Thursday, Apr 09th

Last update12:36:22 PM GMT

Προβολή άρθρων ανα tag: international relations

Προς μια νέα Εξωτερική Πολιτική της Κυπριακής Δημοκρατίας


Τέσσερα χρόνια μετά την απόρριψη του σχεδίου Ανάν , η Κύπρος έχει ήδη μπει σε μια νέα εποχή προκλήσεων και ευκαιριών. Διαθέτει ένα νέο Πρόεδρο, ικανό ηγέτη, αξιόπιστο και δυναμικό, που μπορεί να ελίσσεται, να προσαρμόζεται, που ξέρει να διαπραγματεύεται, να επιμένει και να προετοιμάζει το μέλλον. Μετρά τέσσερα σχεδόν χρόνια συμμετοχής στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Συμμετέχει πλέον στη ζώνη του Ευρώ. Όλα τα παραπάνω μαζί με την επιμονή και υπομονή των Κυπρίων για λύση του ζητήματος της εισβολής και κατοχής και η επιθυμία τους να δουν τη Μεγαλόνησο να προκόβει ανοίγουν ένα νέο κύκλο στην παρουσία της Κύπρου στο διεθνές σύστημα.

Η Μεγαλόνησος βγαίνει από το περιθώριο και έρχεται στο προσκήνιο, όχι μόνο γιατί είναι πλέον μέλος της ΕΕ και της Ευρωζώνης, αλλά και γιατί κατέχει μια περίοπτη γεωπολιτικά θέση στη Μεσόγειο σε απόσταση αναπνοής από τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική. Σ' αυτό το πλαίσιο, η εξωτερική της πολιτική θα πρέπει να χαρακτηρίζεται από προσαρμοστικότητα και ευελιξία.. Οι σχέσεις της Κύπρου με τους εταίρους μας στην ΕΕ και η διαπραγματευτική της στάση είναι σημεία κλειδιά για το μέλλον του νησιού.

Η άσκηση εξωτερικής πολιτικής κινείται ανάμεσα στην επιδίωξη του επιθυμητού και του εφικτού. Το εφικτό καθορίζεται τόσο από τη δική μας ισχύ, τις δικές μας διαπραγματευτικές ικανότητες και τις αντίστοιχες των άλλων, όσο και τη διεθνή συγκυρία. Θα πρέπει, λοιπόν, να αξιολογήσουμε τη θέση μας, να αναπτύξουμε τη συνεργασία ανάμεσα στις δύο χώρες και να παίξουμε τα ισχυρά μας χαρτιά, δίνοντας προσοχή σε όλους τους συντελεστές ισχύος. Η Ελλάδα είναι ασφαλής. Η Κύπρος είναι σχετικά ασφαλής. Η Ελλάδα διαθέτει το πλεονέκτημα να είναι μέλος του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε. και διαθέτει το δικαίωμα του βέτο. Η Κύπρος είναι μέλος της ΕΕ και διαθέτει το δικαίωμα του βέτο, επίσης. Ελλάδα και Κύπρος διαθέτουν καλές σχέσεις με τη Δύση και την Ανατολή. Η Ελλάδα αρχίζει να παίζει δυναμικό ρόλο στον ενεργειακό χάρτη της ευρύτερης περιοχής. Η Κύπρος παίζει πάντα ρόλο διπλωματικό, πολιτιστικό και οικονομικό στο χώρο της Μέσης Ανατολής. Μπορεί να αποτελούν μικρά κράτη αλλά διαθέτουν πολλά πλεονεκτήματα και έχουν δυνατότητες να αποκτήσουν ακόμη περισσότερα.

Αρκεί να αντιληφθούμε ότι ένα μικρό κράτος, όπως η Ελλάδα, και ένα πολύ μικρό κράτος, σαν την Κύπρο, πρέπει να έχουν στρατηγική για το μέλλον. Μια στρατηγική μακροπρόθεσμών στόχων, αλλά και ευέλικτη ώστε να ελίσσεται και να διεκδικεί τις ευκαιρίες του παρόντος.

