Sunday, Apr 05th

Last update12:36:22 PM GMT

Προβολή άρθρων ανα tag: Εξωτερική Πολιτική
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:28

Η εξωτερική πολιτική είναι πάντα δύσκολη

Η εξωτερική πολιτική είναι πάντα δύσκολη

 

Αγγελιοφόρος, Κυριακή 3.01.2010, σ. 16
του Ηλία Ι. Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων
Πρύτανη Πανεπιστημίου Μακεδονίας


Τα θέματα που θα κυριαρχήσουν το 2010 στην εξωτερική πολιτική θα είναι πάλι τα ίδια: τα Ελληνοτουρκικά, το Κυπριακό και το Σκοπιανό.

Στα Ελληνοτουρκικά δεν αναμένω εξελίξεις. Οι σχέσεις Ερντογάν και στρατιωτικών περνούν από μία νέα περίοδο τριβών, ενώ η εξωτερική πολιτική Νταβούτογλου, που επιζητά ρόλο για την Τουρκία στα ανατολικά της, φαίνεται να προβληματίζει τους φίλους της. Τούτο ενδέχεται να δημιουργήσει την ευκαιρία να προωθήσουμε τις απόψεις μας προς ισχυρές πρωτεύουσες, με στόχο τη δημιουργία κλίματος προς μελλοντική επίλυση ζητημάτων.

Οι εξελίξεις στο Κυπριακό εξαρτώνται και αυτές από την Άγκυρα. Αν υπάρξει ευκαιρία, ο Πρόεδρος Χριστόφιας θα την αξιοποιήσει, θέτοντας ως κόκκινη γραμμή τη συνέχεια του κράτους, την αποχώρηση των στρατευμάτων κατοχής και τη λειτουργικότητα της λύσης.

Τέλος, στο Σκοπιανό, μετά το Βουκουρέστι και την πρόσφατη Σύνοδο της ΕΕ, η πίεση διαρκώς αυξάνεται για τη Σκοπιανή κυβέρνηση. Έτσι, είναι θέμα αντοχής στο χρόνο των θέσεων των δύο πλευρών. Η πάγια εκτίμησή μου είναι ότι, υπό προϋποθέσεις, ο χρόνος τρέχει υπέρ μας.

Δεν είναι χρήσιμο να κρίνω αν το 2010 θα είναι δυσκολότερο από το 2009. Η εξωτερική πολιτική πάντα είναι δύσκολη. Πάντα χρειάζεται σχεδιασμό, σκληρή δουλειά και εξυπνάδα. Η Ελλάδα είναι διεθνώς ένα μικρό κράτος. Έχει όμως αποδείξει ότι μπορεί να είναι και έξυπνο και αποτελεσματικό!

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:00

Προβλέψεις για το 2008

Δημοσιεύτηκε 01-01-2008 Μακεδονία

Θεωρώ ότι κατά το 2008 θα αντιμετωπίσουμε ως κοινωνία και ως κράτος τα ίδια ζητήματα με το 2007, προφανώς επαυξημένα από κάποια θέματα εξωτερικής πολιτικής.

Εντούτοις, είναι καιρός να αντιληφθούμε ότι οι εξελίξεις του διεθνούς γίγνεσθαι δεν περιμένουν. Πρέπει να καταλάβουμε ότι χρειάζονται λιγότερα λόγια και περισσότερη δουλειά, περισσότερη δημιουργία.

Εμείς, οι θεράποντες της εκπαίδευσης, πρέπει να αναλάβουμε τις ευθύνες μας και να μεταλαμπαδεύσουμε στις νέες γενιές την αίσθηση της ευθύνης και της υποταγής τού ατομικού στο κοινωνικό συμφέρον.

Ειδικότερα στην ανώτατη εκπαίδευση, θα πρέπει να δώσουμε έμφαση στην ποιότητα της εκπαιδευτικής διαδικασίας και στην ενίσχυση των ερευνητικών μας προσπαθειών, ώστε να πετύχουμε μία συνολική αναβάθμιση.

