Saturday, Dec 14th

Last update12:36:22 PM GMT

Προβολή άρθρων ανα tag: foreign policy
Παρασκευή, 01 Νοέμβριος 2013 09:34

Greece should not waste opportunities

For three years now, Greece deals with the issues of its economic crisis. Parallel to them, the foreign policy issues continue to increase and need to be addressed. It seems, however, that there is no strategy for them. Even worse, the foreign policy issues seem to have being sacrificed to the crisis' alter, when Greece could just act in a smart way, by, for example, delimiting its Mediterranean Exclusive Economic Zone (EEZ), and turn it and its resources into one of the tools that would help the country address its economic problems.

Certainly there have been meetings of Greek officials with their counterparts from FYROM, Turkey, Cyprus, Israel, and, most recently, Egypt. Yet, important questions remain unanswered. What is Greece's policy towards Turkey? Is it a policy of settlement of disputes from a position of equal strength, is it a policy of bandwagoning, or a policy of appeasement? What is the country's goal in the new round of negotiations with FYROM, regarding the name issue? Will Greece support actively the Cypriot efforts in order to end the Turkish illegal occupation? What will Greece do about the declaration and delimitation of a Mediterranean EEZ and when?

Reasonably, one could argue that when you are in debt you can not easily perform foreign policy. This is wrong in the context of Greek bilateral relations. First, to put it simply, Greece does not owe money to Ankara, Skopje or any of its neighbors. Secondly, it still maintains some other comparative advantages in relation to them, especially its participation to both the EU and NATO. Thirdly, even in lean years, foreign policy is a matter of priorities, strategy and determination; the attitude of each country towards international issues is a matter of political ability and choices.

Cyprus is showing Greece and everyone how a small country, under the threat of the invader, assessed correctly the emerging energy context in its region and moved decisively. Late President Papadopoulos allied with U.S. and Israeli economic interests in order to search for hydrocarbons in the Mediterranean. Former President Christofias, with a communist ideological background, brought Cyprus into an alliance with Israel. Their moves have begun to bear fruit, judging by the perspective of natural gas exploitation, and by the statements of powerful governments on the exploitation of the Eastern Mediterranean energy resources and the Turkish illegal occupation.

Contrary to Cyprus, it seems that Greece, although it may only gain from the emerging situation, has not done much towards benefiting from the new energy opportunities. Greece, however, may only gain by closely cooperating with Israel and Cyprus – the only democratic states in the Eastern Mediterranean. The three states may provide valuable energy resources to their partners, and offer, in comparison to other routes (i.e., via Turkey), an alternative and safe route for the streaming of energy towards the West.

Thus, Greece must define as soon as possible its foreign policy objectives, gain international support, and act accordingly. No opportunities should be wasted, especially when, in the medium-term, they can contribute to the country's exit from the economic crisis.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Δευτέρα, 11 Μάρτιος 2013 11:18

The Problem with Turkey’s “Zero Problems”

My most recent research work: The Problem with Turkey’s “Zero Problems”, is now published in the current issue of the Middle East Quarterly. 

The article discusses the status of Turkey's international relations under the ruling Justice and Development Party (AKP) from the perspective that the AKP's decisions show the political party's insincerity in carrying out its "zero-problems with neighbors" foreign policy. The AKP's policy is stated to be one in which the government eliminates or minimizes as much as possible its relations with neighboring countries. Turkey's current and historical relations with Greece, Cyprus, Azerbaijan, Syria, Iraq, Iran, and Israel are discussed.

You can find the full article here.

 


 

Η πιο πρόσφατη ακαδημαϊκή δημοσίευση μου, ένα άρθρο με τίτλο Το πρόβλημα με τα μηδενικά προβλήματα της Τουρκίας κυκλοφόρησε στο τρέχον τεύχος του Middle East Quarterly.

Το άρθρο πραγματεύεται τις διεθνείς σχέσεις της Τουρκίας υπό το κόμμα της Δικαιοσύνης και της Αναπτυξης (AKP), υποστηρίζοντας ότι οι αποφάσεις του AKP αποδεικνύουν την ανειλικρίνεια του πολιτικού αυτού κόμματος στο να ακολουθήσει μια πραγματική εξωτερική πολιτική μηδενικών προβλημάτων με τους γείτονες. Η πολιτική του AKP έχει καθοριστεί ως πολιτική που περιορίζει ή μειώνει κατά το δυνατό τις σχέσεις με τις γειτονικές χώρες. Εξετάζονται οι τρέχουσες αλλά και οι ιστορικές σχέσεις της Τουρκίας με την Ελλάδα, την Κύπρο, το Αζερμπαϊτζάν, τη Συρία, το Ιράκ, το Ιράν και το Ισραήλ.

Tο άρθρο είναι διαθέσιμο εδώ.

 

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Επανέρχομαι σε θέμα προηγούμενης ανάρτησής μου με τίτλο «Η Ελλάδα σε πυρηνικό κλοιό». Από τα σχόλια φίλων και φοιτητών μου, αντιλαμβάνομαι ότι δημιουργήθηκε κάποια σύγχυση. Πολλοί ρωτούν αν προτείνω η Ελλάδα να κινηθεί προς την πυρηνική επιλογή.

Είναι βέβαιο ότι δεν προτείνω αυτό. Και να το έκανα, θα εισηγούμουν κάτι μη εφικτό υπό τις παρούσες συνθήκες, άρα θα υπέβαλα λάθος πρόταση.

Παρά το ότι στο παρελθόν η χώρα μας έχει τουλάχιστον τρεις φορές (και το '70 και το '80 και το '90) φλερτάρει με την ιδέα, ο σκοπός του κειμένου μου δεν ήταν αυτός. Σκοπός μου ήταν να ανοίξει η δημόσια συζήτηση για το θέμα, που είναι ευρύ με ποικίλες διαστάσεις και έχει τεράστια σημασία. Διότι το πυρηνικό εν γένει και, κυρίως, οι πυρηνικές βλέψεις της Άγκυρας πρέπει να συζητηθούν. Και να καταλήξουμε τελικά, ως λαός και ως κράτος, στο πώς θα το αντιμετωπίσουμε.

Γνωρίζουμε τα σχέδια της Τουρκίας στο Ακούγιου για πάνω από είκοσι χρόνια και δεν κάναμε τίποτε. Αν καθυστέρησαν τα σχέδια της Τουρκίας, τούτο οφείλεται στους Έλληνες του εξωτερικού και, ιδιαίτερα, του Καναδά, οι οποίοι απέτρεψαν την πώληση του πυρηνικού αντιδραστήρα CANDU στην Τουρκία, πριν από 10 περίπου χρόνια. Από την άλλη βέβαια, η Τουρκία διαθέτει και βαλλιστικούς πυραύλους, ενώ το Πακιστάν έχει τροφοδοτήσει τη γείτονα με σχετικά μυστικά∙ θυμηθείτε το πήγαινε-έλα Τσιλέρ και Μπούτο.

Δυστυχώς εμείς δεν έχουμε κανένα σχέδιο, καμία στρατηγική για να σπάσουμε τον κλοιό των πυρηνικών γύρω από τη χώρα μας. Κι αυτό είναι γεγονός!

Τι σχέση έχει τώρα η αποτροπή, στην οποία αναφέρθηκα στην προηγούμενη ανάρτηση και αναφέρομαι διαχρονικά; Με αυτήν, ως κεντρική ιδέα μίας στρατηγικής, μπορείς να κάνεις δύο πράγματα. Πρώτον να εμποδίσεις την ανάπτυξη τέτοιων σχεδίων και, δεύτερον, να αντιταχθείς στον όποιον εκβιασμό μπορεί να σου ασκήσει ένας γείτονας. Και τούτο δεν είναι δύσκολο. Αφού πρώτα συνειδητοποιήσουμε ότι η γειτονική χώρα δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει όπλα μαζικής καταστροφής τόσο κοντά στην επικράτειά της, γνωρίζοντας στρατηγική, μπορούμε να αποτρέψουμε τον όποιο εκβιασμό. Αυτός ήταν και ο δεύτερος στόχος του κειμένου: ότι καλό θα ήταν να μην επιδιδόμαστε σε «έπεα πτερόεντα», αλλά ως πολίτες και ως χώρα να κατανοούμε τη στρατηγική και να δρούμε βάσει αυτής.

