη χθεσινή ανάρτηση, αντιλαμβανόμενος το μεγάλο ενδιαφέρον των φοιτητών μου και του κοινού για το θέμα, προσκάλεσα τον συνάδελφο Νίκο Ζάϊκο, Επίκουρο Καθηγητή Διεθνούς Δικαίου στο Τμήμα Βαλκανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, να παρακολουθήσει τις Συνεδριάσεις και να μας ενημερώσει.  Ο συνάδελφος, με γνωστό συγγραφικό έργο στο θέμα, είχε την καλοσύνη να το κάνει.

Μαζί και με άλλους συναδέλφους, θα συνεχίσουμε να παρακολουθούμε το θέμα.

Ακολουθεί το κείμενο του Νίκου Ζάϊκου:

«Κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου την 25η Μαρτίου 2011, τον λόγο έλαβε η νομική ομάδα της Ελλάδας.  Ειδικότερα, η επιχειρηματολογία της Ελληνικής πλευράς βασίστηκε σε μία συνδυασμένη ερμηνεία των άρθρων 11 και 22 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας του 1995.

Υπενθυμίζεται καταρχάς ότι το άρθρο 11 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας προβλέπει πως η Ελλάδα «συμφωνεί να μην προβάλλει αντιρρήσεις στην αίτηση ή τη συμμετοχή» τής ΠΓΔΜ «σε διεθνείς, πολυμερείς και περιφερειακούς οργανισμούς και θεσμούς, των οποίων είναι μέλος».  Παράλληλα, η Ελλάδα διατηρεί το δικαίωμα «να προβάλει αντιρρήσεις στην περίπτωση που η ΠΓΔΜ αναφέρεται στους ανωτέρω οργανισμούς ή θεσμούς διαφορετικά απ’ ότι στην παράγραφο 2 της απόφασης 817 (1993) του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών», όπου προβλέπεται η εισδοχή της στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών ακριβώς με το όνομα ΠΓΔΜ.  Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 22, η Ενδιάμεση Συμφωνία «δεν καταπατά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από ήδη ισχύουσες διμερείς και πολυμερείς συμφωνίες», ανάμεσα στις οποίες συμπεριλαμβάνεται βέβαια και το Βορειοατλαντικό Σύμφωνο.

Όπως επεσήμανε ο Μάικλ Ρήσμαν απαντώντας στους ισχυρισμούς της ΠΓΔΜ, εφόσον το Διεθνές Δικαστήριο αποφανθεί ότι έχει δικαιοδοσία να αποφανθεί επί της ουσίας της επίδικης υπόθεσης, τότε θα πρέπει να δεχθεί και ότι το άρθρο 22 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας εισάγει μία σαφή νομική υποχρέωση για τα δύο συμβαλλόμενα κράτη. Πραγματοποιώντας μία λεπτομερή και διεξοδική ανάλυση των άρθρων 11 και 22 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, σε συνάρτηση με το άρθρο 8 του Βορειοατλαντικού Συμφώνου, που προβλέπει τα κριτήρια εισόδου νέων κρατών στο ΝΑΤΟ, ο καθηγητής Ρήσμαν επισήμανε εύστοχα ότι αν και η Ελλάδα καταρχήν υποχρεώνεται να μην αντιτίθεται στην είσοδο της ΠΓΔΜ σε διεθνείς οργανισμούς, εφόσον αναφέρεται ως ΠΓΔΜ, αυτό δεν σημαίνει ότι δεσμεύεται να μην αντιτίθεται ακόμη και όταν η ΠΓΔΜ δεν συγκεντρώνει τα προβλεπόμενα κριτήρια εισόδου σε διεθνείς οργανισμούς, όπως αυτά έχουν ήδη καθοριστεί από τους ίδιους τους διεθνείς οργανισμούς.

Ειδικότερα, σε μία στρατιωτική συμμαχία με κλειστή συμμετοχή, όπως είναι το ΝΑΤΟ, τα κριτήρια και οι διαδικασίες εισόδου νέων μελών είναι ιδιαίτερα αυστηρά. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, πρόκειται για κριτήρια που καθορίζονται στο Membership Action Plan του ΝΑΤΟ και κάθε κράτος μέλος έχει ιδιαίτερη ευθύνη για την τήρησή τους, εφόσον έτσι συμβάλλει στην προώθηση των σκοπών του ΝΑΤΟ.