Σε ότι αφορά το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, αισιοδοξώ ότι θα δοθεί λύση στο χρόνιο στεγαστικό του πρόβλημα, του οποίου η λύση θα μας επιτρέψει και τις ερευνητικές προσπάθειες να ενισχύσουμε, αλλά και τη διεθνοποίηση των σπουδών να πετύχουμε

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 07:58

"Θα γίνει της Γαλλίας"

«Θα γίνει της Γαλλίας!...»

 

Καθημερινή, 2-12-2007
του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων

 

Αυτή η έκφραση ακούστηκε πολλές φορές τις τελευταίες μέρες ως απειλή με αφορμή τις απεργιακές κινητοποιήσεις στο Παρίσι. Οι αναταραχές που προκάλεσαν οι μεταρρυθμίσεις της κυβέρνησης Σαρκοζί παραλληλίζονται με ενδεχόμενες αναταραχές στη χώρα μας εν όψει της μεταρρύθμισης του ασφαλιστικού.

Η Γαλλική κυβέρνηση, όμως, πέρα από το συγκεκριμένο ζήτημα, προχώρησε ήδη σε τομές και στην Παιδεία. Οι Γάλλοι θέσπισαν τον Αύγουστο ένα νέο νόμο με σκοπό να δώσουν στα Γαλλικά Πανεπιστήμια την ελευθερία και τα κατάλληλα μέσα προκειμένου να ανταποκριθούν στις ανάγκες των φοιτητών και της κοινωνίας.

Είναι αλήθεια ότι απόλυτη σύγκριση ανάμεσα στο Ελληνικό και το Γαλλικό σύστημα δεν μπορεί να γίνει. Οι παραδόσεις, τα προβλήματα και οι απαιτήσεις είναι διαφορετικές στις δύο χώρες. Ωστόσο μπορούμε να αντλήσουμε κάποια χρήσιμα διδάγματα από το Γαλλικό μοντέλο και την πολιτική της Γαλλικής κυβέρνησης:

  • Οι Γάλλοι κατανόησαν ότι η μεταρρύθμιση στην Παιδεία χρήζει ολιστικής προσέγγισης και προχώρησαν σε αλλαγές σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης.
  • Ο Γαλλικός νόμος για την τριτοβάθμια εκπαίδευση αντιμετωπίζει το Πανεπιστήμιο συνολικά. Προβλέπει την βελτίωση των υπηρεσιών προς τους φοιτητές, περιλαμβάνοντας την καθημερινή τους ζωή, την ακαδημαϊκή εκπαίδευση και ανάπτυξη και την επαγγελματική τους αποκατάσταση.
  • Δίνει έμφαση στη βελτίωση των αποδοχών, αλλά και των συνθηκών εργασίας των διδασκόντων και των ερευνητών.
  • Στοχεύει να θεραπεύσει τη διοικητική παραλυσία, δημιουργώντας πιο διαφανείς και ευέλικτες δομές διοίκησης.
  • Σημείο αναφοράς του Γαλλικού νόμου είναι η νέα σχέση Πανεπιστημίου-Κράτους, η αυτονομία, και ο εκσυγχρονισμός της διοίκησης των Πανεπιστημίων. Σύμφωνα με το νόμο, τα Ανώτατα Ιδρύματα θα πρέπει να είναι αυτόνομα, προκειμένου να είναι ευέλικτα και αποτελεσματικά. Καλούνται, όμως, να είναι και υπεύθυνα, να εφαρμόσουν τις αλλαγές μέσα σε ένα συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα και να συνάψουν με το κράτος μια συμφωνία μακροπρόθεσμων στόχων και μέσων.
  • Οι Γάλλοι αντιλαμβάνονται ότι η Παιδεία είναι εθνική υπόθεση, αλλά οι αλλαγές οφείλουν να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του διεθνούς περιβάλλοντος. Σκοπός των μεταρρυθμίσεων είναι να καταστήσουν τα Γαλλικά Πανεπιστήμια περισσότερο εξωστρεφή και πιο υπεύθυνα σε σχέση με τους στρατηγικούς τους στόχους στο πλαίσιο της διεθνοποιημένης κοινωνίας και της οικονομίας της γνώσης.
  • Το Γαλλικό μοντέλο δεν αντιμετωπίζει το Πανεπιστήμιο ως απομονωμένο θεσμό εκπαίδευσης. Θεωρεί επιβεβλημένη τη σύνδεσή του με τις τοπικές κοινωνίες και την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη. Γι' αυτό δίνει έμφαση στην ενίσχυση των δεσμών του Πανεπιστημίου με κοινωνικούς και οικονομικούς εταίρους.

