Monday, Mar 30th

Last update12:36:22 PM GMT

Προβολή άρθρων ανα tag: kuskuvelis
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:14

Ο Μύθος της Μεταρρύθμισης

Ο Μύθος της Μεταρρύθμισης

 

Έθνος, Σάββατο 7.03.2009, σ. 8.
του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων

 

Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση μοιάζει με μύθο που φοβίζει τα παιδιά… αλλά και τους μεγάλους.  Είναι ο λαβύρινθος, με το εκπαιδευτικό σύστημα να παίζει το ρόλο του Μινώταυρου που κατασπαράσσει κάθε χρόνο χιλιάδες νέους.

Πρέπει να ξεμπερδεύουμε με τον Μινώταυρο και να βγούμε από το λαβύρινθο.  Πώς, όμως;  Ο μύθος είναι διδακτικός.  Χρειάζεται να δέσουμε τον μίτο στην αρχή, να τον ξετυλίξουμε πηγαίνοντας μέχρι το τέλος και, μετά, πάλι πίσω.  Είναι μια διαδικασία επίπονη, που χρειάζεται επιμονή, τόλμη, νηφαλιότητα και υπομονή.

Πρέπει ως κοινωνία να σταματήσουμε τη θυσία τής νέας γενιάς.  Από πού, όμως, να ξεκινήσουμε;  Η αρχή προς μια ουσιαστική μεταρρύθμιση δεν βρίσκεται στην ελάχιστη συμφωνία ως προς τη διαδικασία των εξετάσεων εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, που περιορίζει πάντα το διάλογο.  Η ουσία τής όποιας μεταρρύθμισης βρίσκεται στους στόχους του εκπαιδευτικού συστήματος.  Πρέπει να αποφασίσουμε τι χαρακτηριστικά θέλουμε να έχει το εκπαιδευτικό μας σύστημα και για ποιους λόγους.  Συνήθως, αναλωνόμαστε στο να συζητούμε πως το εκπαιδευτικό μας σύστημα παράγει φοιτητές και μετά ανέργους, και όχι με το τι φοιτητές και, κυρίως, τι πολίτες δημιουργεί.

Η συζήτηση για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση θα πρέπει να μετατοπιστεί εδώ, να ξεφύγουμε από το θέμα των εξετάσεων και να συσχετίσουμε την μεταρρύθμιση με την αλλαγή της κοινωνικής νοοτροπίας και του πολιτικού πολιτισμού, με το μέλλον της χώρας μας.  Μ’ αυτόν τον τρόπο θα μπορέσουμε να φωτίσουμε τα προβλήματα της παιδείας, που μας απασχολούν πάντα, αλλά και τα κοινωνικά ζητήματα που μας απασχόλησαν τον τελευταίο καιρό.  Πρόκειται για συγκοινωνούντα δοχεία.  Αν κρίνουμε ότι δεν τα καταφέρνουμε στην κοινωνία, την πολιτική, την οικονομία, είναι γιατί το εκπαιδευτικό σύστημα δεν καταφέρνει να τροφοδοτήσει όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής με το κατάλληλο κοινωνικό κεφάλαιο, γιατί ως θεσμός πάσχει.  Ας μην ξεχνάμε, η ποιότητα και οι στόχοι της κοινωνίας, της πολιτικής, της οικονομίας, εξαρτώνται από την ποιότητα και τους στόχους του εκπαιδευτικού μας συστήματος.  Αυτό διαμορφώνει τους πολίτες και τους ηγέτες.

Συνεπώς, αν διαρκείς στόχοι της κοινωνίας, της πολιτικής, της οικονομίας είναι η ευημερία, η ανάπτυξη, η δημιουργία, η ελευθερία, η υπευθυνότητα, η συνοχή, η συμμετοχικότητα, η κοινωνική δικαιοσύνη, τότε οι ίδιοι στόχοι πρέπει να υποστηρίζονται και από το εκπαιδευτικό σύστημα.  Χρειαζόμαστε, λοιπόν, ένα σύστημα, το οποίο μέσω της γνώσης να προάγει τις έννοιες της κοινωνικής και ατομικής προόδου, της ευτυχίας της κοινωνίας, της κοινωνικής και ατομικής ευθύνης, της ισότητας, της συμμετοχής, της καινοτομίας.  Παράλληλα, έχουμε ανάγκη από ένα σύστημα το οποίο σε όλες τις βαθμίδες καλλιεργεί μαθητές, φοιτητές, στην ουσία πολίτες και ηγέτες, με αναλυτικό, κριτικό και δημιουργικό πνεύμα.