Οφείλω να πω πως δεν μου αρέσει ότι ο πλανήτης έχει γεμίσει με ραδιενεργά υλικά. Με ενοχλεί, όμως, ότι όλες οι χώρες γύρω μας έχουν γεμίσει με πυρηνικά εργοστάσια κι ακόμη περισσότερο ότι μία χώρα, που φιλοδοξεί να ηγεμονεύσει στην περιοχή και όχι μόνο, θα απειλεί καθημερινά την ελευθερία και τη δημιουργία τής επόμενης ή των επόμενων γενεών όλων των γειτονικών της χωρών.

Κλείνοντας, επιτρέψτε μου να σημειώσω πως θεωρώ ως σημαντικά όπλα της χώρας μας τον Απόδημο Ελληνισμό (που μειώνεται), την εμπορική μας ναυτιλία (που μειώνεται), την ευφυΐα του Έλληνα (που κι αυτή μειώνεται...). Στη γενικότερη κατάπτωση, καταφύγιο είναι η κλασσική και διαχρονική σκέψη, του Αριστοτέλη, του Πλάτωνα, του Ξενοφώντα, του Αριστοφάνη, και, φυσικά, του Θουκυδίδη που μας θυμίζει: «πρός δέ τούς αστυγείτονες πάσι, τό αντίπαλον καί ελεύθερον καθίσταται».

Για όσους ξέρουν Τουρκικά μπορούν να διαβάσουν το κείμενο για τις θέσεις του AKP στην ενέργεια συμπεριλαμβανομένης και της πυρηνικής. Προς επιβεβαίωση της αυθεντικότητας του κειμένου, παραθέτω τον σύνδεσμο εδώ.

3.10-ENERJİ

* Dışa bağımlı doğalgazın kullanıldığı enerji santrallerine alternatif veya ikame yatırım olarak, gerekli güvenlik ve çevre koruma önlemleri alınmak suretiyle, nükleer enerji santralleri kurulacaktır. Böylece ekonominin ihtiyaç duyduğu ucuz enerji sağlanmış olacaktır. *

Για όσους δεν γνωρίζουν, χάρη σε έναν φίλο, τον οποίο ευχαριστώ, ακολουθεί η μετάφραση:

«Λαμβάνοντας τα αναγκαία μέτρα ασφάλειας [για την προστασία του πολίτη] και την

προστασία του περιβάλλοντος, θα ιδρυθούν σταθμοί παραγωγής πυρηνικής ενέργειας

ως εναλλακτική λύση στους σταθμούς ενέργειας που λειτουργούν με φυσικό αέριο,

[οι οποίοι αυξάνουν] την εξάρτηση [της χώρας από] το εξωτερικό. Έτσι θα

εξασφαλιστεί [η πρόσβαση] σε λιγότερο δαπανηρές [πηγές] ενέργεια[ς] [για την]

οικονομία [της χώρας]».

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Την περασμένη Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2011, ολοκληρώθηκε η ακροαματική διαδικασία στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, μετά από την προσφυγή των Σκοπίων κατά της Ελλάδας.

Αγόρευσαν διαδοχικά η Μαρία Τελαλιάν, ο Καθηγητής του Yale, W. Michael Riesman, και ο Καθηγητής του Cambridge, James Crawford. Για το περιεχόμενο των αγορεύσεών τους υπήρξε ανάρτηση από την περασμένη Τετάρτη το βράδυ.

Προσπάθησα όλες αυτές τις ημέρες που κράτησε η διαδικασία στη Χάγη να ενημερώσω, εσάς τους αναγνώστες της ιστοσελίδας, σε ζητήματα τεχνικά (νομικά), μίας διαδικασίας για την οποία μόνο προς το τέλος υπήρξε κάποια περιορισμένη ενημέρωση από τους συνήθεις διαύλους. Αυτός είναι και ο λόγος που επέλεξα τον δημοσιογραφικού ύφους λόγο και γραφή. Για να υπάρξει, λοιπόν, η πλήρης ενημέρωση ως προς τα επιχειρήματα της χώρας μας, παρουσιάζω εν περιλήψει και τις απόψεις που ανέπτυξαν οι άλλοι τρεις αγορητές.

Ο Καθηγητής Alain Pellet υπενθύμισε ότι το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης δεν έχει αρμοδιότητα να κρίνει την υπόθεση, προσθέτοντας ότι ακόμη και αν κρίνει ότι έχει, τότε θα πρέπει να δικαιώσει την Ελλάδα.

Αντέκρουσε τον ισχυρισμό των Σκοπίων ότι τα επιχειρήματα της Ελλάδας είναι ήσσονος σημασίας (“trivial”) και κατήγγειλε την προσπάθεια των Σκοπίων να παρουσιάσουν τη χώρα μας ως έναν περίεργο και κακό γείτονα. Και αναρωτήθηκε αν οι παραβιάσεις της ενδιάμεσης συμφωνίας και των κανόνων καλής γειτονίας εκ μέρους των Σκοπίων είναι ήσσονος σημασίας.

Χαρακτηριστικά υπενθύμισε την επίθεση διαδηλωτών στο Γραφείο Συνδέσμου της Ελλάδας στην κεντρική πλατεία των Σκοπίων, την εκ μέρους της κυβέρνησης της FYROM χρηματοδότησης ακραίων εθνικιστικών ομάδων, την παρουσία του ίδιου του πρωθυπουργού σε εκδηλώσεις με έντονο ανθελληνικό και αλυτρωτικό χαρακτήρα και, κυρίως, το επί 16 χρόνια συστηματικό σαμποτάζ των διαπραγματεύσεων και την ανυπαρξία της όποιας προσπάθειας για συμβιβασμό («le moindre pas vers un compromis»). Ανέπτυξε διεξοδικά το επιχείρημα ότι η επίσημη πρόταση των Σκοπίων για «διπλή ονομασία» (“double formule”) συνιστά παραβίαση της Ενδιάμεσης Συμφωνίας και μπλοκάρισμα της διαδικασίας των διαπραγματεύσεων, αφού δεν μένει στην Ελλάδα κάτι για να διαπραγματευτεί. Προκάλεσε τους νομικούς της άλλης πλευρά λέγοντας ότι η «σιωπή» τους επ’αυτών των ζητημάτων είναι «εκκωφαντική» («criant») και κανένα από τα παρατιθέμενα στοιχεία δεν είναι «ήσσονος σημασίας».

Τόνισε, ακόμη, ότι από τότε που τα Σκόπια εντάχθηκαν στον ΟΗΕ, με την προσωρινή ονομασία, παραβίασαν μαζικά (“massivement”) τις υποχρεώσεις τους έναντι της Ελλάδας. Δεν μπορεί λοιπόν ένα κράτος που δεν τηρεί τις υποχρεώσεις του να επικαλείται και να επωφελείται των υποχρεώσεων του άλλου.

Ο Αιγύπτιος Καθηγητής του Πανεπιστημίου του Καΐρου, Georges Abi-Saab, επικέντρωσε την αγόρευσή του σε τρία σημεία. Πρώτον, ότι τα Σκόπια έκαναν φρενήρεις (frénétiques) προσπάθειες να αποσυνδέσουν την υπόθεση της ένταξής τους στο ΝΑΤΟ από τις απορρέουσες εκ της Ενδιάμεσης Συμφωνίας υποχρεώσεις τους. Δεύτερον, υπενθύμισε την αρχή του Διεθνούς Δικαίου pacta sunt servanda (οι συμφωνίες τηρούνται), σχολιάζοντας ότι πρέπει να βλέπουμε το σύνολο των υποχρεώσεων κάθε πλευράς και όχι ένα μέρος τους, σαν να βλέπουμε την πραγματικότητα από μία κλειδαρότρυπα (“par une cerrure”). Τρίτον, ότι η Ενδιάμεση Συμφωνία συνήφθη για να επιτελέσει τρεις λειτουργίες: να υπάρχει ένα modus vivendi μεταξύ των μερών, να οδηγήσει τα μέρη σε επίλυση της διαφοράς τους μέσω διαπραγματεύσεων και, τρίτον, να διατηρηθούν στο ακέραιο τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των μερών στην κατάσταση του 1995. Τα Σκόπια με τη συμπεριφορά τους παραβίασαν και τις τρεις αυτές λειτουργίες.

