Thursday, Apr 09th

Last update12:36:22 PM GMT

Προβολή άρθρων ανα tag: international relations
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:29

Η Διεθνής Θεσσαλονίκη

Η Διεθνής Θεσσαλονίκη

 

Μακεδονία, Κυριακή 28 Μαρτίου 2010, σ. 77.
του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων


Δύο δεκαετίες μετά την κατάρρευση του Ανατολικού μπλοκ οι πολιτικοοικονομικές ανακατατάξεις στα Βαλκάνια – δυστυχώς επώδυνες ορισμένες φορές - έχουν σχεδόν ολοκληρωθεί. Όλα αυτά τα χρόνια επαναλαμβανόταν από τους Θεσσαλονικείς, αλλά και από τις πολιτικές ηγεσίες της χώρας, η φράση φιλοδοξίας ή και αυταρέσκειας «Η Θεσσαλονίκη πρωτεύουσα των Βαλκανίων»...

Έγινε η Θεσσαλονίκη «πρωτεύουσα» των Βαλκανίων; Θα μπορούσε ή μπορεί ακόμη να γίνει; Aν ναι, τι είδους, πολιτική, οικονομική, πολιτιστική; Οφείλουμε να προσδιορίσουμε σε ποιο βαθμό το περιεχόμενο του όρου «πρωτεύουσα» ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και, εφόσον καθορισθεί ο επιθυμητός στόχος, να εξετάσουμε τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να επιτευχθεί.

Υπό τις σημερινές συνθήκες, η Θεσσαλονίκη δεν μπορεί να είναι πολιτική «πρωτεύουσα» των Βαλκανίων. Αναμφίβολα, θετικές προσπάθειες για να ενισχυθεί ο πολιτικός ρόλος της Θεσσαλονίκης έχουν γίνει. Η πόλη έχει υποδεχθεί τη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ, τη Διαβαλκανική ή συναντήσεις Υπουργών. Φιλοξενεί διεθνείς, σχετικούς με τα Βαλκάνια, φορείς (Σύμφωνο Σταθερότητας, Τράπεζα Μαύρης Θάλασσας) και ο Δήμος Θεσσαλονίκης έχει δημιουργήσει το δίκτυο πόλεων της Βαλκανικής. Εντούτοις, η προσπάθεια αναβάθμισης του πολιτικού της ρόλου έχει φθάσει στα όριά της. Σήμερα, η όποια περαιτέρω ενίσχυση εξαρτάται μόνο από τη μετεγκατάσταση κυβερνητικών υπηρεσιών στη Θεσσαλονίκη ή τη δραστηριοποίηση της αυτοδιοίκησης και της κοινωνίας των πολιτών.

Όμως, η Θεσσαλονίκη έχει τις δυνατότητες να πρωτοπορήσει στον οικονομικό, πολιτιστικό, αθλητικό και επιστημονικό τομέα. Η πόλη διαθέτει ακόμη και σήμερα ΑΕΠ τουλάχιστον ίσο με εκείνο γειτονικής χώρας, διοργανώνει σειρά διεθνών εμπορικών και πολιτιστικών εκδηλώσεων και διαθέτει τις υποδομές για μεγάλα αθλητικά γεγονότα. Τέλος, με τα δύο Πανεπιστήμιά της και τα δίκτυά τους μπορεί να συμβάλει περισσότερο στην ανάπτυξη της περιοχής. Πώς όμως θα διεκδικήσει τα πρωτεία, έχοντας χάσει πολύτιμο χρόνο;

Η απάντηση είναι απλή. Με ένα στρατηγικό σχέδιο που θα θέσει τους στόχους, τις αρμοδιότητες και τις ευθύνες. Θα καθορίσει χρονοδιαγράμματα και στο οποίο θα συμφωνήσουν κυβέρνηση, τοπική αυτοδιοίκηση και φορείς της πόλης.

Το κράτος ευθύνεται για το πλαίσιο ανάπτυξης και ειδικότερα τις διεθνείς σχέσεις. Αυτές πρέπει να είναι σχέσεις συνεργασίας που ενισχύουν τη σταθερότητα και τη Δημοκρατία, χωρίς βεβαίως, χάριν της ανάπτυξης της όποιας πόλης, να τίθενται σε δεύτερη μοίρα τα γενικότερα συμφέροντα της χώρας. Στο κράτος ανήκουν πρωτοβουλίες σε επίπεδο Ε.Ε. που σχετίζονται με την προώθηση κοινών συμφερόντων, την ενίσχυση της αναπτυξιακής βοήθειας στην περιοχή, τις υποδομές (π.χ., διευρωπαϊκά δίκτυα), κλπ.

Από το κράτος εξαρτώνται και οι υποδομές. Αναμφίβολα, τα μεγάλα αναπτυξιακά έργα, όπως η Εγνατία Οδός ή οι ενεργειακοί άξονες, αναβαθμίζουν ολόκληρη τη βόρεια Ελλάδα και τη Θεσσαλονίκη. Στην ευθύνη του κράτους ανήκουν και οι πρωτοβουλίες που μόνο αυτό μπορεί να φέρει σε πέρας. Έτσι θετικά μεν κρίνονται οι πρωτοβουλίες για καλύτερη σιδηροδρομική σύνδεση της Θεσσαλονίκης με τα Σκόπια, τη Σόφια ή την Κωνσταντινούπολη. Όμως, παραμένει μεγάλο ζήτημα η αεροπορική σύνδεση της πόλης με τις γειτονικές πρωτεύουσες και κυρίως με τις Ευρωπαϊκές. Χαρακτηριστικά αναφέρω ότι η Κύπρος είναι πολύ κοντύτερα στη Θεσσαλονίκη λόγω της πολλαπλής και καθημερινής αεροπορικής σύνδεσης με τη Λάρνακα που απέχει μόνο δύο ώρες, ενώ για τα Σκόπια χρειάζονται τρεις, για τη Σόφια έξι, για την Κωνσταντινούπολη οκτώ. Ας μη συζητάμε για τις ανύπαρκτες απευθείας συνδέσεις με τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες...

Στην ευθύνη της τοπικής αυτοδιοίκησης ανήκει συχνά η υλοποίηση αποφάσεων της κυβέρνησης και η πειθαρχία σε ένα συνολικό πολιτικό και οικονομικό σχέδιο δράσης. Πρέπει να καταστεί σαφές πως κανένας φορέας αυτοδιοίκησης δεν επιτρέπεται να ασκεί εξωτερική πολιτική, ούτε να παίρνει πρωτοβουλίες χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με την κυβέρνηση.

Κυρίως, όμως, μία πόλη (όπως και μία περιοχή) οφείλει να προσδιορίσει την ταυτότητά της και το ή τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα έναντι πιθανών ανταγωνιστών της. Η ταυτότητα της πόλης είναι η αρχή και το τέλος. Στη βάση τής συγκεκριμένης ταυτότητας θα σχεδιάσει και θα ευθύνεται για τις δημόσιες σχέσεις της, για τον έλεγχο και τις πιέσεις προς τους κυβερνητικούς φορείς στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, για τη φιλοξενία και τα μέτρα εκείνα που θα κάνουν την πόλη ευχάριστη αλλά και λειτουργική για τους κατοίκους, τους επενδυτές και τους επισκέπτες.

Για όλα τα παραπάνω και κυρίως για το μέλλον μίας πόλης ευθύνη έχουν και οι φορείς της, όπως επιμελητήρια, πανεπιστήμια, αθλητικοί σύλλογοι, κ.ά., και εν τέλει οι ίδιοι οι πολίτες. Αν αυτοί δεν είναι ενεργοί και παραγωγικοί, σε όποιον τομέα και να δραστηριοποιούνται, τότε οι όποιες προσπάθειες του κράτους ή της τοπικής αυτοδιοίκησης θα πέσουν το κενό. Συνεπώς, αυτό που χρειαζόμαστε ακόμη και περισσότερο από οποιαδήποτε διοργάνωση ή θεσμό είναι πρώτα απ' όλα να συμφωνήσουμε στη διεθνή ταυτότητα της πόλης και έπειτα σ' ένα σχέδιο που θα λαμβάνει υπόψη τις δυνατότητες και τις προκλήσεις για τη διαμόρφωσή της. Σε αυτό το πλαίσιο, η εφημερίδα «Μακεδονία» προσφέρει το forum των συζητήσεων. Καλώς άρχισε η συζήτηση και ο προβληματισμός. Εμείς οι πολίτες, ας αρχίσουμε ή ας συνεχίσουμε τις πράξεις, ο καθένας στο χώρο δράσης του.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Ελλάδα
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:28

Η εξωτερική πολιτική είναι πάντα δύσκολη

Η εξωτερική πολιτική είναι πάντα δύσκολη

 

Αγγελιοφόρος, Κυριακή 3.01.2010, σ. 16
του Ηλία Ι. Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων
Πρύτανη Πανεπιστημίου Μακεδονίας


Τα θέματα που θα κυριαρχήσουν το 2010 στην εξωτερική πολιτική θα είναι πάλι τα ίδια: τα Ελληνοτουρκικά, το Κυπριακό και το Σκοπιανό.

Στα Ελληνοτουρκικά δεν αναμένω εξελίξεις. Οι σχέσεις Ερντογάν και στρατιωτικών περνούν από μία νέα περίοδο τριβών, ενώ η εξωτερική πολιτική Νταβούτογλου, που επιζητά ρόλο για την Τουρκία στα ανατολικά της, φαίνεται να προβληματίζει τους φίλους της. Τούτο ενδέχεται να δημιουργήσει την ευκαιρία να προωθήσουμε τις απόψεις μας προς ισχυρές πρωτεύουσες, με στόχο τη δημιουργία κλίματος προς μελλοντική επίλυση ζητημάτων.

Οι εξελίξεις στο Κυπριακό εξαρτώνται και αυτές από την Άγκυρα. Αν υπάρξει ευκαιρία, ο Πρόεδρος Χριστόφιας θα την αξιοποιήσει, θέτοντας ως κόκκινη γραμμή τη συνέχεια του κράτους, την αποχώρηση των στρατευμάτων κατοχής και τη λειτουργικότητα της λύσης.

Τέλος, στο Σκοπιανό, μετά το Βουκουρέστι και την πρόσφατη Σύνοδο της ΕΕ, η πίεση διαρκώς αυξάνεται για τη Σκοπιανή κυβέρνηση. Έτσι, είναι θέμα αντοχής στο χρόνο των θέσεων των δύο πλευρών. Η πάγια εκτίμησή μου είναι ότι, υπό προϋποθέσεις, ο χρόνος τρέχει υπέρ μας.

Δεν είναι χρήσιμο να κρίνω αν το 2010 θα είναι δυσκολότερο από το 2009. Η εξωτερική πολιτική πάντα είναι δύσκολη. Πάντα χρειάζεται σχεδιασμό, σκληρή δουλειά και εξυπνάδα. Η Ελλάδα είναι διεθνώς ένα μικρό κράτος. Έχει όμως αποδείξει ότι μπορεί να είναι και έξυπνο και αποτελεσματικό!