Η Κύπρος είναι απαραίτητο να επιμείνει στον εξευρωπαϊσμό της εξωτερικής της πολιτικής, χωρίς να ξεχνά ότι πρόκειται για μια αμφίδρομη διαδικασία. Επιτυγχάνεται τόσο μέσα από την ενσωμάτωση των πρακτικών και των προτεραιοτήτων της Ένωσης, όσο και μέσα από προώθηση των κυπριακών προτεραιοτήτων στην Ευρωπαϊκή ατζέντα. Επίσης, σημαντικό ρόλο παίζει η εξοικείωση των εθνικών αξιωματούχων με τους Ευρωπαϊκούς θεσμούς και η κοινωνικοποίηση τους μέσα στην Ένωση. Λόγω της γεωγραφικής της θέσης, της πολιτικής και οικονομικής της κατάστασης, η Κύπρος μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο στις σχέσεις της Ένωσης με τους γείτονες της στη Μεσόγειο. Αξιοποιώντας έτσι την ευκαιρία προς όφελος της Ένωσης, αλλά και του νησιού και της ευρύτερης περιοχής.

Η Κύπρος σήμερα μπορεί να διεκδικεί ένα μέλλον με ασφάλεια, στο οποίο θα επέλθει η ανατροπή των συνεπειών της εισβολής και κατοχής, μία λύση, πιθανώς οδυνηρή, αλλά υποφερτή και αξιοπρεπής, που θα είναι δίκαιη για τις επόμενες γενιές και δεν θα καταργεί την Κυπριακή Δημοκρατία. Ένα μέλλον με λύση που θα είναι πραγματικά βιώσιμη και λειτουργική, αφού δεν θα οδηγεί τους πολίτες της Δημοκρατίας σε συγκρούσεις και σε ένα νέο γύρο εφαρμογής του βρετανικού «διαίρει και βασίλευε», πριν στεγνώσουν οι υπογραφές. Η συμμετοχή της στην ΕΕ, η πολιτική και οικονομική αξιοποίηση της γεωγραφικής της θέσης, η εξωστρέφεια και ενεργός συμμετοχή στα διεθνή δρώμενα της δίνουν αυτή την ευκαιρία και πρέπει, χωρίς να ξεχνά, να την εκμεταλλευτεί.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Τετάρτη, 08 Σεπτέμβριος 2010 07:59

H Ελληνική διπλωματία μετά το βέτο

H Ελληνική διπλωματία μετά το βέτο,

 

http://www.makthes.gr/news/opinions/15363/

 

Όσα συνέβησαν στο Βουκουρέστι αποτελούν, κατά την άποψή μου, επιτυχία για την ελληνική διπλωματία. Δείξαμε την ισχύ και τη συνέπειά μας και ξεκαθαρίσαμε την κόκκινη γραμμή της ατζέντας: μη λύση σημαίνει μη πρόσκληση, ενώ λύση σημαίνει αποδεκτή σε εμάς σύνθετη ονομασία και, βεβαίως, καθολική χρήση της.

 Τώρα χρειαζόμαστε μία δραστήρια και έξυπνη πολιτική, για να στηρίξουμε τη στρατηγική μας. Η πολιτική αυτή συνίσταται στην ορθή αποτίμηση των αποτελεσμάτων της μέχρι σήμερα στάσης μας, τη συνεχή εγρήγορση για τη διαπραγμάτευση σύμφωνα με τους στόχους μας, και την τοποθέτηση των Βαλκανίων στο επίκεντρο της εξωτερικής μας πολιτικής.