Τέλος, ο εκπρόσωπος της Ελλάδας πρέσβης Σαββαΐδης έκλεισε τον κύκλο των αγορητών της Ελλάδας. Επανέφερε το επιχείρημα ότι το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα σε μια υπόθεση που αφορά το ΝΑΤΟ. Ακόμη κι αν το Δικαστήριο θεωρήσει ότι έχει, τότε αφενός δεν υπάρχει πουθενά η σαφής υποχρέωση της Ελλάδας να υποστηρίζει την ένταξη των Σκοπίων σε διεθνείς οργανισμούς, αφετέρου, η σκοπιανή πλευρά, κατά τη διαδικασία, δεν απέδειξε παραβίαση (“breach”) της Συμφωνίας. Είπε ότι η Ελλάδα, απέναντι σε τόσα κράτη του ΝΑΤΟ, δεν είχε τη δυνατότητα να σταματήσει την ένταξη των Σκοπίων σε αυτό∙ αλλά ακόμη κι αν είχε, η μακρόχρονη πρακτική των Σκοπίων θα της έδινε το δικαίωμα να το κάνει.

Τόνισε ότι επί 16 χρόνια η Ελλάδα έδειξε καλή πίστη και διάθεση να λυθεί η διαφορά στα πλαίσια του ΟΗΕ και με βάση την Ενδιάμεση Συμφωνία. Αντίθετα, στόχος των Σκοπίων είναι να παρακάμψουν (“short cut”) την Ενδιάμεση Συμφωνία. Πολύ δε περισσότερο, επιτυγχάνοντας μία καταδίκη της Ελλάδας στο θέμα του ΝΑΤΟ, να χρησιμοποιήσουν την εν λόγω απόφαση για να προωθήσουν χωρίς υποχώρηση στο όνομα τις προσπάθειες ένταξής τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Κλείνοντας, ζήτησε από το Δικαστήριο να θεωρήσει εαυτό αναρμόδιο να κρίνει τη διαφορά, άλλως να απαλλάξει την Ελλάδα από την κατηγορία των Σκοπίων

 

http://taxalia.blogspot.com/2011/04/blog-post_5014.html

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Μέρος Α'

Σήμερα, Τετάρτη 30 Μαρτίου 2011, συνεχίσθηκε, για τελευταία μέρα, η ακροαματική διαδικασία στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, μετά από την προσφυγή των Σκοπίων κατά της Ελλάδας.

Πρώτη η Μαρία Τελαλιάν έθεσε την κεντρική γραμμή των αγορεύσεων των συνηγόρων τής χώρας μας: ότι, πρώτον, τα Σκόπια, προσπάθησαν να λήξουν τη διαφορά για το όνομα εκτός της Ενδιάμεσης Συμφωνίας και, δεύτερον, ότι προσπαθούν τώρα να καταδικασθεί η Ελλάδα για να χρησιμοποιήσουν αυτήν την καταδίκη στην υπόθεση της διαπραγμάτευσης για το όνομα.

Υποστήριξε και υπενθύμισε ότι για πολλά χρόνια τα Σκόπια προσπάθησαν να υποσκάψουν την Ενδιάμεση Συμφωνία και την απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας, παραβιάζοντας ταυτοχρόνως την ενδιάμεση Συμφωνία. Αυτό αποδεικνύεται από χάρτες, εγκυκλοπαίδειες, δημοσιεύματα, δηλώσεις, με σαφές αλυτρωτικό περιεχόμενο, που θέτει σε κίνδυνο την περιφερειακή ειρήνη και τη σταθερότητα.

Ο Καθηγητής Riesman υποστήριξε ότι η Ενδιάμεση Συμφωνία πρέπει να ερμηνεύεται στο σύνολό της και όχι κατά τμήματα και όπως επιθυμούν τα Σκόπια. Αποκάλυψε τη δικαστική στρατηγική των Σκοπίων: να αποφασίσει το Δικαστήριο για το θέμα της ένταξης στο ΝΑΤΟ, σαν να ήταν αποκομένο από την υπόθεση του ονόματος και, στη συνέχεια, να μη διαπραγματευτούν στο θέμα του ονόματος. Επέμεινε στην κακή πίστη (bad faith) των Σκοπίων κατά την εφαρμογή της Ενδιάμεσης Συμφωνίας και υπογράμμισε ότι η συμπεριφορά αυτή ήταν αντίθετη προς την Απόφαση 817 του Συμβουλίου Ασφαλείας, την οποία άλλωστε τα Σκόπια έφτασαν στο σημείο να αμφισβητήσουν το 2005.

Επέμεινε στο ότι η απόφαση του ΝΑΤΟ ήταν συλλογική και με consensus (όχι με ψηφοφορία), ενώ απέρριψε την εκφρασθείσα από τα Σκόπια άποψη ότι η υπό εκδίκαση υπόθεση δεν αφορά το ΝΑΤΟ. Μάλιστα ρώτησε: πώς θα αποφασίσει το Δικαστήριο χωρίς εν τέλει να κρίνει το ΝΑΤΟ;

Τρίτος αγορητής ήταν ο Καθηγητής του Cambridge, James Crawford, ο οποίος υποστήριξε ότι η Ενδιάμεση Συμφωνία είναι μία συμφωνία status quo. Δηλαδή ότι τα κράτη συμφώνησαν τα πράγματα να παραμείνουν ως έχουν, χωρίς το ένα ή το άλλο να υποσκάπτει τη συμφωνία.

Για την απροσδόκητη περίπτωση που το Δικαστήριο δεν θα κάνει δεκτή την ένσταση της Ελλάδας ως προς την αναρμοδιότητά του και φθάσει να δεχθεί ότι η Ελλάδα παρεμπόδισε τα Σκόπια να μπουν στο ΝΑΤΟ, ο Καθηγητής υπογράμμισε ότι αν το ένα μέρος παραβιάζει τη συμφωνία, τούτο συνεπάγεται ότι και το άλλο δικαιούται σε συγκεκριμένες περιπτώσεις να τροποποιεί τη συμπεριφορά του, χωρίς να συνεπάγεται ότι καταγγέλλει τη συμφωνία.

Επιπλέον, ανέπτυξε το επιχείρημα ότι πουθενά στο σχετικό με τις διεθνείς συμφωνίες δίκαιο δεν είναι γραμμένο ότι οι υποχρεώσεις της μίας πλευράς ερμηνεύονται ευρέως (της Ελλάδας), ενώ της άλλης πλευράς στενά και γραμματικά (των Σκοπίων).

Απέρριψε το επιχείρημα των Σκοπίων ότι το ΝΑΤΟ δεν έχει ή δεν είχε κριτήρια στη διαδικασία ένταξης των Σκοπίων, ενώ με έξυπνο τρόπο καυτηρίασε την τακτική των δικηγόρων των Σκοπίων να αποστασιοποιούνται (semi-detached), να αγνοούν, δηλαδή, τα αποδεικτικά στοιχεία.

Θα ακολουθήσει ενημέρωση για τα επιχειρήματα που ανέπτυξαν οι Alain Pellet, Georges Abi-Saab και ο Πρέσβης Σαββαϊδης.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Σήμερα, Παρασκευή 25 Μαρτίου 2011, συνεχίσθηκε η διαδικασία στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, μετά από την προσφυγή των Σκοπίων κατά της Ελλάδας.  Μετά τη χθεσινή ανάρτηση, αντιλαμβανόμενος το μεγάλο ενδιαφέρον των φοιτητών μου και του κοινού για το θέμα, προσκάλεσα τον συνάδελφο Νίκο Ζάϊκο, Επίκουρο Καθηγητή Διεθνούς Δικαίου στο Τμήμα Βαλκανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, να παρακολουθήσει τις Συνεδριάσεις και να μας ενημερώσει.  Ο συνάδελφος, με γνωστό συγγραφικό έργο στο θέμα, είχε την καλοσύνη να το κάνει.