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:26

Η επιστήμη των Διεθνών Σχέσεων

Συνέντευξη του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων
Μακεδονία, Πέμπτη, 05.11.2009, σ. 16-17.

 

1. Η Επιστήμη των Διεθνών Σχέσεων στην Ελλάδα γνωρίζει άνθιση. Πού το στηρίζετε αυτό;

Η δημιουργία νέων Τμημάτων, η αύξηση των διδασκόντων και ερευνητών που ασκούν σημαντικό έργο σε όλα τα Τμήματα, η δημιουργικότητα των νέων συναδέλφων και η εμπειρία, ημών των παλαιότερων, έδωσαν νέα δυναμική στον κλάδο των Διεθνών Σχέσεων. Επιπλέον, λόγω του επιπέδου σπουδών προσελκύουμε στα Τμήματα μας αξιόλογους προπτυχιακούς και μεταπτυχιακούς φοιτητές, που συνεισφέρουν με τον τρόπο τους στην πρόοδο της Επιστήμης. Θα προσέθετα, όμως, ότι αυτή η τάση είναι διεθνής και όχι μόνο ελληνική. Το ενδιαφέρον που παρουσιάζουν οι διεθνείς εξελίξεις και η σημασία τους στην καθημερινή μας ζωή έχουν καταστήσει την επιστήμη των Διεθνών Σχέσεων από τη μια ένα γοητευτικό πεδίο έρευνας και από την άλλη ένα απαραίτητο εργαλείο για την άσκηση υπεύθυνης πολιτικής, εσωτερικής και εξωτερικής.


2. Ποιες είναι οι σύγχρονες τάσεις στις Διεθνείς Σχέσεις;

Για την επιστήμη των Διεθνών Σχέσεων, θα έλεγα ότι καθώς πολλαπλασιάζονται τα ερευνητικά προγράμματα, οι ερευνητές, τα Τμήματα Διεθνών Σχέσεων διακρίνω όλο και περισσότερο χαρακτηριστικά εντοπιότητας και επικαιρότητας. Τούτα απορρέουν από την ερευνητική κουλτούρα των Πανεπιστημίων και των τμημάτων που θεραπεύουν την επιστήμη, αλλά και από τις εκάστοτε ανάγκες και εξελίξεις κάθε χώρας. Για παράδειγμα, η ανάπτυξη της «Αγγλικής Σχολής» στην Αγγλία ανταποκρινόταν σε συγκεκριμένες ανάγκες, όπως και τα ερευνητικά προγράμματα για τις Μεγάλες Δυνάμεις που αναπτύχθηκαν στις ΗΠΑ. Μια ανάλογη τάση είναι η στροφή προς τη μελέτη της Μέσης Ανατολής και του Ισλάμ, μετά την 11η Σεπτεμβρίου, όπως και η σημασία που δίνεται στη μελέτη των μικρών κρατών και της Ε.Ε. μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Διαχρονικές και οικουμενικές τάσεις παραμένουν η μελέτη του διεθνούς συστήματος, του έθνους κράτους, των μεγάλων δυνάμεων, του Πολέμου. Σταθερά ανερχόμενος είναι ο κλάδος της διεθνούς πολιτικής οικονομίας. Εάν περάσουμε τώρα στην πράξη θα έλεγα ότι η σημασία του έθνους-κράτους ως πρωταρχικού δρώντος στο διεθνές σύστημα, η επιβίωση και η μεγιστοποίηση της ασφάλειας ως ύψιστο εθνικό συμφέρον και προτεραιότητα κάθε έθνους-κράτους, καθώς και η τάση της υπερδύναμης προς την ηγεμονία χαρακτήρισαν την τελευταία εικοσαετία, από την πτώση του τοίχους του Βερολίνου μέχρι και την παγκόσμια οικονομική κρίση.

 

3. Υπάρχει δια-Τμηματική συνεργασία και σε ποιους τομείς;

Γίνονται προσπάθειες και έχουμε αποκτήσει διαύλους επικοινωνίας και συνεργασίας για παράδειγμα σε ερευνητικά προγράμματα.. Όπως κάθε επιστημονική κοινότητα που επιδιώκει την ανάπτυξή της, γνωρίζουμε ότι μόνο μέσα από το συνεχή επιστημονικό διάλογο και την ανταλλαγή απόψεων μπορούμε να επιτύχουμε τους στόχους μας. Στη γνώση δεν υπάρχουν μονοπώλια. Με αυτό το σκεπτικό αποφασίσαμε να διοργανώσουμε στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας αυτή τη Διημερίδα, προκειμένου να συνευρεθούν και τα τέσσερα Τμήματα Διεθνών Σχέσεων, που υπάρχουν στη χώρα μας. Ελπίζουμε η πρωτοβουλία μας να βρει συνεχιστές και είμαστε διατεθειμένοι να τη στηρίξουμε, με σκοπό τη δημιουργία μιας ελληνικής σχολής σκέψης. Θα πρέπει να επισημάνω ότι οι Έλληνες έχουμε παράδοση στις Διεθνείς Σχέσεις από την εποχή του Θουκυδίδη. Πιστεύω ότι αυτή η διαπίστωση αναφέρεται στο πρώτο μάθημα Διεθνών Σχέσεων σε κάθε σχολή στον κόσμο.

 

4. Πως απορροφάται, πως αξιοποιεί η Πολιτεία το δυναμικό αυτό;

Το επίπεδο των σπουδών και η σημασία των διεθνών σχέσεων προσελκύουν στα Τμήματα μας αριστούχους και πολύ καλούς φοιτητές, σε προπτυχιακό και μεταπτυχιακό επίπεδο. Οι γνώσεις, οι αναλυτικές και οι κριτικές ικανότητες που αποκτούν οι σπουδαστές των Διεθνών Σχέσεων τους εξασφαλίζουν εξαιρετικές προοπτικές για περεταίρω σπουδές και εργασία. Ένα πτυχίο Διεθνών Σχέσεων προσφέρει πολλές διεξόδους. Πολλοί από τους φοιτητές μου έχουν διακριθεί στα καλύτερα Πανεπιστήμια του κόσμου, άλλοι εργάζονται ή εργάστηκαν στην Ε.Ε. και σε άλλους διεθνείς οργανισμούς και ερευνητικά κέντρα, σε Μ.Μ.Ε. Κάποιοι επιλέγουν την έρευνα. Κάποιοι βρίσκουν διέξοδο στον ιδιωτικό τομέα και τις επιχειρήσεις σε Ελλάδα και εξωτερικό. Κάποιοι άλλοι κατευθύνονται στη Διπλωματική Ακαδημία ή τη Σχολή Δημόσιας Διοίκησης και κάποιοι διεκδικούν μια θέση στον δημόσιο τομέα. Οι απόφοιτοί μας δεν έχουν καμία προνομιακή μεταχείριση παρ' όλο που ήδη έχουν διδαχθεί πολλά από τα μαθήματα που εξετάζονται ή διδάσκονται. Θέλω να προσθέσω ότι η πολιτεία ακόμη δεν μας έχει αναγνωρίσει το επαγγελματικό δικαίωμα του πολιτικού επιστήμονα. Αυτό είναι ένα από τα θέματα που θα αναδειχθούν στη Διημερίδα.

 

5. Πρόκειται για μία επιστήμη που βρίσκεται σε διαρκή εξέλιξη. Πώς επιμορφώνονται οι διπλωμάτες, για παράδειγμα, ή οι ειδικοί των Διεθνών Σχέσεων;

Οι διεθνείς σχέσεις είναι από μόνες τους δυναμικές και αυτό κατά συνέπεια αποτελεί χαρακτηριστικό και της επιστήμης των Διεθνών Σχέσεων. Αυτό είναι και ένα από τα στοιχεία που καθιστούν την επιστήμη μας γοητευτική. Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο οι διεθνείς σχέσεις βρίσκονται στο πρωτοσέλιδο των εφημερίδων καθημερινά. Έχετε δίκιο, λοιπόν, χρειάζεται διαρκής ενημέρωση και επιμόρφωση. Για παράδειγμα στο Τμήμα ΔΕΣ του Πανεπιστημίου Μακεδονίας έχουμε αναλάβει την επιμόρφωση των διπλωματών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ωστόσο, το πιο σημαντικό, και αυτό στο οποίο επενδύουμε, είναι η ανάπτυξη των αναλυτικών και κριτικών ικανοτήτων που προσφέρει η ενασχόληση με την επιστήμη μας, έτσι ώστε οι σπουδαστές μας μετά την αναχώρησή τους από το Πανεπιστήμιο να έχουν τη δυνατότητα της ανάλυσης και της σύνθεσης της γνώσης και της πληροφορίας, να μπορούν να προχωρούν σε ορθές και επιστημονικά τεκμηριωμένες κρίσεις.

 

6. Θεωρητικά φαίνεται ότι βρισκόμαστε σε πολύ καλό επίπεδο. Πως όμως εξηγείτε το γεγονός ότι στην πράξη η Ελλάδα πολλές φορές έχει χάσει στον τομέα των Διεθνών Σχέσεων;

Διαφωνώ με όσους βλέπουν το ποτήρι της εξωτερικής πολιτικής μισοάδειο. Συχνά παρασυρόμαστε από μύθους και έναν επικίνδυνο λαϊκισμό που προσπαθεί να παρουσιάσει την Ελλάδα ως θύμα στη διεθνή πολιτική. Μπορεί να έχουν γίνει λάθη και παραλείψεις. Η χώρα μας, όμως, έχει καταφέρει σημαντικές «νίκες». Αρκεί να σας υπενθυμίσω το Βουκουρέστι, όπου η Ελληνική κυβέρνηση στάθηκε απέναντι στην υπερδύναμη, ή την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή τη στρατηγική μας στη διπλωματία των αγωγών. Θα πρέπει επίσης να υπογραμμίσω τις υψηλές επιδόσεις που είχε τα τελευταία χρόνια η εξωτερική μας πολιτική στον τομέα της αναπτυξιακής βοήθειας. Ακόμη και στα Ελληνοτουρκικά ζητήματα η Ελληνική θέση για τη συμμόρφωση της Τουρκίας με τις επιταγές της Ε.Ε. έχει γίνει Ευρωπαϊκή θέση. Πιστεύω ότι όταν υπάρχει ρεαλισμός, σχέδιο και συναίνεση η χώρα μας μπορεί να τα καταφέρνει. Χρειάζεται, όμως, διαρκής εγρήγορση και μια έξυπνη και ολιστική προσέγγιση στην εξωτερική πολιτική.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Άρθρα Γνώμης
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:25

Μετά το 1989: διεθνές σύστημα και ηγεμονία

Μετά το 1989: διεθνές σύστημα και ηγεμονία

 

Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 01.11.2009, σ. 26, 39
του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων


Για εμάς, τους μελετητές των Διεθνών Σχέσεων, οι σημαντικές ημερομηνίες συνδέονται με τη γένεση ή τις μεταβολές στην κατανομή ισχύος τού κρατικογενούς διεθνούς συστήματος και είναι ελάχιστες: 1648, 1815, 1945 και, φυσικά, 1989. Για εμάς, η τελευταία συμβολίζει, πρωτευόντως, την κατάρρευση ενός εκ των δύο πόλων του διεθνούς συστήματος, δευτερευόντως, την υποχώρηση ενός ισχυρού κράτους και, τριτευόντως, αυτήν ενός πολιτικού συστήματος.

