Monday, Mar 30th

Last update12:36:22 PM GMT

Προβολή άρθρων ανα tag: kuskuvelis

Το Ελληνικό Πανεπιστήμιο στο Διεθνή Εκπαιδευτικό Χάρτη: προκλήσεις της διεθνοποίησης και πολιτιστική διπλωματία

 

Το Έθνος, Κυριακή 13.09.2009, Οδηγός Εκπαίδευσης 2009, Ειδικές Εκδόσεις, σ. 59.


Το Ελληνικό Πανεπιστήμιο καλείται να ανταποκριθεί στην πρόκληση της διεθνοποίησης των σπουδών και να αναζητήσει μια θέση στο διεθνή εκπαιδευτικό χάρτη. Οι γνωστές σε όλους μας παθογένειες του Ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, της γραφειοκρατίας και του τοπικισμού κατέστησαν το ελληνικό πανεπιστήμιο εσωστρεφές, σε μια εποχή που η εξωστρέφεια είναι ζητούμενο μέσο και σκοπός, προαπαιτούμενη ιδιότητα για την ανάπτυξη κάθε οργανισμού. Η διεθνοποίηση των σπουδών σημαίνει μεγαλύτερο ανταγωνισμό, αλλά και ευκαιρίες συνεργασίας. Δημιουργεί συνθήκες αλληλεπίδρασης που ευνοούν τη συνέργεια μεταξύ των ιδρυμάτων, τον συντονισμό των δυνάμεων, την κινητικότητα και τις ανταλλαγές φοιτητών και ερευνητών. Η επιβίωση και η διάκριση των Ελληνικών πανεπιστημίων σ' αυτό το περιβάλλον απαιτεί εξωστρέφεια και στρατηγική.

Πρώτον, τα Πανεπιστήμια είναι απαραίτητο να επενδύσουν σε συνεργασίες με πανεπιστημιακά ιδρύματα, τμήματα, ερευνητικά κέντρα και ερευνητές του εξωτερικού, προκειμένου να συμμετέχουν στη διεθνοποίηση των σπουδών και να κοινωνικοποιηθούν στη διεθνή πανεπιστημιακή κοινότητα. Μπορούν επίσης να επωφεληθούν από τις υποδομές και την τεχνογνωσία των συνεργατών τους και με αυτόν τον τρόπο μέσω της κοινωνικοποίησης, του παραδείγματος, αλλά και της προσαρμογής να κάνουν ουσιαστικά βήματα για τον δικό τους εκσυγχρονισμό.

Δεύτερον, τα Πανεπιστήμια πρέπει να ανοίξουν τις πύλες τους και να ενθαρρύνουν την κινητικότητα των φοιτητών και των ερευνητών, στα πρότυπα των προγραμμάτων κινητικότητας ερευνητών και του Erasmus, που ήδη λειτουργούν με μεγάλη επιτυχία. Ωστόσο, περαιτέρω βήματα πρέπει να γίνουν για την αποδοχή αλλοδαπών φοιτητών και την υποδοχή ξένων ερευνητών και διδασκόντων.

Ένα τρίτο βήμα είναι η ενεργός συμμετοχή μας σε Διεθνείς και Ευρωπαϊκές Ενώσεις Πανεπιστημίων, αλλά και η οργάνωση σε αντίστοιχες επαγγελματικές ενώσεις.

Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι παρά τα προβλήματα του το ελληνικό πανεπιστήμιο διαθέτει συγκριτικά πλεονεκτήματα. Εκτός από το αξιόλογο ανθρώπινο δυναμικό που διακρίνεται στην έρευνα εντός και εκτός συνόρων, τα επιστημονικά αντικείμενα που συνδέονται με την ελληνική γλώσσα, τον πολιτισμό, την ιστορία, την πολιτική, τις καλές τέχνες και τη μουσική, μπορούν να αποτελέσουν πόλους έλξης για αλλοδαπούς φοιτητές, ερευνητές και για συνεργασίες με ξένα ιδρύματα.

Ένας άλλος παράγοντας που πρέπει να λάβουμε υπόψη μας είναι η θέση μας είναι η γεωγραφική μας θέση στη βαλκανική και η σχετική υπεροχή μας συγκριτικά με τους γείτονες μας. Θα πρέπει να εξετάσουμε τις δυνατότητες εκπαιδευτικής διείσδυσης στις γειτονικές χώρες είτε μέσω της δημιουργίας προγραμμάτων σ' αυτές είτε μέσω της ενθάρρυνσης φοιτητών και ερευνητών να έρθουν για σπουδές και εργασία στη χώρα μας. Ειδικά σε τομείς όπως, π.χ., ο αρχαίος και ο βυζαντινός πολιτισμός, οι βαλκανικές σπουδές, οι ευρωπαϊκές σπουδές, και σε αντικείμενα που άπτονται κοινά ζητήματα όπως πχ διαχείριση διασυνοριακών φυσικών πόρων, διεθνείς και περιφερειακές οικονομικές σχέσεις, πολιτικές κοινωνικής συνοχής θα πρέπει να επιζητήσουμε την από κοινού προσέγγιση, ανταλλαγή απόψεων και παραγωγή γνώσης.

Ένα άλλο συγκριτικό πλεονέκτημα είναι η παρουσία δυναμικού ελληνικού ακαδημαϊκού δυναμικού στα πανεπιστήμια του εξωτερικού. Πολλοί Έλληνες συνάδελφοι μας διακρίνονται σε πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα στην Ευρώπη, στις ΗΠΑ και αλλού. Αυτό το ανθρώπινο κεφάλαιο θα πρέπει να καταγραφεί και να αξιοποιηθεί, ίσως μέσω της δημιουργίας ενός δικτύου Ελλήνων ακαδημαϊκών.

Η ενεργός συμμετοχή στο περιβάλλον διεθνοποίησης των σπουδών συμβάλλει στην παραγωγή γνώσης, στην απόκτηση τεχνογνωσίας, στην ενίσχυση της έρευνας, στον εκσυγχρονισμό των πανεπιστημίων και τελικά στη βελτίωση της θέσης της χώρας μας στον διεθνή εκπαιδευτικό χάρτη.

Εξυπηρετεί, όμως, και έναν άλλον σκοπό. Δημιουργεί συνθήκες για πολιτιστική διπλωματία μέσω ενός είδους εκπαιδευτικής διπλωματίας.

Βεβαίως όλα αυτά απαιτούν σταθερότητα, διαφάνεια και μακροπρόθεσμη στρατηγική για την ανώτατη εκπαίδευση. Πρέπει να είμαστε αξιόπιστοι εταίροι υπηρετώντας το διεθνές περιβάλλον παραγωγής γνώσης, αλλά και τη χώρα μας. Για αυτό δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι χρειαζόμαστε ένα ισχυρό θεσμικό πλαίσιο που αφήνει περιθώρια ανάπτυξης και ευελιξίας είναι απαραίτητο για την ενίσχυση της εξωστρέφειας και την επιτυχημένη διεθνοποίηση.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Παιδεία
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:23

Προτεραιότητα η Παιδεία

Προτεραιότητα η Παιδεία

 

Μακεδονία, Σάββατο 26.09.2009, σελ. 8
του Ηλία Ι. Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων


Στην τρέχουσα εκλογική αναμέτρηση η οικονομία βρίσκεται στο επίκεντρο της πολιτικής.  Χωρίς αμφιβολία τα δημοσιονομικά προβλήματα της χώρας και οι διαρθρωτικές αλλαγές είναι εκ των ων ουκ άνευ προτεραιότητες, απ’ όποια θέση και αν βλέπει κάποιος το πολιτικό σκηνικό.  Ωστόσο, σημαντικό ρόλο παίζει και η νοοτροπία, τόσο των πολιτικών όσο και των πολιτών.  Κατά τη γνώμη μου λίγα είναι αυτά που μπορούν να αλλάξουν, αν δεν αλλάξουμε νοοτροπία.

Σε αυτό το πλαίσιο, όσοι υπηρετούμε την ανώτατη εκπαίδευση και την παιδεία γενικότερα έχουμε βαρύτατη ευθύνη, καθώς η ενδεδειγμένη συνταγή προτάσσει το εξής σχήμα: άλλη παιδεία, άλλη νοοτροπία.  Το σκεπτικό, πίσω από την εν λόγω πρόταση, είναι ότι μέσω της παιδείας μπορούμε να αλλάξουμε την κοινωνία, μέσω της κοινωνίας την νοοτροπία και μέσω της νοοτροπίας την πολιτική.  Τώρα που έχει ήδη κλείσει ο κύκλος της μεταπολίτευσης και γίνεται φανερό ότι το πολιτικό σύστημα, οι δομές και τα κόμματα που ευδοκίμησαν τα τελευταία τριανταπέντε χρόνια χρήζουν ανανέωσης, είναι ανάγκη να επενδύσουμε στην παιδεία, ως το μόνο θεσμό που μακροπρόθεσμα μπορεί να μας βγάλει από την κρίση.