Μαζί και με άλλους συναδέλφους, θα συνεχίσουμε να παρακολουθούμε το θέμα.

Ακολουθεί το κείμενο του Νίκου Ζάϊκου:

«Κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου την 25η Μαρτίου 2011, τον λόγο έλαβε η νομική ομάδα της Ελλάδας.  Ειδικότερα, η επιχειρηματολογία της Ελληνικής πλευράς βασίστηκε σε μία συνδυασμένη ερμηνεία των άρθρων 11 και 22 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας του 1995.

Υπενθυμίζεται καταρχάς ότι το άρθρο 11 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας προβλέπει πως η Ελλάδα «συμφωνεί να μην προβάλλει αντιρρήσεις στην αίτηση ή τη συμμετοχή» τής ΠΓΔΜ «σε διεθνείς, πολυμερείς και περιφερειακούς οργανισμούς και θεσμούς, των οποίων είναι μέλος».  Παράλληλα, η Ελλάδα διατηρεί το δικαίωμα «να προβάλει αντιρρήσεις στην περίπτωση που η ΠΓΔΜ αναφέρεται στους ανωτέρω οργανισμούς ή θεσμούς διαφορετικά απ’ ότι στην παράγραφο 2 της απόφασης 817 (1993) του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών», όπου προβλέπεται η εισδοχή της στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών ακριβώς με το όνομα ΠΓΔΜ.  Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 22, η Ενδιάμεση Συμφωνία «δεν καταπατά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από ήδη ισχύουσες διμερείς και πολυμερείς συμφωνίες», ανάμεσα στις οποίες συμπεριλαμβάνεται βέβαια και το Βορειοατλαντικό Σύμφωνο.

Όπως επεσήμανε ο Μάικλ Ρήσμαν απαντώντας στους ισχυρισμούς της ΠΓΔΜ, εφόσον το Διεθνές Δικαστήριο αποφανθεί ότι έχει δικαιοδοσία να αποφανθεί επί της ουσίας της επίδικης υπόθεσης, τότε θα πρέπει να δεχθεί και ότι το άρθρο 22 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας εισάγει μία σαφή νομική υποχρέωση για τα δύο συμβαλλόμενα κράτη. Πραγματοποιώντας μία λεπτομερή και διεξοδική ανάλυση των άρθρων 11 και 22 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, σε συνάρτηση με το άρθρο 8 του Βορειοατλαντικού Συμφώνου, που προβλέπει τα κριτήρια εισόδου νέων κρατών στο ΝΑΤΟ, ο καθηγητής Ρήσμαν επισήμανε εύστοχα ότι αν και η Ελλάδα καταρχήν υποχρεώνεται να μην αντιτίθεται στην είσοδο της ΠΓΔΜ σε διεθνείς οργανισμούς, εφόσον αναφέρεται ως ΠΓΔΜ, αυτό δεν σημαίνει ότι δεσμεύεται να μην αντιτίθεται ακόμη και όταν η ΠΓΔΜ δεν συγκεντρώνει τα προβλεπόμενα κριτήρια εισόδου σε διεθνείς οργανισμούς, όπως αυτά έχουν ήδη καθοριστεί από τους ίδιους τους διεθνείς οργανισμούς.

Ειδικότερα, σε μία στρατιωτική συμμαχία με κλειστή συμμετοχή, όπως είναι το ΝΑΤΟ, τα κριτήρια και οι διαδικασίες εισόδου νέων μελών είναι ιδιαίτερα αυστηρά. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, πρόκειται για κριτήρια που καθορίζονται στο Membership Action Plan του ΝΑΤΟ και κάθε κράτος μέλος έχει ιδιαίτερη ευθύνη για την τήρησή τους, εφόσον έτσι συμβάλλει στην προώθηση των σκοπών του ΝΑΤΟ.

Στο παρελθόν – και ειδικότερα κατά την περίοδο αμέσως μετά το 1995 – η Ελλάδα δεν είχε προβάλλει αντιρρήσεις στην είσοδο της ΠΓΔΜ σε διεθνείς οργανισμούς, επειδή την εποχή εκείνη βασιζόταν στην καλόπιστη τήρηση των διεθνών δεσμεύσεων της ΠΓΔΜ.  Ωστόσο, μετά τις αλλεπάλληλες παραβιάσεις της Ενδιάμεσης Συμφωνίας από την πλευρά της ΠΓΔΜ, ενεργοποιήθηκαν πια οι ρυθμίσεις των άρθρων 22 και 11 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας.

Στη συνέχεια, τον λόγο πήρε ο Τζέιμς Κρώφορντ, ο οποίος ξεκαθάρισε ότι το άρθρο 11 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας δεν εισάγει γενική, αόριστη και απεριόριστη υποχρέωση της Ελλάδας να δέχεται την είσοδο της ΠΓΔΜ σε διεθνείς οργανισμούς «άνευ ετέρου».  Τα σχόλια της τότε Υπουργού Εξωτερικών κ. Ντόρας Μπακογιάννη και του τότε Πρωθυπουργού της Ελλάδας κ. Κ. Καραμανλή σχετικά με την ανάπτυξη σχέσεων καλής γειτονίας μεταξύ Ελλάδας και ΠΓΔΜ ή για επίλυση του θέματος του ονόματος πριν από την είσοδο της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ – τα οποία επικαλέστηκε η ΠΓΔΜ στην προσφυγή της – πραγματοποιήθηκαν ενώπιον δημοσιογράφων, κοινοβουλευτικών ομάδων ή της Βουλής και όχι στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ.  Συνεπώς, δεν πρόκειται για νομικά αξιολογήσιμες δηλώσεις.  Σε κάθε περίπτωση, οι αξιωματούχοι της Ελλάδας δεν πρόβαλαν αντίρρηση στην είσοδο της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ, αλλά απλώς επαναλάμβαναν τα κριτήρια εισόδου στο ΝΑΤΟ, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και οι «σχέσεις καλής γειτονίας».

Όπως προκύπτει από το ισχύον νομικό πλαίσιο, η είσοδος ενός νέου μέλους στο ΝΑΤΟ τελικά αποτελεί ζήτημα consensus των κρατών μελών της στρατιωτικής αυτής συμμαχίας.  Εξάλλου, σύμφωνα με τον Γ.Γ. ΝΑΤΟ κ. Σέφερ (19.2.2009), στο ΝΑΤΟ δεν υφίσταται καν η έννοια του veto.  Η δήλωση του κ. Κ. Καραμανλή ότι «η ΠΓΔΜ δεν εισήλθε στο ΝΑΤΟ εξαιτίας του veto της Ελλάδας», την οποία επικαλέστηκε η ΠΓΔΜ, έγινε για εσωτερικούς πολιτικούς λόγους και δεν αντανακλά τη νομική ακριβολογία και διαδικασία εισόδου στο ΝΑΤΟ.

