Thursday, Dec 12th

Last update12:36:22 PM GMT

Προβολή άρθρων ανα tag: διεθνής ασφάλεια
Σάββατο, 26 Φεβρουάριος 2011 12:40

Σχέσεις Ελλάδας & Αρμενίας

Συνέντευξη στην Αρμενική εφημερίδα ΑΖΑΤ ΟΡ,  24 Φεβρουαρίου 2011

 

Κε καθηγητά, σε μια περίοδο κατά την οποία επιτείνονται τα πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα της χώρας, προφανώς απαιτείται επαναπροσδιορισμός του ρόλου της εκπαίδευσης των νέων. Ποιές είναι οι προϋποθέσεις για μια σωστή εκπαίδευση που να ανταποκρίνεται στις προκλήσεις της σύγχρονης εποχής στην Ελλάδα;

Η άποψή μου είναι κλασσική.  Η εκπαίδευση ξεκινά από το δημοτικό και, περισσότερο ως πολίτης και ως πατέρας, θεωρώ ότι τα παιδιά χρειάζεται να μάθουν καλά δύο βασικά πράγματα: γράμματα και αριθμούς∙ όλα τα άλλα θα έρθουν μόνα τους.  Επιπλέον, στον τομέα της παιδείας, χρειάζεται να τους εμφυσήσουμε επίσης δύο πράγματα: τη συνείδηση ότι τα δικαιώματα στηρίζονται και πηγαίνουν μαζί με υποχρεώσεις, και την πίστη ότι υπηρετώντας το σύνολο, υπηρετούμε τον εαυτό μας.  Τέλος, χρειάζεται να επαναλάβουμε και να διδάξουμε με το παράδειγμά μας την κλασσική αλήθεια, ότι τα αγαθά κόποις κτώνται. 

 

Για την κρίση που αντιμετωπίζει η ελληνική κοινωνία θεωρούμε, ως επί το πλείστον, υπεύθυνες τις εκάστοτε κυβερνήσεις. Πέραν της γενικής δυσαρέσκειας που έχει καταλάβει όλους τους πολίτες της χώρας για την παρούσα κατάσταση, οι απόψεις που διατυπώνονται ως προς τα αίτια της κρίσης, καθώς και οι προτεινόμενες λύσεις για έξοδο από αυτήν, ποικίλλουν δραματικά. Έτσι, άλλοι μιλούν για λανθασμένες πολιτικές επιλογές, άλλοι για έλλειψη αποφασιστικότητας, άλλοι για έλλειψη κοιινωνικής ευαισθησίας, και ούτω καθ'εξής. Θα μας ενδιέφερε να γνωρίζουμε, πως αξιολογείτε εσείς την παρούσα κατάσταση; 

Ασφαλώς και υπάρχει πολιτική ευθύνη των ανθρώπων που τιμήθηκαν και εξελέγησαν να κυβερνήσουν.  Όμως εξελέγησαν από κάποιους και κλήθηκαν να υπηρετήσουν ή και να ευχαριστήσουν αυτούς που τους εξέλεξαν.  Εξ αυτού, η ευθύνη διαχέεται και προς τους πολίτες.  Θεωρώ ότι είναι άδικο και ζημιώνει το πολιτικό σύστημα και τη δημοκρατία - δηλαδή, το κλαδί που πάνω του όλοι καθόμαστε - να ισχυριζόμαστε ότι φταίνε μόνο οι πολιτικοί ή το πολιτικό σύστημα.  Σε μία δημοκρατία υπεύθυνων πολιτών, όλοι πρέπει να κάνουμε την αυτοκριτική μας και να αποδεχόμαστε το μερίδιο των ευθυνών που μας αναλογεί, φυσικά σε άλλους πολύ περισσότερο και σε άλλους πολύ λιγότερο.  Διαφορετικά ισοπεδώνουμε και μηδενίζουμε τα πάντα. 