 Υπό αυτό το πρίσμα, το βέτο στη σύνοδο του Βουκουρεστίου συνιστά πλέον και ένα μέσο πίεσης στις διαπραγματεύσεις μας με τους γείτονες, αλλά και στις συνομιλίες μας με τους συμμάχους ή, σύντομα, με τους εταίρους μας στην Ε.Ε. Με την επιμονή μας, έστω στη συμβιβαστική λύση της σύνθετης ονομασίας, δείξαμε προς όλες τις πλευρές ότι και την επίλυση του ζητήματος επιθυμούμε και καλή θέληση έχουμε, και τη σημασία τής ένταξης του συνόλου της περιοχής μας στην ευρωατλαντική αρχιτεκτονική αντιλαμβανόμαστε. Μια τέτοια στρατηγική ήταν δύσκολο να αποτύχει.

 Η διαδικασία των διαπραγματεύσεων που ακολουθεί είναι ουσιαστική και μπορεί να αποδειχτεί μακρά και επίπονη. Δεν προσφέρεται για πολιτική εκμετάλλευση και εσωτερική κατανάλωση. Ούτε θα πρέπει απλώς να συνδέεται με εξωτερικούς παράγοντες. Θα πρέπει να την προσεγγίσουμε με σοβαρότητα και ρεαλισμό. Από την πλευρά μας, διανύσαμε το μισό δρόμο προς το συμβιβασμό. Έχουμε αρχίσει να προβάλλουμε ορθώς τα επιχειρήματα και τις αντιρρήσεις μας, μιλώντας με μια ενιαία γλώσσα στο εσωτερικό και το εξωτερικό. Η σύμπνοια του πολιτικού προσωπικού και η σοβαρότητά του είναι ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματά μας στη διαπραγμάτευση. Θα πρέπει συνεχώς να αποτιμούμε τις συγκυρίες, να αποφύγουμε παγίδες και αποσταθεροποιητικούς για τις διαπραγματεύσεις παράγοντες, να οικοδομήσουμε και πάλι σχέσεις εμπιστοσύνης με όσο περισσότερους συμμάχους και να απαιτήσουμε αμοιβαιότητα από τους γείτονές μας.

 Η Ελλάδα έχει αναδειχθεί ως μία ήπια δύναμη στα Βαλκάνια. Υποστηρίζει τη σταθερότητα. Στηρίζει τα γειτονικά κράτη μέσα από κυβερνητικές πρωτοβουλίες, δραστηριότητές της κοινωνίας πολιτών, αλλά και μέσω των επενδύσεων του ιδιωτικού τομέα. Έχει αποδείξει ότι η ευρωπαϊκή πορεία των γειτόνων της και η ενσωμάτωση της περιοχής στους διεθνείς οργανισμούς και θεσμούς είναι προτεραιότητα και είναι προς όφελος όλων. Η ενίσχυση των διμερών σχέσεων και η συνεργασία για την εξασφάλιση της σταθερότητας, της οικονομικής ανάπτυξης και του πολιτικού εκσυγχρονισμού στα Βαλκάνια αποτελεί τον υπϋ αριθμόν ένα στόχο.

 Ό,τι συνέβη στο Βουκουρέστι, εγγράφει μια νέα σελίδα στην ελληνική εξωτερική πολιτική, στο ζήτημα της ονομασίας των Σκοπίων, στις σχέσεις μας με τους συμμάχους. Από εδώ και πέρα χρειάζεται σημαντική ενέργεια, ευρηματικότητα, επιμονή και ψυχραιμία, για να ακολουθήσουμε την έξυπνη και δυναμική πολιτική που χαράξαμε.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Τετάρτη, 08 Σεπτέμβριος 2010 07:55

Δικαιοσύνη & Πολιτική

Δικαιοσύνη και Πολιτική

 

Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 29.06.2008, σ. 40.
του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων

 

