Wednesday, Jul 24th

Last update12:36:22 PM GMT

Προβολή άρθρων ανα tag: Στρατηγική

Την προηγούμενη εβδομάδα είχα τη χαρά να συμμετέχω στην παρουσίαση του βιβλίου των δύο εκλεκτών συναδέλφων μου, Θανάση Πλατιά και Κωνσταντίνου Κολιόπουλου, Η Τέχνη του Πολέμου του Σουν Τσου. Παρακάτω μπορείτε να διαβάσετε το κείμενο της ομιλίας μου που θα σας δώσει μια καλή ιδέα για το βιβλίο. 

 

Eπέλεξα να κάνω δύο πράγματα. 

Πρώτον, θα σας παρουσιάσω τη δουλειά των δύο συναδέλφων, ώστε να έχετε την όσο δυνατόν ακριβέστερη εικόνα, και, δεύτερον, θα διατυπώσω ορισμένες σκέψεις ως προς την προσήκουσα προσέγγισή μας, οικουμενική ή κινεζική, στη μελέτη της Τέχνης του Πολέμου

 

1. Το έργο

Στον πρόλογο οι συγγραφείς αναφέρονται στην ταυτότητα της Τέχνης του Πολέμου. Δέχονται και υποστηρίζουν ότι ο Σουν Τσου δεν υπήρξε ως άτομο, ότι το έργο είναι προϊόν περισσότερων του ενός συγγραφέως και μάλλον τοποθετείται στον 4ο π.Χ. αιώνα. Αναφέρονται επίσης στον αποφθεγματικό χαρακτήρα του έργου και παρουσιάζουν τα πλεονεκτήματα του συγκεκριμένου τρόπου γραφής, τον οποίο στη συνέχεια συγκρίνουν με εκείνον του Clausewitz και του Θουκυδίδη. Διευκρινίζουν ακόμη πως η μετάφρασή τους στηρίζεται στη μετάφραση του Giles, αλλά και άλλων εννέα μεταφράσεων, κυρίως αγγλικών.

 

Ακολουθεί το 1ο Κεφάλαιο, το οποίο συνθέτει και παρουσιάζει τη «θεωρία νίκης» του Σουν Τσου. Τα διαγράμματα/πίνακες που χρησιμοποιούνται για να περιγραφεί κάθε προϋπόθεση της «θεωρίας νίκης», αλλά και η συνολική της παρουσίαση στον πίνακα 8, συμβάλλουν στην καλύτερη κατανόηση του κειμένου. 

 

Στο 2ο κεφάλαιο οι Πλατιάς και Κολιόπουλος προσπαθούν να συνδέσουν την Τέχνη του Πολέμου με την στρατηγική σκέψη, εν γένει. Είναι προφανές ότι αποδέχονται την μία άποψη (από τις 2 που υπάρχουν στη διεθνή βιβλιογραφία), αυτήν περί οικουμενικότητας της στρατηγικής σκέψης, βγάζοντας τον Σουν Τσου από το κινεζικό του πλαίσιο. Με αυτόν το σκοπό, αλλά και ως συνέπεια της επιλογής τους, συγκρίνουν την Τέχνη του Πολέμου με το Περί Πολέμου του Clausewitz και τον Πόλεμο του Θουκυδίδη (1). Καταλήγουν βεβαίως ότι τα τρία κείμενα είναι εξίσου σημαντικά, συνιστούν βάσεις ή εμφορούνται από τον Κλασσικό Ρεαλισμό, ωστόσο, έχω την αίσθηση πως, δικαίως, φαίνεται να αναδεικνύουν ως νικητή, έστω και στα σημεία, τον Θουκυδίδη.

 

Στο ίδιο κεφάλαιο, που είναι και το εκτενέστερό τους, οι συγγραφείς αναδεικνύουν συγκεκριμένες διαστάσεις της σκέψης του Σουν Τσου, πάντα σε συνάρτηση με το σήμερα και τη δυτική σκέψη. Οι θεματικές αυτές είναι, σε υποκεφάλαια: «υψηλή στρατηγική», «σχέση πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας», «τύχη, προβλεψιμότητα και γνώση στον πόλεμο», «άμεση και έμμεση προσέγγιση, παραπλάνηση και αιφνιδιασμός», κ.α. Θα τα διαβάσετε.

 

Στο 3ο κεφάλαιο οι συγγραφείς επιχειρούν να μελετήσουν την «κληρονομιά του Σουν Τσου», ξεκινώντας από την Ανατολική Ασία και εστιάζοντας στις στρατηγικές που υιοθέτησε ο Μάο Τσε-τουνγκ. Κατ’αντιστοιχία με το έργο του John Boyd, οι συγγραφείς ερευνούν τη σχέση των διδαγμάτων της Τέχνης του Πολέμου με την αεροπορική στρατηγική. Εν συνεχεία, σχολιάζουν τη σχέση της με την πυρηνική στρατηγική, ενώ, ορθώς, δεν παραλείπουν, στο προτελευταίο υποκεφάλαιο, τον ανταρτοπόλεμο.

 

Στο τελευταίο κεφάλαιο της δουλειάς των δύο συγγραφέων σχολιαστών – που κατά την άποψή μου είναι και το πλέον ενδιαφέρον – βρίσκονται τα προβλήματα της Τέχνης του Πολέμου.  Ποια είναι αυτά; Πρώτον, η υπερτίμηση του πνευματικού-ηθικού-παράγοντα και η υποτίμηση του υλικού. Οι συγγραφείς αναδεικνύουν το συγκεκριμένο θέμα μέσα από το κείμενο και επικαλούνται ιστορικά παραδείγματα από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετέπειτα, όπως την ήττα των Γάλλων στο Dien Bien Phu, για να καταδείξουν το ρόλο των υπέρτερων δυνάμεων στο θέατρο των επιχειρήσεων. 