Η Γαλλική κυβέρνηση, πριν την κατάθεση του νόμου, είχε προχωρήσει σε ανταλλαγή απόψεων και διαβουλεύσεις από τις οποίες προέκυψαν αιτήματα των σωματείων των φοιτητών, που έγιναν τελικά διατάξεις του νόμου. Επίσης, διεξάγει μια ευρύτατη καμπάνια ενημέρωσης και έχει δημιουργήσει ειδική ιστοσελίδα πληροφόρησης για τις μεταρρυθμίσεις στην εκπαίδευση.

Βεβαίως, οι αντιδράσεις, οι αναταραχές και οι συγκρούσεις δεν λείπουν. Αρκετά Γαλλικά ιδρύματα τελούν υπό κατάληψη. Όμως, η Γαλλική κυβέρνηση επιμένει πως ο διάλογος είναι ο μόνος δρόμος.

Στην Ελλάδα μπορεί οι συνθήκες να είναι εν μέρει διαφορετικές. Τα ζητούμενα, όμως, είναι λιγότερο ή περισσότερο κοινά. Οι Γάλλοι, όπως και οι Έλληνες, θέλουν ένα νέο και καλύτερο Πανεπιστήμιο. Η Γαλλική κυβέρνηση αντιλήφθηκε πως για τη δημιουργία του χρειάζεται μια ολοκληρωμένη προσέγγιση. Προχώρησε αμέσως στις αλλαγές και έδωσε βαρύτητα στην αυτονομία των Πανεπιστημίων. Κατανόησε πως αν δεν προχωρήσει σε βαθιές τομές, δεν θα μπορέσει να εκσυγχρονίσει το εκπαιδευτικό σύστημα. Ίσως, λοιπόν, θα πρέπει πραγματικά να επιζητούμε να γίνει της Γαλλίας.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Παιδεία

Προς μια νέα Εξωτερική Πολιτική της Κυπριακής Δημοκρατίας


Τέσσερα χρόνια μετά την απόρριψη του σχεδίου Ανάν , η Κύπρος έχει ήδη μπει σε μια νέα εποχή προκλήσεων και ευκαιριών. Διαθέτει ένα νέο Πρόεδρο, ικανό ηγέτη, αξιόπιστο και δυναμικό, που μπορεί να ελίσσεται, να προσαρμόζεται, που ξέρει να διαπραγματεύεται, να επιμένει και να προετοιμάζει το μέλλον. Μετρά τέσσερα σχεδόν χρόνια συμμετοχής στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Συμμετέχει πλέον στη ζώνη του Ευρώ. Όλα τα παραπάνω μαζί με την επιμονή και υπομονή των Κυπρίων για λύση του ζητήματος της εισβολής και κατοχής και η επιθυμία τους να δουν τη Μεγαλόνησο να προκόβει ανοίγουν ένα νέο κύκλο στην παρουσία της Κύπρου στο διεθνές σύστημα.

Η Μεγαλόνησος βγαίνει από το περιθώριο και έρχεται στο προσκήνιο, όχι μόνο γιατί είναι πλέον μέλος της ΕΕ και της Ευρωζώνης, αλλά και γιατί κατέχει μια περίοπτη γεωπολιτικά θέση στη Μεσόγειο σε απόσταση αναπνοής από τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική. Σ' αυτό το πλαίσιο, η εξωτερική της πολιτική θα πρέπει να χαρακτηρίζεται από προσαρμοστικότητα και ευελιξία.. Οι σχέσεις της Κύπρου με τους εταίρους μας στην ΕΕ και η διαπραγματευτική της στάση είναι σημεία κλειδιά για το μέλλον του νησιού.