Η υποχώρηση της Ε.Σ.Σ.Δ. δημιούργησε ένα τεράστιο κενό ισχύος, το οποίο μοιραία ήρθαν να καλύψουν οι Η.Π.Α. Έτσι, αμέσως μετά το 1989, στο διεθνές σύστημα εμφανίζονται: μία, σύμφωνα με όλα τα κριτήρια, υπερδύναμη, οι Η.Π.Α.• μία άλλη, στρατιωτική μόνο, λόγω των πυρηνικών της, υπερδύναμη, η Ρωσία• δύο πιθανώς αναδυόμενες μεγάλες δυνάμεις, η Κίνα και η Ινδία• και μία οικονομική υπερδύναμη, η Ε.Ε. Με δεδομένους τους ευρωατλαντικούς δεσμούς, την αδυναμία αντισυσπείρωσης των υπολοίπων, καθώς και το γεγονός ότι μόνο οι Η.Π.Α. μπορούν να αναλαμβάνουν την όποια πρωτοβουλία, το διεθνές σύστημα θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως ηγεμονικό/μονοπολικό.

Στη «νέα» παγκόσμια τάξη, οι Η.Π.Α. έθεσαν ως προτεραιότητα τον «εκδημοκρατισμό» και τη σταθεροποίηση της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, των Βαλκανίων και του χώρου τής πρώην Ε.Σ.Σ.Δ., ενώ η Ρωσία έπρεπε να χάσει τα όποια στηρίγματα θα της επέτρεπαν να ξαναπαίξει σημαντικό διεθνή ρόλο. Το ΝΑΤΟ - η μακροβιότερη και ισχυρότερη ηγεμονική συμμαχία ποτέ - παύει να έχει περιφερειακό αμυντικό χαρακτήρα. Αναδεικνύεται σε φορέα επεμβάσεων, αλλά και φορέα υπερεθνικής προσέγγισης. Οι Η.Π.Α., μέσω της συμμαχίας ή/και σε συνεργασία με άλλα κράτη και φορείς (Ε.Ε., ΟΑΣΕ), εστιάζουν, επίσης, την προσοχή τους, στο βόρειο τμήμα της Ευρασίας, παραμελώντας σχεδόν τα τεράστια προβλήματα που παρουσιάζει το νότιο ημισφαίριο.

Το 2001, όταν επανήλθαν στην εξουσία οι Ρεπουμπλικάνοι, η εξωτερική πολιτική των Η.Π.Α. προμηνυόταν λιγότερο παρεμβατική, χωρίς όμως, να αποκλείονται οι ανοιχτές επεμβάσεις, αν κρινόταν αναγκαίο για λόγους ασφαλείας. Παράλληλα αναμενόταν, η προσέγγιση με τη Ρωσία και ήταν έκδηλη η έμφαση που έδιδε η νέα κυβέρνηση στο θέμα των διαστημικών εξοπλισμών.

Αυτή περίπου ήταν η μετά το 1989 εικόνα του διεθνούς συστήματος και του ρόλου της μοναδικής υπερδύναμης, όταν στις 11.9.2001 έλαβε χώρα η τρομοκρατική επίθεση εναντίον της. Ήταν το πρώτο πλήγμα που υπέστησαν οι Η.Π.Α. στο εσωτερικό τους. Ό,τι δεν συνέβη, λόγω της πυρηνικής αποτροπής, στον ψυχρό πόλεμο, συνέβη σε μία στιγμή ηγεμονικής υπεροχής τους.

Οι Η.Π.Α. υιοθετούν τότε το δόγμα «ενάντια στον τρόμο» και διεξάγουν δύο πολέμους κατά καθεστώτων που φέρονται να υποστηρίζουν ή ανέχονται την τρομοκρατία. Εμμέσως, επιχειρούν δύο επιπλέον πράγματα. Πρώτο, να εδραιωθούν στη Μέση Ανατολή και να δημιουργήσουν προγεφύρωμα προς την Κεντρική Ασία. Δεύτερο, να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα που ταλανίζει κάθε ηγεμονική δύναμη, την εμφάνιση του μικρού κράτους με εχθρικό πολίτευμα ή παράτολμη ηγεσία που αποκτά (Βόρεια Κορέα) ή επιδιώκει να αποκτήσει (Ιράκ, Ιράν) όπλα μαζικής καταστροφής.

Από την άλλη πλευρά, η Ρωσία αρχίζει να αναζητεί νέο ρόλο. Το πυρηνικό της οπλοστάσιο, η ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης από αυτήν και οι σαφείς ενδείξεις για τον ηγεμονικό ρόλο που επιθυμεί να παίξει στην περιοχή, καθιστούν την Ρωσία ισχυρό παίκτη. Βεβαίως, δύσκολα θα επιστρέψουμε σε μια διπολική εκδοχή του συστήματος• είναι, όμως, πάντα πιθανό να επικρατήσει η λογική των σφαιρών επιρροής.

Εν τω μεταξύ, η ευρωπαϊκή ενοποίηση προχώρησε. Ωστόσο, οι εσωτερικές διαιρέσεις δεν επιτρέπουν στην Ε.Ε. να αναλάβει διεθνώς δυναμικό ρόλο. Η μόνη πιθανότητα για να διαδραματίσει η Ε.Ε. κάποιο ρόλο, εκτός της οικονομικής σφαίρας, φαίνεται να είναι η ενοποίηση διαφορετικών ταχυτήτων, με την «Ευρώπη του πυρήνα» να αναλαμβάνει τις ευθύνες της και τις πρωτοβουλίες.

Σήμερα, είκοσι χρόνια μετά, φαίνεται πως οι Η.Π.Α. θα διατηρήσουν και θα συνεχίσουν την ηγεμονία τους. Στην Ιστορία, καμία δύναμη δεν εγκατέλειψε την ηγεμονία. Ο μόνος τρόπος απαγκίστρωσής της από αυτήν είναι, στο πλήρωμα του χρόνου, είτε η εξουθένωσή της είτε η ανατροπή της από άλλη ηγεμονική δύναμη. Η μη άσκηση ή εγκατάλειψη της ηγεμονίας μπορεί να λειτουργήσει αποσταθεροποιητικά για το σύστημα και, κυρίως, μπορεί να έχει αρνητικές συνέπειες για τον ίδιο τον ηγεμόνα: «από την ηγεμονία σας αυτή να παραιτηθείτε σήμερα δεν μπορείτε• το να την αποκτήσει κανείς θεωρείται άδικο, αλλά το να την αφήσει επικίνδυνο» (Θουκυδίδης, Β.63).

Το μόνο που απομένει να δούμε είναι τι είδους θα είναι η ηγεμονία υπό τον προσφάτως τιμηθέντα με Νόμπελ ειρήνης Πρόεδρο Ομπάμα. Η μέχρι τώρα πολιτική του, υπό το βάρος της οικονομικής κρίσης και των εσωτερικών υποθέσεων, δεν επιτρέπει ασφαλείς εκτιμήσεις, πέραν της βεβαιότητας για τις προσπάθειες διατήρησης του ηγεμονικού ρόλου.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Μία ολιστική προσέγγιση στην εξωτερική πολιτική

 

Μακεδονία, 25.10.2009, σ. 75
του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων


Η εξωτερική πολιτική έχοντας άμεση σχέση με τους αέναα επιδιωκόμενους σκοπούς της επιβίωσης ενός έθνους-κράτους, της μεγιστοποίησης της ισχύος και της ασφάλειας, έχει καθοριστική σημασία για το παρόν και το μέλλον κάθε κράτους. Ο τρόπος άσκησής της καθορίζει το ρόλο του στο διεθνές σύστημα και τις σχέσεις του με τα υπόλοιπα. Αποτελεί έναν από τους πιο καίριους συντελεστές στη διαμόρφωση της ταυτότητας με την οποία κάθε χώρα πορεύεται στο διεθνές σύστημα. Επιπλέον, ενώ η εξωτερική πολιτική αφορά το σύνολο των εξωτερικών σχέσεων μιας χώρας, έχει άμεσες επιπτώσεις και στο εσωτερικό πεδίο.

Η εξωτερική πολιτική δεν ασκείται στο κενό. Δεν ασκούμε δηλαδή πολιτική έναντι άλλων, αλλά, ταυτοχρόνως, και αποδέκτες των πολιτικών τους. Η άσκηση της εξωτερικής πολιτικής είναι διαδραστική. Το γεγονός αυτό καθιστά την διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής ένα δύσκολο παζλ.

Από όλα τα παραπάνω εύκολα συμπεραίνει κάποιος ότι πρόκειται για ένα σύνθετο και γι' αυτό απαιτητικό πεδίο της πολιτικής. Άλλωστε, συχνά η εξωτερική πολιτική θεωρείται υψηλή πολιτική και η επιτυχής άσκησή της προνόμιο χαρισματικών ηγετών και ταλαντούχων διπλωματών που διαθέτουν το αλάνθαστο κριτήριο της ορθολογικής επιλογής σε δεδομένες συγκυρίες. Είναι, όμως, αυτό αρκετό;

Σ' ένα διεθνές σύστημα που χαρακτηρίζεται από υψηλά επίπεδα σύνθετης αλληλεξάρτησης ανάμεσα στα έθνη-κράτη αλλά και μεταξύ των διαφορετικών πολιτικών, η εξωτερική πολιτική αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Έχει επιπτώσεις τόσο στην καθημερινότητα της διακυβέρνησης όσο και στην καθημερινότητα του πολίτη. Η εξωτερική πολιτική δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται μόνο ως υψηλή πολιτική που μπορεί να ασκείται από λίγους και σε μία κατεύθυνση. Αντίθετα, χρήζει ολιστικής προσέγγισης.

Μια ολιστική προσέγγιση στην εξωτερική πολιτική τέμνει τη διακυβέρνηση οριζόντια και κάθετα. Ασκείται από την Προεδρία της Δημοκρατίας, την κυβέρνηση, το Κοινοβούλιο, τα ίδια τα κόμματα. Συσχετίζεται δε άμεσα με όλες τις πολιτικές. Καταρχάς, είναι στενά συνδεδεμένη με την πολιτική εθνικής άμυνας, καθώς το παραδοσιακό δίλημμα ασφάλειας δύναται να επιλυθεί μόνο μέσω των συσχετισμών ισχύος, ανάμεσα στους οποίους η αμυντική ικανότητα κατέχει τον πρωτεύοντα ρόλο.