Ας έρθουμε σε ειδικότερα θέματα που αφορούν την Ελλάδα και την Αρμενία. Ως καθηγητής διεθνών σχέσεων, ποιά θεωρείτε πως είναι τα κυρίαρχα στοιχεία για τη βελτίωση και περαιτέρω ανάπτυξη της καλής συνεργασίας μεταξύ των δυο χωρών;

Νομίζω ότι δεν χρειάζεται να είναι κανείς καθηγητής Διεθνών Σχέσεων για να γνωρίζει τις ισχυρότατες σχέσεις μεταξύ των δύο λαών που για πολύ μεγάλο διάστημα είχαν ουσιαστικά ενωθεί και που η ιστορία χώρισε σε δύο διαφορετικές γωνιές της περιοχής μας.  Επίσης χρειάζεται κοινός νους για να αντιληφθεί κανείς τα κοινά συμφέροντα.  Άρα, οι προϋποθέσεις υπάρχουν.  Εκείνο το οποίο απαιτείται - και αυτό υποστηρίζω σταθερά ως Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων - είναι να χαραχθεί, με σοβαρότητα και με πίστη στην κοινή στόχευση, μία στρατηγική για το μέλλον.  Χωρίς κοινή στρατηγική και χωρίς πίστη στην εφαρμογή της τα πράγματα θα μείνουν ως έχουν.  Αν μείνουν ως έχουν όχι μόνο οι δύο πλευρές δεν θα ωφεληθούν, αλλά, μεσοπρόθεσμα, καθώς άλλοι θα προχωρούν, θα καταγράψουν τις αρνητικές συνέπειες της αδράνειάς τους.

 

Τι προοπτικές ανάπτυξης συνεργασίας υπάρχουν μεταξύ των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων των χωρών (στην προκειμένη περίπτωση ιδιαίτερα μεταξύ Ελλάδας και Αρμενίας) και πού εξυπηρετεί η θέσπιση κοινών προγραμμάτων ή ανταλλαγής των φοιτητών;

Ασφαλώς οι δυνατότητες είναι μεγάλες και, μάλλον, ανεξερεύνητες.  Αναφερόμενος μόνο στο δικό μου κλάδο, θεωρώ ότι έχουμε τεχνογνωσία στον τομέα της επιστήμης των Διεθνών Σχέσεων και των Ευρωπαϊκών σπουδών.  Αντιστοίχως, από την πλευρά της Αρμενίας έχουμε να μάθουμε πολλά για τον Καύκασο, τη Ρωσία, την Κεντρική Ασία.  Όμως, πέρα από τη γνώση, η ανταλλαγή φοιτητών συμβάλλει στο να γνωριστούν καλύτερα οι νέοι, να καταγράψουν τα κοινά του παρελθόντος και να αντιληφθούν την πρόκληση των κοινών συμφερόντων και ευκαιριών του μέλλοντος. 

 

Η Ελλάδα και η Αρμενία έχουν υπoγράψει αρκετά μνημόνια συνεργασίας σε πολλούς τομείς. Τι είδους συνεργασία και σε ποιούς τομείς ειδικότερα θα προτείνατε εσείς για το μέλλον;

Εγώ δεν έχω να προτείνω περαιτέρω συμφωνίες, όχι γιατί δεν θα μπορούσαν να γίνουν και άλλες.  Πιστεύω όμως ότι πρώτα πρέπει να ενεργοποιηθούν οι υφιστάμενες και να αποδώσουν καρπούς.  Να δώσω ένα παράδειγμα. Κάθε Ελληνικό πανεπιστήμιο έχει υπογράψει δεκάδες συμφωνίες συνεργασίας με πανεπιστήμια απανταχού της γης∙ από αυτές ελάχιστες είναι ενεργές και χρήσιμες.  Θα ήθελα όμως να προσθέσω ότι για την ενεργοποίηση αυτών των συμφωνιών τεράστιο ρόλο παίζουν οι πολίτες των δύο χωρών και, εν προκειμένω, τεράστιο ρόλο μπορούν να παίξουν και οι Αρμενικής καταγωγής Έλληνες.  Επιτρέψτε μου ακόμη ένα παράδειγμα ή πρόταση: δεν θα ήταν καλό να οργανώνονται εκδηλώσεις, ομιλίες, ημερίδες, στα Πανεπιστήμια ώστε οι νέοι μας να γνωρίσουν περισσότερα για την Αρμενία; 


Όπως γνωρίζετε η Τουρκία κρατά κλειστά τα σύνορά της με την Αρμενία, ενώ συγχρόνως προσπαθεί να επιδείξει δυναμική και ηγεμονική παρουσία στην ευρύτερη περιοχή. Ομοίως συνεχίζει την κατοχή της Βόρειας Κύπρου και παραβιάζει συνεχώς τον εναέριο χώρο της Ελλάδας. Ενώ δείχνει πως θέλει να αναβαθμίσει τις σχέσεις της με τα γειτονικά κράτη, παρ' όλα αυτά, δεν οπισθοχωρεί ούτε χιλιοστό από τις θέσεις της. Πως συνάδουν όλα αυτά;