Οι πιέσεις της διεθνοποιημένης οικονομίας και η αδυναμία των θεσμών διακυβέρνησης να ανταποκριθούν στην ταχύτητα και την πολυπλοκότητα των παγκόσμιων εξελίξεων, έχουν επιβάλει μια διαχειριστική λογική στην πολιτική, ενώ ευθύνονται και για τη δημιουργία κοινωνικών ανισοτήτων. Ωστόσο, στόχος της πολιτικής είναι να αντιμετωπίζει αυτές ακριβώς τις ανισότητες. Σκοπός της πολιτικής -της τέχνης του εφικτού- είναι το ευ ζην του συνόλου της κοινωνίας και βάση της ο ρεαλισμός. Πώς μπορεί, όμως, η πολιτική να επιτύχει αυτό το στόχο; Με ποια μέσα θα εξασφαλίσουμε την ισορροπία ανάμεσα στο άτομο και την κοινωνία, στο κράτος και την αγορά; Η απάντηση βρίσκεται στην επιστροφή της πολιτικής σε βασικές αρχές, όπως αυτή της δικαιοσύνης.

*Η δικαιοσύνη, αν και έχει λησμονηθεί ως πολιτικό μέγεθος, θα πρέπει να αποτελεί πυξίδα στην άσκηση διακυβέρνησης. Καμία μορφή διακυβέρνησης δεν μπορεί να ονομάζεται χρηστή, όσο αποτελεσματική και αν είναι, αν δεν έχει ως κεντρικό σημείο αναφοράς τη δικαιοσύνη. Ο λόγος είναι απλός: είναι ο αναδιανεμητικός χαρακτήρας της δικαιοσύνης, είναι η δυνατότητά της να εξισορροπεί τις εξουσίες, είναι η έμφαση στην υποστήριξη των αδυνάτων που καθιστά τη διακυβέρνηση χρηστή. Κανένα μέτρο δεν μπορεί να είναι βιώσιμο εάν δεν είναι δίκαιο. Διαφορετικά θα υποδαυλίσει κοινωνικές ανισότητες, θα δημιουργήσει συγκρούσεις, θα είναι εν τέλει αναποτελεσματικό.

*Τι σημαίνει, όμως, δικαιοσύνη στην πολιτική, στα πλαίσια ενός φιλελεύθερου πολιτικού συστήματος; Η δίκαιη πολιτική σε καμιά περίπτωση δεν είναι συνώνυμη του κρατικού παρεμβατισμού. Αναφέρεται περισσότερο σε μια δίκαιη επαναδιαπραγμάτευση των όρων του κοινωνικού συμβολαίου. Η κρατική παρέμβαση αρχίζει και τελειώνει τη στιγμή της διαπραγμάτευσης αυτών των όρων και εφαρμόζεται μόνο κατά την οικοδόμηση των δίκαιων θεσμών.

Συνεπώς, η δίκαιη πολιτική είναι αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης ανάμεσα στο κράτος και την κοινωνία. Είναι το αποτέλεσμα τολμηρής πολιτικής βούλησης και συνετών αποφάσεων, από τη μια, και ώριμης κοινωνίας των πολιτών, από την άλλη.

*Ετσι, καθώς η χώρα μας έχει μπει σε τροχιά μεταρρυθμίσεων προκειμένου να ανταποκριθεί στις ανταγωνιστικές συνθήκες της παγκοσμιοποίησης και να διορθώσει χρόνιες ανισότητες, θα πρέπει να καταστήσουμε τη δικαιοσύνη κεντρική ιδέα του πολιτικού πολιτισμού. Αναφέρομαι σε μια φιλοσοφία που, με βάση τις αρχές του πολιτικού φιλελευθερισμού, επιβάλλει στο κράτος να διαπραγματεύεται με τους φορείς της κοινωνίας των πολιτών την εκάστοτε πολιτική ως εκπρόσωπος των υπόλοιπων φορέων της κοινωνίας, επί ίσοις όροις, και κάθε φορά σαν να ήταν η πρώτη φορά που δημιουργούνταν η συγκεκριμένη πολιτική.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Ελλάδα
Τετάρτη, 08 Σεπτέμβριος 2010 07:48

Η Άλλη Όψη: Υπάρχει και άλλη Ενωση

Η Αλλη Οψη: Υπάρχει και άλλη Ενωση

Του Ηλια Κουσκουβελη
Οικονομική Καθημερινή, 10.02.2008, σ. 6.