 

Στο σημείο αυτό θα επιστρέψω για λίγο στο προηγούμενο κεφάλαιο και στο ζήτημα της πυρηνικής αποτροπής. Διότι, όντως, η πυρηνική αποτροπή εμπεριέχει το ψυχολογικό στοιχείο του εκβιασμού του αντιπάλου. Ωστόσο, εμπεριέχει και το υλικό στοιχείο. Και αν φθάσουμε σε αυτό το σημείο, που φυσικά όλοι το απεύχονται, τότε τόσο η Κίνα, ακόμη δε περισσότερο η Βόρεια Κορέα, που αναφέρεται επίσης ως παράδειγμα, υστερούν. Η μεν πρώτη, αριθμητικά, σε μία κατηγορία όπλων που η καταστροφική τους ικανότητα αυξάνεται με γεωμετρική πρόοδο, η δε Βόρεια Κορέα για τον ίδιο λόγο, αλλά και, όπως υπογραμμίζει ο Raymond Aron, στο Le Grand Débat, διότι δεν διαθέτει “capacité d’encaissement”.

 

Δεύτερο πρόβλημα είναι η ότι η Τέχνη του Πολέμου καθιστά αυτοσκοπό την αποφυγή κόστους είτε στις φίλιες δυνάμεις είτε στις εχθρικές. Σε αυτό το σημείο αναφέρονται στην αντίφαση που υπάρχει μεταξύ του εκμεταλλεύσου τις αδυναμίες του αντιπάλου και άφησε τον αδύναμο και υποχωρούντα αντίπαλο να φύγει. Εδώ, στο κεφάλαιο 4.2, θα αναδειχθεί – με τρόπο και με μία αναλογία που μού αρέσουν – το ζήτημα του τι θα είχε συμβεί αν οι Συρακούσιοι, ο Κολοκοτρώνης και οι Σοβιετικοί είχαν αφήσει τους Αθηναίους, τον Δράμαλη ή τους Ναζί στο Στάλινγκραντ να αποχωρήσουν ανενόχλητοι. Είναι επίσης στο σημείο αυτό που οι συγγραφείς αναφέρονται στη σχέση της Τέχνης του Πολέμου με τον Ταοϊσμό, την φιλοσοφία της αρμονίας και της τάξης στον κόσμο, η οποία εμφανίζει τον πόλεμο ως αναγκαίο κακό και οδηγεί στη διεξαγωγή του με το μικρότερο κόστος. «Η μέριμνα για την αποφυγή του κόστους είναι εμφανέστατη» στο χωρίο VI.3, γράφουν οι Πλατιάς και Κολιόπουλος (σελ. 153). Και εδώ μπορεί να αναρωτηθεί κανείς αν και κατά πόσο, στο ζήτημα της πυρηνικής αποτροπής, η στρατηγική των Κινεζικών δυνάμεων, που κατά ίδιους, αλλά και άλλους συγγραφείς επηρεάζεται από την Τέχνη του Πολέμου, είναι προετοιμασμένη να αναλάβει το τεράστιο κόστος σε μία προοπτική ή ένα ενδεχόμενο πυρηνικής ανταλλαγής.

 

Το τρίτο πρόβλημα είναι η απόσταση θεωρίας και πράξης, κάτι που οι συγγραφείς θεωρούν «χαρακτηριστικό που εμφανίζεται συχνά στην κινεζική στρατιωτική σκέψη». Από τον σχολιασμό τους, αλλά και τη μελέτη της Τέχνης του Πολέμου, πολλές από τις συμβουλές για να εφαρμοσθούν χρειάζονται ένα ιδανικό περιβάλλον, ιδανικούς ανθρώπους και όλα να λειτουργήσουν «ρολόι»…

 

Προσωπικά, στο σημείο αυτό, θα προσέθετα και ένα τέταρτο πρόβλημα ή θα αναδείκνυα περισσότερο το ζήτημα του αποφθεγματικού λόγου. Είναι το ίδιο πρόβλημα με τα βιβλία-οδηγούς του καλού μάνατζερ ή του ορθού τρόπου για να αποφασίζει κάποιος. Ασφαλώς είναι χρήσιμο να έχει κάποιος καταλόγους με προϋποθέσεις ή με δράσεις για επιτυχία που προέρχονται κατευθείαν από τα κείμενα της στρατηγικής, όπως στο παράρτημα του βιβλίου. Τουλάχιστον, σε αυτήν την περίπτωση, οι στρατιωτικοί ή οι μάνατζερς έχουν ένα πρώτο οδηγό ή μία πυξίδα ή μία βάση εκκίνησης για τη μελέτη και την ανάπτυξη, στη συνέχεια, ικανοτήτων (“skills”) στρατηγικής σκέψης. Ωστόσο, αναρωτιέμαι, κατά πόσο στην εξέλιξη του πολέμου ή της μάχης έχει το χρόνο ο ηγέτης να σκέφτεται τα συγκεκριμένα πρέπει του Σουν Τσου ή του οποιουδήποτε αντίστοιχού του. Ίσως βέβαια είναι θέμα δυτικόστροφης εκπαίδευσης ή συγκρότησής μου, αλλά προτιμώ τις προσεγγίσεις του Clausewitz και, ακόμη περισσότερο, του Θουκυδίδη, στις οποίες το συμπέρασμα και η γενίκευση είναι αποτέλεσμα μίας πνευματικής αναζήτησης και διεργασίας, η οποία σου επιτρέπει να δημιουργήσεις τους απαραίτητους πνευματικούς μηχανισμούς ή και αυτοματισμούς της απόφασης, όπως περιγράφεται και αναδεικνύεται από το μοντέλο διαδικασίας απόφασης της Κυβερνητικής (Cybernetics).