Η άσκηση εξωτερικής πολιτικής κινείται ανάμεσα στην επιδίωξη του επιθυμητού και του εφικτού. Το εφικτό καθορίζεται τόσο από τη δική μας ισχύ, τις δικές μας διαπραγματευτικές ικανότητες και τις αντίστοιχες των άλλων, όσο και τη διεθνή συγκυρία. Θα πρέπει, λοιπόν, να αξιολογήσουμε τη θέση μας, να αναπτύξουμε τη συνεργασία ανάμεσα στις δύο χώρες και να παίξουμε τα ισχυρά μας χαρτιά, δίνοντας προσοχή σε όλους τους συντελεστές ισχύος. Η Ελλάδα είναι ασφαλής. Η Κύπρος είναι σχετικά ασφαλής. Η Ελλάδα διαθέτει το πλεονέκτημα να είναι μέλος του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε. και διαθέτει το δικαίωμα του βέτο. Η Κύπρος είναι μέλος της ΕΕ και διαθέτει το δικαίωμα του βέτο, επίσης. Ελλάδα και Κύπρος διαθέτουν καλές σχέσεις με τη Δύση και την Ανατολή. Η Ελλάδα αρχίζει να παίζει δυναμικό ρόλο στον ενεργειακό χάρτη της ευρύτερης περιοχής. Η Κύπρος παίζει πάντα ρόλο διπλωματικό, πολιτιστικό και οικονομικό στο χώρο της Μέσης Ανατολής. Μπορεί να αποτελούν μικρά κράτη αλλά διαθέτουν πολλά πλεονεκτήματα και έχουν δυνατότητες να αποκτήσουν ακόμη περισσότερα.

Αρκεί να αντιληφθούμε ότι ένα μικρό κράτος, όπως η Ελλάδα, και ένα πολύ μικρό κράτος, σαν την Κύπρο, πρέπει να έχουν στρατηγική για το μέλλον. Μια στρατηγική μακροπρόθεσμών στόχων, αλλά και ευέλικτη ώστε να ελίσσεται και να διεκδικεί τις ευκαιρίες του παρόντος.

Η Κύπρος είναι απαραίτητο να επιμείνει στον εξευρωπαϊσμό της εξωτερικής της πολιτικής, χωρίς να ξεχνά ότι πρόκειται για μια αμφίδρομη διαδικασία. Επιτυγχάνεται τόσο μέσα από την ενσωμάτωση των πρακτικών και των προτεραιοτήτων της Ένωσης, όσο και μέσα από προώθηση των κυπριακών προτεραιοτήτων στην Ευρωπαϊκή ατζέντα. Επίσης, σημαντικό ρόλο παίζει η εξοικείωση των εθνικών αξιωματούχων με τους Ευρωπαϊκούς θεσμούς και η κοινωνικοποίηση τους μέσα στην Ένωση. Λόγω της γεωγραφικής της θέσης, της πολιτικής και οικονομικής της κατάστασης, η Κύπρος μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο στις σχέσεις της Ένωσης με τους γείτονες της στη Μεσόγειο. Αξιοποιώντας έτσι την ευκαιρία προς όφελος της Ένωσης, αλλά και του νησιού και της ευρύτερης περιοχής.