Σήμερα που καλούμαστε να επαναδιαπραγματευτούμε τους όρους του κοινωνικού συμβολαίου, που χρειαζόμαστε αλλαγή της κοινωνικής νοοτροπίας – μια μεταστροφή, όμως, που θα είναι αποτέλεσμα παιδείας - αυτή η ανάγκη είναι πιο ξεκάθαρη και πιο αδήριτη από ποτέ.  Καιρός, λοιπόν, να σκοτώσουμε το εκπαιδευτικό σύστημα-τέρας, ξετυλίγοντας το κουβάρι από την αρχή, ξεκινώντας από την ουσία και τους λόγους της μεταρρύθμισης.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Παιδεία

Άλλη παιδεία, άλλη νοοτροπία, άλλη πολιτική

Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 15.02.2009, σ. 40
του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων

 

Ο προβληματισμός της κοινωνίας και, ειδικά, της νεολαίας για την πολιτική εντείνεται.  Φτάνει στα όρια της αγανάκτησης, που εκφράζεται άλλοτε με ακραίες συμπεριφορές, με μηδενιστικές στάσεις και άλλοτε με αποστασιοποίηση και αποχή.  Έτσι, συχνά υιοθετείται το κλισέ περί αποτυχίας της πολιτικής.  Μια κατηγορία που δεν είναι άδικη, εφόσον παραδεχόμαστε ότι το πολιτικό και κοινωνικό σύστημα νοσεί.

Η πολιτική έχει όντως αποτύχει στο βαθμό που δεν έχει καταφέρει να εκπληρώσει το σκοπό της, που είναι η ευτυχία της κοινωνίας.  Η πολιτική, όμως, συνίσταται σε ένα σύνολο ευρύτερων διαδικασιών γα τις οποίες έχουν ευθύνη τόσο οι πολιτικοί, όσο και οι πολίτες.  Συνεπώς, θα πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε τη σχέση μας με την πολιτική και να αναλάβουμε όλοι τις ευθύνες μας.

Ως πολίτες έχουμε χρέος να επαναδιαπραγματευθούμε τους όρους του κοινωνικού συμβολαίου.  Χρειαζόμαστε ένα φιλελεύθερο κοινωνικό συμβόλαιο που να περιορίζει τις αυθαιρεσίες της όποιας εξουσίας – πολιτικής, οικονομικής, πνευματικής.  Όμως, το κοινωνικό συμβόλαιο είναι ένας τρόπος οργάνωσης της κοινότητας που είναι αποτέλεσμα αλλαγής νοοτροπίας της κοινωνίας.  Η νοοτροπία αλλάζει μέσω της μετάλλαξης του πνεύματος των ανθρώπων.  Μια τέτοια μετάλλαξη είναι δυνατόν να γίνει μόνο μέσω της παιδείας των πολιτών, που ως ώριμοι συμμετέχοντες στις διαδικασίες της πολιτικής αιτούνται τη σύναψη μιας σύμβασης, τέτοιας που θα εγγυάται τις επιδιώξεις τους και θα προστατεύει τα δικαιώματά τους.  Οι όροι της σύμβασης θα πρέπει να εξασφαλίζουν τις κατάλληλες προϋποθέσεις, ώστε αυτά τα δικαιώματα να έχουν αξία και τα άτομα να μπορούν να αναπτυχθούν ελεύθερα εντός της κοινωνίας.

Το να έχουν την δυνατότητα να αναπτυχθούν ελεύθερα εντός μιας δίκαιης κοινωνίας είναι και η μεγαλύτερη αγωνία και το κυρίαρχο αίτημα των νέων σήμερα.  Για αυτό, ακρογωνιαίος λίθος του κοινωνικού συμβολαίου θα πρέπει να είναι η κοινωνική δικαιοσύνη.  Το νέο κοινωνικό συμβόλαιο είναι απαραίτητο να διαπνέεται από αναδιανεμητικό χαρακτήρα, να αποτρέπει τις διακρίσεις και να ρυθμίζει τα ανταγωνιστικά κοινωνικά αιτήματα.