Μόνο μέσα από την παιδεία μπορούμε να δημιουργήσουμε κοινωνικό κεφάλαιο και να καλλιεργήσουμε το πνεύμα μιας υπεύθυνης, δυναμικής και παρεμβατικής κοινωνίας πολιτών που θα μπορεί να παίζει κομβικό ρόλο στις κοινές υποθέσεις, που θα μπορεί να διαδραματίζει το ρόλο της με ωριμότητα, χωρίς να εγκλωβίζεται σε μικροσυμφέροντα και χωρίς να αποτελεί φέουδο, δεκανίκι, ή δικαιολογία για κανέναν πολιτικό φορέα.

Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι, στη βάση μιας Εγελιανής προσέγγισης, είμαστε ελεύθεροι και ανεξάρτητοι μόνο μέσα στην κοινωνία.  Αυτό δεν σημαίνει ότι τα άτομα παραδίδουν την ανεξαρτησία τους στο σύνολο.  Αλλά, ότι όλα τα οφέλη που έχουμε απορρέουν από την ίδια την κοινωνία.  Εξαρτόμαστε από αυτήν για αγαθά και απαραίτητες σχέσεις που θα μας οδηγήσουν και θα διασφαλίσουν την ανεξαρτησία μας, την ελευθερία μας.  Επιπλέον, οφείλω να υπογραμμίσω ότι ακόμη και αν η αποτελεσματικότητα είναι υπόθεση του κράτους, αφού αυτό διαθέτει και το συγκριτικό πλεονέκτημα της ισχύος, η διεκδίκησή της, όπως και η εξασφάλιση συνθηκών κοινωνικής δικαιοσύνης είναι υπόθεση της κοινωνίας.  Συνεπώς, όσο πιο κριτικό πνεύμα, όσο πιο δυναμικό χαρακτήρα διαθέτει η κοινωνία και όσο πιο προσανατολισμένη στο δρόμο της ευημερίας, είναι τόσο πιο πιθανό να γνωρίζει και να μπορεί να διεκδικεί όσα έχει ανάγκη και όσα  είναι απαραίτητο να γίνουν.  Έτσι, γίνεται αντιληπτό ότι ακόμη και στην επικρατούσα συζήτηση για την οικονομία, η ανταπόκριση των πολιτών είναι ζήτημα νοοτροπίας και, συνεπώς, παιδείας – κάτι που μας οδηγεί πίσω στο σχήμα που προανέφερα.  Η παιδεία είναι προτεραιότητα.

Η έκταση όσων πρέπει να γίνουν, για να αναβαθμίσουμε το ρόλο της παιδείας και να επανεξετάσουμε τους στόχους του εκπαιδευτικού συστήματος, ξεπερνά τα όρια αυτού του άρθρου.  Η ανάγκη, όμως, να ιεραρχηθεί η παιδεία ως θεσμός και όχι ως εξεταστικό σύστημα  ψηλά στην πολιτική ατζέντα είναι πιο φανερή και πιο αναγκαία από ποτέ.  Η παιδεία είναι ο μόνος θεσμός που μπορεί να φέρει την επανεκκίνηση που τόσο χρειαζόμαστε σε πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Παιδεία
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:22

Επιζητούμε μια ανάσα για τους φοιτητές

424: Επιζητούμε μια ανάσα για τους φοιτητές  

 

Έθνος της Κυριακής, 06.09.2009, σ. 65.
του Ηλία Ι. Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων


Η υπόθεση των κτιριακών εγκαταστάσεων του πρώην «424 Γενικού Στρατιωτικού Νοσοκομείου Εκπαιδεύσεως» έχει καταλήξει σε μία κατάσταση που όλοι – το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, οι Ένοπλες Δυνάμεις, το κοινωνικό σύνολο - χάνουν.

Η καλή λειτουργία και ανάπτυξη του Πανεπιστημίου Μακεδονίας εξαρτάται άμεσα από την παραχώρηση των εγκαταστάσεων του 424, το οποίο διαδοχικές ηγεσίες τού Υπουργείου Άμυνας – ΠΑΣΟΚ και ΝΔ - μας έχουν υποσχεθεί.  Η έλλειψη χώρων στο Πανεπιστήμιο καθίσταται πλέον αφόρητη.  Καθημερινά ταλαιπωρούνται εκατοντάδες εργαζόμενοι και χιλιάδες φοιτητές.

Οι υπάρχουσες κτιριακές εγκαταστάσεις σχεδιάστηκαν για τις ανάγκες τού Πανεπιστημίου στις αρχές του 1990.  Τότε το Πανεπιστήμιο είχε μόλις 5 Τμήματα.  Όμως, η μεγάλη αύξηση των εισακτέων από το 1998 και η θεαματική ανάπτυξη με τη λειτουργία στο ίδιο κτίριο 8 Τμημάτων, 11 μεταπτυχιακών, δεκάδων σεμιναρίων, και την παροχή σύγχρονων υπηρεσιών προς τους φοιτητές, αναπόφευκτα συνοδεύτηκε και από έλλειψη χώρων.

Διαχρονικά, προσπαθήσαμε να αντιμετωπίσουμε το ζήτημα με όποια μέτρα μπορούσαμε να λάβουμε.  Πιστέψαμε ότι η πολιτεία θα τηρήσει τα υπεσχημένα, παραχωρώντας τους χώρους του 424, μετά την μεταστέγασή του στις νέες εγκαταστάσεις.  Κάτι τέτοιο, όμως, δεν έγινε, με αποτέλεσμα το Πανεπιστήμιο σήμερα όχι μόνο να μη λειτουργεί όπως θα έπρεπε, αλλά και να εμποδίζεται η ανάπτυξή του, αφού δεν υπάρχουν χώροι να στεγάσουν τα ερευνητικά κέντρα που υφίστανται και τα νέα που είναι σχεδόν έτοιμα.

Δεν μετρά, όμως, μόνο το Πανεπιστήμιο απώλειες.  Ο Στρατός απορρίπτει μια επωφελή συμφωνία.  Έχουμε προτείνει μια αμοιβαία ωφέλιμη λύση, σύμφωνα με την οποία η παραχώρηση του κτιρίου να πραγματοποιηθεί με ανταποδοτικά οφέλη.  Αυτά περιλαμβάνουν τις μελέτες και τη συντήρηση όλου του κτιρίου, την αποδοχή φοιτητών τής ΣΣΑΣ στο Μακεδονίας, την παροχή εκπαιδευτικών προγραμμάτων σε στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων.  Με την εξεύρεση μίας τέτοιας «αμοιβαία επωφελούς λύσης» έχει συμφωνήσει από τον περασμένο Σεπτέμβριο και το Υπουργείο Άμυνας, με γραπτή δήλωση του Υφυπουργού κ. Τασούλα.  Ωστόσο, καμία περαιτέρω εξέλιξη δεν έχει σημειωθεί από την πλευρά του Υπουργείου, παρά τις αδιάκοπες προσπάθειες μας.

Από την μη αξιοποίηση του κτιρίου, αναπόφευκτα χάνουμε και οι κάτοικοι της Θεσσαλονίκης.  Η μη ανάπτυξη των δραστηριοτήτων του Πανεπιστημίου συνεπάγεται τεράστιες απώλειες πνευματικών και υλικών πόρων για την πόλη.

Επιπλέον, η εγκατάλειψη του κτιρίου επισείει κινδύνους για την ασφάλεια όλων.  Σε κάθε περίπτωση, λόγω της γειτνίασης, θα θέλαμε να επιστήσουμε την προσοχή όλων των αρμοδίων φορέων τόσο σε ζητήματα που ενδέχεται να προκύψουν από την κατάσταση των εγκαταστάσεων σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης, όσο και σε απειλές για τη δημόσια τάξη που μπορεί να συνοδεύσουν την εγκατάλειψή του.

Ως Πανεπιστήμιο Μακεδονίας θα συνεχίσουμε να διεκδικούμε τις εγκαταστάσεις τού πρώην 424 γιατί ασφυκτιούμε και γιατί πιστεύουμε ότι η παραχώρησή του στο Πανεπιστήμιο είναι προς όφελος όλων.  Αν για κάποιους το 424 είναι υπόθεση συντεχνιακού πατριωτισμού και εκλογικών υπολογισμών κόστους, τότε δεν αντιλαμβάνονται ούτε τι είναι πατριωτισμός ούτε το μέγεθος του κόστους.  Αντίθετα, για εμάς είναι μια ευκαιρία να πράξουμε το καθήκον μας απέναντι στους φοιτητές μας, στην κοινωνία, στην πόλη, συνδέοντας ένα ιστορικό κτίριο με τους αγαθούς σκοπούς ενός υποδειγματικού ανώτατου εκπαιδευτικού Ιδρύματος, που είναι η εκπαίδευση των νέων, η έρευνα και η ορθολογική ανάπτυξη προς όφελος όλων.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Πανεπιστήμιο Μακεδονίας
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:21

Εκπαίδευση και ανάπτυξη στη Θεσσαλονίκη

Συνέντευξη: εκπαίδευση και ανάπτυξη στη Θεσσαλονίκη

 

Ναυτεμπορική, Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου 2009

 