Από την αρχή του 2007, η Ελλάδα δεν είναι η μόνη βαλκανική χώρα της Ευρωπαϊκής Ενωσης (Ε.Ε.). Πλαισιώνεται από τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία. Μαζί συνιστούν μια σημαντική και χωρίς προηγούμενο Ενωσιακή παρουσία στην περιοχή, η δυναμική της οποίας άρχισε να καταγράφεται μετά την πρόσφατη πρωτοβουλία της Ελληνίδας υπουργού των Εξωτερικών για τη συνάντηση με τους ομολόγους της των δύο χωρών στην Αθήνα.

Μετά, λοιπόν, ένα χρόνο, η ένταξη των δύο βαλκανικών κρατών στην Ε.Ε. χρήζει αποτίμησης, τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο. Αυτή η πολύ σημαντική εξέλιξη πρέπει να αξιοποιηθεί τόσο για τη μεγιστοποίηση της σταθερότητας και της ανάπτυξης στην ευρύτερη περιοχή, όσο και για την προώθηση των συμφερόντων μας, σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η τελευταία διεύρυνση επεκτείνει τα σύνορα της Ε.Ε., δημιουργώντας τις συνθήκες για μια ακόμη πιο διευρυμένη ζώνη ειρήνης και ευημερίας. Συγχρόνως, όμως, επιδεινώνει τα θεσμικά αδιέξοδα της Ενωσης και επιβαρύνει τον προϋπολογισμό της, πλήττοντας κυρίως τα μικρότερα κράτη. Οι πόροι για την Ελλάδα θα είναι σαφώς λιγότεροι, ενώ και η επιρροή μας σε μια Ευρωπαική Ενωση των 27 θα είναι επίσης μικρότερη.

Ενα χρόνο μετά, θα πρέπει όλοι να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν είμαστε πλέον το μόνο κράτος-μέλος της Ε.Ε. στα Βαλκάνια. Δεν είμαστε μόνοι μας στη γειτονιά μας. Τούτο συνεπάγεται κάποιον ανταγωνισμό, αλλά, κυρίως, ευκαιρίες. Κατ' αρχάς θα πρέπει να υπάρξει στροφή στη σκέψη μας: να καταλάβουμε ότι μπορούμε να μιλάμε όχι απλώς για Νοτιοανατολική Ευρώπη, αλλά για Νοτιοανατολική Ευρωπαϊκή Ενωση! Εν συνεχεία, θα πρέπει να καλύψουμε το χαμένο έδαφος εκμεταλλευόμενοι τις ευκαιρίες που προσφέρονται.

Η ένταξη των δύο κρατών στην Ε.Ε. θα πρέπει συνολικά να αποτιμηθεί θετικά. Η χώρα μας, όπως έχει επανειλημμένως ειπωθεί, αποκτά χερσαία σύνορα με την Ε.Ε. και τούτο προσφέρει ένα αίσθημα ασφάλειας για τον τομέα των μεταφορών. Αίσθημα ασφάλειας δημιουργείται και για τις ελληνικές επενδύσεις στις δύο χώρες - οι οποίες, ως γνωστόν, είναι μεγάλες...

Επίσης, η ελευθερία εγκατάστασης φυσικών και νομικών προσώπων καθώς και η ελεύθερη διακίνηση ανθρώπων δημιουργούν νέες συνθήκες στη βαλκανική αγορά.