Αυτά, όπως ευλόγως υπονοείτε, δεν συνάδουν με μία πολιτική καλής γειτονίας.  Η πολιτική της Τουρκίας, όπως ο ίδιος ο Νταβούτογλου την έχει ονομάσει και επιχειρεί να εφαρμόσει, είναι μία πολιτική «μηδενικών προβλημάτων» με τους γείτονες.  Και τούτο με στόχο να κερδίσει χρόνο, να πετύχει την εσωτερική ενδυνάμωση και, όπως εύστοχα παρατηρείτε, να συμπεριφερθεί εν συνεχεία ως ο ηγεμόνας της περιοχής.  Όμως στην προσπάθεια αυτή, των «μηδενικών προβλημάτων» και της αναζήτησης νέων οριζόντων στην Ανατολή, η Τουρκία αφενός δεν κάνει υποχωρήσεις (Γιατί να ανοίξει τα σύνορα με την Αρμενία; Γιατί να τερματίσει την κατοχή στην Κύπρο;) και εκτίθεται αποκαλύπτοντας τις στοχεύσεις της, αφετέρου ενοχλεί άλλους, σημαντικούς παίκτες του διεθνούς συστήματος.  Γι αυτό, όπως έχω προσφάτως επιχειρηματολογήσει, θεωρώ ότι η Τουρκία βραχυπρόθεσμα θα καταγράψει αποτυχίες.Ήδη οι σχέσεις της με το Ιράν και τη Συρία και οι ανακολουθίες της απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν τρώσει την αξιοπιστία της στη Δύση, ενώ οι τριβές της με το Ισραήλ έχουν ήδη ζημιώσει τα στρατηγικά της συμφέροντα∙ εκτιμώ δε πως σύντομα θα ζημιώσουν και τα οικονομικά της.  
Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Συνέντευξη στον δημοσιογράφο Κώστα Βενιζέλο Εφημερίδα Ο Φιλελεύθερος,
Λευκωσία Δευτέρα, 5 Ιουλίου 2010, σ. 6 

 

1. Η Τουρκία διανύει, όπως υποστηρίζεται από πολλούς, περίοδο αναβάθμισης σε σχέση με τα στρατηγικά της σχέδια.  Πώς επηρεάζει τους Ελληνικούς σχεδιασμούς;

Η Τουρκία έχει αναβαθμίσει κάποιους από τους συντελεστές ισχύος της και διανύει μία περίοδο έντονης δραστηριοποίησης και εμπλοκής τού Πρωθυπουργού της σε διεθνή ζητήματα.  Τούτο δεν συνεπάγεται αναγκαίως και μια αναβάθμιση του ρόλου της.  Αντιθέτως, ενδέχεται η διπλωματική ανάμειξή της σε κάποια διεθνή ζητήματα, όπως το Παλαιστινιακό ή το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, να ενοχλεί κάποια άλλα σημαντικά κράτη, μέχρι πρότινος φιλικά προς αυτήν.  Σημειώστε ότι η Τουρκία συνεχίζει να έχει εσωτερικά προβλήματα και, παρά το ότι θα το ήθελε, δεν είναι αυτή που βρίσκεται στο Ιράκ ή στην Κεντρική Ασία.  Έχω την εντύπωση ότι οι Ελληνικοί σχεδιασμοί, αργά αλλά σταθερά, θα μπορούσαν να επωφεληθούν από αυτήν την κατάσταση.

 

2. Θεωρείτε ότι είναι κατάλληλη περίοδος για επίλυση διαφορών με την Τουρκία;

Ναι, αν η ενιαία Τουρκική ηγεσία αντιλαμβανόταν ότι δεν έχει περιθώρια χρόνου.  Όχι, διότι θεωρώ ότι η όποια Τουρκική υπερεξαπλωμένη διπλωματική δραστηριοποίηση έχει αγγίξει τα όριά της και, βραχυπρόθεσμα μάλλον, θα καταγράψει περιορισμούς, αποτυχίες, ίσως και συνέπειες.  Άρα, πιστεύω, ίσως μεταξύ λίγων, ότι ο χρόνος σε αυτήν την περίοδο δεν τρέχει εναντίον μας.