Το θεσμικό πλαίσιο είναι ασφαλώς σημαντικό για κάθε δράση. Όμως, πουθενά στον κόσμο το θεσμικό πλαίσιο, από μόνο του, δεν προσφέρει τη λύση. Τούτο ισχύει ακόμη περισσότερο για την ανάπτυξη της επιστήμης, της έρευνας, καθώς και τη διασύνδεση εκπαίδευσης και επιχειρήσεων. Ως προς το τελευταίο, η αίσθηση που έχω για την κρατούσα κατάσταση στον τόπο μας είναι ότι τα δύο μέρη, εκπαιδευτικοί – ερευνητικοί φορείς και επιχειρήσεις βρίσκονται σε μία φάση, θα έλεγα, αυτάρεσκης απομόνωσης. Στον κόσμο των επιχειρήσεων υπάρχει η εσφαλμένη άποψη ότι στο χώρο της εκπαίδευσης δεν παράγεται γνώση, δεν γίνεται έργο, και, αντίστοιχα, στον κόσμο της εκπαίδευσης ότι οι επιχειρήσεις ή απλώς θέλουν να εκμεταλλευτούν τη δουλειά τους ή δεν είναι ικανές να την αναδείξουν ή, ακόμη, ότι δεν υπάρχει λόγος να κάνουμε εφαρμοσμένη έρευνα από την οποία που θα κερδίσουν οι ιδιώτες. Αντιλαμβάνεσθε ότι τέτοιου είδους απόψεις και οπισθοδρομικές είναι και αντιπαραγωγικές. Θεωρώ λοιπόν, ότι η κάθε πλευρά πρέπει να κάνει καλά τη δουλειά της και, κυρίως, να δημιουργηθεί μία νοοτροπία αμοιβαία επωφελούς συνεργασίας. Σε ότι αφορά εμάς, τα Πανεπιστήμια, οφείλουμε να παρακολουθούμε τις διεθνείς εξελίξεις, να ενημερώνουμε τα προγράμματα σπουδών και να κάνουμε πρωτογενή έρευνα διεθνούς επιπέδου. Επιστρέφοντας στην αρχή της ερώτησής σας, θα έπρεπε να δοθεί η δυνατότητα στα Πανεπιστήμια – όχι τόσο από πλευράς θεσμικού πλαισίου όσο από πλευράς κρατικής γραφειοκρατίας – να κινηθούν τα ίδια προς την κατεύθυνση της αξιοποίησης των ερευνητικών τους επιτευγμάτων. Τέλος, να υπογραμμίσω, ότι το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας δεν έχει πρόβλημα νοοτροπίας στη σχέση του με τις επιχειρήσεις, αφού, θυμίζω, στη δημιουργία του συνέβαλε ο κόσμος της οικονομίας.

Ως πολίτης πιστεύω στη μεγάλη σημασία των υποδομών και στη χάραξη στρατηγικής εκ μέρους των συλλογικών φορέων. Νομίζω, ότι για τη συμβολή των υποδομών στην ανάπτυξη ενός τόπου δεν υπάρχει καλύτερο παράδειγμα, σχετικό με Θεσσαλονίκη και τη Βόρεια Ελλάδα, από την ολοκλήρωση της Εγνατίας Οδού. Όμως αυτού του είδους τις υποδομές έπρεπε να τις είχαμε ολοκληρώσει πολύ καιρό πριν και τώρα, όπως, ευτυχώς, φαίνεται ότι υπάρχει μία κινητικότητα, θα πρέπει να στραφούμε προς την ανάπτυξη των υποδομών πληροφορικής. Ασφαλώς δεν πρέπει να αγνοήσουμε την ολοκλήρωση και βελτίωση των υποδομών, όπως μετρό, αεροδρόμιο, κλπ., ή τη δημιουργία της Ζώνης Καινοτομίας. Δεν πρέπει επίσης να αγνοούμε ή να μην χρησιμοποιούμε υφιστάμενες τεχνολογικές δυνατότητες που διαθέτει η χώρα μας. Νομίζω ότι το παράδειγμα που θα δώσω το αποδεικνύει: πολύ λίγοι γνωρίζουν ότι η Ελλάδα διαθέτει έναν δορυφόρο και ακόμη λιγότεροι χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες του.

Σε ό,τι φορά τους συλλογικούς φορείς της πόλης και της Βόρειας Ελλάδας, θα πρέπει να αποφασίσουν τι είδους ανάπτυξη θέλουν, ποιος είναι ο στόχος και πως θα τον πετύχουν. Θα πρέπει όλοι να συνειδητοποιήσουν ότι τα πράγματα αλλάζουν διαρκώς, ότι, για παράδειγμα, η Βουλγαρία και η Ρουμανία είναι κράτη μέλη της Ε.Ε. και ότι ο διεθνής περίγυρος και κατάσταση δεν είναι ο ίδιος με αυτόν πριν 15 χρόνια.

Το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας έχει στρατηγική για την ανάπτυξή του και τη διεθνοποίηση των σπουδών. Να σας πω εν συντομία τι έχει γίνει. Πρώτον, έχουν διπλασιασθεί τα προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών, που τώρα είναι περισσότερα από τον αριθμό των προπτυχιακών του Τμημάτων, 12 έναντι 10, και συνεχίζουμε. Μάλιστα μεταξύ αυτών, υπάρχει και πρόγραμμα στα Αγγλικά που έχει προσελκύσει φοιτητές από τις γειτονικές χώρες. Μπορώ να πώ ότι έχουμε περισσότερους ξένους φοιτητές απ'ότι το Διεθνές Πανεπιστήμιο. Δεύτερον, έχουμε εισάγει τη διδασκαλία δύο περίπου ανά εξάμηνο μαθημάτων επιλογής στα Αγγλικά ή Γαλλικά, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένας μεγάλος αριθμός μαθημάτων τα οποία μπορούν να παρακολουθούν οι φοιτητές του Erasmus. Τούτο έχει ήδη αποδώσει, καθώς καταγράφηκε ήδη αύξηση των ξένων φοιτητών που έρχονται στο Πανεπιστήμιο και στην πόλη μας. Τρίτον, από ιδίους πόρους, έχουμε αυξήσει τα κονδύλια για ερευνητικά προγράμματα και θεσπίσαμε βραβεία επιστημονικών δημοσιεύσεων σε περιοδικά διεθνούς κύρους. Τέταρτον, έχουμε ήδη προωθήσει και διαρκώς επιταχύνουμε τη δημιουργία ερευνητικών εργαστηρίων. Πέμπτον, επιδιώκουμε τη δημιουργία μεταπτυχιακών προγραμμάτων στο εγγύς εξωτερικό.

Τα σχέδιά μας όμως, δυστυχώς προσκρούουν στην έλλειψη εγκαταστάσεων και, κυρίως, στη στάση τμημάτων του κρατικού μηχανισμού. Το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας έχει ως μακροπρόθεσμο στόχο τη μετεγκατάσταση τμημάτων του στο Δήμο Θερμαϊκού και πολύ σύντομα θα προχωρήσουμε σε μελέτες, αφού μέσα από το τετραετή προγραμματισμό του, εγκρίθηκαν οι δημόσιες επενδύσεις. Όμως, βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα, το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας δεν έχει τη δυνατότητα, αφενός να παρέχει την ίδια ποιότητα λειτουργίας προς τους φοιτητές του και τους εργαζόμενους, αφετέρου δεν μπορεί να αναπτύξει τη βασική και την εφαρμοσμένη έρευνα που μπορεί.

Εδώ και δεκατρία περίπου χρόνια η Πολιτεία έχει υποσχεθεί να παραχωρήσει τις εγκαταστάσεις του γειτονικού πρώην «424 Γενικού Στρατιωτικού Νοσοκομείου Εκπαίδευσης» και αυτό δεν υλοποιείται. Από την κατάσταση αυτή όλοι χάνουν. Το Πανεπιστήμιο γιατί δεν αναπτύσσεται, οι Ένοπλες Δυνάμεις γιατί δεν καρπώνονται τα ανταποδοτικά οφέλη που προσφέρουμε, η πόλη και η χώρα – το κοινωνικό σύνολο, δηλαδή – διότι δεν απολαμβάνουν τα οφέλη της επιστημονικής ανάπτυξης ενός Πανεπιστημίου. Είναι απίθανο αυτό που συμβαίνει: σε μία εποχή που επιζητούμε την επιστημονική και, γενικότερα, την ανάπτυξη, οι δυνατότητες ήδη υφίστανται και δεν τις εκμεταλλευόμαστε. Τι θέλει να κάνει το Πανεπιστήμιο στις εγκαταστάσεις αυτές; Αφενός να τις διασώσει, διότι κινδυνεύουν από το χρόνο, αφετέρου να τις χρησιμοποιήσει για διδακτική (κυρίως μεταπτυχιακά) και ερευνητική δραστηριότητα.