 

Τέλος, κλείνοντας το κεφάλαιο και ουσιαστικά την εισαγωγή τους, οι συγγραφείς καταλήγουν ορθώς στο «μηδέν άγαν», ότι η χρησιμότητα της Τέχνης του Πολέμου φθάνει μέχρι ενός σημείου και, ακόμη περισσότερο, στην ακροτελεύτια παράγραφο, με αναφορά στον Collin Grey, ότι τα τρία έργα, ο Πόλεμος, η Τέχνη του Πολέμου και το Περί Πολέμου, κατά κάποιο τρόπο αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν τη σταθερή βάση της στρατηγικής σκέψης.

 

 

 

Θα περάσω τώρα στο ίδιο το έργο, την Τέχνη του Πολέμου.

 

Η θεωρία του Sun Tzu είναι μια γενική θεωρία του ελέγχου. Αποτελείται από δύο σκέλη. Το πρώτο διδάσκει τον έλεγχο της πολυπλοκότητας του πολέμου στο σύνολό της. Μέσω του αποτελεσματικού ελέγχου της διδάσκει το πώς να νικάς. Όποιος μπορέσει να ελέγξει την πολυπλοκότητα του πολέμου είναι σχεδόν κατά κανόνα ο νικητής. Το δεύτερο σκέλος, διδάσκει τον έλεγχο επί του εχθρού, καθώς ο πόλεμος είναι ένα πολύπλοκο σύστημα, με κυρίαρχη την ανθρώπινη διάσταση. Με τον αποτελεσματικό έλεγχο της ανθρώπινης διάστασης μπορεί κανείς να πετύχει τον έλεγχο του συστήματος, δηλαδή του πολέμου.

 

Η εν λόγω άποψη είναι παρόμοια με εκείνη του Joseph Wylie, αλλά και του John Boyd που ανεξάρτητα καταλήγουν σε παρόμοια συμπεράσματα με εκείνα του Sun Tzu. Η εν λόγω σύγκλιση, σύμφωνα με κάποιους μελετητές, επιβεβαιώνει τις προτάσεις του Handel ότι η βασική λογική της στρατηγικής είναι καθολική και ότι δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα όπως μία αποκλειστικά «δυτική» ή «ανατολική» («ασιατική») προσέγγιση στη στρατηγική (2).

 

Αυτή είναι, όπως ήδη ανέφερα, η υφέρπουσα παραδοχή και στην συγγραφή του κειμένου των Πλατιά και Κολιόπουλου. Ωστόσο υπάρχει και η άλλη άποψη, η οποία με προβληματίζει και η οποία, αφενός σε μία ακαδημαϊκή συζήτηση δεν πρέπει να παραβλεφθεί, αφετέρου, μπορεί να έχει πρακτικές συνέπειες.

 

Η άλλη άποψη υποστηρίζει ότι η Τέχνη του Πολέμου έχει περισσότερες φορές αναφερθεί παρά μελετηθεί, και ακόμη λιγότερο έχει γίνει κατανοητή. Και τούτο, διότι οι περισσότεροι αναγνώστες βλέπουν την Τέχνη του Πολέμου ως ένα εγχειρίδιο του πολέμου και όχι ως ένα έργο φιλοσοφίας. Στην πραγματικότητα είναι και στρατιωτικό εγχειρίδιο και φιλοσοφικό κείμενο, έκφραση του ταοϊκού κανόνα ή της αντίληψης του «τρόπου» ή του «δρόμου» προς την τάξη της αρμονίας. Όπως σημειώνει o Coker, «ακριβώς επειδή είναι ένα έργο φιλοσοφίας, η μελέτη του καθίσταται δύσκολη. Όπως πολλά φιλοσοφικά έργα (ανατολικά και δυτικά) τα σημαντικά διδάγματά του βρίσκονται κάτω από την επιφάνεια». (3)

 

Και το ερώτημα που ακολουθεί είναι: έχουμε το γνωσιολογικό και το βιωματικό υπόβαθρο για να διεισδύσουμε «κάτω από την επιφάνεια» και να αντιληφθούμε το συγκεκριμένο έργο; Διότι αν η συγκεκριμένη άποψη είναι λανθασμένη, τότε, έχοντας υιοθετήσει την περί οικουμενικότητας της στρατηγικής σκέψης άποψη, έχουμε κάνει σωστά τη δουλειά μας και οι προτάσεις μας επί συγκεκριμένων ζητημάτων δεν στηρίζονται σε λανθασμένες παραδοχές. Αν όμως όχι, τότε οι  εξ αιτίας της λανθασμένης προσέγγισης εσφαλμένες μας εκτιμήσεις και προτάσεις, μπορούν να έχουν σημαντικές συνέπειες. Ειλικρινά, δεν μπορώ να απαντήσω, καθώς δεν είμαι ειδικός ούτε στην Κίνα, ούτε στην κινεζική σκέψη.

 

Τούτο βεβαίως δεν σημαίνει ότι η προσέγγιση της οικουμενικής αντίληψης της θεωρίας του πολέμου δεν είναι κυρίαρχη ή χρήσιμη. Κάθε άλλο. Ωστόσο, και αυτό θέλω να αναδείξω, θα πρέπει στις αναλύσεις μας να λαμβάνεται υπόψη και η αντίθετη, μειοψηφούσα, προσέγγιση.