Η Κύπρος σήμερα μπορεί να διεκδικεί ένα μέλλον με ασφάλεια, στο οποίο θα επέλθει η ανατροπή των συνεπειών της εισβολής και κατοχής, μία λύση, πιθανώς οδυνηρή, αλλά υποφερτή και αξιοπρεπής, που θα είναι δίκαιη για τις επόμενες γενιές και δεν θα καταργεί την Κυπριακή Δημοκρατία. Ένα μέλλον με λύση που θα είναι πραγματικά βιώσιμη και λειτουργική, αφού δεν θα οδηγεί τους πολίτες της Δημοκρατίας σε συγκρούσεις και σε ένα νέο γύρο εφαρμογής του βρετανικού «διαίρει και βασίλευε», πριν στεγνώσουν οι υπογραφές. Η συμμετοχή της στην ΕΕ, η πολιτική και οικονομική αξιοποίηση της γεωγραφικής της θέσης, η εξωστρέφεια και ενεργός συμμετοχή στα διεθνή δρώμενα της δίνουν αυτή την ευκαιρία και πρέπει, χωρίς να ξεχνά, να την εκμεταλλευτεί.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Το μέλλον της Θεσσαλονίκης Πρωτεύουσα των Βαλκανίων ή βαλκανική πόλη ;

 του Ηλία Κουσκουβέλη Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων, Πρύτανη Πανεπιστημίου Μακεδονίας

Το παρόν και το μέλλον μίας πόλης συναρτάται με την ισχύ του κράτους στο οποίο βρίσκεται, το δυναμισμό του πληθυσμού της και το διεθνές σύστημα το οποίο επαναπροσδιορίζει τη γεωγραφία με βάση την κατανομή της ισχύος σε αυτό. Έτσι στο διπολικό διεθνές σύστημα, την εποχή που η Ελλάδα συνόρευε με το Ανατολικό μπλοκ, δεν ετίθετο καν θέμα ρόλου της Θεσσαλονίκης στα Βαλκάνια.

Μετά το 1989 τα πράγματα, ως γνωστό, άλλαξαν. Όμως έχουν περάσει 17 περίπου χρόνια από τη μεγάλη αλλαγή και οι κρατικές και πολιτικο-οικονομικές ανακατατάξεις στα Βαλκάνια, ορισμένες φορές επώδυνες, έχουν σχεδόν ολοκληρωθεί. Όλα αυτά τα χρόνια μέχρι σήμερα επαναλαμβάνεται από τους Θεσσαλονικείς αλλά και από τις πολιτικές ηγεσίες της χώρας η φράση φιλοδοξίας ή και αυταρέσκειας «η Θεσσαλονίκη πρωτεύουσα των Βαλκανίων».

Είναι όμως η Θεσσαλονίκη «πρωτεύουσα» των Βαλκανίων; Μπορεί να γίνει; Αν ναι, τι είδους; Πολιτική, οικονομική, πολιτιστική; Οφείλουμε να προσδιορίσουμε το περιεχόμενο του όρου «πρωτεύουσα», να εξετάσουμε σε ποιο βαθμό ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και, εφόσον καθορισθεί ο επιθυμητός στόχος, να εξετάσουμε τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να επιτευχθεί.

Η Θεσσαλονίκη, υπό τις σημερινές συνθήκες, δεν μπορεί να είναι πολιτική «πρωτεύουσα» των Βαλκανίων. Πολιτική «πρωτεύουσα» θα μπορούσε να είναι η Αθήνα ως τόπος δραστηριοποίησης της κυβέρνησης του μοναδικού κράτους μέλους της ΕΕ στην περιοχή και υπό τον όρο ότι η Ελλάδα έχει κατορθώσει να γίνει σε κρίσιμο βαθμό ο διαχειριστής της ευρωπαϊκής πορείας των γειτονικών κρατών -πράγμα δύσκολο και για το μέγεθος της χώρας και για την πραγματικότητα της ΕΕ. Σε κάθε περίπτωση η ευκαιρία για το ρόλο αυτό χάνεται σε μεγάλο βαθμό αφού Βουλγαρία και Ρουμανία εντάσσονται στην ΕΕ.