Τι σημαίνει το τελευταίο; Ήδη έχουν θεσμοθετηθεί και άλλα ολοκληρώνονται εργαστήρια, και κέντρα έρευνας, τα οποία δεν έχουμε που να τα βάλουμε. Συγκεκριμένα: 1. Κέντρο έρευνας και εφαρμογών για τα άτομα με αναπηρία, 2. Κέντρο πολιτικής για την τεχνολογία και την ανάπτυξη, 3. Κέντρο μελέτης του εγκεφάλου και μαθησιακών προβλημάτων, 4. Κέντρο μελετών έρευνας, 5. Οικονομικό παρατηρητήριο και 6. Κέντρο μελέτης και εφαρμογών για το περιβάλλον. Αν αυτά δεν είναι πραγματική ερευνητική δραστηριότητα, αν δεν είναι σχέδια που συμβάλλουν στην ανάπτυξη, τότε τι είναι;

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Παιδεία
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:21

Ε.Ε: Ισχύς και αδυναμίες

Ε.Ε: Ισχύς και αδυναμίες

 
Απογευματινή, 11.05.2009, σ. 10
 του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων


Μεταξύ αυτών που ασχολούνται με τα Ευρωπαϊκά τίθενται συχνά δύο ζητήματα.  Το πρώτο αφορά το τι είδους δύναμη είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.).  Το δεύτερο αν όντως η Ε.Ε. διαθέτει ισχύ στη διεθνή αρένα και, κυρίως, στον τομέα της ασφάλειας, αφού στον τομέα της οικονομίας, ακόμη και σήμερα, η ισχύς της Ένωσης δεν αμφισβητείται.

Η σύγχυση ως προς τη φύση και την ισχύ της Ένωσης προέρχεται από το γεγονός ότι αυτή αποτελεί ένα άνευ προηγουμένου, μη παραδοσιακό, μόρφωμα.  Έτσι, συχνά, οι προσδοκίες πολιτών και πολιτικών υπερβαίνουν τις δυνατότητες της Ένωσης.  Ως εκ τούτου, η Ένωση χρεώνεται με σφάλματα, αδυναμίες και κριτική, που είναι ιδιαίτερα οξεία στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής και της ασφάλειας.  Ειδικά δε σε περιόδους διεθνών κρίσεων, όπως της Γιουγκοσλαβίας, του Ιράκ ή, προσφάτως, της Γεωργίας, παρατηρείται αύξηση των πιέσεων για δράση από πλευράς της Ε.Ε.

Θεωρώ ότι πρέπει να τοποθετήσουμε αυτές τις προσδοκίες σε ένα ρεαλιστικό πλαίσιο.  Καθώς πλησιάζουμε και προς τις ευρωεκλογές, είναι καλό οι πολίτες να γνωρίζουν τι θα μπορούσαν να περιμένουν από την Ένωση.

Η Ε.Ε. αναδείχτηκε ως μία πολιτική δύναμη που πέτυχε μια μακροχρόνια περίοδο ειρήνης στη δυτική Ευρώπη.  Αποδείχτηκε ότι μπορεί να είναι φορέας μετασχηματισμού, συμβάλλοντας στον εκδημοκρατισμό ενός σημαντικού αριθμού κρατών στην νότια και την ανατολική Ευρώπη.  Συνεισφέρει μέσω των πολιτικών της στην ανάπτυξη, την προστασία του περιβάλλοντος, στη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια και είναι η πρώτη δύναμη στην παροχή ανθρωπιστικής και αναπτυξιακής βοήθειας.  Δεν πρέπει να υποτιμούμε αυτές τις δράσεις.  Ούτε όμως και να τις υπερτιμούμε.

Στη διεθνή σκηνή, μετά την εκλογή Ομπάμα, οι προοπτικές για μία δύναμη σαν την Ένωση φάνηκαν πιο ευοίωνες.  Θέματα προτεραιότητας για τους Ευρωπαίους, όπως το περιβάλλον και η καταπολέμηση της φτώχειας, αναπόφευκτα θα τεθούν ψηλά στην ευρωατλαντική ατζέντα.  Ωστόσο, πολύ περισσότερα θα κριθούν γύρω από τη Μέση Ανατολή, τον «πόλεμο» ενάντια στην τρομοκρατία, τις πολιτικές για την ενέργεια, την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης, τις σχέσεις με τη Ρωσία, το ενδεχόμενο μίας διεύρυνσης.  Δυστυχώς, σε αυτά τα θέματα, οι Ευρωπαίοι δεν έχουν κοινές θέσεις.  Η αντιμετώπιση του πολέμου στο Ιράκ ή στη Γεωργία, το όχι των Ιρλανδών στη Συνθήκη τής Λισαβόνας, τα πεπραγμένα της πρόσφατης προεδρίας των Τσέχων, εκπέμπουν σήματα κινδύνου για την ήδη τρωμένη συνοχή της Ένωσης.

Είναι βέβαιο ότι όσο η Ένωση και οι πολιτικές της θα διευρύνονται χωρίς εμβάθυνση, τόσο θα αποκαλύπτονται οι εγγενείς αδυναμίες της και τόσο πιο σοβαρές θα αποδεικνύονται.  Η μέχρι σήμερα ιστορία της Ένωσης δείχνει ότι εξελίσσεται μέσα από τις αποτυχίες της.  Για αυτό και αδυνατούμε να προβλέψουμε το μέλλον.  Μπορούμε, όμως, με σιγουριά να πούμε ότι η Ένωση αποτελεί μια δύναμη, αλλά με πιο περιορισμένη εμβέλεια από όσο κάποιοι θα επιθυμούσαμε.

Σ’ αυτό το πλαίσιο για τη χώρα μας, η ανάγκη για εξευρωπαϊσμό, η κατάσταση στα Δυτικά Βαλκάνια, οι σχέσεις με την Τουρκία και την ΠΓΔΜ, οι ανάγκες συλλογικής αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης, αποδεικνύουν ότι  χρειαζόμαστε μια ισχυρή Ένωση και μια δυναμική, δραστήρια Ελλάδα σ’ αυτήν.  Η υποστήριξη από την Ένωση μπορεί να μην έχει πάντα την ένταση ή τον χαρακτήρα που θα επιθυμούσαμε, αλλά μας είναι απαραίτητη.  Αυτό θα πρέπει να το έχουμε στο μυαλό μας προσερχόμενοι στις κάλπες σε περίπου ένα μήνα και αναλόγως να κρίνουμε.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:20

Η Ένωση της Ευρώπης

Η Ένωση της Ευρώπης

 

Αγγελιοφόρος, 09.05.2009, σ. 4
του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων

 

Η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί έναν sui generis θεσμό, ένα υπερεθνικό μόρφωμα, που συνδυάζει το εθνικό συμφέρον και τον μόνιμο ανταγωνισμό με τα αμοιβαία κέρδη, έχοντας το έθνος κράτος στο επίκεντρο του.

Η Ένωση εγκαθίδρυσε σταδιακά την ειρήνη, τη σταθερότητα, την ασφάλεια, τη συνεργασία και την ευημερία, εκεί όπου κυριαρχούσε ο πόλεμος, η βία, η καχυποψία, η αστάθεια, η καταπίεση.  Προώθησε τον εκδημοκρατισμό και τον εκσυγχρονισμό από την Μεσόγειο μέχρι την Βαλτική.  Μέσα από τις διαδοχικές διευρύνσεις μεγάλωσε πληθυσμιακά και γεωγραφικά.  Έγινε πιο πλούσια πολιτισμικά. Η Ευρωπαϊκή Ένωση των 27 αποτελεί πλέον μια παγκόσμια δύναμη στο οικονομικό πεδίο, αλλά και ένα δραστήριο παίκτη στο πολιτικό.

Οι ευρωπαίοι πολίτες έχουμε εξασφαλίσει μια σειρά από ελευθερίες και επωφελούμαστε από τις κοινές πολιτικές.  Η Ένωση ως οικονομική, πολιτική και ηθική δύναμη έχει αλλάξει την καθημερινότητά μας.  Λειτουργεί συμπληρωματικά προς τα κράτη μέλη της και, συγχρόνως, είναι κάτι παραπάνω από το σύνολο των μερών της, διαθέτοντας πολλαπλασιαστική δύναμη.  Ωστόσο, η διαχείριση και η αξιοποίηση αυτής της δύναμης διαφέρει από κράτος σε κράτος.  Η πρόοδος της διαδικασίας του εξευρωπαϊσμού και σύγκλισης διαφοροποιείται.

Στην Ελλάδα κερδίσαμε τα στοιχήματα του εκδημοκρατισμού, του εκσυγχρονισμού και της ένταξης στην ΟΝΕ.  Επωφεληθήκαμε από τη σταθερότητα και την ασφάλεια που εγγυήθηκε η διεύρυνση προς τη ΝΑ Ευρώπη.  Χάσαμε, όμως – και συνεχίζουμε να χάνουμε- ευκαιρίες, όπως στην περίπτωση της αξιοποίησης ευρωπαϊκών πόρων ή στην καλλιέργεια ευρωπαϊκής νοοτροπίας σε ζητήματα επιχειρηματικότητας, δημόσιας διοίκησης, προστασίας του περιβάλλοντος, εκπαίδευσης.  Καθυστερήσαμε στη σύζευξη της βαλκανικής και της Ευρωπαϊκής πολιτικής.  Πλέον, δεν είμαστε το μόνο ευρωπαϊκό κράτος στα Βαλκάνια και αυτό δημιουργεί νέες προκλήσεις για το ρόλο της Ελλάδας.  Ο εξευρωπαϊσμός μπορεί να αποτελέσει διέξοδο στ’ αδιέξοδα της ελληνικής πολιτικής σήμερα.  Αρκεί, να κατανοήσουμε τη σημασία της Ένωσης για την καθημερινότητά μας και για το μέλλον της χώρας.