Στο παρελθόν – και ειδικότερα κατά την περίοδο αμέσως μετά το 1995 – η Ελλάδα δεν είχε προβάλλει αντιρρήσεις στην είσοδο της ΠΓΔΜ σε διεθνείς οργανισμούς, επειδή την εποχή εκείνη βασιζόταν στην καλόπιστη τήρηση των διεθνών δεσμεύσεων της ΠΓΔΜ.  Ωστόσο, μετά τις αλλεπάλληλες παραβιάσεις της Ενδιάμεσης Συμφωνίας από την πλευρά της ΠΓΔΜ, ενεργοποιήθηκαν πια οι ρυθμίσεις των άρθρων 22 και 11 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας.

Στη συνέχεια, τον λόγο πήρε ο Τζέιμς Κρώφορντ, ο οποίος ξεκαθάρισε ότι το άρθρο 11 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας δεν εισάγει γενική, αόριστη και απεριόριστη υποχρέωση της Ελλάδας να δέχεται την είσοδο της ΠΓΔΜ σε διεθνείς οργανισμούς «άνευ ετέρου».  Τα σχόλια της τότε Υπουργού Εξωτερικών κ. Ντόρας Μπακογιάννη και του τότε Πρωθυπουργού της Ελλάδας κ. Κ. Καραμανλή σχετικά με την ανάπτυξη σχέσεων καλής γειτονίας μεταξύ Ελλάδας και ΠΓΔΜ ή για επίλυση του θέματος του ονόματος πριν από την είσοδο της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ – τα οποία επικαλέστηκε η ΠΓΔΜ στην προσφυγή της – πραγματοποιήθηκαν ενώπιον δημοσιογράφων, κοινοβουλευτικών ομάδων ή της Βουλής και όχι στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ.  Συνεπώς, δεν πρόκειται για νομικά αξιολογήσιμες δηλώσεις.  Σε κάθε περίπτωση, οι αξιωματούχοι της Ελλάδας δεν πρόβαλαν αντίρρηση στην είσοδο της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ, αλλά απλώς επαναλάμβαναν τα κριτήρια εισόδου στο ΝΑΤΟ, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και οι «σχέσεις καλής γειτονίας».

Όπως προκύπτει από το ισχύον νομικό πλαίσιο, η είσοδος ενός νέου μέλους στο ΝΑΤΟ τελικά αποτελεί ζήτημα consensus των κρατών μελών της στρατιωτικής αυτής συμμαχίας.  Εξάλλου, σύμφωνα με τον Γ.Γ. ΝΑΤΟ κ. Σέφερ (19.2.2009), στο ΝΑΤΟ δεν υφίσταται καν η έννοια του veto.  Η δήλωση του κ. Κ. Καραμανλή ότι «η ΠΓΔΜ δεν εισήλθε στο ΝΑΤΟ εξαιτίας του veto της Ελλάδας», την οποία επικαλέστηκε η ΠΓΔΜ, έγινε για εσωτερικούς πολιτικούς λόγους και δεν αντανακλά τη νομική ακριβολογία και διαδικασία εισόδου στο ΝΑΤΟ.

Στη συνέχεια, ο κ. Κρώφορντ αναφέρθηκε στη στρατηγική της ΠΓΔΜ να επιδιώκει την αναγνώριση του κράτους αυτού με το συνταγματικό όνομά του από τρίτα κράτη, η οποία κατά ρητή δήλωση του τότε Προέδρου της ΠΓΔΜ κ. Τσερβενκόβσκι θα επιτύγχανε να υλοποιήσει το σχέδιο της ΠΓΔΜ να επιβάλλει το συνταγματικό όνομα του κράτους αυτού σε πολυμερές επίπεδο.  Με τον τρόπο αυτό, η διαδικασία τής διαπραγμάτευσης με σκοπό την ανεύρεση κοινά αποδεκτής λύσης για το ζήτημα του ονόματος, που εισάγεται στην Ενδιάμεση Συμφωνία, καθίσταται γράμμα νεκρό και εκτός αντικειμένου.  Πρόκειται για καταστρατήγηση διεθνών δεσμεύσεων της ΠΓΔΜ.  Ο κ. Κρώφορντ επισήμανε ότι η Ελλάδα διαπίστωσε το σχέδιο της καταστρατήγησης και παραβίασης της Ενδιάμεσης Συμφωνίας και διαθέτει το νομικό δικαίωμα να αντιδρά σε περίπτωση που παραβιάζεται η Ενδιάμεση Συμφωνία. Συνεπώς, η αντίδραση αυτή, ακόμη και αν θεωρηθεί ως παραβίαση του άρθρου 11, εντούτοις θεραπεύεται βάσει του άρθρου 22 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας.