 

Τέτοια παραδείγματα, παρά το ότι είναι λίγα, υπάρχουν, όπως στην χαρακτηριστική περίπτωση του πολύ γνωστού μας John Mearsheimer (4), στο κείμενό του Can China Rise Peacefully? Ο Mearsheimer, υιοθετώντας την  περί οικουμενικότητας της στρατηγικής (και της πολιτικής) αντίληψη, καταρχάς αναρωτιέται: “Why should we expect China to act differently than the United States? Are the Chinese more principled than we are? More ethical? Are they less nationalistic? Less concerned about their survival? They are none of these things, of course, which is why China is likely to follow basic realist logic and attempt to become a regional hegemon in Asia.”

 

Στη συνέχεια, σε ένα υποκεφάλαιο που θυμίζει έντονα τα διδάγματα της Τέχνης του Πολέμου και δείχνει ότι ο ίδιος τα λαμβάνει υπόψη του, θέτει το ζήτημα: “Why China Cannot Disguise Its Rise”. Απαντάει: “One might argue that, yes, China is sure to attempt to dominate Asia, but there is a clever strategy it can pursue to achieve that end peacefully. Specifically, it should follow Deng Xiaoping’s famous maxim that China keep a low profile and avoid becoming embroiled in international conflicts as much as possible. His exact words were ‘Hide our capacities and bide our time, but also get some things done’…”

 

Τέλος, εξετάζει και την πιθανότητα του να αναπτυχθεί η Κίνα σε ηγεμονική δύναμη ειρηνικά, για δύο λόγους, μεταξύ των οποίων τον έναν αποκαλεί: “Confucian Pacifism” (ο άλλος είναι η οικονομική αλληλεξάρτηση). Γράφει: “An especially popular claim among Chinese is that their country can rise peacefully because it has a deeply Confucian culture. Confucianism, they argue, not only promotes moral virtue and harmony but also explicitly rules out acting aggressively toward neighboring countries. Instead, the emphasis is on self-defense. China, so the argument goes, has historically acted in accordance with the dictates of Confucianism and has not behaved like the European great powers, Japan, or the United States, which have launched offensive wars in pursuit of hegemony and generally acted according to the dictates of realism. China, in contrast, has behaved much more benignly toward other states: it has eschewed aggression and pursued “humane authority” instead of “hegemonic authority.” …”  Σε αυτό λοιπόν το κείμενο βλέπουμε τον Mearsheimer να υιοθετεί ως κεντρική γραμμή ανάλυσης τη δυτικόστροφη προσέγγιση, να μην απορρίπτει ωστόσο χωρίς εξέταση και την αντίθετης φιλοσοφίας μεθοδολογία. Τούτη η προσέγγιση είναι θεωρώ το καλύτερο αλλά και το περισσότερο που μπορούμε να κάνουμε μπροστά σε κείμενα ενός διαφορετικού φιλοσοφικού και πολιτισμικού ιδιώματος.

 

Προς αυτό πάντως το ιδίωμα η εργασία των Πλατιά και Κολιόπουλου και η δική τους, νέα, μετάφραση του έργου του Σουν Τσου, ανοίγουν ένα καινούργιο και με ακρίβεια χαραγμένο δρόμο, που αξίζει, κατά την άποψή μου, να δημοσιευθεί και στα Αγγλικά, με την ευχή να έχει την ίδια επιτυχία που είχε η αγγλική έκδοση της δουλειάς τους στον Θουκυδίδη (Thucydides on Strategy).

----

1. Την επιχειρηματολογία μου επί του θέματος, δηλαδή γιατί «Πόλεμος» και όχι «Πελοπονησιακός πόλεμος», δες στο Ηλίας Κουσκουβέλης, Θεωρία απόφασης στον Θουκυδίδη, Εκδόσεις Πανεπιστημίου Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 2015.

2.  Βλ. Yuen, Derek M. C. (2008), “Deciphering Sun Tzu”, Comparative Strategy, 27: 2, 183-200.

 Ibid.

 3. Christopher Coker (2003), What would Sun Tzu say about the war on terrorism?, The RUSI Journal, 148:1, 17.

4.  The National interest, October 25, 2014, http://nationalinterest.org/commentary/can-china-rise-peacefully-10204.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Dim lights Embed Embed this video on your site  

Παρακολουθήστε την τοποθέτηση μου στο 1ο Επιστημονικό Συνέδριο του Κέντρου Μελετών Τάσσος Παπαδόπουλος με θέμα: Το Κυπριακό και το Διεθνές Σύστημα από το 1945 έως το 1974. Αναζητώντας Θέση στον Κόσμο. 

Είχα τη χαρά να βρεθώ ανάμεσα σε αξιόλογους συναδέλφους από την Ελλάδα, τη Γαλλία, τις ΗΠΑ και την Κύπρο, να παρακολουθήσω ενδιαφέρουσες αναλύσεις και να συμμετέχω σ' εναν, κατά την άποψή μου, σημαντικό διάλογο για εκείνη την ευαίσθητη και καθοριστική περίοδο για τη Μεγαλόνησο.

Κατέθεσα τις απόψεις μου σχετικά με τη θέση και την πολιτική της Κύπρου στο διεθνές σύστημα εκείνης της εποχής, επιχειρηματολογώντας υπέρ της θέσης ότι η Κύπρος δεν μπόρεσε να αξιολογήσει ορθά τις συνθήκες που επέβαλε η δομή του διεθνούς συστήματος της εποχής και να διαμορφώσει μια αποτελεσματική στρατηγική, ανάλογη με αυτή που συναντάμε στη θεωρία των διεθνών σχέσεων των μικρών κρατών. Μια στρατηγική που, παρά το μέγεθος της, θα της επέτρεπε να είναι περισσότερο αποτελεσματική στην επίτευξη των στόχων της. Ωστόσο, αυτή της η αδυναμία οφείλεται κυρίως στις πρωτοφανείς για ένα νέο κράτος συνθήκες που επικρατούσαν σε αυτό το χρονικό διάστημα στο νησί.