Τα παραπάνω δεν σημαίνουν, βέβαια, ότι αντιμετωπίζουμε την Ε.Ε. άκριτα.  Όντας μια διαδικασία με ασαφή, εσχάτως, κατεύθυνση, η Ευρωπαϊκή ενοποίηση διατρέχει τα πρώτα χρόνια του 21ου αιώνα, αντιμετωπίζοντας μια σειρά από σοβαρές προκλήσεις.  Η θεσμική της εξέλιξη, η μείωση του δημοκρατικού ελλείμματος, ο ρόλος της στο Διεθνές Σύστημα, η σχέση της με τις ΗΠΑ και τη Ρωσία, οι πολιτικές της στον υπόλοιπο κόσμο, η αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης, οι προσδοκίες τών πολιτών της και οι προθέσεις των ηγετών της, θα κρίνουν το μέλλον της και το μέλλον μας.
Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Γραφειοκρατική αδράνεια

 

Ελευθεροτυπία, 26.04.2009, σ. 39.
του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων


Μετά τις αλλαγές στα Βαλκάνια και στην Ανατολική Ευρώπη, όλα ήταν καινά για την Ελλάδα (ειδικότερα τη Βόρεια Ελλάδα) και τις δυνατότητές της στην περιοχή.  Για πρώτη φορά η Ελλάδα είχε ανοιχτά σύνορα με Δημοκρατίες εν τω γίγνεσθαι.  Για πρώτη φορά είχε δίπλα αδύναμες και ταυτοχρόνως αναπτυσσόμενες οικονομίες της αγοράς.  Ήταν το πιο ισχυρό κράτος της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.  Τότε ήταν που ακούστηκαν τα περί διείσδυσης στα Βαλκάνια, τα περί ηγεσίας της περιοχής, τα περί Θεσσαλονίκης «πρωτεύουσας των Βαλκανίων» και πολλά, πολλά άλλα παρόμοια…

Η φιλοδοξία για ρόλο της Ελλάδας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, σε συνδυασμό με τη συνειδητοποίηση της σχέσης της γνώσης με την οικονομική ανάπτυξη, οδήγησαν στην ανάληψη πρωτοβουλιών στη Βόρεια Ελλάδα με στόχο τη δημιουργία χώρων και συνθηκών παραγωγής γνώσης.  Κάπως έτσι οδηγηθήκαμε σε επιμέρους πρωτοβουλίες, μεταξύ των οποίων και το σχέδιο δημιουργίας «Ζώνης Καινοτομίας» στη Θεσσαλονίκη.  Ένα σχέδιο που ακουγόταν για πολλά χρόνια στη Θεσσαλονίκη...  Ένα σχέδιο που από μόνο του, με βάση τα κρατούντα σε ολόκληρη την περιοχή, είναι καινοτομικό, αφού στοχεύει να φέρει σε επαφή όλους εκείνους τους φορείς που θα μπορούσαν να συνεισφέρουν στο καινούργιο.

Όλα λοιπόν ήταν καινά!  Και τελικά, τι έγινε με την ανάπτυξη της Θεσσαλονίκης, της Βόρειας Ελλάδας, της παρουσίας μας στα Βαλκάνια;  Σε πολλές περιπτώσεις, εκεί που λειτούργησε η ιδιωτική πρωτοβουλία ή εκεί που η κρατική γραφειοκρατία ξεπέρασε τον εαυτό της, υπήρξαν θετικά αποτελέσματα.  Σε πολλές άλλες, επίσης, το κράτος έπαιξε το ρόλο του, εκείνον του δημιουργού των προϋποθέσεων για την οικονομική ανάπτυξη.  Σε πολύ περισσότερες όμως, το «άλλο κράτος», όπως εκφράζεται στο επίπεδο των διοικητικών του εκφάνσεων, λειτούργησε ανασταλτικά ως προς την καινοτομία αυτού του ίδιου του κράτους και τελικά ως ο συντελεστής οικονομικής επιβράδυνσης.

Σε αυτήν την τελευταία κατηγορία ανήκει και η Ζώνη Καινοτομίας Θεσσαλονίκης (Ζ.ΚΑΙ.Θ), η περίπτωση της οποίας, όπως εξελίσσεται, επιβεβαιώνει γνωστές θεωρίες της Πολιτικής Επιστήμης, όπως της γραφειοκρατικής αδράνειας, των γραφειοκρατικών ανταγωνισμών και συμφερόντων.  Η πολιτική ηγεσία ξεκινάει κάτι, ορισμένοι φορείς το προχωρούν και άλλοι τους σταματούν.  Το κράτος αναλαμβάνει μία πρωτοβουλία και οι ίδιοι οι μηχανισμοί του, σε συνδυασμό με την έλλειψη πραγματικής επιχειρηματικότητας εκ μέρους των ιδιωτών, την εξουδετερώνουν.

Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.  Η Ζώνη αποτελεί μία κρατική πρωτοβουλία με σκοπό τη συγκέντρωση κρίσιμης μάζας εταιρειών τεχνολογίας και καινοτομίας σε περιοχές του Νομού Θεσσαλονίκης, προσδιορισμένες με γεωγραφικά κριτήρια.  Μέσω της προσέλκυσης τμημάτων έρευνας και ανάπτυξης (R&D) Ελληνικών και πολυεθνικών εταιριών, χρηματοπιστωτικών οργανισμών, καθώς και δημιουργίας θερμοκοιτίδων ανάπτυξης νέων επιχειρήσεων, αποσκοπεί να λειτουργήσει ως μοχλός ανάπτυξης για την Θεσσαλονίκη αλλά και την ευρύτερη περιοχή.

Ο διαχειριστικός της φορέας, η Αλεξάνδρεια Ζώνη Καινοτομίας Α.Ε., άρχισε την λειτουργία της σχετικά πρόσφατα, τον Ιούλιο του 2007.  Στην συνείδηση των πολιτών της Θεσσαλονίκης όμως, η Ζώνη Καινοτομίας είναι ένα εγχείρημα με μακρόχρονη ιστορία, καθώς η σχετική συζήτηση για την ίδρυσή της είχε αρχίσει ήδη πριν από το 2000.  Αν και αναμένεται σύντομα η ανακοίνωση του πρώτου θύλακα της Ζώνης Καινοτομίας, οι πολίτες της Θεσσαλονίκης και ακόμη περισσότερο οι φορείς, όπως το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, που έχουν εντάξει τη Ζώνη Καινοτομίας στο σχεδιασμό τους, θα πρέπει να περιμένουν αρκετά χρόνια για να δουν τα πρώτα απτά αποτελέσματα.  Η εμπειρία από το αντίστοιχο, αλλά περιορισμένης κλίμακας εγχείρημα της «Τεχνόπολης», δείχνει ότι ο μέσος όρος χωροθέτησης-πολεοδόμησης είναι περίπου 4 χρόνια!

Εάν δεν θέλουμε μία ακόμη πρωτοβουλία να τελματώσει μέσα στις δαιδαλώδεις διαδικασίες της αναποτελεσματικής κρατικής μηχανής θα πρέπει

  • να θεσπιστεί ένα ειδικό, πιο ευέλικτο νομοθετικό πλαίσιο που θα επιταχύνει τις διαδικασίες για την Ζώνη Καινοτομίας.
  • οι υπεύθυνοι της Ζώνης, άτομα και φορείς, ξεπερνώντας ίδιες απόψεις, σχεδιασμούς και συμφέροντα, να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους και να επιταχύνουν τις διαδικασίες.
  • αυτοί που αντιδρούν – και είναι γνωστό ποιοι αντιδρούν και δημιουργούν προσκόμματα – να καταλάβουν ότι, όπως όλοι μας, είναι διαχειριστές τμημάτων δημόσιας αρχής ή περιουσίας και όχι ιδιοκτήτες.  Και ότι οι καθυστερήσεις στη Ζώνη Καινοτομίας είναι επιβλαβείς για άλλους δημόσιους φορείς, όπως το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.
  • να γίνει αντιληπτό, ότι τώρα πλέον δεν είναι όλα καινά, ότι η χώρα μας και η Θεσσαλονίκη δεν είναι το ίδιο ελκυστικές, δεν διατηρούν την ίδια θέση με εκείνη του πρόσφατου παρελθόντος.  Αρκεί να σκεφτούμε ότι η Βουλγαρία και η Ρουμανία είναι κράτη μέλη της Ε.Ε.
  • τέλος, θα πρέπει κάποιοι να συνειδητοποιήσουν ότι η διεθνής οικονομική κρίση καθιστά την κάθε μορφής ανάπτυξη αναγκαία.  Και συνήθως η ανάγκη, όπως και η ανάγκη για καινοτομία, γράφει μόνη της την Ιστορία.  Ίσως κάπου αλλού όμως, και όχι στη Θεσσαλονίκη.
Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Ελλάδα
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:18