Στη συνέχεια, ο κ. Κρώφορντ αναφέρθηκε στη στρατηγική της ΠΓΔΜ να επιδιώκει την αναγνώριση του κράτους αυτού με το συνταγματικό όνομά του από τρίτα κράτη, η οποία κατά ρητή δήλωση του τότε Προέδρου της ΠΓΔΜ κ. Τσερβενκόβσκι θα επιτύγχανε να υλοποιήσει το σχέδιο της ΠΓΔΜ να επιβάλλει το συνταγματικό όνομα του κράτους αυτού σε πολυμερές επίπεδο.  Με τον τρόπο αυτό, η διαδικασία τής διαπραγμάτευσης με σκοπό την ανεύρεση κοινά αποδεκτής λύσης για το ζήτημα του ονόματος, που εισάγεται στην Ενδιάμεση Συμφωνία, καθίσταται γράμμα νεκρό και εκτός αντικειμένου.  Πρόκειται για καταστρατήγηση διεθνών δεσμεύσεων της ΠΓΔΜ.  Ο κ. Κρώφορντ επισήμανε ότι η Ελλάδα διαπίστωσε το σχέδιο της καταστρατήγησης και παραβίασης της Ενδιάμεσης Συμφωνίας και διαθέτει το νομικό δικαίωμα να αντιδρά σε περίπτωση που παραβιάζεται η Ενδιάμεση Συμφωνία. Συνεπώς, η αντίδραση αυτή, ακόμη και αν θεωρηθεί ως παραβίαση του άρθρου 11, εντούτοις θεραπεύεται βάσει του άρθρου 22 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας.

Κατά την αγόρευσή του ο κ. Αλαίν Πελέ επισήμανε ότι η απόφαση του Βουκουρεστίου σχετικά με τη μη είσοδο της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ δεν ήταν ξαφνική, αλλά το αποτέλεσμα συνεχών παραβιάσεων της Ενδιάμεσης Συμφωνίας από την ΠΓΔΜ (π.χ. των άρθρων 5, 6, 7) και της αρχής της καλής γειτονίας, που συμπεριλαμβάνεται στα κριτήρια εισόδου νέων μελών στο ΝΑΤΟ.  Ο κ. Πελέ αναφέρθηκε στην υποχρέωση διαπραγμάτευσης μεταξύ της ΠΓΔΜ και της Ελλάδας, όπως προβλέπεται σε διάφορες διεθνείς πράξεις, για να την αντιπαραβάλει κατόπιν με τη συστηματική, κυνική και μαζική παραβίαση των συγκεκριμένων νομικών δεσμεύσεων από την πλευρά της ΠΓΔΜ.  Ο κ. Πελέ εξήγησε ότι το όνομα το οποίο θα πρέπει να συμφωνηθεί στις διαπραγματεύσεις μεταξύ Ελλάδας και ΠΓΔΜ δεν αφορά τις διμερείς σχέσεις των δύο κρατών, αλλά προορίζεται να έχει γενική, πολυμερή χρήση. Αναφέρθηκε σε δήλωση του Πρωθυπουργού της ΠΓΔΜ κ. Γκρούεβσκι από το 2007, όπου διαφαίνεται η απόλυτη άρνηση της ΠΓΔΜ να διαπραγματευτεί κατά παραβίαση των διεθνών υποχρεώσεών της, καθώς και η εμμονή τής ΠΓΔΜ για ανεύρεση λύσης που θα αφορά μόνο το διμερές επίπεδο.  Πρόκειται βέβαια για κατάφωρη παραβίαση των διεθνών υποχρεώσεων της ΠΓΔΜ και η οποία χαράσσει μία  προσεκτική στρατηγική με σκοπό να διαμορφωθεί μία τετελεσμένη πολιτική κατάσταση σχετικά με το όνομα, που αποδεικνύεται και από σχετικές θριαμβευτικές δηλώσεις της πολιτικής ηγεσίας της ΠΓΔΜ.  Ο κ. Πελέ αναφέρθηκε διεξοδικά στο ισχύον νομικό πλαίσιο σχετικά με τις διαπραγματεύσεις, καθώς και στις συνεχείς σχετικές παραβιάσεις της Ενδιάμεσης Συμφωνίας από την ΠΓΔΜ.

Η κ. Μαρία Τελαλιάν, που  έλαβε τον λόγο κατά την απογευματινή διαδικασία, αναφέρθηκε διεξοδικά στις αλυτρωτικές βλέψεις της ΠΓΔΜ.»

 
Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Σήμερα αργά το απόγευμα πέτυχα να συνδεθώ διαδικτυακά και να παρακολουθήσω εξ ολοκλήρου δύο πολύ καλές αγορεύσεις νομικών της χώρας μας.

Ο W. Michael Reisman, Καθηγητής στη Νομική Σχολή του Yale, ανέπτυξε ένα κύριο ζήτημα, καθαρά δικονομικό, το αν δηλαδή το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης έχει την αρμοδιότητα να δικάσει και να αποφασίσει για τη συγκεκριμένη διαφορά, δηλαδή την κατά τους Σκοπιανούς παραβίαση της Ενδιάμεσης Συμφωνίας με την παρεμπόδιση των Σκοπιανών να ενταχθούν στο ΝΑΤΟ.  

Σύμφωνα με τον δικηγόρο της χώρας μας όλα τα θέματα που προέκυψαν ανάγονται στο όνομα και γι’ αυτό το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να επιληφθεί της υπόθεσης.  Επιπλέον, απέρριψε με νομικά επιχειρήματα την άποψη που ανέπτυξαν τα Σκόπια ότι η απόφαση 817 του Συμβουλίου Ασφαλείας του 1993 δεν είναι δεσμευτική για τα Σκόπια.  

Ο Καθηγητής υπογράμμισε ότι η υποχρέωση των Σκοπίων με βάση τις αποφάσεις ένταξης στον ΟΗΕ και την Ενδιάμεση Συμφωνία είναι η χρήση του προσωρινού ονόματος μέχρι τη συμφωνία μεταξύ των δύο πλευρών και, κυρίως, να διαπραγματευτούν για το όνομα με καλή πίστη.  Και αυτό, χρησιμοποιώντας δηλώσεις Σκοπιανών ηγετών, συμπεριλαμβανομένου και του Τσερβένκοφσκι, ο Reisman απέδειξε ότι τα Σκόπια δεν το έπραξαν.

Τελευταίος για σήμερα το απόγευμα αγόρευσε ο Γάλλος Alain Pellet (Αλαίν Πελέ), Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Paris Ouest, Nanterre/La Défense, ο οποίος λόγω χρόνου δεν ολοκλήρωσε την τοποθέτησή του.  Έθεσε και αυτός θέμα αρμοδιότητας του Δικαστηρίου, στη βάση του επιχειρήματος, ότι το Δικαστήριο υπεισέρχεται σε ένα κατ’εξοχήν πολιτικό ζήτημα.  Συγκεκριμένα, υποστήριξε πως αν το Δικαστήριο αποφασίσει για το αν τα Σκόπια έπρεπε ή δεν έπρεπε να εμποδιστούν να ενταχθούν στο ΝΑΤΟ, τότε αυτό θα σήμαινε ότι: πρώτον, το Δικαστήριο θα παρενέβαινε σε μία καθαρά πολιτική διαδικασία και, δεύτερον, το Δικαστήριο θα υποκαθιστούσε το ΝΑΤΟ, δηλαδή τον φορέα που αποφασίζει για το αν και ποια χώρα θα ενταχθεί.

Ο Αλαίν Πελέ επίσης απέδειξε, χρησιμοποιώντας δηλώσεις διπλωματών (μάλιστα φιλικά προσκειμένων κατά τη Σύνοδο του Βουκουρεστίου στα Σκόπια, όπως του πρεσβευτή της Τσεχίας) ότι η μη ένταξη των Σκοπίων ήταν απόφαση του ΝΑΤΟ και δεν έγινε ποτέ ψηφοφορία για την ένταξη των Σκοπίων, ώστε να μπορεί οποιοσδήποτε να επιχειρηματολογήσει ότι αποδεδειγμένα κάποια χώρα ήταν αντίθετη στην ένταξη των Σκοπίων.  Η απόφαση ήταν του ΝΑΤΟ και γι αυτό αν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη διαφορά επί του θέματος, τότε αυτή θα έπρεπε να είναι μεταξύ των Σκοπίων και του ΝΑΤΟ και όχι με την Ελλάδα.


Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Πέμπτη, 17 Μάρτιος 2011 11:13

Η Ελλάδα σε πυρηνικό κλοιό...!