Επιπλέον, μια σπουδαία συνιστώσα της εξωτερικής πολιτικής είναι οι διεθνείς οικονομικές σχέσεις. Τα υψηλά επίπεδα αλληλεξάρτησης της διεθνούς οικονομίας και αυτής με την πολιτική καθιστούν την καλλιέργεια και την αξιοποίηση των διεθνών οικονομικών σχέσεων αναγκαία προϋπόθεση για την ανάπτυξη και την ευημερία κάθε κράτους. Επιπροσθέτως, η οικονομική αλληλεξάρτηση μπορεί να συντελέσει στην ενίσχυση της ασφάλειας και στη διατήρηση της ειρήνης. Η άσκηση εξωτερικής πολιτικής, λοιπόν, θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις πολιτικές για την οικονομία. Στην περίπτωση της Ελλάδας ειδικά, θα πρέπει η οικονομική διπλωματία να λαμβάνει υπόψη πολιτικές που συναρτώνται του εμπορίου, των εξαγωγών, των επιχειρήσεων, της ναυτιλίας, των μεταφορών, των υποδομών, της ενέργειας, του τουρισμού.

Ένα άλλο μέχρι πρότινος περιφερειακό και τώρα κεντρικό ζήτημα στην εξωτερική πολιτική είναι το περιβάλλον. Τα ζητήματα διαχείρισης διασυνοριακών φυσικών πόρων αλλά και η σημασία που έχει και που αποδίδεται στην ασφάλεια του περιβάλλοντος διεθνώς, έχουν θέσει το περιβάλλον υψηλά στην ατζέντα της διεθνούς ασφάλειας. Ας μην ξεχνούμε ότι η υπογραφή της Συνθήκης του Κιότο αποτέλεσε σημείο τριβής στις ευρωατλαντικές σχέσεις και, επιπλέον, δεν πρέπει να λησμονούμε την έκταση των διασυνοριακών πόρων που διαθέτει η χώρα μας και τη σημασία τους.

Ακόμη, εργαλείο στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής μπορεί να είναι και ο πολιτισμός. Η δραστηριότητα της πολιτιστικής διπλωματίας εντείνεται. Τούτο έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα, μια χώρα με πλούσια πολιτιστική κληρονομιά, με σύγχρονη πολιτιστική παραγωγή και με ανάγκη προσανατολισμού της οικονομίας προς την τουριστική βιομηχανία. Επιπροσθέτως, η Ελλάδα έχει δυνατότητες να παίξει, μέσω της διασύνδεσης παιδείας και πολιτισμού, ενεργό ρόλο στο χώρο τής εκπαιδευτικής διπλωματίας, ιδιαίτερα σε τομείς στους οποίους διαθέτουμε συγκριτικά πλεονεκτήματα.

Προχωρώντας, ένα βήμα παραπέρα και βλέποντας τις επιπτώσεις της εξωτερικής πολιτικής στο εσωτερικό πεδίο θα πρέπει να δούμε ότι συνδέεται άμεσα με πολιτικές για τη μετανάστευση, τη δημόσια ασφάλεια, τη δημόσια υγεία, την κοινωνική συνοχή, αλλά και με τις πολιτικές εξελίξεις. Συνεπώς, η εξωτερική πολιτική δεν αφορά μόνο το εξωτερικό. Στις σύγχρονες κοινωνίες ένα σημαντικό μέρος ασκείται εντός των συνόρων μιας χώρας. Αυτή η ανάγκη έχει ήδη γίνει φανερή σε κοινωνίες περισσότερο πολυπολιτισμικές από την Ελληνική, όπως αυτή του Ηνωμένου Βασιλείου. Επίσης, στο εσωτερικό η εξωτερική πολιτική πέφτει συχνά θύμα του λαϊκισμού, της προπαγάνδας και της πολιτικής αντιπαράθεσης. Γι' αυτό θα πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί σε ό,τι αφορά τις προσεγγίσεις στα εθνικά θέματα.

Επιπροσθέτως, η άσκηση της εξωτερικής μας πολιτικής καθίσταται ακόμη πιο περίπλοκη λόγω της συμμετοχής μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και της αυξανόμενης σημασίας που έχουν οι Ευρωπαϊκές υποθέσεις στην καθημερινότητα μας. Η διάκριση ανάμεσα στο εξωτερικό και το εσωτερικό, στο τι είναι ζήτημα εξωτερικής πολιτικής και τι όχι, είναι πλέον δυσχερής σε πολλά από τα ευρωπαϊκά θέματα. Άλλωστε, γι' αυτό πολλά κράτη μέλη της Ένωσης διαθέτουν χαρτοφυλάκια ευρωπαϊκών υποθέσεων.

Κατά τη γνώμη μου είναι φανερή η ανάγκη για την υιοθέτηση μιας ολιστικής προσέγγισης στην εξωτερική πολιτική. Η εξωτερική πολιτική είναι από τη φύση της μια εξωστρεφής πολιτική, που απαιτεί δυναμισμό, όραμα και σχέδιο. Δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποσπασματικά. Μια τέτοια προσέγγιση θα πρέπει να εγγυάται την ασφάλεια από εξωτερικές και εσωτερικές απειλές και να παρέχει τις δυνατότητες για την ανάπτυξη και την ευημερία της χώρας. Οφείλει να διαμορφώνεται σε συνάρτηση με όλες τις άλλες πολιτικές και στο πλαίσιο μιας εθνικής στρατηγικής.

Τέλος, μια τέτοια ολιστική προσέγγιση στην εξωτερική πολιτική εισάγει και μια νέα αντίληψη για την πολιτική. Απορρίπτει την άποψη ότι η εξωτερική πολιτική είναι απλώς η πολιτική των πολιτικών. Αναδεικνύει, όμως, το ότι όλες οι πολιτικές είναι αλληλοεξαρτώμενες και η εξωτερική είναι η προς τα έξω έκφανσή τους. Τούτο μας υποχρεώνει να αναζητήσουμε και μια μορφή κυβέρνησης συγκοινωνούντων δοχείων, με όσο το δυνατόν καλύτερο συντονισμό.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:21

Ε.Ε: Ισχύς και αδυναμίες

Ε.Ε: Ισχύς και αδυναμίες

 
Απογευματινή, 11.05.2009, σ. 10
 του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων


Μεταξύ αυτών που ασχολούνται με τα Ευρωπαϊκά τίθενται συχνά δύο ζητήματα.  Το πρώτο αφορά το τι είδους δύναμη είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.).  Το δεύτερο αν όντως η Ε.Ε. διαθέτει ισχύ στη διεθνή αρένα και, κυρίως, στον τομέα της ασφάλειας, αφού στον τομέα της οικονομίας, ακόμη και σήμερα, η ισχύς της Ένωσης δεν αμφισβητείται.

Η σύγχυση ως προς τη φύση και την ισχύ της Ένωσης προέρχεται από το γεγονός ότι αυτή αποτελεί ένα άνευ προηγουμένου, μη παραδοσιακό, μόρφωμα.  Έτσι, συχνά, οι προσδοκίες πολιτών και πολιτικών υπερβαίνουν τις δυνατότητες της Ένωσης.  Ως εκ τούτου, η Ένωση χρεώνεται με σφάλματα, αδυναμίες και κριτική, που είναι ιδιαίτερα οξεία στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής και της ασφάλειας.  Ειδικά δε σε περιόδους διεθνών κρίσεων, όπως της Γιουγκοσλαβίας, του Ιράκ ή, προσφάτως, της Γεωργίας, παρατηρείται αύξηση των πιέσεων για δράση από πλευράς της Ε.Ε.

Θεωρώ ότι πρέπει να τοποθετήσουμε αυτές τις προσδοκίες σε ένα ρεαλιστικό πλαίσιο.  Καθώς πλησιάζουμε και προς τις ευρωεκλογές, είναι καλό οι πολίτες να γνωρίζουν τι θα μπορούσαν να περιμένουν από την Ένωση.

Η Ε.Ε. αναδείχτηκε ως μία πολιτική δύναμη που πέτυχε μια μακροχρόνια περίοδο ειρήνης στη δυτική Ευρώπη.  Αποδείχτηκε ότι μπορεί να είναι φορέας μετασχηματισμού, συμβάλλοντας στον εκδημοκρατισμό ενός σημαντικού αριθμού κρατών στην νότια και την ανατολική Ευρώπη.  Συνεισφέρει μέσω των πολιτικών της στην ανάπτυξη, την προστασία του περιβάλλοντος, στη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια και είναι η πρώτη δύναμη στην παροχή ανθρωπιστικής και αναπτυξιακής βοήθειας.  Δεν πρέπει να υποτιμούμε αυτές τις δράσεις.  Ούτε όμως και να τις υπερτιμούμε.

Στη διεθνή σκηνή, μετά την εκλογή Ομπάμα, οι προοπτικές για μία δύναμη σαν την Ένωση φάνηκαν πιο ευοίωνες.  Θέματα προτεραιότητας για τους Ευρωπαίους, όπως το περιβάλλον και η καταπολέμηση της φτώχειας, αναπόφευκτα θα τεθούν ψηλά στην ευρωατλαντική ατζέντα.  Ωστόσο, πολύ περισσότερα θα κριθούν γύρω από τη Μέση Ανατολή, τον «πόλεμο» ενάντια στην τρομοκρατία, τις πολιτικές για την ενέργεια, την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης, τις σχέσεις με τη Ρωσία, το ενδεχόμενο μίας διεύρυνσης.  Δυστυχώς, σε αυτά τα θέματα, οι Ευρωπαίοι δεν έχουν κοινές θέσεις.  Η αντιμετώπιση του πολέμου στο Ιράκ ή στη Γεωργία, το όχι των Ιρλανδών στη Συνθήκη τής Λισαβόνας, τα πεπραγμένα της πρόσφατης προεδρίας των Τσέχων, εκπέμπουν σήματα κινδύνου για την ήδη τρωμένη συνοχή της Ένωσης.

Είναι βέβαιο ότι όσο η Ένωση και οι πολιτικές της θα διευρύνονται χωρίς εμβάθυνση, τόσο θα αποκαλύπτονται οι εγγενείς αδυναμίες της και τόσο πιο σοβαρές θα αποδεικνύονται.  Η μέχρι σήμερα ιστορία της Ένωσης δείχνει ότι εξελίσσεται μέσα από τις αποτυχίες της.  Για αυτό και αδυνατούμε να προβλέψουμε το μέλλον.  Μπορούμε, όμως, με σιγουριά να πούμε ότι η Ένωση αποτελεί μια δύναμη, αλλά με πιο περιορισμένη εμβέλεια από όσο κάποιοι θα επιθυμούσαμε.