 

3. Αθήνα και Λευκωσία έχουν επενδύσει στη στρατηγική της ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ.  Αυτή η στρατηγική απέδωσε;

Ασφαλώς και απέδωσε, μέχρις ενός βαθμού.  Όμως, αφενός κάθε στρατηγική έχει τα όριά της (που θα πρέπει εκ των προτέρων να τα έχουμε προσδιορίσει), αφετέρου, πρέπει η επένδυση στη στρατηγική μας να είναι ολική και να μην υποχωρεί κατά την εξέλιξη.  Ασφαλώς η Τουρκία, για δεύτερη φορά μετά την εποχή Οζάλ, στρέφει την προσοχή της προς Ανατολάς και επιχειρεί να υλοποιήσει ένα απροσδιόριστο νέο-οθωμανικό αυτοκρατορικό όνειρο.  Αν οι σκέψεις που εξέθεσα πιο πάνω είναι ορθές, τότε η συγκεκριμένη πολιτική σύντομα θα συναντήσει τα όριά της.  Διότι, επαναλαμβάνω, δεν είναι η Τουρκία που βρίσκεται στο Ιράκ και στην Κεντρική Ασία.  Τα κενά ισχύος του διεθνούς συστήματος στην Κεντρική Ασία έχουν σχεδόν πληρωθεί από τις Μεγάλες Δυνάμεις, ενώ άλλες, ίσες ή και σημαντικότερες από την Τουρκία δυνάμεις τής περιοχής, όπως το Ιράν ή το Πακιστάν, έχουν τουλάχιστον το γεωγραφικό πλεονέκτημα απέναντί της.

 

4. Θεωρείτε ότι υπάρχει ανάγκη αναθεώρησης αυτής της πολιτικής;

Δεν θεωρώ ότι επί του παρόντος υπάρχει ανάγκη αναθεώρησης της συγκεκριμένης πολιτικής.  Θεωρώ ότι όπως πάντα, στην εξωτερική ή σε όποια πολιτική, πρέπει να αναμένουμε και να επιμένουμε, παράγοντας και απολαμβάνοντας το σύνολο των ωφελημάτων της εν λόγω πολιτικής. Ταυτοχρόνως, όμως, επειδή ουδείς είναι προφήτης στα ανθρώπινα ζητήματα, πρέπει να γίνουν δύο πράγματα.  Πρώτον, ένας σχεδιασμός για την περίπτωση που η Τουρκία, τελικώς , αντίθετα με τις εκτιμήσεις μου, στραφεί κυρίως προς Ανατολάς.  Και λέω κυρίως, διότι είναι η σχέση της με τη Δύση που προσπαθεί καταρχάς να «πουλήσει» η Τουρκία στην Ανατολή· συνεπώς αυτή τη σχέση πρέπει να την διατηρήσει.  Δεύτερον, πρέπει να αντιμετωπιστούν κάποιες από τις προσπάθειες της Τουρκίας, όπως οι σχέσεις της με κράτη της Ισλαμικής Συνδιάσκεψης.  Και, τρίτον, να διεισδύσουμε με προσοχή στα κενά που δημιουργούνται εξαιτίας των δυσαρεσκειών που προκαλούν οι διπλωματικές πρωτοβουλίες της.

 

5. Τα πρόσφατα γεγονότα με τις νηοπομπές προς την αποκλεισμένη Γάζα δημιουργούν νέα δεδομένα στην περιοχή, αλλά και συνθήκες για νέες συμμαχίες;

Οφείλω να υπογραμμίσω ότι κάθε Έλληνας αισθάνεται αλληλέγγυος προς κάθε άνθρωπο ή λαό που δοκιμάζεται.  Οφείλω επίσης να πω ότι η Κυπριακή Κυβέρνηση έδειξε ωριμότητα και ρεαλισμό με τη στάση της προσφάτως, προστατεύοντας τα συμφέροντα της Δημοκρατίας και μη συμπλέοντας με κάποιους, αμφιβόλων δημοκρατικών φρονημάτων, Τούρκους ακτιβιστές.  Ένα γεγονός από μόνο του δεν δημιουργεί απαραιτήτως νέα δεδομένα.  Δημιουργεί, όμως, την ανάγκη να προβληματιστούμε για το αν δημιουργεί και, ίσως, προσεκτικά να ψηλαφίσουμε τα όποια ενδεχόμενα που θα προκύψουν από την ανάλυσή μας.