Σύντομα θα έχετε την ευκαιρία να διαβάσετε την πλήρη ανάλυση της θέσης μου στον τόμο που θα εκδοθεί από το Κέντρο Μελετών Τάσσος Παπαδόπουλος. Μπορείτε να μου γράψετε στο e-mail μου: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε. , εάν επιθυμείτε να ενημερωθείτε σχετικά με την κυκλοφορία του τόμου.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Τύχη είναι ο αστάθμητος, ο απροσδόκητος παράγων που μπορεί να αλλάξει το ρου των γεγονότων. Αν είναι «κακή» και δεν τη διαχειριστούμε σωστά, τότε οι συνέπειες μπορεί να είναι καταστροφικές. Τρία τυχαία γεγονότα – ο λοιμός, η καταστροφή των Ερμών και η τρικυμία μετά τη ναυμαχία στις Αργυνούσες – γονάτισαν την Αθηναϊκή ηγεμονία. Αντίθετα, αν η τύχη είναι «αγαθή», τότε αυτοί που θα μπορέσουν να τη διαχειρισθούν, θα καταγράψουν σημαντικές επιτυχίες.

Η περίπτωση των υδρογονανθράκων στην ΑΟΖ είναι τύχη αγαθή. Κάποτε παραπονιόμασταν ότι κανείς δεν ενδιαφέρεται για την παράνομη εισβολή και κατοχή τής Κύπρου, ενώ, αντίθετα, οι πάντες κινητοποιήθηκαν για το Κουβέιτ. Η ερμηνεία ήταν – με λαϊκή και χιουμοριστική διατύπωση – ότι «η Κύπρος δεν βγάζει πετρέλαιο, αλλά χαρούπια». Έχει όμως η Ιστορία γυρίσματα!

Διότι, να που η τύχη χαμογέλασε και βρέθηκαν υδρογονάνθρακες στην Κυπριακή ΑΟΖ και, στη βάση αυτής της προοπτικής και ισχυρών κοινών συμφερόντων, συνήφθησαν ισχυρές συμμαχίες. Χαμογέλασε και στην Ελλάδα, ενώ γύρισε την πλάτη στην Τουρκία, της οποίας την έξοδο στη Μεσόγειο εμποδίζει ένα νησάκι: το Καστελόριζο. Θυμηθείτε όμως ότι στο πλαίσιο του σχεδίου Άτσεσον, σε αντάλλαγμα για την Ένωση, η Ελλάδα θα παραχωρούσε το Καστελόριζο! Και η Τουρκία το απέρριψε! Όντως, έχει η Ιστορία γυρίσματα.

Από τη μεριά της η Ελλάδα δεν διαχειρίζεται την αγαθή τύχη της, όπως άνετα, λόγω ισχυρότατων συμφερόντων, θα μπορούσε και δεν ανακηρύσσει ΑΟΖ. Όσο για την Κύπρο, όλα πήγαιναν πάρα πολύ καλά, μέχρι τη στιγμή που ένα ατυχές, από κάθε πλευρά, γεγονός ήρθε να αναταράξει το πολιτικό σκηνικό και διαίρεσε λαό και πολιτικούς.

Η διαίρεση αυτή φαίνεται να εντείνεται και να δημιουργεί προοπτικές διχασμού τη στιγμή που θα ξέρουμε αν από τα σπλάχνα τής Μεσογείου θα μεγαπλασιαστούν οι συντελεστές ισχύος μας. Θυμίζω ότι από διχασμό θα χανόταν η Επανάσταση του 21, από διχασμό χάθηκε η Μικρά Ασία, και ο διχασμός ευθύνεται, μεταξύ άλλων, για το 1974.

Η Τουρκία αντιλαμβάνεται τη σημασία των εξελίξεων και γι αυτό αντιδρά σπασμωδικά – χωρίς όμως να μπορεί να κάνει και πολλά εκτός από να ρίχνει πυροτεχνήματα. Η στιγμή είναι ιστορική και η ορθή διαχείρισή της θα αλλάξει τη ροή των γεγονότων για το Κυπριακό και για πολλά άλλα. Πριν λίγες μέρες είχα πει στον Φιλελεύθερο (26-9-2011) ότι ίσως ζούμε μία από εκείνες τις στιγμές στην Ιστορία που το τελευταίο εναπομείναν περιφερειακό κέντρο τού Ελληνισμού – η Κύπρος – μπορεί να τραβήξει προς τα μπρος όλους μας.

Γι αυτό και η ευθύνη τού πολιτικού προσωπικού τής Κύπρου είναι τεράστια. Θεωρώ επιστημονικό, τουλάχιστον, καθήκον μου, να υπενθυμίσω ότι για την ορθή διαχείριση μίας κρίσης απαιτούνται σύνεση, ψυχραιμία και ενότητα. Ιδιαίτερα όταν γι αυτά που μπορεί να συμβούν ο υπέρτατος και έσχατος δικαστής θα είναι η Ιστορία.

Δημοσιεύτηκε στις 16 Οκτωβρίου 2011, στον Φιλελεύθερο της Κυριακής, σελ. 33.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Επανέρχομαι σε θέμα προηγούμενης ανάρτησής μου με τίτλο «Η Ελλάδα σε πυρηνικό κλοιό». Από τα σχόλια φίλων και φοιτητών μου, αντιλαμβάνομαι ότι δημιουργήθηκε κάποια σύγχυση. Πολλοί ρωτούν αν προτείνω η Ελλάδα να κινηθεί προς την πυρηνική επιλογή.

Είναι βέβαιο ότι δεν προτείνω αυτό. Και να το έκανα, θα εισηγούμουν κάτι μη εφικτό υπό τις παρούσες συνθήκες, άρα θα υπέβαλα λάθος πρόταση.