Σ’ αυτό το πλαίσιο για τη χώρα μας, η ανάγκη για εξευρωπαϊσμό, η κατάσταση στα Δυτικά Βαλκάνια, οι σχέσεις με την Τουρκία και την ΠΓΔΜ, οι ανάγκες συλλογικής αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης, αποδεικνύουν ότι  χρειαζόμαστε μια ισχυρή Ένωση και μια δυναμική, δραστήρια Ελλάδα σ’ αυτήν.  Η υποστήριξη από την Ένωση μπορεί να μην έχει πάντα την ένταση ή τον χαρακτήρα που θα επιθυμούσαμε, αλλά μας είναι απαραίτητη.  Αυτό θα πρέπει να το έχουμε στο μυαλό μας προσερχόμενοι στις κάλπες σε περίπου ένα μήνα και αναλόγως να κρίνουμε.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Το διεθνές σύστημα, οι Ηνωμένες Πολιτείες και ο νέος Πρόεδρος

 

Αμυντικά Θέματα
Περίοδος Δ', Τεύχος 265 [28] Δεκέμβριος 2008, σελ. 47-49
του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων


Είναι ο ωκεανός, το πλοίο ή ο κυβερνήτης του που καθορίζουν τις εξελίξεις; Με άλλα λόγια, επαναφέροντας στο προσκήνιο για την παρούσα μελέτη τα τρία μεθοδολογικά επίπεδα ανάλυσης των Διεθνών Σχέσεων, είναι το διεθνές σύστημα, το κράτος ή η πολιτική ηγεσία, εν προκειμένω η κορυφή της, ο Μπαράκ Ομπάμα, που θα προσδιορίσουν τη συμπεριφορά των Ηνωμένων Πολιτειών τα επόμενα τέσσερα χρόνια;

Ας μη γελιέται κανείς. Η απάντηση βρίσκεται στη σύνθεση των τριών προσεγγίσεων. Διότι ο κυβερνήτης του πλοίου θέλει να το οδηγήσει σε μία πορεία και σ' έναν προορισμό. Το ερώτημα είναι πάντα αν το πλοίο θέλει και μπορεί να πάει και αν οι συνθήκες του ωκεανού το επιτρέπουν. Γι αυτό παρακάτω, θα προχωρήσω παρουσιάζοντας την κατάσταση του διεθνούς συστήματος, τον ρόλο των ΗΠΑ, λαμβάνοντας υπόψη τα λίγα που γνωρίζουμε για τις απόψεις και τους στόχους του νέου Προέδρου, όπως αυτοί εξαγγέλθηκαν μέχρι τώρα.

Σε κάθε περίπτωση, ό,τι και αν γραφεί σήμερα, συνιστά πιθανολόγηση καταστάσεων και εξελίξεων, αφού δεν υπάρχει δυνατότητα να προβλέψει κανείς το μέλλον. Μπορεί μόνο, στη βάση των επιστημονικά τεκμηριωμένων συμπερασμάτων και της προσεκτικής παρατήρησης, να καταγράψει το γίγνεσθαι και τη δυναμική του. Σε αυτό το γίγνεσθαι και τη μεγάλη εικόνα, αυτήν του διεθνούς συστήματος, και στον ρόλο των ΗΠΑ θα εστιάσω.

Μετά το 1989, η προοδευτική κατάρρευση της Ε.Σ.Σ.Δ. δημιούργησε ένα κενό ισχύος στο διεθνές σύστημα και επέτρεψε να αναδειχθούν οι Η.Π.Α. ως η μοναδική υπερδύναμη του πλανήτη. Οι Η.Π.Α., σε συνεργασία (και όχι ανταγωνιστικά) με τους Ευρωπαίους, ήταν μοιραίο να επιχειρήσουν να καλύψουν το κενό της Ε.Σ.Σ.Δ. και να δημιουργήσουν, χωρίς να έχουν ουσιαστικά αντίπαλο, τη «νέα» δική τους παγκόσμια τάξη.

Στα πλαίσια της «νέας» παγκόσμιας τάξης το ΝΑΤΟ - η μακροβιότερη και ισχυρότερη ηγεμονική συμμαχία που γνώρισε ποτέ ο κόσμος - παύει να είναι μία περιφερειακή αμυντική συμμαχία και αναδεικνύεται σε έναν παρεμβατικό φορέα, αλλά και φορέα υπερεθνικής προσέγγισης. Οι Η.Π.Α. με το ΝΑΤΟ και τις από αυτό εκπορευόμενες πρωτοβουλίες (NACC, PfP) ή σε συνεργασία με δυτικοευρωπαϊκούς φορείς ολοκλήρωσης (Ευρωπαϊκή Ένωση) και διεθνούς συνεργασίας (ΟΑΣΕ) επιχειρούν να συσπειρώσουν τα κράτη του βορείου ημισφαιρίου και να σταθεροποιήσουν τα πολιτικά συστήματα των πρώην Ανατολικών κρατών και τις μεταξύ τους σχέσεις.

Στη «νέα» τάξη πραγμάτων, οι Η.Π.Α. εστιάζουν την προσοχή τους, στο βόρειο τμήμα της Ευρασίας, παραμελώντας σχεδόν τα τεράστια προβλήματα που παρουσιάζει το νότιο ημισφαίριο. Παραλλήλως, επιχειρούν να επιβάλουν το δικό τους σύστημα πολιτικών και άλλων αξιών, όπως αυτό εκφράζεται από την εκάστοτε κυβέρνησή τους.

Στην μεταψυχροπολεμική εποχή και πριν την αλλαγή του αιώνα, οι Η.Π.Α. θα διεξάγουν δύο πολέμους. Ο πρώτος κατά του Ιράκ με στόχο την απομάκρυνσή του από το Κουβέιτ, την αποκατάσταση της στρατιωτικής ισορροπίας στην περιοχή του Περσικού και την διασφάλιση της ροής του μαύρου χρυσού προς τη Δύση. Το νικηφόρο πόλεμο των Η.Π.Α. ακολουθούν σοβαρές κυρώσεις κατά του Ιράκ, όπως και διευθετήσεις στο Παλαιστινιακό, χωρίς εν τούτοις να έπεται και οριστική επίλυση του πλέον σοβαρού και χρονίζοντος προβλήματος στη Μέση Ανατολή.

Όμως η πρωταρχική μέριμνα των Η.Π.Α. μετά το 1989 είναι ο «εκδημοκρατισμός» και η σταθεροποίηση της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, των Βαλκανίων και του χώρου της πρώην Ε.Σ.Σ.Δ., με την προσοχή να εστιάζεται κυρίως στη Ρωσία. Η τελευταία έπρεπε αφενός να χάσει τα όποια στηρίγματα στο εξωτερικό που θα της επέτρεπαν να ξαναπαίξει σημαντικό διεθνή ρόλο, αφετέρου να εκδημοκρατισθεί στο εσωτερικό, έτσι ώστε να αποκλεισθεί η ανάκαμψη στην εξουσία των κομμουνιστών ή μίας στρατιωτικής εθνικιστικής δικτατορίας.

Τον Ιανουάριο του 2001, στις Η.Π.Α., επανήλθαν στην εξουσία οι Ρεπουμπλικάνοι με Πρόεδρο τον Τζορτζ Μπους, τον νεότερο. Η εξωτερική πολιτική των Η.Π.Α. άρχισε τότε να διαφαίνεται ως λιγότερο παρεμβατική στον τομέα της δημιουργίας νέων εθνών ("nation building"), χωρίς όμως, σύμφωνα με τότε δηλώσεις, να αποκλείονται οι επεμβάσεις όταν θα το απαιτούσαν τα συμφέροντα ασφαλείας. Όπως επίσης αναμενόταν, η προσέγγιση με τη Ρωσία είχε δρομολογηθεί, ενώ παράλληλα ήταν έκδηλη η έμφαση που έδιδε η νέα κυβέρνηση στο θέμα των διαστημικών εξοπλισμών («Πόλεμος των Άστρων»).

Αυτή περίπου ήταν η εικόνα του διεθνούς συστήματος και του ρόλου της μοναδικής υπερδύναμης μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου, όταν στις 11.9.2001 έλαβε χώρα η τρομοκρατική επίθεση εναντίον των Η.Π.Α.. Η επίθεση, που είχε ως αποτέλεσμα την ολοσχερή καταστροφή του Κέντρου Παγκοσμίου Εμπορίου και πτέρυγας του Πενταγώνου, συντελέσθηκε από ισλαμικούς, ακραίους, μη κρατικούς παράγοντες του διεθνούς συστήματος, με την ανοχή, επίνευση ή και ενθάρρυνση κάποιων κρατών.

Τούτο ήταν το πρώτο πλήγμα που υπέστησαν οι Η.Π.Α. στο εσωτερικό τους. Ό,τι δεν συνέβη με τα πυρηνικά (λόγω της αποτροπής) στον ψυχρό πόλεμο, συνέβη στην μεταψυχροπολεμική εποχή, σε μία στιγμή ηγεμονικής υπεροχής τους. Από το πλήγμα ετρώθη το κύρος των Η.Π.Α., ενώ οι αρνητικές συνέπειες στην οικονομία ήταν σημαντικές και μετρήσιμες. Παράλληλα, οι μετακινήσεις των πολιτών και η πυκνότητα των συναλλαγών μειώθηκαν, νομοθετικές ρυθμίσεις κατά της τρομοκρατίας δρομολογήθηκαν, ενώ κινητοποιήθηκε ο μηχανισμός των Η.Π.Α. για την αντιμετώπιση και την εξάλειψη της διεθνούς τρομοκρατίας.

Στη βάση ενός νέου δόγματος, οι Η.Π.Α., μετά την 11η.9.2001 και μέχρι τα μέσα του 2003, θα διεξάγουν άλλους δύο πολέμους από τους οποίους θα αποκομίσουν σημαντικά οφέλη. Για τις ανάγκες της εκστρατείας κατά του Αφγανιστάν προσελκύεται το Πακιστάν, προσεγγίζονται η Κίνα και η Ινδία, ενώ, τελικώς, το Αφγανιστάν και κάποιες γειτονικές πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες εντάσσονται (για πρώτη φορά) στη σφαίρα επιρροής των Η.Π.Α.. Δημιουργούν έτσι μία σημαντική βάση ισχύος στην Κεντρική Ασία.

Επιπλέον, οι Η.Π.Α. στρέφονται κατά καθεστώτων που υποστηρίζουν ή ανέχονται την τρομοκρατία και, ταυτοχρόνως, επιχειρούν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα που ταλανίζει κάθε μεγάλη πυρηνική δύναμη: την εμφάνιση του μικρού κράτους με το μη φιλικό πολίτευμα ή την παράτολμη ηγεσία που θα αποκτούσε (Βόρεια Κορέα) ή απλώς θα είχε την επιθυμία να αποκτήσει (Ιράκ, Ιράν) όπλα μαζικής καταστροφής. Με μία τέτοια λογική, οι Η.Π.Α. αναλαμβάνουν στις αρχές του 2003 πολεμική εκστρατεία κατά του Ιράκ, η οποία θα καταλήξει στην κατάληψή του.

Όμως η παρουσία των Η.Π.Α. στη Μέση Ανατολή οφείλεται σε μία σειρά συμφερόντων τους ως ηγεμονικής δύναμης. Πρώτον, ανατρέπουν το καθεστώς του Ιράκ και το μετατρέπουν σε φιλική προς αυτές χώρα. Αποκαθιστούν έτσι την κατά τον ψυχρό πόλεμο μετακίνησή του προς την Ε.Σ.Σ.Δ., ενώ στερούν τη Ρωσία από ένα φιλικό της κράτος.