Ποιες είναι όμως οι προϋποθέσεις για να περάσουμε στην επαναδιαπραγμάτευση του κοινωνικού συμβολαίου σε πρακτικό επίπεδο;  Θα πρέπει να κατανοήσουμε τα κακώς κείμενα της παρούσας κατάστασης.  Η οργάνωση της πολιτείας, των κομμάτων, της κοινωνίας εμποδίζει την επικράτηση της ελευθερίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης.    Έπειτα, έχουμε χρέος να αντισταθούμε στην επικράτηση της πολιτικής επικοινωνίας έναντι της πραγματικής πολιτικής, να είμαστε (επι)κριτικοί απέναντι σε θέσεις, προγράμματα και στάσεις, να απαιτήσουμε ένα νέο πολιτικό πολιτισμό, χωρίς πελατειακές σχέσεις, και να μην ξεχνούμε τις ευθύνες και τις υποχρεώσεις που έχουμε ως ελεύθεροι, δίκαιοι, ενεργοί και δημοκράτες πολίτες.

Με άλλα λόγια, είναι ανάγκη να αλλάξουμε νοοτροπία στο ζήτημα των ευθυνών που έχουμε ως πολίτες.  Αν το πράξουμε εμείς, θα το πράξουν και οι εντολοδόχοι μας, οι πολιτικοί.

Μέσο για αυτήν την αλλαγή αποτελεί η κατάλληλη Παιδεία.  Χρειαζόμαστε Παιδεία τέτοια που να δίνει εφόδια στους πολίτες για τη συμμετοχή τους στις διαδικασίες της πολιτικής, να προάγει την ενεργοποίηση και την κριτική στάση των πολιτών, να διαμορφώνει πολίτες με διάθεση να συνεισφέρουν στην ευτυχία της κοινωνίας, ικανούς να επαναδιαπραγματεύονται αέναα το κοινωνικό συμβόλαιο από όποια θέση και αν βρίσκονται.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Παιδεία
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:13

Πέντε σημαντικά σημεία για το εξεταστικό

Πέντε σημαντικά σημεία

Καθημερινή, Κυριακή 25.01.2009, σ. 6
του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων
Πρύτανη του Πανεπιστημίου Μακεδονίας

 

Η αναζήτηση ενός διαφορετικού συστήματος εισαγωγής στα ΑΕΙ και στα ΑΤΕΙ θέτει την κοινωνία προ των ευθυνών της να προσδιορίσει και τα κριτήρια της ανανέωσής της, καθώς οι απόφοιτοι της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης είναι εκείνοι οι οποίοι θα αναλάβουν στο μέλλον θέσεις ευθύνης.  Η ανανέωση της κοινωνίας συναρτάται με την ίδια της την επιβίωση, με την ικανότητά της να εισπράττει και να αξιοποιεί τους νέους χυμούς της ευφυΐας και της ικανότητας.

Αυτές οι δυνατότητες δεν απαντώνται στην ισχύουσα κοινωνική κατάσταση του νεποτισμού, της ανευθυνότητας, της εύνοιας στους οικονομικά ισχυρότερους και στους κατοίκους των αστικών κέντρων, στην εξίσωση όλων προς τα κάτω.  Ζητούμενο είναι, στη βάση της αναδιανεμητικής κοινωνικής δικαιοσύνης, η εξίσωση του μεγαλύτερου αριθμού προς τα πάνω, να πάμε, δηλαδή, όλοι μαζί πιο ψηλά!

Πολλές κοινωνίες έχουν ήδη απαντήσει στο ερώτημα της ανανέωσής τους με μία αυτονόητη απάντηση: την επιδίωξη της αριστείας και την ανάδειξη των αρίστων στη βάση της αξιοκρατίας.  Η επιδίωξη της αριστείας δεν αναιρεί την άλλη υποχρέωση κάθε σοβαρού σύγχρονου κράτους, της παροχής ίσων ευκαιριών σε κάθε πολίτη και, ιδιαιτέρως, στους νέους.  Αντιθέτως, ανοίγει το δρόμο σε όλους τους νέους ανεξαιρέτως, από όπου και αν προέρχονται, ώστε, αφενός, να μορφωθούν και να διαθέτουμε ένα υψηλό συλλογικό επίπεδο εκπαίδευσης, αφετέρου, να διακριθούν και να συμβάλουν στη βελτίωση του συλλογικού μέσου όρου μόρφωσης.

Σε ό,τι αφορά ειδικότερα το παρόν σύστημα εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, η κοινωνία μας έχει παγιδευτεί σ’ένα μηχανιστικό σύστημα με μοναδικό στόχο το «αδιάβλητο» και ταλανίζεται με τη βάση του «10».  Δυστυχώς, όμως, η επιδίωξη του αυτονόητου μέσω ενός ολόκληρου συστήματος είναι, αφενός, ομολογία αποτυχίας, αφετέρου, τροχοπέδη στην επιδίωξη της αριστείας.