Τέλος, η ένταξη της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας θα συμβάλλει σημαντικά στην ενίσχυση και την αποτελεσματικότερη συνεργασία σε σημαντικά θέματα «χαμηλής» πολιτικής, όπως η καταπολέμηση του εγκλήματος, η μετανάστευση, το περιβάλλον, η ενέργεια, οι μεταφορές, κ.ά., που είναι άμεσα συνδεδεμένα με την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη. Συνεπώς, η συνεργασία μας με τις άλλες δύο Ευρωπαίες των Βαλκανίων θα πρέπει να αποτελέσει άμεση προτεραιότητα.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Το μέλλον της Θεσσαλονίκης Πρωτεύουσα των Βαλκανίων ή βαλκανική πόλη ;

 του Ηλία Κουσκουβέλη Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων, Πρύτανη Πανεπιστημίου Μακεδονίας

Το παρόν και το μέλλον μίας πόλης συναρτάται με την ισχύ του κράτους στο οποίο βρίσκεται, το δυναμισμό του πληθυσμού της και το διεθνές σύστημα το οποίο επαναπροσδιορίζει τη γεωγραφία με βάση την κατανομή της ισχύος σε αυτό. Έτσι στο διπολικό διεθνές σύστημα, την εποχή που η Ελλάδα συνόρευε με το Ανατολικό μπλοκ, δεν ετίθετο καν θέμα ρόλου της Θεσσαλονίκης στα Βαλκάνια.

Μετά το 1989 τα πράγματα, ως γνωστό, άλλαξαν. Όμως έχουν περάσει 17 περίπου χρόνια από τη μεγάλη αλλαγή και οι κρατικές και πολιτικο-οικονομικές ανακατατάξεις στα Βαλκάνια, ορισμένες φορές επώδυνες, έχουν σχεδόν ολοκληρωθεί. Όλα αυτά τα χρόνια μέχρι σήμερα επαναλαμβάνεται από τους Θεσσαλονικείς αλλά και από τις πολιτικές ηγεσίες της χώρας η φράση φιλοδοξίας ή και αυταρέσκειας «η Θεσσαλονίκη πρωτεύουσα των Βαλκανίων».

Είναι όμως η Θεσσαλονίκη «πρωτεύουσα» των Βαλκανίων; Μπορεί να γίνει; Αν ναι, τι είδους; Πολιτική, οικονομική, πολιτιστική; Οφείλουμε να προσδιορίσουμε το περιεχόμενο του όρου «πρωτεύουσα», να εξετάσουμε σε ποιο βαθμό ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και, εφόσον καθορισθεί ο επιθυμητός στόχος, να εξετάσουμε τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να επιτευχθεί.

Η Θεσσαλονίκη, υπό τις σημερινές συνθήκες, δεν μπορεί να είναι πολιτική «πρωτεύουσα» των Βαλκανίων. Πολιτική «πρωτεύουσα» θα μπορούσε να είναι η Αθήνα ως τόπος δραστηριοποίησης της κυβέρνησης του μοναδικού κράτους μέλους της ΕΕ στην περιοχή και υπό τον όρο ότι η Ελλάδα έχει κατορθώσει να γίνει σε κρίσιμο βαθμό ο διαχειριστής της ευρωπαϊκής πορείας των γειτονικών κρατών -πράγμα δύσκολο και για το μέγεθος της χώρας και για την πραγματικότητα της ΕΕ. Σε κάθε περίπτωση η ευκαιρία για το ρόλο αυτό χάνεται σε μεγάλο βαθμό αφού Βουλγαρία και Ρουμανία εντάσσονται στην ΕΕ.