Ο επίκαιρος Κωνσταντίνος Καραμανλής

Ο επίκαιρος Κωνσταντίνος Καραμανλής

 

Απογευματινή, 22.04.2009
του Ηλία Ι. Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων

 

Σήμερα, από όλα όσα συνεισέφερε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, αξίζει και χρειάζεται να υπογραμμίσουμε τις απόψεις του για τον πολιτικό μας πολιτισμό.  Με οξυδέρκεια και διορατικότητα είχε διακρίνει τα ζητήματα που μας ταλάνιζαν και μας ταλανίζουν ακόμη και σήμερα.  Επιδίωκε την αντιμετώπισή τους και την αλλαγή της νοοτροπίας, πολιτικών και πολιτών, και έλεγε (5.5.1979):

«Είναι […] ανάγκη, για να σταθεροποιηθή η Δημοκρατία και να προοδεύση ο τόπος μας, να απαλλαγούμε όλοι από τον πειρασμό τού ψεύδους και της υποκρισίας, που νοθεύουν και δηλητηριάζουν την πολιτική μας ζωή.  Είναι καιρός να πραγματοποιήσουμε την αληθινή αλλαγή, για την οποία όλοι μιλούν, χωρίς ωστόσο να την έχουν συνειδητοποιήσει.  Γιατί αλλαγή δεν σημαίνει απλή αλλαγή κυβερνήσεων.  Σημαίνει αλλαγή του πολιτικού κλίματος του τόπου μας και κυρίως της πολιτικής μας νοοτροπίας».

Ο Καραμανλής τόνιζε ότι οι πολιτικοί οφείλουν να είναι σεμνοί, ανεξάρτητοι, εργατικοί.  Ξεκαθάρισε προς τα μέλη της πρώτης μεταπολιτευτικής κυβέρνησης (23.11.1974):

«Έχομεν ανάγκη […] της συνεχούς συμπαραστάσεως του λαού εις το κυβερνητικόν έργον.  Αλλά για να την έχωμεν, οφείλομεν να εμπνέωμεν με το παράδειγμά μας τους πολίτας.  Το παράδειγμα αυτό, εκτός της αδιακόπου εργασίας, πρέπει να ενισχύεται και με την αποφυγήν ακόπων πανηγυρισμών ή κοσμικών εκδηλώσεων και επιδείξεων, που αντιστρατεύονται το πνεύμα λιτότητος και σοβαρότητος, το οποίον οφείλει να χαρακτηρίζη μίαν υπεύθυνη πολιτική κυβέρνηση».

Για την αποτελεσματικότητα των πολιτικών σε θέσεις εξουσίας, είχε πει στο Υπουργικό Συμβούλιο (11.9.1976):

«Το ίδιο υπουργείο με την ίδια υπηρεσία ημπορεί με διαφορετικό υπουργό να έχει διαφορετική απόδοση.  Συνεπώς η απόδοση του υπουργείου εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από την ικανότητα του υπουργού να το διοική».

Στο σύστημα αξιών, αρχών και στόχων τού Καραμανλή βρισκόταν υψηλά η ενότητα και η συναίνεση.  Στο διάγγελμά του για την 25η Μαρτίου, το 1981, προειδοποιούσε:

«Σε κάθε Δημοκρατία […] υπάρχουν, και πρέπει να υπάρχουν περιθώρια διαφωνιών, που εκδηλώνονται ελεύθερα και κρίνονται τελικά από τον Λαό.  Υπάρχουν όμως σε όλα τα πράγματα όρια.  Η Δημοκρατία πέραν από τις διαφωνίες χρειάζεται κι έναν κοινό παρανομαστή, όπου όλοι πρέπει να συμπίπτουμε, για να προκόψει και η Δημοκρατία και ο Λαός».

Για το ρόλο της αντιπολίτευσης, είχε επισημάνει στη Βουλή (28.03.1975):

«Η Αντιπολίτευσις διά να ασκήση αντιπολίτευσιν, επικαλείται πολλάκις πράγματα αναληθή, τα οποία όμως διά της συχνής επαναλήψεως καταλήγει να τα πιστεύη και η ίδια ως αληθή.  Και τότε, γίνεται θύμα ενός αυτοτροφοδοτούμενου φανατισμού, που την εμποδίζει να ασκήση το έργον της κατά τρόπον ψύχραιμον και εποικοδομητικόν».

Επίσης, για την ένταση στην πολιτική ζωή τόνιζε, το 1978, στη Βουλή:

«Και τα δυσκολώτερα προβλήματα μπορούν να βρουν τη λύση τους μέσα σε ένα κλίμα υφέσεως, ενώ μέσα σε ένα κλίμα εντάσεως και τα ευκολώτερα προβλήματα καθίστανται άλυτα. […]».

Σημαντικότερο όλων είναι ότι ο πολιτικός λόγος του Καραμανλή συνέπιπτε με τις πράξεις του.  Δεν ζητούσε κομματικά διαπιστευτήρια ή ταύτιση απόψεων για την επιλογή των συνεργατών του.  Ο πλούτος και η προκοπή έρχονται μέσα από τη σύνθεση και αυτό φαίνεται ότι το γνώριζε ο Καραμανλής.  Το αξιοποίησε, επιλέγοντας, για την επίτευξη των στόχων του και το καλό της πατρίδας, όχι τους «δικούς» του, αλλά τους καλύτερους.

Ο Καραμανλής δεν παρέλειπε να τονίζει την ανάγκη για συλλογική προσπάθεια και ήπιο πολιτικό κλίμα.  Είπε στον Ροζέ Μασίπ:

«Η πολιτική, όπως γνωρίζετε, είναι κατ’ εξοχήν συλλογική προσπάθεια.  Οι Έλληνες όμως, ενώ σαν άτομα είναι ικανοί να κάνουν θαύματα, αποτυγχάνουν συνήθως σε προσπάθειες συλλογικές.  Και αυτό εξηγεί, κατά έναν τρόπο, την πολιτική κακοδαιμονία του τόπου μας…».

Και στον Μορίς Ζενεβουά:

«Οι Έλληνες αγαπούν τη δημοκρατία, αλλά αρνούνται να δημιουργήσουν ή να δεχτούν απλώς τις αναγκαίες προϋποθέσεις για τη λειτουργία της: ήτοι ήπιο πολιτικό κλίμα, ήμερα πολιτικά ήθη και θεσμούς που να προσαρμόζονται στις εθνικές τους συνθήκες».

Τέλος, για μας τους πολίτες, τόνιζε συχνά τη σημασία που πρέπει να δίνουμε όχι μόνο στα δικαιώματά μας, αλλά και στις υποχρεώσεις μας.  Ανέφερε στη Βουλή (12.06.1976):

«Από το Σύνταγμά μας παραδεχόμεθα μόνον το κεφάλαιο περί ατομικών δικαιωμάτων και αγνοούμεν τα καθήκοντα και τους περιορισμούς που μας επιβάλει».

Στο χρόνο της ζωής του, όμως, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής κατάφερε να σφραγίσει το χθες, το σήμερα και το αύριο της χώρας.  Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, πολιτικοί και πολίτες, οφείλουμε να διδαχθούμε από τη διαχρονική σοφία του.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Ελλάδα

«Είναι λάθος να βαλτώνουμε στο εξεταστικό»

 

Συνέντευξη του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων
Πρύτανη Πανεπιστημίου Μακεδονίας
στη Μακεδονία της Κυριακής, 20.04.2009

 

Κύριε Πρύτανη, πως κρίνετε την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση;

Θα χώριζα την κριτική μου στην εκπαιδευτική μεταρρύθμιση σε δύο περιόδους.  Πρώτα, πρέπει να δούμε την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση που έγινε.  Είναι ξεκάθαρο πως οι αλλαγές, αν και κατά τη γνώμη μου θα έπρεπε να είναι ακόμη πιο τολμηρές, ήταν προς τη σωστή κατεύθυνση.  Αναμένουμε να δούμε τα αποτελέσματα τους.  Σίγουρα συμβάλλουν στην ανάπτυξη πρακτικών, πολιτικών και πνεύματος χρηστής διοίκησης, αξιοκρατίας, αναβάθμισης των ΑΕΙ.  Η εξέλιξή της, το δεύτερο στάδιο τής μεταρρύθμισης, αναμένεται και θα πρέπει να είναι προϊόν ευρύτατου διαλόγου, καθώς και να έχει μακροπρόθεσμη προοπτική.  Πρέπει να σταματήσει το ράβε ξήλωνε στην εκπαίδευση, για όποια βαθμίδα και αν μιλάμε.  Για αυτό, επιτρέψτε μου να πω, ότι το σημαντικό είναι να προσεγγίσουμε την μεταρρύθμιση με ανοιχτό μυαλό, να την δούμε πέρα από ένα δύο συγκεκριμένα μέτρα.  Είναι λάθος να «βαλτώνουμε» στο εξεταστικό.  Μια επιτυχημένη μεταρρύθμιση δεν κρίνεται από την ελάχιστη συμφωνία ως προς τη διαδικασία των εξετάσεων.  Είναι ανάγκη να συμφωνήσουμε σε ό,τι είναι πρωταρχικό και ουσιαστικό, στους στόχους του εκπαιδευτικού συστήματος πρώτα.  Χρειαζόμαστε ένα κοινό όραμα.