Υπάρχουν διάφορες προτάσεις για αλλαγές στο σύστημα εισαγωγής.  Σε κάθε περίπτωση, σε οποιοδήποτε σύστημα τελικώς επιλεγεί, είναι σημαντικό:

  1. να βελτιωθούν η πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ώστε να προάγουν ισόρροπα τη γνώση και την κριτική σκέψη.
  2. είτε με εξετάσεις είτε χωρίς, τα Πανεπιστήμια, κατά κατηγορίες Σχολών ή και Τμημάτων, να έχουν άποψη ως προς το προφίλ των γνώσεων που θα διαθέτουν οι εισαγόμενοι.
  3. να μη δημιουργηθεί επιπλέον έτος σπουδών μεταξύ Λυκείου και Πανεπιστημίου.
  4. να υπάρξουν, όπου είναι δυνατόν, αλλαγές στη φιλοσοφία της ύλης και των εξετάσεων, ώστε να αποκλεισθεί η απομνημόνευση και η δημιουργία γενεών «παπαγάλων», και
  5. όταν με συναίνεση καταλήξουμε, η εφαρμογή τής οποιασδήποτε αλλαγής θα πρέπει να προετοιμασθεί πολύ προσεκτικά, με μεγάλη σοβαρότητα και με προοπτική μέλλοντος.
Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Παιδεία

Προκλήσεις και Οφέλη από την Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση


Μακεδονία, 20.01.2009
του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων
Πρύτανης Πανεπιστημίου Μακεδονίας


Η δημιουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελεί ένα sui generis φαινόμενο. Για κάποιους θαύμα, το οποίο θα πρέπει να γιορτάσουμε, και για άλλους εξέλιξη που χρήζει κριτικής αντιμετώπισης. Την αλήθεια θα την βρούμε κάπου στη μέση.

Η Ένωση κατάφερε σταδιακά να εγκαθιδρύσει την ειρήνη, τη σταθερότητα, την ασφάλεια, τη συνεργασία και την ευημερία, εκεί όπου βασίλευε ο πόλεμος, η βία, η καχυποψία, η αστάθεια. Στήριξε τον εκδημοκρατισμό και τον εκσυγχρονισμό των ευρωπαϊκών κρατών από την Μεσόγειο μέχρι τη Βαλτική. Μέσα από τις διαδοχικές διευρύνσεις η Ένωση μεγάλωσε πληθυσμιακά και γεωγραφικά. Έγινε πιο πλούσια πολιτισμικά και συγχρόνως περισσότερο Ευρωπαϊκή. Η Ευρωπαϊκή Ένωση των 27 αποτελεί πλέον μια παγκόσμια δύναμη στο οικονομικό πεδίο, αλλά και έναν υπολογίσιμο παράγοντα στο πολιτικό. Αναπτύχθηκε ως ένα υπερεθνικό μόρφωμα, έχοντας το έθνος κράτος στο επίκεντρο της, συνδυάζοντας το εθνικό συμφέρον και τον μόνιμο ανταγωνισμό με τα αμοιβαία κέρδη.

Ποιο είναι, όμως, το όφελος για τον Έλληνα και κάθε ευρωπαίο πολίτη; Οι δυνατότητες που δίνει η οικονομική, πολιτική και ηθική δύναμη της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης εντός της Ευρώπης και έξω από αυτή. Πρόκειται: για τις ελευθερίες και τις κοινές πολιτικές, όπως είναι η ελεύθερη διακίνηση ανθρώπων και αγαθών, η κοινή αγροτική πολιτική, η κοινή εξωτερική πολιτική• για τις δυνατότητες αντιμετώπισης κοινών προβλημάτων και προκλήσεων, όπως τα θέματα περιβάλλοντος και ενέργειας• επίσης, για τις δυνατότητες παρέμβασης σε παγκόσμιο επίπεδο, από το εμπόριο και τα χρηματοπιστωτικά μέχρι την ανάπτυξη και την ανθρωπιστική βοήθεια. Η Ένωση λειτουργεί συμπληρωματικά στα κράτη μέλη της και, συγχρόνως, είναι κάτι παραπάνω από το σύνολο των μερών της. Οι πολίτες επωφελούνται από την μεταμορφωτική δύναμη της Ένωσης εντός των χωρών τους αλλά και έξω από αυτές. Ωστόσο, η διαχείριση και η αξιοποίηση αυτής της δύναμης διαφέρει από κράτος σε κράτος, με αποτέλεσμα η πρόοδος της διαδικασίας του εξευρωπαϊσμού και σύγκλισης να ποικίλει.