Μετά τα πυρηνικά ατυχήματα στην Ιαπωνία, «ξυπνήσαμε» και στην Ελλάδα, συνειδητοποιώντας ότι περιβαλλόμαστε από χώρες που επιδίδονται στη χρήση πυρηνικής ενέργειας ή σε προσπάθειες απόκτησης πυρηνικών όπλων.  Και, ως εκ θαύματος, ήρθαν και πάλι στην επιφάνεια της επικαιρότητας τα σχέδια της Τουρκίας να κατασκευάσει πυρηνικό εργοστάσιο στο Ακούγιου, πάνω σε σεισμικό ρήγμα και απέναντι από την Κύπρο.  Όμως το σχέδιο για το Ακούγιου υπάρχει προ του 2000, όπως και οι προσπάθειες της Άγκυρας για πυρηνικά όπλα.  Άλλωστε και το κόμμα του Ερντογάν, το AKP, στο κυβερνητικό του πρόγραμμα, πριν έρθει για πρώτη φορά στην εξουσία, αναφερόταν στη χρήση πυρηνικής ενέργειας.

Tα σχέδια της Άγκυρας με οδήγησαν, το 2000, στη συγγραφή και έκδοση του βιβλίου Αποτροπή και Πυρηνική Στρατηγική στον Ψυχρό Πόλεμο.

Επιλέγω τρεις παραγράφους από την εισαγωγή του βιβλίου:

“Τα πυρηνικά οπλικά συστήματα δεν έπαψαν όμως να υπάρχουν και να διαδίδονται.  Οι πυρηνικές δοκιμές χωρών όπως η Ινδία και το Πακιστάν - απόρροια της οριζόντιας πυρηνικής διασποράς - ήρθαν να μας θυμίσουν το 1998 και το 1999 ότι τα πυρηνικά παραμένουν ένας σημαντικός συντελεστής ισχύος στη διεθνή σκακιέρα, ότι ο αριθμός των κατεχόντων ή των εν δυνάμει κατεχόντων πυρηνικά αυξάνεται και, συνεπώς, ότι το πρόβλημα των πυρηνικών και της διάδοσής τους θα έπρεπε να εξετασθεί πολιτικά και επιστημονικά κάτω από ένα νέο πρίσμα, στα πλαίσια, δηλαδή, του μονοπολικού συστήματος και των σχέσεων όχι πλέον μόνον των υπερδυνάμεων, αλλά και των περιφερειακών και συχνά γειτονικών δυνάμεων”.

……..

“… ύστατος αλλά ίσως και πλέον σημαντικός λόγος, είναι ότι στην Ελλάδα θα πρέπει να αρχίσουμε να σκεπτόμαστε συστηματικά σε επίπεδο πυρηνικής στρατηγικής για την περίπτωση που η γείτων χώρα - της οποίας το ενδιαφέρον είναι και δεδομένο και γνωστό -  αποκτήσει πυρηνικά όπλα.  …”

……..

“… παρά το ότι η Ελλάδα δεν είναι πυρηνική δύναμη και το πιθανότερο είναι ότι δεν σκέφτεται να γίνει (κάτι που φυσικά στα πλαίσια μίας σχέσης δράσης-αντίδρασης εξαρτάται από τις κινήσεις της Τουρκίας), στόχος από τη μελέτη της αποτρεπτικής πυρηνικής στρατηγικής είναι να γίνουν κάποιες αρχές των διεθνών σχέσεων κατανοητές και να βρουν εφαρμογή στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.  Αυτές βέβαια, όπως επανειλημμένα έχει τονισθεί, είναι γνωστές από την εποχή του Θουκυδίδη: η ισχύς αντιμετωπίζεται ή αποτρέπεται με ισχύ και συμφωνίες γίνονται μόνο στη βάση ισορροπίας της ισχύος.  Όμως, ίσως να είναι χρήσιμο για τους νεοέλληνες, ειδικά για εκείνους με την εξωελληνική νοοτροπία, να μελετήσουν την κατά γράμμα εφαρμογή των θεμελιωδών αυτών αρχών των διακρατικών σχέσεων στη στρατηγική των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ.  Σε κάθε περίπτωση, η μελέτη τής αποτρεπτικής πυρηνικής στρατηγικής θα οδηγήσει στον περιορισμό τού φαινομένου της υποτίμησης των ελληνικών δυνατοτήτων, το οποίο οφείλεται, κατά τους Ήφαιστο και Πλατιά, στην "άγνοια και την ημιμάθεια των μηχανισμών και των λειτουργιών του φαινομένου της αποτροπής και την έλλειψη περιβάλλοντος γνώσης γύρω από το θέμα αυτό"”.
Τέλος, μιλώντας για την πυρηνική αποτροπή θα πρέπει να έχουμε πάντα κατά νου τα λόγια Γλαύκωνα, που παραθέτω και στο προοίμιο του βιβλίου μου, έτσι, όπως διατυπώνονται στην Πολιτεία του Πλάτωνα: “τὸ μὲν ἀδικεῖν ἀγαθόν, τὸ δὲ ἀδικεῖσθαι κακόν”, δηλαδή “Είναι καλό πράγμα να αδικεί κανείς, αλλά κακό να αδικείται”. Οι κάτοχοι πυρηνικών όπλων δηλοποιούν ότι θα “αδικήσουν” τον αντίπαλό τους. Καθένας, όμως, θεωρεί μέγιστό κακό να “αδικηθεί”, να δεχθεί δηλαδή ένα πυρηνικό πλήγμα... Τούτο, όμως, δεν μπορεί να συμβεί μεταξύ αντιπάλων κατόχων πυρηνικών όπλων, καθώς και οι δύο κινδυνεύουν ταυτόχρονα και να “αδικήσουν” και να “αδικηθούν”. Η ταυτόχρονη ύπαρξη των δύο ενδεχομένων οδηγεί στην αδυναμία να πληγεί ο αντίπαλος, χωρίς να υποστεί πλήγμα ο επιτιθέμενος, οδηγεί, δηλαδή, στην αυτοσυγκράτηση και στη συνύπαρξη. Κατά τον Γλαύκωνα: “τοῖς μὴ δυναμένοις τὸ μὲν (ἀδικεῖσθαι) ἐκφεύγειν τὸ δὲ (ἀδικεῖν) αἱρεῖν δοκεῖ λυσιτελεῖν συνθέσθαι ἀλλήλοις μήτ’ ἀδικεῖν μήτ’ ἀδικεῖσθαι”. Δηλαδή εκείνοι που κατάλαβαν “ότι δεν μπορούν να αποφεύγουν τις αδικίες των άλλων, ούτε και οι ίδιοι να αδικούν κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι είναι συμφερότερο να συμφωνήσουν μεταξύ τους μήτε να αδικούν μήτε να αδικούνται”.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:25

Μετά το 1989: διεθνές σύστημα και ηγεμονία

Μετά το 1989: διεθνές σύστημα και ηγεμονία

 

Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 01.11.2009, σ. 26, 39
του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων


Για εμάς, τους μελετητές των Διεθνών Σχέσεων, οι σημαντικές ημερομηνίες συνδέονται με τη γένεση ή τις μεταβολές στην κατανομή ισχύος τού κρατικογενούς διεθνούς συστήματος και είναι ελάχιστες: 1648, 1815, 1945 και, φυσικά, 1989. Για εμάς, η τελευταία συμβολίζει, πρωτευόντως, την κατάρρευση ενός εκ των δύο πόλων του διεθνούς συστήματος, δευτερευόντως, την υποχώρηση ενός ισχυρού κράτους και, τριτευόντως, αυτήν ενός πολιτικού συστήματος.

Η υποχώρηση της Ε.Σ.Σ.Δ. δημιούργησε ένα τεράστιο κενό ισχύος, το οποίο μοιραία ήρθαν να καλύψουν οι Η.Π.Α. Έτσι, αμέσως μετά το 1989, στο διεθνές σύστημα εμφανίζονται: μία, σύμφωνα με όλα τα κριτήρια, υπερδύναμη, οι Η.Π.Α.• μία άλλη, στρατιωτική μόνο, λόγω των πυρηνικών της, υπερδύναμη, η Ρωσία• δύο πιθανώς αναδυόμενες μεγάλες δυνάμεις, η Κίνα και η Ινδία• και μία οικονομική υπερδύναμη, η Ε.Ε. Με δεδομένους τους ευρωατλαντικούς δεσμούς, την αδυναμία αντισυσπείρωσης των υπολοίπων, καθώς και το γεγονός ότι μόνο οι Η.Π.Α. μπορούν να αναλαμβάνουν την όποια πρωτοβουλία, το διεθνές σύστημα θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως ηγεμονικό/μονοπολικό.