Παρά το ότι στο παρελθόν η χώρα μας έχει τουλάχιστον τρεις φορές (και το '70 και το '80 και το '90) φλερτάρει με την ιδέα, ο σκοπός του κειμένου μου δεν ήταν αυτός. Σκοπός μου ήταν να ανοίξει η δημόσια συζήτηση για το θέμα, που είναι ευρύ με ποικίλες διαστάσεις και έχει τεράστια σημασία. Διότι το πυρηνικό εν γένει και, κυρίως, οι πυρηνικές βλέψεις της Άγκυρας πρέπει να συζητηθούν. Και να καταλήξουμε τελικά, ως λαός και ως κράτος, στο πώς θα το αντιμετωπίσουμε.

Γνωρίζουμε τα σχέδια της Τουρκίας στο Ακούγιου για πάνω από είκοσι χρόνια και δεν κάναμε τίποτε. Αν καθυστέρησαν τα σχέδια της Τουρκίας, τούτο οφείλεται στους Έλληνες του εξωτερικού και, ιδιαίτερα, του Καναδά, οι οποίοι απέτρεψαν την πώληση του πυρηνικού αντιδραστήρα CANDU στην Τουρκία, πριν από 10 περίπου χρόνια. Από την άλλη βέβαια, η Τουρκία διαθέτει και βαλλιστικούς πυραύλους, ενώ το Πακιστάν έχει τροφοδοτήσει τη γείτονα με σχετικά μυστικά∙ θυμηθείτε το πήγαινε-έλα Τσιλέρ και Μπούτο.

Δυστυχώς εμείς δεν έχουμε κανένα σχέδιο, καμία στρατηγική για να σπάσουμε τον κλοιό των πυρηνικών γύρω από τη χώρα μας. Κι αυτό είναι γεγονός!

Τι σχέση έχει τώρα η αποτροπή, στην οποία αναφέρθηκα στην προηγούμενη ανάρτηση και αναφέρομαι διαχρονικά; Με αυτήν, ως κεντρική ιδέα μίας στρατηγικής, μπορείς να κάνεις δύο πράγματα. Πρώτον να εμποδίσεις την ανάπτυξη τέτοιων σχεδίων και, δεύτερον, να αντιταχθείς στον όποιον εκβιασμό μπορεί να σου ασκήσει ένας γείτονας. Και τούτο δεν είναι δύσκολο. Αφού πρώτα συνειδητοποιήσουμε ότι η γειτονική χώρα δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει όπλα μαζικής καταστροφής τόσο κοντά στην επικράτειά της, γνωρίζοντας στρατηγική, μπορούμε να αποτρέψουμε τον όποιο εκβιασμό. Αυτός ήταν και ο δεύτερος στόχος του κειμένου: ότι καλό θα ήταν να μην επιδιδόμαστε σε «έπεα πτερόεντα», αλλά ως πολίτες και ως χώρα να κατανοούμε τη στρατηγική και να δρούμε βάσει αυτής.

Οφείλω να πω πως δεν μου αρέσει ότι ο πλανήτης έχει γεμίσει με ραδιενεργά υλικά. Με ενοχλεί, όμως, ότι όλες οι χώρες γύρω μας έχουν γεμίσει με πυρηνικά εργοστάσια κι ακόμη περισσότερο ότι μία χώρα, που φιλοδοξεί να ηγεμονεύσει στην περιοχή και όχι μόνο, θα απειλεί καθημερινά την ελευθερία και τη δημιουργία τής επόμενης ή των επόμενων γενεών όλων των γειτονικών της χωρών.

Κλείνοντας, επιτρέψτε μου να σημειώσω πως θεωρώ ως σημαντικά όπλα της χώρας μας τον Απόδημο Ελληνισμό (που μειώνεται), την εμπορική μας ναυτιλία (που μειώνεται), την ευφυΐα του Έλληνα (που κι αυτή μειώνεται...). Στη γενικότερη κατάπτωση, καταφύγιο είναι η κλασσική και διαχρονική σκέψη, του Αριστοτέλη, του Πλάτωνα, του Ξενοφώντα, του Αριστοφάνη, και, φυσικά, του Θουκυδίδη που μας θυμίζει: «πρός δέ τούς αστυγείτονες πάσι, τό αντίπαλον καί ελεύθερον καθίσταται».

Για όσους ξέρουν Τουρκικά μπορούν να διαβάσουν το κείμενο για τις θέσεις του AKP στην ενέργεια συμπεριλαμβανομένης και της πυρηνικής. Προς επιβεβαίωση της αυθεντικότητας του κειμένου, παραθέτω τον σύνδεσμο εδώ.

3.10-ENERJİ

* Dışa bağımlı doğalgazın kullanıldığı enerji santrallerine alternatif veya ikame yatırım olarak, gerekli güvenlik ve çevre koruma önlemleri alınmak suretiyle, nükleer enerji santralleri kurulacaktır. Böylece ekonominin ihtiyaç duyduğu ucuz enerji sağlanmış olacaktır. *

Για όσους δεν γνωρίζουν, χάρη σε έναν φίλο, τον οποίο ευχαριστώ, ακολουθεί η μετάφραση:

«Λαμβάνοντας τα αναγκαία μέτρα ασφάλειας [για την προστασία του πολίτη] και την

προστασία του περιβάλλοντος, θα ιδρυθούν σταθμοί παραγωγής πυρηνικής ενέργειας

ως εναλλακτική λύση στους σταθμούς ενέργειας που λειτουργούν με φυσικό αέριο,

[οι οποίοι αυξάνουν] την εξάρτηση [της χώρας από] το εξωτερικό. Έτσι θα

εξασφαλιστεί [η πρόσβαση] σε λιγότερο δαπανηρές [πηγές] ενέργεια[ς] [για την]

οικονομία [της χώρας]».