Κατά την αγόρευσή του ο κ. Αλαίν Πελέ επισήμανε ότι η απόφαση του Βουκουρεστίου σχετικά με τη μη είσοδο της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ δεν ήταν ξαφνική, αλλά το αποτέλεσμα συνεχών παραβιάσεων της Ενδιάμεσης Συμφωνίας από την ΠΓΔΜ (π.χ. των άρθρων 5, 6, 7) και της αρχής της καλής γειτονίας, που συμπεριλαμβάνεται στα κριτήρια εισόδου νέων μελών στο ΝΑΤΟ.  Ο κ. Πελέ αναφέρθηκε στην υποχρέωση διαπραγμάτευσης μεταξύ της ΠΓΔΜ και της Ελλάδας, όπως προβλέπεται σε διάφορες διεθνείς πράξεις, για να την αντιπαραβάλει κατόπιν με τη συστηματική, κυνική και μαζική παραβίαση των συγκεκριμένων νομικών δεσμεύσεων από την πλευρά της ΠΓΔΜ.  Ο κ. Πελέ εξήγησε ότι το όνομα το οποίο θα πρέπει να συμφωνηθεί στις διαπραγματεύσεις μεταξύ Ελλάδας και ΠΓΔΜ δεν αφορά τις διμερείς σχέσεις των δύο κρατών, αλλά προορίζεται να έχει γενική, πολυμερή χρήση. Αναφέρθηκε σε δήλωση του Πρωθυπουργού της ΠΓΔΜ κ. Γκρούεβσκι από το 2007, όπου διαφαίνεται η απόλυτη άρνηση της ΠΓΔΜ να διαπραγματευτεί κατά παραβίαση των διεθνών υποχρεώσεών της, καθώς και η εμμονή τής ΠΓΔΜ για ανεύρεση λύσης που θα αφορά μόνο το διμερές επίπεδο.  Πρόκειται βέβαια για κατάφωρη παραβίαση των διεθνών υποχρεώσεων της ΠΓΔΜ και η οποία χαράσσει μία  προσεκτική στρατηγική με σκοπό να διαμορφωθεί μία τετελεσμένη πολιτική κατάσταση σχετικά με το όνομα, που αποδεικνύεται και από σχετικές θριαμβευτικές δηλώσεις της πολιτικής ηγεσίας της ΠΓΔΜ.  Ο κ. Πελέ αναφέρθηκε διεξοδικά στο ισχύον νομικό πλαίσιο σχετικά με τις διαπραγματεύσεις, καθώς και στις συνεχείς σχετικές παραβιάσεις της Ενδιάμεσης Συμφωνίας από την ΠΓΔΜ.

Η κ. Μαρία Τελαλιάν, που  έλαβε τον λόγο κατά την απογευματινή διαδικασία, αναφέρθηκε διεξοδικά στις αλυτρωτικές βλέψεις της ΠΓΔΜ.»

 
Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Σήμερα αργά το απόγευμα πέτυχα να συνδεθώ διαδικτυακά και να παρακολουθήσω εξ ολοκλήρου δύο πολύ καλές αγορεύσεις νομικών της χώρας μας.

Ο W. Michael Reisman, Καθηγητής στη Νομική Σχολή του Yale, ανέπτυξε ένα κύριο ζήτημα, καθαρά δικονομικό, το αν δηλαδή το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης έχει την αρμοδιότητα να δικάσει και να αποφασίσει για τη συγκεκριμένη διαφορά, δηλαδή την κατά τους Σκοπιανούς παραβίαση της Ενδιάμεσης Συμφωνίας με την παρεμπόδιση των Σκοπιανών να ενταχθούν στο ΝΑΤΟ.  