Στη «νέα» παγκόσμια τάξη, οι Η.Π.Α. έθεσαν ως προτεραιότητα τον «εκδημοκρατισμό» και τη σταθεροποίηση της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, των Βαλκανίων και του χώρου τής πρώην Ε.Σ.Σ.Δ., ενώ η Ρωσία έπρεπε να χάσει τα όποια στηρίγματα θα της επέτρεπαν να ξαναπαίξει σημαντικό διεθνή ρόλο. Το ΝΑΤΟ - η μακροβιότερη και ισχυρότερη ηγεμονική συμμαχία ποτέ - παύει να έχει περιφερειακό αμυντικό χαρακτήρα. Αναδεικνύεται σε φορέα επεμβάσεων, αλλά και φορέα υπερεθνικής προσέγγισης. Οι Η.Π.Α., μέσω της συμμαχίας ή/και σε συνεργασία με άλλα κράτη και φορείς (Ε.Ε., ΟΑΣΕ), εστιάζουν, επίσης, την προσοχή τους, στο βόρειο τμήμα της Ευρασίας, παραμελώντας σχεδόν τα τεράστια προβλήματα που παρουσιάζει το νότιο ημισφαίριο.

Το 2001, όταν επανήλθαν στην εξουσία οι Ρεπουμπλικάνοι, η εξωτερική πολιτική των Η.Π.Α. προμηνυόταν λιγότερο παρεμβατική, χωρίς όμως, να αποκλείονται οι ανοιχτές επεμβάσεις, αν κρινόταν αναγκαίο για λόγους ασφαλείας. Παράλληλα αναμενόταν, η προσέγγιση με τη Ρωσία και ήταν έκδηλη η έμφαση που έδιδε η νέα κυβέρνηση στο θέμα των διαστημικών εξοπλισμών.

Αυτή περίπου ήταν η μετά το 1989 εικόνα του διεθνούς συστήματος και του ρόλου της μοναδικής υπερδύναμης, όταν στις 11.9.2001 έλαβε χώρα η τρομοκρατική επίθεση εναντίον της. Ήταν το πρώτο πλήγμα που υπέστησαν οι Η.Π.Α. στο εσωτερικό τους. Ό,τι δεν συνέβη, λόγω της πυρηνικής αποτροπής, στον ψυχρό πόλεμο, συνέβη σε μία στιγμή ηγεμονικής υπεροχής τους.

Οι Η.Π.Α. υιοθετούν τότε το δόγμα «ενάντια στον τρόμο» και διεξάγουν δύο πολέμους κατά καθεστώτων που φέρονται να υποστηρίζουν ή ανέχονται την τρομοκρατία. Εμμέσως, επιχειρούν δύο επιπλέον πράγματα. Πρώτο, να εδραιωθούν στη Μέση Ανατολή και να δημιουργήσουν προγεφύρωμα προς την Κεντρική Ασία. Δεύτερο, να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα που ταλανίζει κάθε ηγεμονική δύναμη, την εμφάνιση του μικρού κράτους με εχθρικό πολίτευμα ή παράτολμη ηγεσία που αποκτά (Βόρεια Κορέα) ή επιδιώκει να αποκτήσει (Ιράκ, Ιράν) όπλα μαζικής καταστροφής.

Από την άλλη πλευρά, η Ρωσία αρχίζει να αναζητεί νέο ρόλο. Το πυρηνικό της οπλοστάσιο, η ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης από αυτήν και οι σαφείς ενδείξεις για τον ηγεμονικό ρόλο που επιθυμεί να παίξει στην περιοχή, καθιστούν την Ρωσία ισχυρό παίκτη. Βεβαίως, δύσκολα θα επιστρέψουμε σε μια διπολική εκδοχή του συστήματος• είναι, όμως, πάντα πιθανό να επικρατήσει η λογική των σφαιρών επιρροής.

Εν τω μεταξύ, η ευρωπαϊκή ενοποίηση προχώρησε. Ωστόσο, οι εσωτερικές διαιρέσεις δεν επιτρέπουν στην Ε.Ε. να αναλάβει διεθνώς δυναμικό ρόλο. Η μόνη πιθανότητα για να διαδραματίσει η Ε.Ε. κάποιο ρόλο, εκτός της οικονομικής σφαίρας, φαίνεται να είναι η ενοποίηση διαφορετικών ταχυτήτων, με την «Ευρώπη του πυρήνα» να αναλαμβάνει τις ευθύνες της και τις πρωτοβουλίες.

Σήμερα, είκοσι χρόνια μετά, φαίνεται πως οι Η.Π.Α. θα διατηρήσουν και θα συνεχίσουν την ηγεμονία τους. Στην Ιστορία, καμία δύναμη δεν εγκατέλειψε την ηγεμονία. Ο μόνος τρόπος απαγκίστρωσής της από αυτήν είναι, στο πλήρωμα του χρόνου, είτε η εξουθένωσή της είτε η ανατροπή της από άλλη ηγεμονική δύναμη. Η μη άσκηση ή εγκατάλειψη της ηγεμονίας μπορεί να λειτουργήσει αποσταθεροποιητικά για το σύστημα και, κυρίως, μπορεί να έχει αρνητικές συνέπειες για τον ίδιο τον ηγεμόνα: «από την ηγεμονία σας αυτή να παραιτηθείτε σήμερα δεν μπορείτε• το να την αποκτήσει κανείς θεωρείται άδικο, αλλά το να την αφήσει επικίνδυνο» (Θουκυδίδης, Β.63).

Το μόνο που απομένει να δούμε είναι τι είδους θα είναι η ηγεμονία υπό τον προσφάτως τιμηθέντα με Νόμπελ ειρήνης Πρόεδρο Ομπάμα. Η μέχρι τώρα πολιτική του, υπό το βάρος της οικονομικής κρίσης και των εσωτερικών υποθέσεων, δεν επιτρέπει ασφαλείς εκτιμήσεις, πέραν της βεβαιότητας για τις προσπάθειες διατήρησης του ηγεμονικού ρόλου.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Μία ολιστική προσέγγιση στην εξωτερική πολιτική

 

Μακεδονία, 25.10.2009, σ. 75
του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων


Η εξωτερική πολιτική έχοντας άμεση σχέση με τους αέναα επιδιωκόμενους σκοπούς της επιβίωσης ενός έθνους-κράτους, της μεγιστοποίησης της ισχύος και της ασφάλειας, έχει καθοριστική σημασία για το παρόν και το μέλλον κάθε κράτους. Ο τρόπος άσκησής της καθορίζει το ρόλο του στο διεθνές σύστημα και τις σχέσεις του με τα υπόλοιπα. Αποτελεί έναν από τους πιο καίριους συντελεστές στη διαμόρφωση της ταυτότητας με την οποία κάθε χώρα πορεύεται στο διεθνές σύστημα. Επιπλέον, ενώ η εξωτερική πολιτική αφορά το σύνολο των εξωτερικών σχέσεων μιας χώρας, έχει άμεσες επιπτώσεις και στο εσωτερικό πεδίο.

Η εξωτερική πολιτική δεν ασκείται στο κενό. Δεν ασκούμε δηλαδή πολιτική έναντι άλλων, αλλά, ταυτοχρόνως, και αποδέκτες των πολιτικών τους. Η άσκηση της εξωτερικής πολιτικής είναι διαδραστική. Το γεγονός αυτό καθιστά την διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής ένα δύσκολο παζλ.