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Πέμπτη, 17 Μάρτιος 2011 11:13

Η Ελλάδα σε πυρηνικό κλοιό...!

Μετά τα πυρηνικά ατυχήματα στην Ιαπωνία, «ξυπνήσαμε» και στην Ελλάδα, συνειδητοποιώντας ότι περιβαλλόμαστε από χώρες που επιδίδονται στη χρήση πυρηνικής ενέργειας ή σε προσπάθειες απόκτησης πυρηνικών όπλων.  Και, ως εκ θαύματος, ήρθαν και πάλι στην επιφάνεια της επικαιρότητας τα σχέδια της Τουρκίας να κατασκευάσει πυρηνικό εργοστάσιο στο Ακούγιου, πάνω σε σεισμικό ρήγμα και απέναντι από την Κύπρο.  Όμως το σχέδιο για το Ακούγιου υπάρχει προ του 2000, όπως και οι προσπάθειες της Άγκυρας για πυρηνικά όπλα.  Άλλωστε και το κόμμα του Ερντογάν, το AKP, στο κυβερνητικό του πρόγραμμα, πριν έρθει για πρώτη φορά στην εξουσία, αναφερόταν στη χρήση πυρηνικής ενέργειας.

Tα σχέδια της Άγκυρας με οδήγησαν, το 2000, στη συγγραφή και έκδοση του βιβλίου Αποτροπή και Πυρηνική Στρατηγική στον Ψυχρό Πόλεμο.

Επιλέγω τρεις παραγράφους από την εισαγωγή του βιβλίου:

“Τα πυρηνικά οπλικά συστήματα δεν έπαψαν όμως να υπάρχουν και να διαδίδονται.  Οι πυρηνικές δοκιμές χωρών όπως η Ινδία και το Πακιστάν - απόρροια της οριζόντιας πυρηνικής διασποράς - ήρθαν να μας θυμίσουν το 1998 και το 1999 ότι τα πυρηνικά παραμένουν ένας σημαντικός συντελεστής ισχύος στη διεθνή σκακιέρα, ότι ο αριθμός των κατεχόντων ή των εν δυνάμει κατεχόντων πυρηνικά αυξάνεται και, συνεπώς, ότι το πρόβλημα των πυρηνικών και της διάδοσής τους θα έπρεπε να εξετασθεί πολιτικά και επιστημονικά κάτω από ένα νέο πρίσμα, στα πλαίσια, δηλαδή, του μονοπολικού συστήματος και των σχέσεων όχι πλέον μόνον των υπερδυνάμεων, αλλά και των περιφερειακών και συχνά γειτονικών δυνάμεων”.

……..

“… ύστατος αλλά ίσως και πλέον σημαντικός λόγος, είναι ότι στην Ελλάδα θα πρέπει να αρχίσουμε να σκεπτόμαστε συστηματικά σε επίπεδο πυρηνικής στρατηγικής για την περίπτωση που η γείτων χώρα - της οποίας το ενδιαφέρον είναι και δεδομένο και γνωστό -  αποκτήσει πυρηνικά όπλα.  …”

……..

“… παρά το ότι η Ελλάδα δεν είναι πυρηνική δύναμη και το πιθανότερο είναι ότι δεν σκέφτεται να γίνει (κάτι που φυσικά στα πλαίσια μίας σχέσης δράσης-αντίδρασης εξαρτάται από τις κινήσεις της Τουρκίας), στόχος από τη μελέτη της αποτρεπτικής πυρηνικής στρατηγικής είναι να γίνουν κάποιες αρχές των διεθνών σχέσεων κατανοητές και να βρουν εφαρμογή στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.  Αυτές βέβαια, όπως επανειλημμένα έχει τονισθεί, είναι γνωστές από την εποχή του Θουκυδίδη: η ισχύς αντιμετωπίζεται ή αποτρέπεται με ισχύ και συμφωνίες γίνονται μόνο στη βάση ισορροπίας της ισχύος.  Όμως, ίσως να είναι χρήσιμο για τους νεοέλληνες, ειδικά για εκείνους με την εξωελληνική νοοτροπία, να μελετήσουν την κατά γράμμα εφαρμογή των θεμελιωδών αυτών αρχών των διακρατικών σχέσεων στη στρατηγική των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ.  Σε κάθε περίπτωση, η μελέτη τής αποτρεπτικής πυρηνικής στρατηγικής θα οδηγήσει στον περιορισμό τού φαινομένου της υποτίμησης των ελληνικών δυνατοτήτων, το οποίο οφείλεται, κατά τους Ήφαιστο και Πλατιά, στην "άγνοια και την ημιμάθεια των μηχανισμών και των λειτουργιών του φαινομένου της αποτροπής και την έλλειψη περιβάλλοντος γνώσης γύρω από το θέμα αυτό"”.
Τέλος, μιλώντας για την πυρηνική αποτροπή θα πρέπει να έχουμε πάντα κατά νου τα λόγια Γλαύκωνα, που παραθέτω και στο προοίμιο του βιβλίου μου, έτσι, όπως διατυπώνονται στην Πολιτεία του Πλάτωνα: “τὸ μὲν ἀδικεῖν ἀγαθόν, τὸ δὲ ἀδικεῖσθαι κακόν”, δηλαδή “Είναι καλό πράγμα να αδικεί κανείς, αλλά κακό να αδικείται”. Οι κάτοχοι πυρηνικών όπλων δηλοποιούν ότι θα “αδικήσουν” τον αντίπαλό τους. Καθένας, όμως, θεωρεί μέγιστό κακό να “αδικηθεί”, να δεχθεί δηλαδή ένα πυρηνικό πλήγμα... Τούτο, όμως, δεν μπορεί να συμβεί μεταξύ αντιπάλων κατόχων πυρηνικών όπλων, καθώς και οι δύο κινδυνεύουν ταυτόχρονα και να “αδικήσουν” και να “αδικηθούν”. Η ταυτόχρονη ύπαρξη των δύο ενδεχομένων οδηγεί στην αδυναμία να πληγεί ο αντίπαλος, χωρίς να υποστεί πλήγμα ο επιτιθέμενος, οδηγεί, δηλαδή, στην αυτοσυγκράτηση και στη συνύπαρξη. Κατά τον Γλαύκωνα: “τοῖς μὴ δυναμένοις τὸ μὲν (ἀδικεῖσθαι) ἐκφεύγειν τὸ δὲ (ἀδικεῖν) αἱρεῖν δοκεῖ λυσιτελεῖν συνθέσθαι ἀλλήλοις μήτ’ ἀδικεῖν μήτ’ ἀδικεῖσθαι”. Δηλαδή εκείνοι που κατάλαβαν “ότι δεν μπορούν να αποφεύγουν τις αδικίες των άλλων, ούτε και οι ίδιοι να αδικούν κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι είναι συμφερότερο να συμφωνήσουν μεταξύ τους μήτε να αδικούν μήτε να αδικούνται”.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:00