Σύμφωνα με τον δικηγόρο της χώρας μας όλα τα θέματα που προέκυψαν ανάγονται στο όνομα και γι’ αυτό το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να επιληφθεί της υπόθεσης.  Επιπλέον, απέρριψε με νομικά επιχειρήματα την άποψη που ανέπτυξαν τα Σκόπια ότι η απόφαση 817 του Συμβουλίου Ασφαλείας του 1993 δεν είναι δεσμευτική για τα Σκόπια.  

Ο Καθηγητής υπογράμμισε ότι η υποχρέωση των Σκοπίων με βάση τις αποφάσεις ένταξης στον ΟΗΕ και την Ενδιάμεση Συμφωνία είναι η χρήση του προσωρινού ονόματος μέχρι τη συμφωνία μεταξύ των δύο πλευρών και, κυρίως, να διαπραγματευτούν για το όνομα με καλή πίστη.  Και αυτό, χρησιμοποιώντας δηλώσεις Σκοπιανών ηγετών, συμπεριλαμβανομένου και του Τσερβένκοφσκι, ο Reisman απέδειξε ότι τα Σκόπια δεν το έπραξαν.

Τελευταίος για σήμερα το απόγευμα αγόρευσε ο Γάλλος Alain Pellet (Αλαίν Πελέ), Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Paris Ouest, Nanterre/La Défense, ο οποίος λόγω χρόνου δεν ολοκλήρωσε την τοποθέτησή του.  Έθεσε και αυτός θέμα αρμοδιότητας του Δικαστηρίου, στη βάση του επιχειρήματος, ότι το Δικαστήριο υπεισέρχεται σε ένα κατ’εξοχήν πολιτικό ζήτημα.  Συγκεκριμένα, υποστήριξε πως αν το Δικαστήριο αποφασίσει για το αν τα Σκόπια έπρεπε ή δεν έπρεπε να εμποδιστούν να ενταχθούν στο ΝΑΤΟ, τότε αυτό θα σήμαινε ότι: πρώτον, το Δικαστήριο θα παρενέβαινε σε μία καθαρά πολιτική διαδικασία και, δεύτερον, το Δικαστήριο θα υποκαθιστούσε το ΝΑΤΟ, δηλαδή τον φορέα που αποφασίζει για το αν και ποια χώρα θα ενταχθεί.

Ο Αλαίν Πελέ επίσης απέδειξε, χρησιμοποιώντας δηλώσεις διπλωματών (μάλιστα φιλικά προσκειμένων κατά τη Σύνοδο του Βουκουρεστίου στα Σκόπια, όπως του πρεσβευτή της Τσεχίας) ότι η μη ένταξη των Σκοπίων ήταν απόφαση του ΝΑΤΟ και δεν έγινε ποτέ ψηφοφορία για την ένταξη των Σκοπίων, ώστε να μπορεί οποιοσδήποτε να επιχειρηματολογήσει ότι αποδεδειγμένα κάποια χώρα ήταν αντίθετη στην ένταξη των Σκοπίων.  Η απόφαση ήταν του ΝΑΤΟ και γι αυτό αν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη διαφορά επί του θέματος, τότε αυτή θα έπρεπε να είναι μεταξύ των Σκοπίων και του ΝΑΤΟ και όχι με την Ελλάδα.


Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Σάββατο, 26 Φεβρουάριος 2011 12:40

Σχέσεις Ελλάδας & Αρμενίας

Συνέντευξη στην Αρμενική εφημερίδα ΑΖΑΤ ΟΡ,  24 Φεβρουαρίου 2011

 

Κε καθηγητά, σε μια περίοδο κατά την οποία επιτείνονται τα πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα της χώρας, προφανώς απαιτείται επαναπροσδιορισμός του ρόλου της εκπαίδευσης των νέων. Ποιές είναι οι προϋποθέσεις για μια σωστή εκπαίδευση που να ανταποκρίνεται στις προκλήσεις της σύγχρονης εποχής στην Ελλάδα;

Η άποψή μου είναι κλασσική.  Η εκπαίδευση ξεκινά από το δημοτικό και, περισσότερο ως πολίτης και ως πατέρας, θεωρώ ότι τα παιδιά χρειάζεται να μάθουν καλά δύο βασικά πράγματα: γράμματα και αριθμούς∙ όλα τα άλλα θα έρθουν μόνα τους.  Επιπλέον, στον τομέα της παιδείας, χρειάζεται να τους εμφυσήσουμε επίσης δύο πράγματα: τη συνείδηση ότι τα δικαιώματα στηρίζονται και πηγαίνουν μαζί με υποχρεώσεις, και την πίστη ότι υπηρετώντας το σύνολο, υπηρετούμε τον εαυτό μας.  Τέλος, χρειάζεται να επαναλάβουμε και να διδάξουμε με το παράδειγμά μας την κλασσική αλήθεια, ότι τα αγαθά κόποις κτώνται. 