Δεύτερον, το Ιράκ συνορεύει με μία σειρά κρατών μεγάλης σημασίας για τις Η.Π.Α. και η πρόσδεσή του στο άρμα τους μπορεί να πιέσει ή ακόμη και να οδηγήσει μακροπρόθεσμα τη Συρία και το Ιράν προς την ίδια κατεύθυνση. Η Συρία είχε ενταχθεί πρώτη στον Σοβιετικό συνασπισμό, ενώ, αργότερα, παρέσυρε και τον Λίβανο, παρά τις αντίθετες προσπάθειες των Αμερικανών (1983-4). Το Ιράν, ξέφυγε το 1978 από την Αμερικανική σφαίρα επιρροής δημιουργώντας σοβαρότατο πρόβλημα στην αντισοβιετική γραμμή ανάσχεσης των Η.Π.Α. και στο κύρος τους, εξαιτίας τής κατάληψης της πρεσβείας τους στην Τεχεράνη και της αποτυχημένης επιχείρησής τους για απελευθέρωση των ομήρων. Μετά την εγκατάσταση των Η.Π.Α. στο Ιράκ, η Συρία και το Ιράν περικλείονται πλέον στρατιωτικά από παντού.

Τρίτον, οι Η.Π.Α., όντας στο Ιράκ, διασφαλίζουν δύο πολύ πιστούς συμμάχους τους: την Ιορδανία και το Ισραήλ. Το επιτυγχάνουν αφενός εκμηδενίζοντας τη στρατιωτική απειλή του Σαντάμ, αφετέρου αποκόπτοντας τη χρηματοδότηση αλλά και την υποκίνηση από αυτόν ριζοσπαστικών ομάδων στις δύο χώρες και κυρίως στο Ισραήλ.

Τέταρτον, οι Η.Π.Α. με τη νίκη τους και τον έλεγχο του Ιράκ εξασφαλίζουν το στρατηγικό συντελεστή που λέγεται πετρέλαιο. Οι πολεμικές επιχειρήσεις δεν οφείλονταν απλώς σε μία προσέγγιση αύξησης των κερδών κάποιων μεγάλων εταιριών. Αυτό ήταν μάλλον εύκολο να γίνει αν το 1992 επέβαλαν στο Σαντάμ τη διαχείριση των πετρελαίων του από Αμερικανικές εταιρείες ή αν τού προσφερόταν η πολιτική του επιβίωση ως αντάλλαγμα για τα πετρέλαια. Οφείλονταν στο φόβο χρησιμοποίησης του πετρελαίου ως στρατηγικού όπλου εκ μέρους του Σαντάμ εναντίον των Η.Π.Α. και των συμμάχων τους, κυρίως μέσω των κρίσεων που θα μπορούσε να δημιουργήσει η ασταθής ροή ή τιμή του. Οφείλονταν ακόμη στην οικονομική δυνατότητα που θα τού προσέφεραν τα κέρδη από το πετρέλαιο, ώστε να ξαναδημιουργήσει τον τέταρτο στον κόσμο στρατό και να αποκτήσει κάποια στιγμή πυρηνικά όπλα.

Τέλος, οι Η.Π.Α. συνεχίζοντας τη διαμόρφωση του διεθνούς συστήματος, προσφέρουν σταθερότητα για τους συμμάχους τους στην περιοχή και επιτυγχάνουν εκ νέου και την εκ δυσμών διείσδυσή τους στην Ασία. Μέσω της παρουσίας τους στην υποβαθμιζόμενη πλέον στρατηγικά Μικρά Ασία και, εφεξής, στη Νοτιοδυτική Ασία ενισχύουν τα προγεφυρώματά τους στην Κεντρική Ασία, θέτοντας ίσως τις βάσεις και για μία πολιτική εκ δυσμών ανάσχεσης της Κίνας, παράλληλη με την αντίστοιχη έναντι της Ρωσίας.

Για αρκετό καιρό, τα πράγματα εμφανίζονται από τα ΜΜΕ να μην πηγαίνουν καλά για τις Η.Π.Α. στο Ιράκ και στο μέτωπο της διάδοσης των πυρηνικών, με τη Βόρειο Κορέα να αποτελεί το μεγαλύτερο «αγκάθι». Όμως ως προς το Ιράκ, τα γεγονότα που καταγράφονται – πόσο μάλλον που το τελευταίο διάστημα η κατάσταση είναι εύθραυστη αλλά βελτιώνεται - δεν συνεπάγονται ήττα• μπορεί να συνεπάγονται διάσπαση του Ιράκ και ευκολότερη διαχείριση της υπό έλεγχο περιοχής του, όπως και ευκολότερη αντιμετώπιση του Ιράν. Σε καμία περίπτωση η συγκυρία δεν συνεπάγεται αποχώρηση των Αμερικανικών δυνάμεων, όπως αποδεικνύει και η συνεχώς μεταβαλλόμενη στάση του Μπαράκ Ομπάμα όσο πλησίαζε προς τις εκλογές.

Δυσχερής, βεβαίως, είναι η θέση των Η.Π.Α. στη διαχείριση της κατάστασης στο Αφγανιστάν. Οι συμμαχικές δυνάμεις εκεί είναι εγκλωβισμένες, καθώς δεν διαφαίνονται ούτε προοπτικές ήττας, ούτε προοπτικές εξόδου. Έτσι, και λόγω της κατάστασης και λόγω συμφερόντων της υπερδύναμης και λόγω των διακηρυγμένων θέσεων του νέου Προέδρου, οι Η.Π.Α. και θα παραμείνουν και πιθανόν να ενισχύσουν τη στρατιωτική τους παρουσία. Ως προς το ζήτημα δε της Βορείου Κορέας και του Ιράν, θεωρώ ότι εμπεριέχουν κινδύνους, αλλά δεν αλλάζουν τη συνολική εικόνα της κατανομής ισχύος στο διεθνές σύστημα, ούτε και υπάρχει προοπτική να βρουν συνοδοιπόρους και να δημιουργήσουν ευρύτερες διεθνείς αντισυσπειρώσεις. Ενδεχομένως, στα πλαίσια μιας πιο ιδεαλιστικής και διαφορετικής από τους Ρεπουμπλικάνους αντίληψης του κόσμου εκ μέρους των Δημοκρατικών, να υπάρξουν περισσότερες προσπάθειες για διπλωματική αντιμετώπιση του κόσμου.

Το ζήτημα των σχέσεων με την Ρωσία στην μετά την 8η Αυγούστου 2008 εποχή, αποτελεί ένα άλλο μεγάλο θέμα για τις ΗΠΑ. Η Ρωσία επανέρχεται στο Διεθνές Σύστημα και αναζητεί τον νέο της ρόλο. Δύσκολα θα επιστρέψουμε σε μια διπολική εκδοχή του συστήματος. Ωστόσο, το πυρηνικό της οπλοστάσιο, η ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης από αυτήν και οι σαφείς ενδείξεις για τον ηγεμονικό ρόλο που επιδιώκει να παίξει στην περιοχή, καθιστούν την Ρωσία έναν ισχυρό παίκτη. Η συγκυρία υποχρεώνει το νέο Πρόεδρο να αναπροσαρμόσει την πολιτική των προκατόχων του απέναντι στη Ρωσία. Η Ρώσικη αρκούδα δεν είναι πια πληγωμένη, αλλά ισχυρότερη και ευφυέστερη στην μετά το 1989 εποχή. Υπό αυτές τις συνθήκες, είναι πιθανό να επιστρέψουμε σε μια λογική σφαιρών επιρροής και σ' αυτήν την περίπτωση δεν είναι απίθανο η νέα διοίκηση να μην επιμείνει στην πολιτική για διεύρυνση του ΝΑΤΟ, με την είσοδο της Ουκρανίας και της Γεωργίας.

Τι γίνεται όμως με την Ευρώπη; Οι Ευρωατλαντικές σχέσεις, διαμορφωμένες ώστε να εξυπηρετήσουν την ισορροπία της ψυχροπολεμικής εποχής, πέρασαν αρκετές κρίσεις κατά την μεταψυχροπολεμική περίοδο. Οι Ευρωπαίοι φαίνεται να έχουν προσδοκίες από το νέο Πρόεδρο, μετά τον Ιανουάριο. Οι ΗΠΑ καλούνται να βελτιώσουν τις σχέσεις τους με τους Ευρωπαίους. Σε ένα μεταβαλλόμενο διεθνές σύστημα οι δύο πλευρές θα αναζητήσουν ένα νέο αμοιβαία επωφελές σχήμα συνεργασίας. Ωστόσο, όπως προκύπτει και από την παραπάνω ανάλυση, λίγα μπορούν να αλλάξουν στις προτεραιότητες της πολιτικής των ΗΠΑ και, από την άλλη πλευρά, οι εσωτερικές διαιρέσεις της Ε.Ε. δυσχεραίνουν την Ε.Ε. στην ανάληψη ενός δυναμικού ρόλου στο διεθνές σύστημα. Η μόνη πιθανότητα για να διαδραματίσει η ΕΕ κάποιο ρόλο είναι η ενοποίηση διαφορετικών ταχυτήτων, με την «Ευρώπη του πυρήνα» να αναλαμβάνει τις ευθύνες της και τις πρωτοβουλίες.

Υπό αυτές τις συνθήκες θα πρέπει να αναμένουμε ότι διαφορετικών ταχυτήτων θα είναι και η συνεργασία με τις ΗΠΑ. Σε υποθέσεις που απαιτούν πολυμερή διπλωματία, χρήση «ήπιας ισχύος», σε θέματα διεθνών θεσμών, σε ζητήματα περιβάλλοντος, ανάπτυξης, διεθνούς οικονομίας, ΗΠΑ και Ε.Ε. είναι πιθανό να περάσουν σε μια νέα εποχή και να συμπορευθούν. Αυτά είναι και τα ζητήματα που ευνοούν το νέο Πρόεδρο, ώστε να στηρίξει το προφίλ του Δημοκρατικού φιλελεύθερου και του ριζοσπάστη. Αντιθέτως, εκτιμώ πως η διάσταση απόψεων θα συνεχίσει να υπάρχει σε ό,τι αφορά ζητήματα του ΝΑΤΟ, τη Ρωσία, την Μέση Ανατολή.

Συνολικά, λοιπόν, το μετά το 1989 διεθνές σύστημα παρουσιάζει: μία, σύμφωνα με όλα τα κριτήρια, υπερδύναμη• μία άλλη, στρατιωτική μόνο, λόγω των πυρηνικών της, υπερδύναμη, τη Ρωσία• δύο πιθανώς αναδυόμενες μεγάλες δυνάμεις, την Κίνα και την Ινδία• και μία οικονομική υπερδύναμη, την ΕΕ. Με δεδομένη τη στενή σχέση Η.Π.Α. – ΕΕ, την αδυναμία αντισυσπείρωσης των υπολοίπων, καθώς και το γεγονός ότι μόνο ένας παράγων μπορεί να αναλαμβάνει την όποια πρωτοβουλία, το διεθνές σύστημα δύναται να χαρακτηρισθεί ως ηγεμονικό/μονοπολικό. Ακόμη και αν θελήσουμε να δώσουμε έμφαση στο κριτήριο της πολιτικής και στρατιωτικής ανεξαρτησίας της Ρωσίας, της Κίνας ή ακόμη και της Ινδίας, το σύστημα δύσκολα θα εύρισκε άλλο χαρακτηρισμό από ηγεμονικό, καθώς, επαναλαμβάνω, οι δυνάμεις αυτές είναι αποκομμένες και δύσκολα θα συνεργασθούν μεταξύ τους.