Αναμφίβολα, θετικές προσπάθειες για να ενισχυθεί ο πολιτικός ρόλος της Θεσσαλονίκης έχουν γίνει. Η πόλη έχει υποδεχθεί τη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ, τη Διαβαλκανική ή συναντήσεις Υπουργών. Φιλοξενεί διεθνείς, σχετικούς με τα Βαλκάνια φορείς (Σύμφωνο Σταθερότητας, Τράπεζα Μαύρης Θάλασσας) και ο Δήμος Θεσσαλονίκης έχει δημιουργήσει το δίκτυο πόλεων της Βαλκανικής. Εντούτοις, η προσπάθεια αναβάθμισης του πολιτικού της ρόλου έχει φθάσει στα όριά της. Σήμερα, η όποια περαιτέρω ενίσχυση εξαρτάται μόνο από τη μετεγκατάσταση κυβερνητικών υπηρεσιών στη Θεσσαλονίκη ή τη θεαματική ενίσχυση των αρμοδιοτήτων τού Υπουργείου Μακεδονίας - Θράκης και τη δύσκολη μετατροπή του σε Υπουργείο Νοτιοανατολικής Ευρώπης.

Όμως, η Θεσσαλονίκη έχει τις δυνατότητες να διεκδικήσει τα πρωτεία στον οικονομικό, πολιτισμικό, αθλητικό και επιστημονικό τομέα. Ας μην ξεχνάμε ότι η πόλη διαθέτει ακόμη και σήμερα ΑΕΠ τουλάχιστον ίσο με εκείνο γειτονικής χώρας, ότι διοργανώνει σειρά διεθνών εμπορικών (εκθέσεις) και πολιτισμικών (φεστιβάλ) εκδηλώσεων και ότι διαθέτει τις υποδομές για μεγάλα αθλητικά γεγονότα. Τέλος, ότι με τα δύο Πανεπιστήμιά της και τα δίκτυά τους μπορεί να συμβάλει περισσότερο στην ανάπτυξη της περιοχής.

Πώς όμως θα διεκδικήσει τα πρωτεία τη στιγμή που τα πράγματα θα αλλάξουν και πάλι, καθώς Βουλγαρία και Ρουμανία σύντομα θα είναι κράτη μέλη της ΕΕ;

Η απάντηση είναι απλή. Με ένα στρατηγικό σχέδιο που θα θέσει τους στόχους, τις αρμοδιότητες (ποιος κάνει τι;) και τις ευθύνες, θα καθορίσει χρονοδιαγράμματα και στο οποίο θα συμφωνήσουν κυβέρνηση, τοπική αυτοδιοίκηση και φορείς της πόλης.

Το κράτος ευθύνεται για το γενικό πλαίσιο ανάπτυξης και ειδικότερα τις διεθνείς σχέσεις. Αυτές πρέπει να είναι σχέσεις συνεργασίας που ενισχύουν τη σταθερότητα και τη δημοκρατία, χωρίς βεβαίως, χάριν της ανάπτυξης της όποιας πόλης, να τίθενται σε δεύτερη μοίρα τα γενικότερα συμφέροντα της χώρας. Στο κράτος ανήκουν πρωτοβουλίες σε επίπεδο Ε.Ε. που σχετίζονται με την προώθηση κοινών συμφερόντων, την ενίσχυση της αναπτυξιακής βοήθειας στην περιοχή, τις υποδομές (π.χ., διευρωπαϊκά δίκτυα), κλπ.

Από το κράτος εξαρτώνται οι υποδομές. Αναμφίβολα, τα μεγάλα αναπτυξιακά έργα, όπως η Εγνατία Οδός ή οι ενεργειακοί άξονες, αναβαθμίζουν ολόκληρη τη βόρεια Ελλάδα και τη Θεσσαλονίκη. Εκκρεμούν πάντως οι λεγόμενοι «κάθετοι» άξονες που θα συμβάλλουν ακόμη περισσότερο στην αναπτυξιακή διαδικασία και θα συμβάλλουν στην εκμετάλλευση του σημαντικότερου ιστορικά πλεονεκτήματος της πόλης, που είναι το λιμάνι της, καθώς βρίσκεται σε πλεονεκτικότερη θέση από οποιοδήποτε άλλο στην περιοχή.