 

Για την κρίση που αντιμετωπίζει η ελληνική κοινωνία θεωρούμε, ως επί το πλείστον, υπεύθυνες τις εκάστοτε κυβερνήσεις. Πέραν της γενικής δυσαρέσκειας που έχει καταλάβει όλους τους πολίτες της χώρας για την παρούσα κατάσταση, οι απόψεις που διατυπώνονται ως προς τα αίτια της κρίσης, καθώς και οι προτεινόμενες λύσεις για έξοδο από αυτήν, ποικίλλουν δραματικά. Έτσι, άλλοι μιλούν για λανθασμένες πολιτικές επιλογές, άλλοι για έλλειψη αποφασιστικότητας, άλλοι για έλλειψη κοιινωνικής ευαισθησίας, και ούτω καθ'εξής. Θα μας ενδιέφερε να γνωρίζουμε, πως αξιολογείτε εσείς την παρούσα κατάσταση; 

Ασφαλώς και υπάρχει πολιτική ευθύνη των ανθρώπων που τιμήθηκαν και εξελέγησαν να κυβερνήσουν.  Όμως εξελέγησαν από κάποιους και κλήθηκαν να υπηρετήσουν ή και να ευχαριστήσουν αυτούς που τους εξέλεξαν.  Εξ αυτού, η ευθύνη διαχέεται και προς τους πολίτες.  Θεωρώ ότι είναι άδικο και ζημιώνει το πολιτικό σύστημα και τη δημοκρατία - δηλαδή, το κλαδί που πάνω του όλοι καθόμαστε - να ισχυριζόμαστε ότι φταίνε μόνο οι πολιτικοί ή το πολιτικό σύστημα.  Σε μία δημοκρατία υπεύθυνων πολιτών, όλοι πρέπει να κάνουμε την αυτοκριτική μας και να αποδεχόμαστε το μερίδιο των ευθυνών που μας αναλογεί, φυσικά σε άλλους πολύ περισσότερο και σε άλλους πολύ λιγότερο.  Διαφορετικά ισοπεδώνουμε και μηδενίζουμε τα πάντα. 


Ας έρθουμε σε ειδικότερα θέματα που αφορούν την Ελλάδα και την Αρμενία. Ως καθηγητής διεθνών σχέσεων, ποιά θεωρείτε πως είναι τα κυρίαρχα στοιχεία για τη βελτίωση και περαιτέρω ανάπτυξη της καλής συνεργασίας μεταξύ των δυο χωρών;

Νομίζω ότι δεν χρειάζεται να είναι κανείς καθηγητής Διεθνών Σχέσεων για να γνωρίζει τις ισχυρότατες σχέσεις μεταξύ των δύο λαών που για πολύ μεγάλο διάστημα είχαν ουσιαστικά ενωθεί και που η ιστορία χώρισε σε δύο διαφορετικές γωνιές της περιοχής μας.  Επίσης χρειάζεται κοινός νους για να αντιληφθεί κανείς τα κοινά συμφέροντα.  Άρα, οι προϋποθέσεις υπάρχουν.  Εκείνο το οποίο απαιτείται - και αυτό υποστηρίζω σταθερά ως Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων - είναι να χαραχθεί, με σοβαρότητα και με πίστη στην κοινή στόχευση, μία στρατηγική για το μέλλον.  Χωρίς κοινή στρατηγική και χωρίς πίστη στην εφαρμογή της τα πράγματα θα μείνουν ως έχουν.  Αν μείνουν ως έχουν όχι μόνο οι δύο πλευρές δεν θα ωφεληθούν, αλλά, μεσοπρόθεσμα, καθώς άλλοι θα προχωρούν, θα καταγράψουν τις αρνητικές συνέπειες της αδράνειάς τους.