Αναμφίβολα, θετικές προσπάθειες για να ενισχυθεί ο πολιτικός ρόλος της Θεσσαλονίκης έχουν γίνει. Η πόλη έχει υποδεχθεί τη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ, τη Διαβαλκανική ή συναντήσεις Υπουργών. Φιλοξενεί διεθνείς, σχετικούς με τα Βαλκάνια φορείς (Σύμφωνο Σταθερότητας, Τράπεζα Μαύρης Θάλασσας) και ο Δήμος Θεσσαλονίκης έχει δημιουργήσει το δίκτυο πόλεων της Βαλκανικής. Εντούτοις, η προσπάθεια αναβάθμισης του πολιτικού της ρόλου έχει φθάσει στα όριά της. Σήμερα, η όποια περαιτέρω ενίσχυση εξαρτάται μόνο από τη μετεγκατάσταση κυβερνητικών υπηρεσιών στη Θεσσαλονίκη ή τη θεαματική ενίσχυση των αρμοδιοτήτων τού Υπουργείου Μακεδονίας - Θράκης και τη δύσκολη μετατροπή του σε Υπουργείο Νοτιοανατολικής Ευρώπης.

Όμως, η Θεσσαλονίκη έχει τις δυνατότητες να διεκδικήσει τα πρωτεία στον οικονομικό, πολιτισμικό, αθλητικό και επιστημονικό τομέα. Ας μην ξεχνάμε ότι η πόλη διαθέτει ακόμη και σήμερα ΑΕΠ τουλάχιστον ίσο με εκείνο γειτονικής χώρας, ότι διοργανώνει σειρά διεθνών εμπορικών (εκθέσεις) και πολιτισμικών (φεστιβάλ) εκδηλώσεων και ότι διαθέτει τις υποδομές για μεγάλα αθλητικά γεγονότα. Τέλος, ότι με τα δύο Πανεπιστήμιά της και τα δίκτυά τους μπορεί να συμβάλει περισσότερο στην ανάπτυξη της περιοχής.

Πώς όμως θα διεκδικήσει τα πρωτεία τη στιγμή που τα πράγματα θα αλλάξουν και πάλι, καθώς Βουλγαρία και Ρουμανία σύντομα θα είναι κράτη μέλη της ΕΕ;

Η απάντηση είναι απλή. Με ένα στρατηγικό σχέδιο που θα θέσει τους στόχους, τις αρμοδιότητες (ποιος κάνει τι;) και τις ευθύνες, θα καθορίσει χρονοδιαγράμματα και στο οποίο θα συμφωνήσουν κυβέρνηση, τοπική αυτοδιοίκηση και φορείς της πόλης.

Το κράτος ευθύνεται για το γενικό πλαίσιο ανάπτυξης και ειδικότερα τις διεθνείς σχέσεις. Αυτές πρέπει να είναι σχέσεις συνεργασίας που ενισχύουν τη σταθερότητα και τη δημοκρατία, χωρίς βεβαίως, χάριν της ανάπτυξης της όποιας πόλης, να τίθενται σε δεύτερη μοίρα τα γενικότερα συμφέροντα της χώρας. Στο κράτος ανήκουν πρωτοβουλίες σε επίπεδο Ε.Ε. που σχετίζονται με την προώθηση κοινών συμφερόντων, την ενίσχυση της αναπτυξιακής βοήθειας στην περιοχή, τις υποδομές (π.χ., διευρωπαϊκά δίκτυα), κλπ.

Από το κράτος εξαρτώνται οι υποδομές. Αναμφίβολα, τα μεγάλα αναπτυξιακά έργα, όπως η Εγνατία Οδός ή οι ενεργειακοί άξονες, αναβαθμίζουν ολόκληρη τη βόρεια Ελλάδα και τη Θεσσαλονίκη. Εκκρεμούν πάντως οι λεγόμενοι «κάθετοι» άξονες που θα συμβάλλουν ακόμη περισσότερο στην αναπτυξιακή διαδικασία και θα συμβάλλουν στην εκμετάλλευση του σημαντικότερου ιστορικά πλεονεκτήματος της πόλης, που είναι το λιμάνι της, καθώς βρίσκεται σε πλεονεκτικότερη θέση από οποιοδήποτε άλλο στην περιοχή.