Ρεαλισμός και Στρατηγική

Ρεαλισμός και στρατηγική

Ελεύθερος Τύπος, 5.3.2008
του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων

 

Η άσκηση εξωτερικής πολιτικής κινείται ανάμεσα στην επιδίωξη του επιθυμητού και του εφικτού. Στη διαπραγμάτευση με τα Σκόπια γνωρίζουμε το επιθυμητό. Το εφικτό, όμως, καθορίζεται τόσο από τη δική μας ισχύ, τις δικές μας διαπραγματευτικές ικανότητες και τις αντίστοιχες των γειτόνων μας, όσο και τη διεθνή συγκυρία.

Παίρνουμε μέρος σε μια παρτίδα σκληρού διπλωματικού πόκερ, με πολλούς και καλούς παίκτες. Οι κινήσεις των γειτόνων μας και οι δικές μας, ο ρόλος του μεσολαβητή του ΟΗΕ, η πολιτική των ΗΠΑ, οι διαθέσεις της Ρωσίας, οι μεταξύ τους σχέσεις, αλλά και η στάση των Ευρωπαίων εταίρων μας, καθορίζουν τις εξελίξεις.

Θα πρέπει να αξιολογήσουμε τη θέση της χώρας μας και να παίξουμε τα ισχυρά μας χαρτιά. Η Ελλάδα είναι ασφαλής. Σε αντίθεση με τους γείτονες μας, η δική μας επιβίωση δεν κινδυνεύει. Η χώρα μας διαθέτει το πλεονέκτημα να είναι μέλος του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε. και το δικαίωμα του βέτο. Διαθέτει δε καλές σχέσεις τόσο με τις ΗΠΑ, όσο και με τη Ρωσία, και αρχίζει να παίζει δυναμικό ρόλο στον ενεργειακό χάρτη της ευρύτερης περιοχής. Όλα αυτά την καθιστούν ισχυρό διαπραγματευτή.

Η χρονική συγκυρία, όμως, ευνοεί και τους γείτονές μας. Η πολιτική των ΗΠΑ τους προσφέρει εξωτερική ενδυνάμωση, η οποία μπορεί να είναι πρόσκαιρη, δεν παύει όμως, να αποτελεί ένα συντελεστή ισχύος.

Η χρονική συγκυρία, λοιπόν, δεν επιτρέπει τη μεγιστοποίηση των στόχων μας. Σίγουρα, όμως, μπορεί να εξασφαλιστεί η βελτιστοποίηση: να επιβάλουμε το δικό μας κατώτατο όριο στην ατζέντα. Το μη χείρον για εμάς θα είναι η σύνθετη ονομασία παντού και να διασφαλίζεται ρητά η ακεραιότητα του ελληνικού πολιτισμού. Ο πολιτισμός μας είναι αδιαπραγμάτευτος.

Τέλος, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας τη σχετικότητα του χρόνου. Η εν λόγω διαπραγμάτευση είναι ακόμη μια παρτίδα του παιχνιδιού. Σε ένα μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον, το μόνο βέβαιο είναι η ρευστότητα των εξελίξεων. Η Ιστορία δεν κινείται με όρους συμβατικού χρόνου ούτε με μεγέθη διάρκειας της ανθρώπινης ζωής. Συνεπώς, χρειαζόμαστε στρατηγική σε βάθος χρόνου, σοβαρότητα, ετοιμότητα, συνεχή κινητικότητα και μεθοδικότητα.

Η Ελλάδα είναι κράτος σταθερά προσηλωμένο στις αρχές του διεθνούς δικαίου, της σταθερότητας και της ειρήνης. Συμβάλλει στην πολιτική και οικονομική ανάπτυξη της περιοχής. Υπεράνω όλων, όμως, τοποθετεί το εθνικό της συμφέρον, για αυτό η στρατηγική μας είναι απαραίτητο να διέπεται από ρεαλισμό και στρατηγική. Βραχυπρόθεσμα, πρέπει να ακολουθήσουμε τον ρεαλιστή Edward Carr, δηλαδή να δράσουμε αναλογιζόμενοι τον κόσμο όπως είναι και όχι όπως θα θέλαμε να είναι. Κατ' εμέ, το πώς θα θέλαμε να είναι και τι θα θέλαμε να πετύχουμε ανήκει στον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
You are here Άρθρα Γνώμης Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική Προβολή άρθρων ανα tag: Στρατηγική