 

Τι προοπτικές ανάπτυξης συνεργασίας υπάρχουν μεταξύ των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων των χωρών (στην προκειμένη περίπτωση ιδιαίτερα μεταξύ Ελλάδας και Αρμενίας) και πού εξυπηρετεί η θέσπιση κοινών προγραμμάτων ή ανταλλαγής των φοιτητών;

Ασφαλώς οι δυνατότητες είναι μεγάλες και, μάλλον, ανεξερεύνητες.  Αναφερόμενος μόνο στο δικό μου κλάδο, θεωρώ ότι έχουμε τεχνογνωσία στον τομέα της επιστήμης των Διεθνών Σχέσεων και των Ευρωπαϊκών σπουδών.  Αντιστοίχως, από την πλευρά της Αρμενίας έχουμε να μάθουμε πολλά για τον Καύκασο, τη Ρωσία, την Κεντρική Ασία.  Όμως, πέρα από τη γνώση, η ανταλλαγή φοιτητών συμβάλλει στο να γνωριστούν καλύτερα οι νέοι, να καταγράψουν τα κοινά του παρελθόντος και να αντιληφθούν την πρόκληση των κοινών συμφερόντων και ευκαιριών του μέλλοντος. 

 

Η Ελλάδα και η Αρμενία έχουν υπoγράψει αρκετά μνημόνια συνεργασίας σε πολλούς τομείς. Τι είδους συνεργασία και σε ποιούς τομείς ειδικότερα θα προτείνατε εσείς για το μέλλον;

Εγώ δεν έχω να προτείνω περαιτέρω συμφωνίες, όχι γιατί δεν θα μπορούσαν να γίνουν και άλλες.  Πιστεύω όμως ότι πρώτα πρέπει να ενεργοποιηθούν οι υφιστάμενες και να αποδώσουν καρπούς.  Να δώσω ένα παράδειγμα. Κάθε Ελληνικό πανεπιστήμιο έχει υπογράψει δεκάδες συμφωνίες συνεργασίας με πανεπιστήμια απανταχού της γης∙ από αυτές ελάχιστες είναι ενεργές και χρήσιμες.  Θα ήθελα όμως να προσθέσω ότι για την ενεργοποίηση αυτών των συμφωνιών τεράστιο ρόλο παίζουν οι πολίτες των δύο χωρών και, εν προκειμένω, τεράστιο ρόλο μπορούν να παίξουν και οι Αρμενικής καταγωγής Έλληνες.  Επιτρέψτε μου ακόμη ένα παράδειγμα ή πρόταση: δεν θα ήταν καλό να οργανώνονται εκδηλώσεις, ομιλίες, ημερίδες, στα Πανεπιστήμια ώστε οι νέοι μας να γνωρίσουν περισσότερα για την Αρμενία; 


Όπως γνωρίζετε η Τουρκία κρατά κλειστά τα σύνορά της με την Αρμενία, ενώ συγχρόνως προσπαθεί να επιδείξει δυναμική και ηγεμονική παρουσία στην ευρύτερη περιοχή. Ομοίως συνεχίζει την κατοχή της Βόρειας Κύπρου και παραβιάζει συνεχώς τον εναέριο χώρο της Ελλάδας. Ενώ δείχνει πως θέλει να αναβαθμίσει τις σχέσεις της με τα γειτονικά κράτη, παρ' όλα αυτά, δεν οπισθοχωρεί ούτε χιλιοστό από τις θέσεις της. Πως συνάδουν όλα αυτά;

Αυτά, όπως ευλόγως υπονοείτε, δεν συνάδουν με μία πολιτική καλής γειτονίας.  Η πολιτική της Τουρκίας, όπως ο ίδιος ο Νταβούτογλου την έχει ονομάσει και επιχειρεί να εφαρμόσει, είναι μία πολιτική «μηδενικών προβλημάτων» με τους γείτονες.  Και τούτο με στόχο να κερδίσει χρόνο, να πετύχει την εσωτερική ενδυνάμωση και, όπως εύστοχα παρατηρείτε, να συμπεριφερθεί εν συνεχεία ως ο ηγεμόνας της περιοχής.  Όμως στην προσπάθεια αυτή, των «μηδενικών προβλημάτων» και της αναζήτησης νέων οριζόντων στην Ανατολή, η Τουρκία αφενός δεν κάνει υποχωρήσεις (Γιατί να ανοίξει τα σύνορα με την Αρμενία; Γιατί να τερματίσει την κατοχή στην Κύπρο;) και εκτίθεται αποκαλύπτοντας τις στοχεύσεις της, αφετέρου ενοχλεί άλλους, σημαντικούς παίκτες του διεθνούς συστήματος.  Γι αυτό, όπως έχω προσφάτως επιχειρηματολογήσει, θεωρώ ότι η Τουρκία βραχυπρόθεσμα θα καταγράψει αποτυχίες.Ήδη οι σχέσεις της με το Ιράν και τη Συρία και οι ανακολουθίες της απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν τρώσει την αξιοπιστία της στη Δύση, ενώ οι τριβές της με το Ισραήλ έχουν ήδη ζημιώσει τα στρατηγικά της συμφέροντα∙ εκτιμώ δε πως σύντομα θα ζημιώσουν και τα οικονομικά της.  
Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Κυριακή, 30 Ιανουάριος 2011 16:10