Τέλος, οι Η.Π.Α θα συνεχίσουν να παίζουν το ρόλο που έχουν αναλάβει και να διαμορφώνουν το διεθνές σύστημα. Στην Ιστορία, καμία δύναμη δεν εγκατέλειψε την ηγεμονία της. Η μη άσκηση ή εγκατάλειψη της ηγεμονίας μπορεί να λειτουργήσει αποσταθεροποιητικά για το σύστημα και, κυρίως, μπορεί να έχει αρνητικές συνέπειες για τον ίδιο τον ηγεμόνα: «Από την ηγεμονία σας αυτή να παραιτηθείτε σήμερα δεν μπορείτε...• ... το να την αποκτήσει κανείς θεωρείται άδικο, αλλά το να την αφήσει επικίνδυνο» (Θουκυδίδης, Β.63). Τούτο συνεπάγεται ότι ο μόνος τρόπος απεγκλωβισμού μίας δύναμης από την ηγεμονία είναι, στο πλήρωμα του χρόνου, είτε η εξουθένωσή της είτε η ανατροπή της από μία άλλη, νέα ηγεμονική δύναμη. Έτσι το μόνο που μπορούμε να αναμένουμε είναι να δούμε τι είδους θα είναι η ηγεμονία υπό το νέο κυβερνήτη και μέχρι που θα φτάσει.

Κλείνοντας, θα ήθελα να σημειώσω ότι πράγματι στο εσωτερικό των ΗΠΑ συντελέστηκε μια αξιοθαύμαστη αλλαγή. Αλλαγές σημειώνονται και στο διεθνές σύστημα. Ωστόσο, ο κόσμος παραμένει ο κόσμος του Χομπς. Το γεγονός ότι ο επόμενος Πρόεδρος των ΗΠΑ είναι έγχρωμος, έχει μουσουλμανικό όνομα, συγγενείς στην Κένυα και συμμαθητές στην Ινδονησία δεν μπορεί να αλλάξει τη θέση των ΗΠΑ σ' αυτόν τον κόσμο. Ίσως μόνο την εικόνα της. Δεν συνεπάγεται μείωση του παρεμβατισμού, ούτε και εξάλειψη των πολέμων. Άλλωστε, διαχρονικά, οι «δίκαιοι» ηγέτες θεωρούσαν τον πόλεμο ως εργαλείο αποκατάστασης της τάξης, δηλαδή του κατά την άποψή τους δικαίου.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Περί Διαπραγματεύσεων και εξωτερικής πολιτικής

 

Θεσσαλονίκη, 20.10.2008
του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων

 

Η επιτυχία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής την περασμένη άνοιξη στο Βουκουρέστι ήταν ένας σημαντικός σταθμός σε μια μακρά πορεία. Διανύσαμε τον επώδυνο μισό δρόμο προς ένα συμβιβασμό και διατυπώσαμε ορθώς τα επιχειρήματα και τις αντιρρήσεις μας, μιλώντας με μια ενιαία γλώσσα στο εσωτερικό και το εξωτερικό. Έτσι πήραμε αυτό που θέλαμε.

Είχα τότε επισημάνει ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ μας, ότι η ισχύς της χώρας μας και η συμμετοχή της στους διεθνείς θεσμούς μας δίνουν συγκριτικό πλεονέκτημα. Η Ελλάδα δεν έχει να φοβάται τίποτα. Στην παρούσα συγκυρία συνιστά έναν ισχυρό διαπραγματευτή και έτσι θα πρέπει να συμπεριφέρεται. Το μόνο που χρειαζόμαστε είναι μία έξυπνη, δραστήρια εξωτερική πολιτική και καλά αντανακλαστικά.

Στον παρόντα γύρο διαπραγματεύσεων θα πρέπει να είμαστε ακόμη πιο προσεκτικοί, και για να μην ακυρώσουμε την μέχρι τώρα προσπάθεια και για να πετύχουμε το τελικό κλείσιμο του ζητήματος. Η κατάληξη των διαπραγματεύσεων δεν εξαρτάται, όμως, μόνο από εμάς και δεν είναι μια απλή διαδικασία στην οποία παίρνουμε αυτό που επιθυμούμε. Για αυτόν το λόγο θα ήθελα να αποσαφηνίσω εν συντομία τον όρο διαπραγμάτευση και να τον συνδέσω με τις τρέχουσες εξελίξεις.

Υπάρχουν διάφοροι ορισμοί της διαπραγμάτευσης. Ενδεικτικά, σύμφωνα με τον Iklè, διαπραγμάτευση είναι μια διαδικασία κατά την οποία σαφείς προτάσεις προωθούνται επίμονα με στόχο την επίτευξη συμφωνίας σε ένα θέμα ή στη διαμόρφωση ενός κοινού πλέον συμφέροντος, εκεί όπου υπάρχουν συγκρουόμενα συμφέροντα. Οι Fischer και Ury βλέπουν τη διαπραγμάτευση ως ένα μέσο για να πάρεις αυτό που θέλεις από τους άλλους με αμοιβαία επικοινωνία που επιδιώκει την επίτευξη συμφωνίας, όταν οι δυο πλευρές έχουν κάποια συμφέροντα άλλα κοινά, άλλα που αντιτίθενται. Διαπραγμάτευση, όμως, κατά τους Lax και Sebenious, είναι και μια διαδικασία δυνητικά αμοιβαία ωφέλιμης αλληλεπίδρασης κατά την οποία δύο ή περισσότερα μέρη με κάποια διαφορά επιδιώκουν βελτίωση της σχέσης τους με από κοινού αποφασισμένη δράση.

Σε κάθε περίπτωση, σκοπός της διαπραγμάτευσης είναι η επίλυση μιας διαφοράς και η βέλτιστη κατάληξη, ο αμοιβαία επωφελής συμβιβασμός μεταξύ των μερών.

Στην περίπτωσή μας, λοιπόν, οι διαπραγματεύσεις είναι ένα μέσο με στόχο την επίλυση της διαφοράς μέσω του αμοιβαίου συμβιβασμού, και την τελική συμφωνία. Είναι σαφές ότι η κάθε πλευρά επιδιώκει να πάρει αυτό που επιθυμεί και στο τέλος πρέπει να είναι και οι δύο πλευρές ικανοποιημένες. Προφανώς, υπάρχουν συγκρουόμενα συμφέροντα γύρω από την ονομασία του γειτονικού κράτους. Υπάρχουν, όμως, και κοινά συμφέροντα, όπως η σταθερότητα της περιοχής, η οικονομική, πολιτική και κοινωνική ανάπτυξη του γειτονικού κράτους και η ενσωμάτωσή του στους διεθνείς θεσμούς και οργανισμούς. Η επίτευξη συμβιβασμού στην πρώτη δέσμη συμφερόντων, ανοίγει το δρόμο για την εξασφάλιση των δεύτερων.

Η τελευταία πρόταση Νίμιτς έχει στοιχεία που ικανοποιούν την ελληνική πλευρά. Ωστόσο δεν θα πρέπει να βιαζόμαστε. Συμμετέχουμε σε μια μακροχρόνια διαδικασία την οποία θα πρέπει να προσεγγίσουμε με σοβαρότητα, ρεαλισμό και στρατηγική, γνωρίζοντας ότι στόχος μας είναι ένας καθορισμένος, σε μεγάλο βαθμό από εμάς, συμβιβασμός.

Σε αυτήν τη διαδικασία θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι η λήψη απόφασης στην απέναντι πλευρά θα επηρεαστεί από την εσωτερική αλλά και τη διεθνή συγκυρία. Η ασταθής εσωτερική κατάσταση της γειτονικής χώρας δημιουργεί συνθήκες αβεβαιότητας και αναξιοπιστίας. Προσωπικές φιλοδοξίες, εσωτερικά πολιτικά παιχνίδια και δυσπιστία δύνανται να επηρεάσουν τις εξελίξεις. Σ' όλα αυτά θα πρέπει να προσθέσουμε και τον παράγοντα τον Αμερικανικών εκλογών, που, σε κάθε περίπτωση, θα φέρουν νέα πρόσωπα στο Λευκό Οίκο. Για αυτό, οποιαδήποτε πρόβλεψη για την τελική έκβαση των διαπραγματεύσεων είναι προς το παρόν επισφαλής. Το τοπίο είναι ακόμη θολό. Ωστόσο, θα πρέπει να γίνει κατανοητό και μέσα από την εμπειρία των διαπραγματεύσεων για την ονομασία των Σκοπίων, ότι ο καλύτερος τρόπος για να διασφαλίσουμε τα εθνικά μας συμφέροντα και να αυξήσουμε την ισχύ μας είναι, πρώτον, η δραστήρια και έξυπνη εξωτερική πολιτική και, σημαντικότερο, το αρραγές εσωτερικό μέτωπο.

* Για περισσότερα, βλ. Ηλίας, Ι., Κουσκουβέλης (1997), Λήψη Αποφάσεων, Κρίση, Διαπραγμάτευση, Εκδόσεις Παπαζήση

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:02

Έξυπνη και Δυναμική Εξωτερική πολιτική

Έξυπνη και Δυναμική Εξωτερική πολιτική

Μακεδονία, 6.04.2008, σ. 12
του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων

 

Όταν η χώρα μας βρίσκεται μπροστά σε κρίσιμες εθνικές αποφάσεις ή όταν συζητούμε σημαντικά εθνικά ζητήματα ενδημεί μια ροπή προς την καταστροφολογία και τις συναισθηματικές αναλύσεις. Ακούσαμε αυτές τις μέρες σχόλια για τον μοναχικό δρόμο του βέτο και για το αδιέξοδο της κυβέρνησης, αλλά και καταγράψαμε τις επιφυλάξεις κομμάτων ως προς την μέχρι τέλους συνέπεια της γραμμής της εξωτερικής μας πολιτικής. Βεβαίως, δεν ήταν δυνατόν να λείψουν οι λεγόμενες «πατριωτικές» κορώνες και οι σχετικές υπερβολές.

Θεωρώ όμως ότι είναι χρέος, ημών των ειδικών, των πολιτικών, των δημοσιογράφων, που καλούμαστε να πληροφορήσουμε την κοινή γνώμη για την παρούσα κατάσταση με το γειτονικό κράτος των Σκοπίων, να παρουσιάζουμε ψύχραιμες, ρεαλιστικές, νηφάλιες, καλά πληροφορημένες και διορατικές αναλύσεις. Ας δούμε λοιπόν τα πράγματα ως έχουν.

Το βέτο είναι εργαλείο άσκησης πολιτικής, η χρήση του συνιστούσε μέρος της εθνικής μας στρατηγικής και είναι αναφαίρετο δικαίωμά μας. Σαφώς, είναι το τελευταίο καταφύγιο και καλό θα ήταν να είχε βρεθεί μία λύση, πριν φτάσουμε στη χρήση του εντός της Συμμαχίας. Ωστόσο, η προβολή βέτο δεν είναι καταστροφική. Το αντίθετο θα έλεγα. Το κέρδος σ' αυτήν την περίπτωση για τη χώρα μας είναι πολύ μεγαλύτερο του κόστους. Με την άσκηση βέτο δείχνουμε την ισχύ και την πυγμή μας, διαφυλάσσουμε το κύρος μας και ξεκαθαρίζουμε την κόκκινη γραμμή της ατζέντας: σύνθετη ονομασία και καθολική χρήση.