 

Πως είναι δυνατόν να γίνει αυτό κατά τη γνώμη σας;

Η συζήτηση για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση θα πρέπει να μετατοπιστεί στο σκοπό της, στη σχέση τής μεταρρύθμισης με την αλλαγή της κοινωνικής νοοτροπίας, της οικονομικής ανάπτυξης και του πολιτικού πολιτισμού, με το μέλλον της χώρας μας.  Να αντιληφθούμε το βάθος και την βαρύτητα της μεταρρύθμισης.  Μ’ αυτόν τον τρόπο θα μπορέσουμε να φωτίσουμε τα προβλήματα της παιδείας, που μας απασχολούν πάντα, αλλά και τα κοινωνικά ζητήματα που μας απασχολούν τον τελευταίο καιρό.  Πρόκειται για συγκοινωνούντα δοχεία.  Αν κρίνουμε ότι δεν τα καταφέρνουμε στην κοινωνία, την πολιτική, την οικονομία είναι γιατί το εκπαιδευτικό σύστημα δεν καταφέρνει να τροφοδοτήσει όλους τους τομείς τής κοινωνικής ζωής με το κατάλληλο κοινωνικό κεφάλαιο.  Ας μην ξεχνούμε ότι η ποιότητα και οι στόχοι της κοινωνίας, της πολιτικής, της οικονομίας, εξαρτώνται από την ποιότητα και τους στόχους του εκπαιδευτικού μας συστήματος.  Αυτό διαμορφώνει τους πολίτες και τους ηγέτες.  Είναι φανερό ότι  με άλλη παιδεία, θα έχουμε άλλη νοοτροπία, άλλη πολιτική, άλλη κοινωνία.

 

Ποιοι είναι αυτοί οι στόχοι, όμως;

Είναι στόχοι που ανταποκρίνονται στις ανάγκες της κοινωνίας.  Χρειαζόμαστε ένα εκπαιδευτικό σύστημα το οποίο μέσω της γνώσης να προάγει τις έννοιες της κοινωνικής και ατομικής προόδου, της ευτυχίας της κοινωνίας, της κοινωνικής και ατομικής ευθύνης, της ισότητας, της συμμετοχής, της καινοτομίας.  Στόχοι, όπως η ευημερία, η ανάπτυξη, η δημιουργία, η ελευθερία, η υπευθυνότητα, η συνοχή, η συμμετοχικότητα, η κοινωνική δικαιοσύνη, θα πρέπει να προάγονται και να υποστηρίζονται από το εκπαιδευτικό σύστημα.  Παράλληλα, έχουμε ανάγκη από ένα σύστημα το οποίο να καλλιεργεί σε όλες τις βαθμίδες μαθητές, φοιτητές, στην ουσία πολίτες και ηγέτες, με αναλυτικό, κριτικό και δημιουργικό πνεύμα, με ενδιαφέρον και αίσθηση ευθύνης για τις κοινές υποθέσεις. Χρειάζεται να αξιολογήσουμε και να επαναπροσδιορίζουμε τις αρχές που χαρακτηρίζουν το εκπαιδευτικό μας σύστημα και τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται.  Και χρειάζεται να το πράξουμε αμέσως.  Σε διαφορετική περίπτωση, όποια μεταρρύθμιση δεν δίνει απαντήσεις σε αυτά τα ζητήματα είναι άχρηστη.

 

Πρακτικά, όμως, πώς υλοποιούνται αυτά κ. Πρύτανη;

Εφόσον συμφωνούμε ότι η μεταρρύθμιση δεν είναι απλώς μια διαδικασία, αλλά μια μέθοδος για να βελτιώσουμε μακροπρόθεσμα την κοινωνία, τις συνθήκες ζωής και της ανάπτυξης του τόπου, τα υπόλοιπα θα έρθουν από μόνα τους.  Καταρχάς η αριστεία.  Θεωρώ ότι με το παρόν σύστημα εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, η κοινωνία μας έχει παγιδευτεί σ’ ένα μηχανιστικό σύστημα με μοναδικό στόχο το «αδιάβλητο» και ταλανίζεται με τη βάση του «10».  Δυστυχώς, όμως, η επιδίωξη του αυτονόητου μέσω ενός ολόκληρου συστήματος είναι, αφενός, ομολογία αποτυχίας, αφετέρου, τροχοπέδη στην επιδίωξη της αριστείας.  Όταν όλοι επιδιώκουμε το καλύτερο, δεν είναι δυνατόν να βολευόμαστε με το λιγότερο κακό.  Ζητούμενο είναι η εξίσωση του μεγαλύτερου αριθμού προς τα πάνω, η βελτίωση του συλλογικού μέσου όρου μόρφωσης.  Συνεπώς, χρειαζόμαστε ένα σύστημα που επιδιώκει την αριστεία, την ανάδειξη και την αξιοποίηση των αρίστων, χωρίς, ωστόσο να αναιρεί την άλλη υποχρέωση κάθε σοβαρού σύγχρονου κράτους, της παροχής ίσων ευκαιριών σε κάθε πολίτη και, ιδιαιτέρως, στους νέους.

 

Ποιές είναι οι δικές σας προτάσεις για την μεταρρύθμιση;

Πέρα από τη συμφωνία στο σκοπό της μεταρρύθμισης και τους στόχους τού εκπαιδευτικού συστήματος θεωρώ σημαντικά 5 ακόμη σημεία:

  • να βελτιωθούν η Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, ώστε να προάγουν ισόρροπα τη γνώση και την κριτική σκέψη,
  • είτε με εξετάσεις είτε χωρίς, τα Πανεπιστήμια, κατά κατηγορίες Σχολών ή και Τμημάτων, να έχουν άποψη ως προς το προφίλ των γνώσεων που θα διαθέτουν οι εισαγόμενοι,
  • να μη δημιουργηθεί επιπλέον έτος σπουδών μεταξύ Λυκείου και Πανεπιστημίου,
  • να υπάρξουν, όπου είναι δυνατόν, αλλαγές στη φιλοσοφία της ύλης και των εξετάσεων, ώστε να αποκλεισθεί η απομνημόνευση και η δημιουργία γενεών «παπαγάλων» και,
  • όταν με συναίνεση καταλήξουμε, η εφαρμογή της οποιασδήποτε αλλαγής θα πρέπει να προετοιμασθεί πολύ προσεκτικά, με μεγάλη σοβαρότητα και με προοπτική μέλλοντος.

 

Και σε ό,τι αφορά την τριτοβάθμια εκπαίδευση, τι χρειάζεται, τι θα κρίνει το μέλλον;

Ό,τι και να πω για τις ανάγκες τις τριτοβάθμιας εκπαίδευσης θα είναι λίγο.  Είναι τέτοια η φύση της και τόσα τα προβλήματά της, που το αρκετό συχνά πλησιάζει το ιδεώδες.  Γνωρίζοντας την κατάσταση, τις δυσχέρειες και τις δυνατότητες εκ πείρας, δεν θα ήθελα να σας δώσω μια ουτοπική εικόνα.  Επιπλέον διεκδικήσεις, όπως περισσότερες δαπάνες για την παιδεία κινούνται στο εκκρεμές της συνθηματολογίας και των υποσχέσεων επί δεκαετίες.  Είναι αυτονόητο ότι χρειαζόμαστε περισσότερους πόρους, καλύτερες υποδομές, στέρεες δομές.  Επίσης, ο χώρος της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης έχει ανάγκη να δώσουμε έμφαση στην ποιότητα και την αξιοκρατία.  Άλλη μια βασική ιδιότητα που πρέπει να αποκτήσουν τα ελληνικά ΑΕΙ είναι η εξωστρέφεια.