Στην ευθύνη του κράτους ανήκουν και οι πρωτοβουλίες που μόνο αυτό μπορεί να φέρει σε πέρας. Έτσι θετικά μεν κρίνονται οι πρωτοβουλίες για καλύτερη σιδηροδρομική σύνδεση της Θεσσαλονίκης με τα Σκόπια, τη Σόφια ή την Κωνσταντινούπολη. Όμως, παραμένει μεγάλο ζήτημα ο αερολιμένας της Θεσσαλονίκης και η αεροπορική σύνδεση της πόλης με τις γειτονικές πρωτεύουσες και κυρίως με τις Ευρωπαϊκές. Χαρακτηριστικά αναφέρω ότι η Κύπρος είναι πολύ κοντύτερα στη Θεσσαλονίκη λόγω της πολλαπλής και καθημερινής αεροπορικής σύνδεσης με τη Λάρνακα που απέχει μόνο δύο ώρες, ενώ για τα Σκόπια χρειάζονται τρεις, για τη Σόφια έξι, για την Κωνσταντινούπολη οκτώ. Ας μη συζητάμε για τις ανύπαρκτες απευθείας συνδέσεις με τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες... Και αν θέλουμε να δούμε την πραγματική διάσταση της κατάστασης, θα πρέπει να συγκρίνουμε τις υφιστάμενες συνδέσεις της Σόφιας και κυρίως της Κωνσταντινούπολης, του ρόλου της στην Τουρκία, του παραγομένου προϊόντος και των υφισταμένων υποδομών.

Στην ευθύνη της τοπικής αυτοδιοίκησης ανήκει συχνά η υλοποίηση αποφάσεων της κυβέρνησης και η πειθαρχία σε ένα συνολικό πολιτικό και οικονομικό σχέδιο δράσης. Πρέπει να καταστεί σαφές πως κανένας φορέας αυτοδιοίκησης δεν επιτρέπεται να ασκεί εξωτερική πολιτική, ούτε να παίρνει πρωτοβουλίες χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με την κυβέρνηση. Μπορεί όμως μέσα στο πλαίσιο της γενικής πολιτικής να κάνει σημαντικά πράγματα, τέτοια που έχουν πραγματοποιήσει πολλές πόλεις στο εξωτερικό.

Μία πόλη (όπως και μία περιοχή) οφείλει να προσδιορίσει την ταυτότητα της και το ή τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα έναντι πιθανών ανταγωνιστών της. Η ταυτότητα της πόλης είναι η αρχή και το τέλος. Στη βάση τής συγκεκριμένης ταυτότητας θα σχεδιάσει και θα ευθύνεται για τις δημόσιες σχέσεις της, για τη διαφήμισή της, για τον έλεγχο και τις πιέσεις προς τους κυβερνητικούς φορείς στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, για τη φιλοξενία και τα μέτρα εκείνα που θα κάνουν την πόλη ευχάριστη αλλά και λειτουργική για τους επισκέπτες.

Για όλα τα παραπάνω και κυρίως για το μέλλον μίας πόλης ευθύνη έχουν και οι φορείς της, όπως επιμελητήρια, πανεπιστήμια, αθλητικοί σύλλογοι, κ.ά., και εν τέλει οι ίδιοι οι πολίτες. Αν αυτοί δεν είναι ενεργοί και παραγωγικοί, σε όποιον τομέα και να δραστηριοποιούνται, τότε οι όποιες προσπάθειες του κράτους ή της τοπικής αυτοδιοίκησης θα πέσουν το κενό. Αν αυτοί και οι τοπικοί άρχοντες δεν ξεπεράσουν τη μιζέρια της νοοτροπίας της δεύτερης πόλης και δεν αισθανθούν ικανοί να πρωταγωνιστήσουν τότε η Θεσσαλονίκη θα παραμείνει μία δευτεροκλασσάτη, επαρχιακή, βαλκανική πόλη.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Ελλάδα
Σελίδα 4 από 4
You are here Άρθρα Γνώμης Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική Προβολή άρθρων ανα tag: Εξωτερική Πολιτική