Από όλα τα παραπάνω εύκολα συμπεραίνει κάποιος ότι πρόκειται για ένα σύνθετο και γι' αυτό απαιτητικό πεδίο της πολιτικής. Άλλωστε, συχνά η εξωτερική πολιτική θεωρείται υψηλή πολιτική και η επιτυχής άσκησή της προνόμιο χαρισματικών ηγετών και ταλαντούχων διπλωματών που διαθέτουν το αλάνθαστο κριτήριο της ορθολογικής επιλογής σε δεδομένες συγκυρίες. Είναι, όμως, αυτό αρκετό;

Σ' ένα διεθνές σύστημα που χαρακτηρίζεται από υψηλά επίπεδα σύνθετης αλληλεξάρτησης ανάμεσα στα έθνη-κράτη αλλά και μεταξύ των διαφορετικών πολιτικών, η εξωτερική πολιτική αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Έχει επιπτώσεις τόσο στην καθημερινότητα της διακυβέρνησης όσο και στην καθημερινότητα του πολίτη. Η εξωτερική πολιτική δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται μόνο ως υψηλή πολιτική που μπορεί να ασκείται από λίγους και σε μία κατεύθυνση. Αντίθετα, χρήζει ολιστικής προσέγγισης.

Μια ολιστική προσέγγιση στην εξωτερική πολιτική τέμνει τη διακυβέρνηση οριζόντια και κάθετα. Ασκείται από την Προεδρία της Δημοκρατίας, την κυβέρνηση, το Κοινοβούλιο, τα ίδια τα κόμματα. Συσχετίζεται δε άμεσα με όλες τις πολιτικές. Καταρχάς, είναι στενά συνδεδεμένη με την πολιτική εθνικής άμυνας, καθώς το παραδοσιακό δίλημμα ασφάλειας δύναται να επιλυθεί μόνο μέσω των συσχετισμών ισχύος, ανάμεσα στους οποίους η αμυντική ικανότητα κατέχει τον πρωτεύοντα ρόλο.

Επιπλέον, μια σπουδαία συνιστώσα της εξωτερικής πολιτικής είναι οι διεθνείς οικονομικές σχέσεις. Τα υψηλά επίπεδα αλληλεξάρτησης της διεθνούς οικονομίας και αυτής με την πολιτική καθιστούν την καλλιέργεια και την αξιοποίηση των διεθνών οικονομικών σχέσεων αναγκαία προϋπόθεση για την ανάπτυξη και την ευημερία κάθε κράτους. Επιπροσθέτως, η οικονομική αλληλεξάρτηση μπορεί να συντελέσει στην ενίσχυση της ασφάλειας και στη διατήρηση της ειρήνης. Η άσκηση εξωτερικής πολιτικής, λοιπόν, θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις πολιτικές για την οικονομία. Στην περίπτωση της Ελλάδας ειδικά, θα πρέπει η οικονομική διπλωματία να λαμβάνει υπόψη πολιτικές που συναρτώνται του εμπορίου, των εξαγωγών, των επιχειρήσεων, της ναυτιλίας, των μεταφορών, των υποδομών, της ενέργειας, του τουρισμού.

Ένα άλλο μέχρι πρότινος περιφερειακό και τώρα κεντρικό ζήτημα στην εξωτερική πολιτική είναι το περιβάλλον. Τα ζητήματα διαχείρισης διασυνοριακών φυσικών πόρων αλλά και η σημασία που έχει και που αποδίδεται στην ασφάλεια του περιβάλλοντος διεθνώς, έχουν θέσει το περιβάλλον υψηλά στην ατζέντα της διεθνούς ασφάλειας. Ας μην ξεχνούμε ότι η υπογραφή της Συνθήκης του Κιότο αποτέλεσε σημείο τριβής στις ευρωατλαντικές σχέσεις και, επιπλέον, δεν πρέπει να λησμονούμε την έκταση των διασυνοριακών πόρων που διαθέτει η χώρα μας και τη σημασία τους.

Ακόμη, εργαλείο στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής μπορεί να είναι και ο πολιτισμός. Η δραστηριότητα της πολιτιστικής διπλωματίας εντείνεται. Τούτο έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα, μια χώρα με πλούσια πολιτιστική κληρονομιά, με σύγχρονη πολιτιστική παραγωγή και με ανάγκη προσανατολισμού της οικονομίας προς την τουριστική βιομηχανία. Επιπροσθέτως, η Ελλάδα έχει δυνατότητες να παίξει, μέσω της διασύνδεσης παιδείας και πολιτισμού, ενεργό ρόλο στο χώρο τής εκπαιδευτικής διπλωματίας, ιδιαίτερα σε τομείς στους οποίους διαθέτουμε συγκριτικά πλεονεκτήματα.

Προχωρώντας, ένα βήμα παραπέρα και βλέποντας τις επιπτώσεις της εξωτερικής πολιτικής στο εσωτερικό πεδίο θα πρέπει να δούμε ότι συνδέεται άμεσα με πολιτικές για τη μετανάστευση, τη δημόσια ασφάλεια, τη δημόσια υγεία, την κοινωνική συνοχή, αλλά και με τις πολιτικές εξελίξεις. Συνεπώς, η εξωτερική πολιτική δεν αφορά μόνο το εξωτερικό. Στις σύγχρονες κοινωνίες ένα σημαντικό μέρος ασκείται εντός των συνόρων μιας χώρας. Αυτή η ανάγκη έχει ήδη γίνει φανερή σε κοινωνίες περισσότερο πολυπολιτισμικές από την Ελληνική, όπως αυτή του Ηνωμένου Βασιλείου. Επίσης, στο εσωτερικό η εξωτερική πολιτική πέφτει συχνά θύμα του λαϊκισμού, της προπαγάνδας και της πολιτικής αντιπαράθεσης. Γι' αυτό θα πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί σε ό,τι αφορά τις προσεγγίσεις στα εθνικά θέματα.

Επιπροσθέτως, η άσκηση της εξωτερικής μας πολιτικής καθίσταται ακόμη πιο περίπλοκη λόγω της συμμετοχής μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και της αυξανόμενης σημασίας που έχουν οι Ευρωπαϊκές υποθέσεις στην καθημερινότητα μας. Η διάκριση ανάμεσα στο εξωτερικό και το εσωτερικό, στο τι είναι ζήτημα εξωτερικής πολιτικής και τι όχι, είναι πλέον δυσχερής σε πολλά από τα ευρωπαϊκά θέματα. Άλλωστε, γι' αυτό πολλά κράτη μέλη της Ένωσης διαθέτουν χαρτοφυλάκια ευρωπαϊκών υποθέσεων.

Κατά τη γνώμη μου είναι φανερή η ανάγκη για την υιοθέτηση μιας ολιστικής προσέγγισης στην εξωτερική πολιτική. Η εξωτερική πολιτική είναι από τη φύση της μια εξωστρεφής πολιτική, που απαιτεί δυναμισμό, όραμα και σχέδιο. Δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποσπασματικά. Μια τέτοια προσέγγιση θα πρέπει να εγγυάται την ασφάλεια από εξωτερικές και εσωτερικές απειλές και να παρέχει τις δυνατότητες για την ανάπτυξη και την ευημερία της χώρας. Οφείλει να διαμορφώνεται σε συνάρτηση με όλες τις άλλες πολιτικές και στο πλαίσιο μιας εθνικής στρατηγικής.

Τέλος, μια τέτοια ολιστική προσέγγιση στην εξωτερική πολιτική εισάγει και μια νέα αντίληψη για την πολιτική. Απορρίπτει την άποψη ότι η εξωτερική πολιτική είναι απλώς η πολιτική των πολιτικών. Αναδεικνύει, όμως, το ότι όλες οι πολιτικές είναι αλληλοεξαρτώμενες και η εξωτερική είναι η προς τα έξω έκφανσή τους. Τούτο μας υποχρεώνει να αναζητήσουμε και μια μορφή κυβέρνησης συγκοινωνούντων δοχείων, με όσο το δυνατόν καλύτερο συντονισμό.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Σελίδα 1 από 2
You are here Άρθρα Γνώμης Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική Προβολή άρθρων ανα tag: foreign policy