 

Τι εννοείτε λέγοντας εξωστρέφεια;

Εννοώ εξωστρέφεια σε δύο κατευθύνσεις, προς το εσωτερικό και προς το εξωτερικό, κοινωνικό και διεθνοποιημένο.  Ένα κοινωνικό Πανεπιστήμιο χρειάζεται να είναι σε επαφή με τους πολίτες, να κατανοεί τις ανάγκες τους, να ανταποκρίνεται και να είναι ικανό να μεταφέρει τα αποτελέσματα της διδακτικής και της ερευνητικής εργασίας προς αυτούς.  Τα Πανεπιστήμια δεν πρέπει να είναι νησίδες αποκομμένες από την πραγματικότητα εκτός των πυλών τους.  Είναι επίσης σημαντικό να συμμετέχουν στη διεθνή πραγματικότητα, για αυτό χρειαζόμαστε τη διεθνοποίηση.  Η διεθνοποίηση των σπουδών σημαίνει ευκαιρίες συνεργασίας.  Δημιουργεί συνθήκες αλληλεπίδρασης που ευνοούν τη συνέργια μεταξύ των Ιδρυμάτων, τον συντονισμό των δυνάμεων, την κινητικότητα φοιτητών και ερευνητών.  Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι, παρά τα προβλήματά του, το Ελληνικό Πανεπιστήμιο διαθέτει συγκριτικά πλεονεκτήματα.  Επιστημονικά αντικείμενα που συνδέονται με την Ελληνική γλώσσα, τον πολιτισμό, την ιστορία, την πολιτική, τις καλές τέχνες και τη μουσική, μπορούν να αποτελέσουν πόλους έλξης για αλλοδαπούς φοιτητές, ερευνητές και για συνεργασίες με ξένα Ιδρύματα.  Ένας άλλος παράγοντας που πρέπει να λάβουμε υπόψη μας είναι η γεωγραφική μας θέση στη Βαλκανική και η σχετική επιστημονική υπεροχή μας.  Θα πρέπει να εξετάσουμε τις δυνατότητες εκπαιδευτικής παρουσίας στις γειτονικές χώρες είτε μέσω της δημιουργίας προγραμμάτων σ’ αυτές είτε μέσω της ενθάρρυνσης φοιτητών και ερευνητών να έρθουν στη χώρα μας.

 

Πώς πορεύεται το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας σε αυτή την πραγματικότητα;

Το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας είναι ένα Πανεπιστήμιο ανοιχτό στην κοινωνία.  Θα ήθελα να τονίσω ότι το ίδιο το Πανεπιστήμιο, από την εποχή της ΑΒΣΘ, είναι απότοκο των αναγκών και των ονείρων της τοπικής και της ευρύτερης κοινωνίας, όπως άλλωστε και η εξέλιξη του.  Είμαστε σε διαρκή και άμεση επικοινωνία με την κοινωνία, τους φορείς, τις εξελίξεις.  Σ’ αυτό βέβαια βοηθά το γεγονός ότι θεραπεύουμε σύγχρονα αντικείμενα σπουδών που σχετίζονται με την οικονομική, την πολιτική, την καλλιτεχνική πραγματικότητα, στην Ελλάδα και το εξωτερικό.  Είμαστε επίσης ένα ευέλικτο και ανοιχτό Ίδρυμα.  Συνεργαζόμαστε με άλλα ιδρύματα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, με φορείς όπως ο ΣΕΒΕ, το Ινστιτούτο Νεολαίας, η ΑΔΕΔΥ, επίσης και με την Κυπριακή κυβέρνηση.  Επιμορφώνουμε στελέχη τής Διπλωματικής Ακαδημίας της Κύπρου, αλλά και στελέχη του Ελληνικού δημόσιου τομέα, στο Μεταπτυχιακό στη «Δημόσια Διοίκηση Ολικής Ποιότητας».  Δεχόμαστε αλλοδαπούς φοιτητές και ερευνητές και αναζητούμε τρόπους και μέσα παρουσίας σε γειτονικές χώρες.  Έχουμε, επίσης, σχέδια για τη δημιουργία μια σειράς ερευνητικών κέντρων, ανάμεσα τους ένα πρωτοποριακό κέντρο για την μελέτη του εγκεφάλου.  Ωστόσο, παρά τα πολλά ευοίωνα χαρακτηριστικά του Πανεπιστημίου μας, η μη απόδοση των υπεσχημένων χώρων του 424, πρώην ΓΣΝ, στερεί την εύρυθμη λειτουργία και την περαιτέρω ανάπτυξη του Πανεπιστημίου.  Το Πανεπιστήμιο ασφυκτιά και όσο συνεχίζεται αυτή η κατάσταση δεν είμαι αισιόδοξος για το μέλλον.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Παιδεία
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:17

Χρηστή διακυβέρνηση και οικονομική κρίση

Χρηστή διακυβέρνηση και οικονομική κρίση

 

του Ηλία Ι. Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων
Μακεδονία της Κυριακής, 29.03.2009

 

Η παγκόσμια οικονομική κρίση μάς θέτει ενώπιον της αέναα ζητούμενης ισορροπίας ανάμεσα στο άτομο, την αγορά και την κοινωνία (κράτος).  Πιο πιεστικά, όμως, μας θέτει ενώπιον της ανάγκης για χρηστή διακυβέρνηση και προ των ευθυνών μας για αυτή.  Τι είναι όμως χρηστή διακυβέρνηση και ποιος ο ρόλος των πολιτών σ’αυτήν;

Η χρηστή διακυβέρνηση είναι αποτελεσματική, χωρίς ωστόσο να ξεχνά τις ανάγκες του πολίτη.  Είναι αυτή που καταφέρνει να εξισορροπήσει την Ελευθερία με την Ισότητα και την Αδερφοσύνη, αντιμετωπίζοντας, όμως, την πολιτική με ρεαλισμό και στοχεύοντας στο εφικτό, με τελικό σκοπό την ευτυχία της κοινωνίας.

Η παραπάνω εξισορρόπηση προφανώς δεν έχει επιτευχθεί.  Η παγκόσμια οικονομική κρίση το αποδεικνύει και από παντού λαμβάνουμε μηνύματα ότι βρισκόμαστε σε αδιέξοδο.  Τα διαφορετικά κοινωνικά συστήματα, τα διαφορετικά μοντέλα δημοκρατίας, οι διαφορετικοί καπιταλισμοί που αναπτύχθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες στο κομμάτι του κόσμου που ονομάζουμε Δύση δεν κατόρθωσαν να φτάσουν στη χρηστή διακυβέρνηση.  Άρα, παραμένει ζητούμενο.

Στη χρηστή διακυβέρνηση πρέπει να βρούμε τις ισορροπίες ανάμεσα στο άτομο, στην αγορά και την κοινωνία (κράτος).  Πρέπει να αφήσουμε ελεύθερο το άτομο.  Πρέπει, να αφήσουμε ελεύθερη την αγορά.  Πρέπει όμως και να προστατεύσουμε την κοινωνία και τη συνοχή της.

Η χρηστή διακυβέρνηση είναι εκείνη που εγγυάται συνθήκες ελευθερίας.  Συγχρόνως είναι σε θέση να διορθώνει τις κοινωνικές ανισότητες που προκύπτουν.  Κι αυτό το πετυχαίνει μέσω του ετέρου θεμελίου λίθου της που είναι η διανεμητική δικαιοσύνη.

Φυσικά, η αποτελεσματικότητα είναι υπόθεση του κράτους, που διαθέτει και το συγκριτικό πλεονέκτημα της ισχύος.  Σ’ ένα κοινωνικό κράτος, όμως, η δικαιοσύνη οφείλει να εκπορεύεται και να διαφυλάσσεται από την κοινωνία πολιτών.  Ας το σκεφτούμε.  Στη βάση των θεωριών του κοινωνικού συμβολαίου, όλα τα οφέλη μας απορρέουν από την ίδια την κοινωνία.  Άρα η κοινωνία (εμείς), για να διατηρηθεί, έχει υποχρέωση και δικαίωμα να προστατέψει και να λάβει υπόψη της το πώς θα γίνει η διανομή των οφελών, ιδιαίτερα σε σχέση με τους πιο αδύνατους.

Αυτή, η ισχυρή, δραστήρια και παρεμβατική κοινωνία πολιτών δεν σημαίνει ότι τα άτομα παραδίδουν την ανεξαρτησία τους στο σύνολο.  Στο πλαίσιο ενός συντεταγμένου συνόλου πολιτικών και οικονομικών θεσμών που επιτρέπουν την ανεξαρτησία τού ατόμου, η ανεξαρτησία είναι αποτέλεσμα της ίδιας της κοινωνικής υπόστασης του ατόμου.  Δηλαδή, ελεύθεροι και ανεξάρτητοι είμαστε μόνο μέσα στην κοινωνία ή επειδή υπάρχει η κοινωνία.  Εξαρτιόμαστε απ’ αυτήν και για αγαθά και για τις απαραίτητες σχέσεις που θα μας οδηγήσουν και θα διασφαλίσουν την ανεξαρτησία μας, την ελευθερία μας.  Γι’ αυτό είμαστε και υποχρεωμένοι απέναντί της.  Γι’ αυτό και η κοινωνία δικαιούται να μας επιβάλλει υποχρεώσεις.

Η παγκόσμια οικονομική κρίση και η κρίση ευτυχίας της κοινωνίας αποδεικνύουν ότι από το ρόλο της κοινωνίας πολιτών, από τη χρηστή διακυβέρνηση και τη δικαιοσύνη εξαρτάται η ίδια η επιβίωσή μας.  Και επειδή η οικονομία δεν θα σταματήσει να λειτουργεί και να οδηγεί σε πολιτικά και κοινωνικά αδιέξοδα, η επιστροφή στην πολιτική και οι όποιες πολιτικές αυτή σηματοδοτήσει θα πρέπει να λάβουν υπόψη αυτές τις παραμέτρους.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Ελλάδα
Σελίδα 5 από 8
You are here Άρθρα Γνώμης Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική Προβολή άρθρων ανα tag: kuskuvelis