Στην ευθύνη του κράτους ανήκουν και οι πρωτοβουλίες που μόνο αυτό μπορεί να φέρει σε πέρας. Έτσι θετικά μεν κρίνονται οι πρωτοβουλίες για καλύτερη σιδηροδρομική σύνδεση της Θεσσαλονίκης με τα Σκόπια, τη Σόφια ή την Κωνσταντινούπολη. Όμως, παραμένει μεγάλο ζήτημα ο αερολιμένας της Θεσσαλονίκης και η αεροπορική σύνδεση της πόλης με τις γειτονικές πρωτεύουσες και κυρίως με τις Ευρωπαϊκές. Χαρακτηριστικά αναφέρω ότι η Κύπρος είναι πολύ κοντύτερα στη Θεσσαλονίκη λόγω της πολλαπλής και καθημερινής αεροπορικής σύνδεσης με τη Λάρνακα που απέχει μόνο δύο ώρες, ενώ για τα Σκόπια χρειάζονται τρεις, για τη Σόφια έξι, για την Κωνσταντινούπολη οκτώ. Ας μη συζητάμε για τις ανύπαρκτες απευθείας συνδέσεις με τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες... Και αν θέλουμε να δούμε την πραγματική διάσταση της κατάστασης, θα πρέπει να συγκρίνουμε τις υφιστάμενες συνδέσεις της Σόφιας και κυρίως της Κωνσταντινούπολης, του ρόλου της στην Τουρκία, του παραγομένου προϊόντος και των υφισταμένων υποδομών.

Στην ευθύνη της τοπικής αυτοδιοίκησης ανήκει συχνά η υλοποίηση αποφάσεων της κυβέρνησης και η πειθαρχία σε ένα συνολικό πολιτικό και οικονομικό σχέδιο δράσης. Πρέπει να καταστεί σαφές πως κανένας φορέας αυτοδιοίκησης δεν επιτρέπεται να ασκεί εξωτερική πολιτική, ούτε να παίρνει πρωτοβουλίες χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με την κυβέρνηση. Μπορεί όμως μέσα στο πλαίσιο της γενικής πολιτικής να κάνει σημαντικά πράγματα, τέτοια που έχουν πραγματοποιήσει πολλές πόλεις στο εξωτερικό.

Μία πόλη (όπως και μία περιοχή) οφείλει να προσδιορίσει την ταυτότητα της και το ή τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα έναντι πιθανών ανταγωνιστών της. Η ταυτότητα της πόλης είναι η αρχή και το τέλος. Στη βάση τής συγκεκριμένης ταυτότητας θα σχεδιάσει και θα ευθύνεται για τις δημόσιες σχέσεις της, για τη διαφήμισή της, για τον έλεγχο και τις πιέσεις προς τους κυβερνητικούς φορείς στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, για τη φιλοξενία και τα μέτρα εκείνα που θα κάνουν την πόλη ευχάριστη αλλά και λειτουργική για τους επισκέπτες.

Για όλα τα παραπάνω και κυρίως για το μέλλον μίας πόλης ευθύνη έχουν και οι φορείς της, όπως επιμελητήρια, πανεπιστήμια, αθλητικοί σύλλογοι, κ.ά., και εν τέλει οι ίδιοι οι πολίτες. Αν αυτοί δεν είναι ενεργοί και παραγωγικοί, σε όποιον τομέα και να δραστηριοποιούνται, τότε οι όποιες προσπάθειες του κράτους ή της τοπικής αυτοδιοίκησης θα πέσουν το κενό. Αν αυτοί και οι τοπικοί άρχοντες δεν ξεπεράσουν τη μιζέρια της νοοτροπίας της δεύτερης πόλης και δεν αισθανθούν ικανοί να πρωταγωνιστήσουν τότε η Θεσσαλονίκη θα παραμείνει μία δευτεροκλασσάτη, επαρχιακή, βαλκανική πόλη.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Ελλάδα
Σελίδα 4 από 4
You are here Άρθρα Γνώμης Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική Προβολή άρθρων ανα tag: international relations