 

6. Έχουμε ρόλο σε αυτό το νέο τοπίο;

Ασφαλώς ναι.  Πρέπει όμως να είμαστε προσεκτικοί, να έχουμε όσο το δυνατόν καλύτερη εικόνα της κατάστασης, να αναλύσουμε και να εκτιμήσουμε τα δεδομένα, να χαράξουμε στρατηγική (βραχυπρόθεσμη;, μεσοπρόθεσμη;, μακροπρόθεσμη;) και, όταν και αν την αποφασίσουμε, να επιμείνουμε σ’ αυτήν.  Ας μην ξεχνάμε, αφενός, ότι έχουμε σταθερούς φίλους στην περιοχή και, αφετέρου, ότι κάθε νέα συνεργασία πρέπει να στηρίζεται στην αμοιβαιότητα.  Όπως δε πάντα στη διεθνή πολιτική, να αποφέρει συγκεκριμένα και αξιόλογα επιθυμητά οφέλη.

 

7. Το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας εκπαιδεύει Κύπριους διπλωμάτες.  Τι είναι αυτό που προσφέρεται στους διπλωμάτες;

Εκείνο που προσφέρεται είναι Ελληνική επιστημονική τεχνογνωσία (ναι, υφίσταται τέτοια τεχνογνωσία!) σε ένα σύνολο νέων με διαφορετική εκπαιδευτική εμπειρία.  Η θεματολογία εξαρτάται από τις ανάγκες και τις απαιτήσεις του Υπουργείου Εξωτερικών.  Μπορεί να αφορά θέματα Ευρωπαϊκής ενοποίησης, ζητήματα στρατηγικής, τεχνικές διαπραγματεύσεων, επικοινωνίας, θέματα ανάπτυξης ή ο,τιδήποτε άλλο κριθεί αναγκαίο.  Σε κάθε περίπτωση, είμαστε ένα δημόσιο Πανεπιστήμιο και επενδύουμε σε μακροπρόθεσμες και όχι ευκαιριακές συνεργασίες.  Προσεγγίζουμε τη συγκεκριμένη διαδικασία με ιδιαίτερο αίσθημα ευθύνης, δημοσιονομικής λογικής και συνέπειας.

 

8. Έχετε μακρά σχέση με την Κύπρο ως Πανεπιστήμιο. Πώς προέκυψε τούτο;

Η σχέση μας με την Κύπρο είναι μακρόχρονη και πολύ ισχυρή, αφού έμπρακτα έχουμε αποδείξει τη συμπαράστασή μας, αν θέλετε, την αγάπη μας προς τους Κυπρίους.  Οφείλεται κυρίως στους φοιτητές μας από την Κύπρο, οι οποίοι, σε αντίθεση με άλλα Ελληνικά Πανεπιστήμια, συνεχίζουν να μας επιλέγουν, αφού πρόκειται για ένα Πανεπιστήμιο το οποίο, όπως λένε οι ίδιοι οι φοιτητές, «δεν κλείνει ποτέ».  Οφείλεται επίσης σε μία σειρά ικανών Γενικών Προξένων τής Δημοκρατίας στη Θεσσαλονίκη και στην Κυπριακή κοινότητα της πόλης μας.  Ξεκινά με τις ετήσιες επισκέψεις στην Κύπρο φοιτητών τού Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών από το 2000 μέχρι το 2005, σε συνεργασία με τον Εθνικό Οργανισμό Νεολαίας.  Σε αυτές τις επισκέψεις, φοιτητές και καθηγητές γνωρίσαμε τον τότε Πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων Δημήτρη Χριστόφια, ο οποίος μάς έκανε την τιμή να δεχθεί να αναγορευτεί επίτιμος διδάκτορας του Τμήματός μας.  Οφείλω δε να πληροφορήσω ότι ο μοναδικός άλλος επίτιμος διδάκτοράς μας είναι ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας Κάρολος Παπούλιας.  Αντιλαμβάνεστε την ιδιαίτερη τιμή που αισθανόμαστε, καθώς πρόκειται για τους δύο εν ενεργεία ταγούς των Ελλήνων και όχι μόνο.  Για να επανέλθω στην ερώτησή σας, το Πανεπιστήμιό μας έχει καταστεί ο χώρος όλων των εκδηλώσεων των Κυπρίων στη Θεσσαλονίκη και αυτό φάνηκε περίτρανα κατά την προεκλογική περίοδο για την εκλογή Προέδρου.  Η εκπαιδευτική συνεργασία οφείλεται σε πρωτοβουλία του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Εξωτερικών Νίκου Αιμιλίου και στη συνεργασία μας με τον τότε Γενικό Πρόξενο στη Θεσσαλονίκη Ελπιδοφόρο Οικονόμου.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
You are here Άρθρα Γνώμης Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική Προβολή άρθρων ανα tag: διεθνής ασφάλεια