Εξωτερική πολιτική και κρίση

την Παρασκευή 28 Ιανουρίου

 

Σε πείσμα της εσωστρέφειας που δημιούργησε η οικονομική κρίση, τα θέματα της εξωτερικής μας πολιτικής συνεχίζουν να αυξάνονται και να επιζητούν αντιμετώπιση. Φαίνεται δε ότι, όπως δεν υπάρχει στρατηγική εξόδου από την κρίση, έτσι δεν υπάρχει και στρατηγική στην εξωτερική μας πολιτική. Χειρότερα, η εξωτερική μας πολιτική πιθανώς θυσιάζεται στο βωμό της κρίσης, ενώ αντίθετα θα μπορούσε με έξυπνες κινήσεις, όπως με την οριοθέτηση της ελληνικής ΑΟΖ, να μετατραπεί σε εργαλείο αντιμετώπισής της. Βεβαίως υπήρξαν συναντήσεις με τα Σκόπια, την Τουρκία, αλλά και το Ισραήλ. Ομως ο πολίτης δεν μπορεί να διακρίνει ποιοι είναι οι στόχοι της πολιτικής μας. Και τούτο διότι είτε αυτοί δεν έχουν δημοσιοποιηθεί, οπότε υπάρχει μυστική διπλωματία, είτε, χειρότερα, δεν υπάρχουν. Ετσι, σημαντικά ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα. Ποια είναι η κεντρική στόχευσή μας απέναντι στην Τουρκία; Είναι πολιτική επίλυσης διαφορών από θέση ίσης ισχύος, είναι πολιτική σύμπλευσης ή είναι πολιτική κατευνασμού; Ποια είναι η επιδίωξή μας και η τακτική μας στο νέο γύρο διαπραγματεύσεων για το όνομα της Μακεδονίας; Θα στηρίξουμε πραγματικά τις προσπάθειες που από βελτιωμένη πλέον θέση κάνει η Κύπρος, ώστε να λήξει η εισβολή και κατοχή; Εύλογα κάποιος θα αντέτεινε ότι όταν χρωστάς δεν μπορείς να κάνεις εξωτερική πολιτική.

ΛΑΘΟΣ. Πρώτον, διότι δεν χρωστάμε στην Τουρκία, τα Σκόπια ή σε οποιονδήποτε γείτονά μας.  Δεύτερον, διότι διαθέτουμε άλλα συγκριτικά πλεονεκτήματα απέναντί τους. Τρίτον, διότι, ακόμη και σε περίοδο ισχνών αγελάδων, η εξωτερική πολιτική είναι θέμα προτεραιοτήτων, στρατηγικής και αποφασιστικότητας. Είναι θέμα πολιτικών επιλογών. Η Κύπρος μάς διδάσκει το πώς ένα μικρό κράτος, υπό την απειλή του εισβολέα, αξιολόγησε την αναδυόμενη ενεργειακή κατάσταση της περιοχής και προχώρησε αποφασιστικά. Ισως δε οι κινήσεις της άρχισαν να αποδίδουν, κρίνοντας από την επίσκεψη Μέρκελ και τις δηλώσεις της για το Κυπριακό. Εμείς φαίνεται πως δεν έχουμε καν αξιολογήσει την κατάσταση.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Σελίδα 3 από 4
You are here Άρθρα Γνώμης Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική Προβολή άρθρων ανα tag: Εξωτερική Πολιτική