Οι Κασσάνδρες που προβλέπουν απομόνωση της Ελλάδας, κινδύνους για τα εθνικά μας συμφέροντα και αφόρητες πιέσεις οι οποίες τελικά θα μας ανάγκαζαν ή θα μας αναγκάσουν βραχυπρόθεσμα να υποκύψουμε, κατά τη γνώμη μου, θα διαψευσθούν. Πιέσεις σαφώς υπήρξαν και θα υπάρξουν. Δεν σημαίνει, όμως, ότι πρέπει να υποκύψουμε σε αυτές ή ότι δεν μπορούμε να τις αντιμετωπίσουμε.

Η Ελλάδα είναι ισχυρή. Υποστηρίζει τη σταθερότητα διεθνώς, επιδιώκει την μεγιστοποίηση της ασφάλειας όλων, στηρίζει τη γείτονα χώρα στην Ευρωπαϊκής της επιλογή. Έχει αποδείξει ότι η ευρωπαϊκή πορεία των γειτόνων της είναι προτεραιότητά της, καθώς θεωρεί ότι η ενσωμάτωση της περιοχής στους διεθνείς οργανισμούς και θεσμούς είναι μία ωφέλιμη και γι' αυτήν πολιτική.

Αυτό, όμως, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι θα αλλάξουμε την ιεράρχηση των συμφερόντων μας. Η προάσπιση των εθνικών μας συμφερόντων και δικαιωμάτων είναι πρώτη μας προτεραιότητα. Είμαστε, όμως, μία χώρα που σέβεται τους διεθνείς κανόνες, εφαρμόζουμε τις αρχές της καλής γειτονίας και της καλής θέλησης και το ίδιο απαιτούμε και από τους γείτονές μας.

Το βέτο στη Σύνοδο του Βουκουρεστίου μπορεί, από τη μια πλευρά, να εμφανίζεται από κάποιους ως δυσχέρεια ή πηγή μελλοντικών δεινών για την Ελλάδα, από την άλλη, όμως, αποτελεί ένα μέσο πίεσης κατά τις διαπραγματεύσεις μας με τους γείτονες, κατά τις συνομιλίες μας με τους συμμάχους ή, αύριο, με τους εταίρους μας, όταν θα έρθει το θέμα της έναρξης ή μη συζητήσεων για την ένταξη των Σκοπίων στην ΕΕ.

Με την προβολή του βέτο όχι μόνο προσπεράσαμε τη Σύνοδο Κορυφής του Βουκουρεστίου, αλλά και προετοιμάζουμε από πλεονεκτικότερη θέση τον επόμενο γύρο. Κυρίως, όμως, δείχνουμε ότι η Ελλάδα είναι μια σοβαρή και ισχυρή χώρα που μπορεί να σχεδιάζει την πολιτική της και να διασφαλίζει με συνέπεια τα εθνικά της συμφέροντα. Ξέρει να προετοιμάζεται πριν τις διαπραγματεύσεις, διαθέτει συγκριτικά πλεονεκτήματα και γνωρίζει πως να τα αξιοποιεί με ωριμότητα. Επιτέλους, δηλαδή, παρουσιάζει στην εξωτερική της συμπεριφορά πολλά στοιχεία που όλα μαζί συνιστούν αυτό που ονομάζω μία έξυπνη και δυναμική εξωτερική πολιτική.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Τετάρτη, 08 Σεπτέμβριος 2010 08:13

Ο Ευρωπαϊκός Δρόμος

Ο ευρωπαϊκός δρόμος

 

Η Καθημερινή, 10.05.2008
του Ηλία Κουσκουβελη

 

Οι τρεις σχεδόν δεκαετίες συμμετοχής της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, δεν μπορούν παρά να αποτιμηθούν θετικά. Η Κοινότητα και έπειτα η Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε. Ε.) αποτέλεσαν φορείς προόδου, ανάπτυξης και εκσυγχρονισμού. Από «μαύρο πρόβατο» στη δεκαετία του 1980, η Ελλάδα σταδιακά εξελίχτηκε σε έναν υπολογίσιμο, μεσαίου μεγέθους παίκτη του ευρωπαϊκού γίγνεσθαι. Οι διεθνείς εξελίξεις, οι αλλαγές στη Ν. Α. Ευρώπη και στην ίδια την Ένωση (ΟΝΕ, διεύρυνση), φέρνουν πλέον την Ελλάδα συχνότερα στο επίκεντρο των εξελίξεων.

Η οικονομία, η εξωτερική πολιτική, η εκπαίδευση, οι τομείς της ανάπτυξης, της χωροταξίας, του περιβάλλοντος, μπαίνουν όλο και περισσότερο κάτω από την ευρωπαϊκή ομπρέλα. Οι πολιτικές αποφάσεις λαμβάνονται στην Αθήνα, αλλά κρίνονται και εξαρτώνται και από τις Βρυξέλλες. Η Συνθήκη της Λισσαβόνας εισάγει την ολοκλήρωση σε νέα φάση και θέτει τη σχέση των κρατών μελών με την Ένωση σε νέα βάση. Παράλληλα, η Ελλάδα υιοθετεί μία δραστήρια, πολυδιάστατη και έξυπνη εξωτερική πολιτική. Στα πλαίσια αυτής της πολιτικής χρειάζεται να επαναπροσδιορίσουμε τη θέση μας και την πολιτική μας απέναντι στην Ένωση και κυρίως μέσα σε αυτήν.

Σκοπός των λογικών συμμετεχόντων είναι να μεγιστοποιήσουν την ωφέλειά τους και να ελαχιστοποιήσουν τα κόστη. Για τη χώρα μας, ως μικρό κράτος στο διεθνές σύστημα, αλλά μεσαίου μεγέθους κράτος-μέλος, η Ενωση αποτελεί ένα όχημα που της επιτρέπει να προβαίνει σε ενέργειες και να προωθεί πολιτικές στο εσωτερικό ή στο εξωτερικό, τις οποίες δεν θα μπορούσε να καταφέρει από μόνη της. Η συμμετοχή μας στην Ένωση είναι ένα μέσο που βοηθά να υπερβαίνουμε τις δυνάμεις μας. Προϋποθέτει όμως και μία διαδικασία εξευρωπαϊσμού.

Ο εξευρωπαϊσμός, ως ευκαιρία, είναι η διαδικασία κατά την οποία η χώρα μας ωφελείται από τη συμμετοχή της στην Ενωση, προκειμένου να εκσυγχρονίσει πολιτικές και θεσμούς, να αξιοποιήσει την Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση στους τομείς της οικονομίας, της ανάπτυξης, της κοινωνικής συνοχής, της ασφάλειας, της εξωτερικής πολιτικής. Ακριβώς αυτή ήταν και η λογική του αρχιτέκτονα της ένταξής μας, Κωνσταντίνου Καραμανλή.

Η προηγούμενη δεκαετία ήταν μια περίοδος που σημαδεύτηκε από την προσπάθεια του Κώστα Σημίτη για εκσυγχρονισμό, που ήταν στην ουσία ταυτόσημος με τον εξευρωπαϊσμό. Ωστόσο, μικροπολιτικά συμφέροντα, ιδεολογικές αγκυλώσεις, κοινωνικά και οικονομικά κατεστημένα, συγκυριακές ατολμίες, αλλά και οι μόνιμες ασθένειες της διαφθοράς και της διαπλοκής εμπόδισαν την πραγματική σύγκλιση με την Ενωση.

Οι καθυστερήσεις μετέτρεψαν τις ευκαιρίες σε απειλές για την ομαλή μετάβαση στις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις. Η αδράνεια οδήγησε στη συσσώρευση σημαντικών εκκρεμοτήτων που θα έπρεπε να έχουν επιλυθεί χρόνια πριν. Οι ευθύνες για το ασφαλιστικό, την Ολυμπιακή, τις μεταρρυθμίσεις στην εκπαίδευση, τα περιβαλλοντολογικά εγκλήματα, μεταφέρονται ή φορτώνονται στις πλάτες της Ε.Ε. Οι κυβερνήσεις προκειμένου να αποφύγουν το πολιτικό κόστος συχνά ρίχνουν το βάρος στην Ε.Ε., περιπλέκοντας ακόμη περισσότερο τα ήδη δυσεπίλυτα ζητήματα, τόσο για τις ίδιες και την Ενωση, όσο και για την κοινωνία. Αυτό, όμως, δεν είναι λύση, ούτε αξιοποίηση της συμμετοχής μας στην Ε. Ε.

Είναι καιρός να πάρουμε κάποια πράγματα στα σοβαρά. Οι εποχές που ο «ξύπνιος» Ελληνας -λίγο Ευρωπαίος, λίγο Ανατολίτης- «κατάφερνε» τον «αφελή» Δυτικοευρωπαίο πέρασαν και μας κόστισαν ακριβά. Ο καιρός της πολιτικής των υποσημειώσεων δεν αποδείχτηκε καρποφόρος. Αποδείχτηκε, όμως, ότι η Ενωση δεν είναι ούτε ιμπεριαλιστικός μπαμπούλας, ούτε και η πανάκεια για όλα μας τα προβλήματα. Είναι ένας υπερκρατικός θεσμός, που πρέπει να αξιοποιήσουμε, λαμβάνοντας υπόψη τα δικαιώματα, τις ευκαιρίες, αλλά και τις υποχρεώσεις μας.

Χρειαζόμαστε τη χάραξη σοβαρής και μακρόπνοης πολιτικής εξευρωπαϊσμού, ως μίας αμφίδρομης δυναμικής διαδικασίας που θα παρακολουθεί τις εξελίξεις στην Ενωση, αλλά και θα τις επηρεάζει σύμφωνα με τα συμφέροντά μας. Μία τέτοια πολιτική θα στηρίζεται στον ορθολογισμό και θα περιλαμβάνει όσο το δυνατόν περισσότερους τομείς της δημόσιας πολιτικής και της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Δεν σημαίνει ότι θα παραδώσουμε την κυριαρχία μας απλά, προκειμένου να ενδυναμώσουμε το δικό μας κράτος, να βελτιώσουμε τις υποδομές του, να ενισχύσουμε την κοινωνία μας, θα συνεργαστούμε στενά με την Ενωση. Θα χρησιμοποιήσουμε το πλαίσιό της ως μοχλό πίεσης, αλλά και ως στοχοθέτη επιτευγμάτων. Ο εξευρωπαϊσμός μπορεί να αποτελέσει το κοινό όραμα του πολιτικού προσωπικού και της κοινωνίας - τουλάχιστον των πραγματικά προοδευτικών που θέλουν τα πράγματα να αλλάζουν προς τα εμπρός.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Σελίδα 3 από 4
You are here Άρθρα Γνώμης Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική Προβολή άρθρων ανα tag: international relations