Στην Ελλάδα κερδίσαμε πολλά στοιχήματα, με κυριότερα αυτό του εκδημοκρατισμού και της ένταξης στην ΟΝΕ. Επωφεληθήκαμε από τη σταθερότητα που εγγυήθηκε η διεύρυνση προς την ΝΑ Ευρώπη. Χάσαμε, όμως – και συνεχίζουμε να χάνουμε πολλές ευκαιρίες -, όπως στην περίπτωση της αξιοποίησης ευρωπαϊκών πόρων ή στην καλλιέργεια ευρωπαϊκής νοοτροπίας, όπως σε ζητήματα επιχειρηματικότητας, δημόσιας διοίκησης, προστασίας του περιβάλλοντος, εκπαίδευσης. Καθυστερήσαμε στη σύζευξη της βαλκανικής και της Ευρωπαϊκής πολιτικής. Πλέον, δεν είμαστε το μόνο ευρωπαϊκό κράτος στα Βαλκάνια και αυτό δημιουργεί νέες προκλήσεις για το ρόλο της Ελλάδας που πρέπει να λάβουμε υπόψη μας. Ο εξευρωπαϊσμός μπορεί να αποτελέσει διέξοδο στ' αδιέξοδα της ελληνικής πολιτικής σήμερα. Αρκεί, να κατανοήσουμε τη σημασία της Ένωσης για την καθημερινότητα μας και για το μέλλον της χώρας.

Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι αντιμετωπίζουμε την Ε.Ε. άκριτα. Όντας μια διαδικασία με ασαφή, εσχάτως, κατεύθυνση, η Ευρωπαϊκή ενοποίηση διατρέχει τα πρώτα χρόνια του 21ου αιώνα, αντιμετωπίζοντας μια σειρά από σοβαρές προκλήσεις. Η θεσμική της εξέλιξη, το δημοκρατικό έλλειμμα, ο ρόλος της στο Διεθνές Σύστημα, η σχέση της με τις ΗΠΑ και τη Ρωσία, οι πολιτικές της στον υπόλοιπο κόσμο, οι οικονομικές της σχέσεις και επιδόσεις, οι προσδοκίες των πολιτών της και οι διαθέσεις των ηγετών της, θα κρίνουν το μέλλον της και το μέλλον μας.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:11

Πίσω στον πολιτικό Φιλελευθερισμό

Πίσω στον πολιτικό Φιλελευθερισμό


Καθημερινή, 13.01.2009
του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων

 

Η συγκυριακή απογοήτευση και αποστασιοποίηση των πολιτών από την πολιτική οφείλεται στην αδυναμία της δεύτερης να εκπληρώσει τον σκοπό της: την ευτυχία της κοινωνίας.  Στη δυσχέρεια αυτήν οδηγούμαστε επειδή η πολιτική ταυτίζεται με την εξουσία., η οποία γίνεται αυτοσκοπός.  Σ’ αυτήν την περίπτωση, στόχος είναι η πρόσκαιρη ευχαρίστηση όλο και ευρύτερου φάσματος ψηφοφόρων.  Η πολιτική επικοινωνία με τα τεχνάσματά της επικρατεί έναντι της πραγματικής πολιτικής.  Οι ταυτότητες, οι θέσεις και τα προγράμματα των κομμάτων εξουσίας γίνονται ασαφή.  Συναγωνίζονται σε ανευθυνότητα.  Κυριαρχούν η ρευστότητα και ο καιροσκοπισμός. Πρωταρχικός σκοπός είναι η αποφυγή τού πολιτικού κόστους και όχι η βελτίωση της καθημερινότητας του πολίτη.

Το πολιτικό και το οικονομικό σύστημα αναμφίβολα νοσούν.  Καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε την ασθένεια στη ρίζα της.  Το πρώτο στάδιο της θεραπείας είναι η επιστροφή στην ουσία και την ιδεολογία, προκειμένου να αντλήσουμε αρχές, ιδέες, επιχειρήματα, σημεία αναφοράς και να αρθρώσουμε σαφή πολιτική σκέψη και ουσιαστικό πολιτικό λόγο.

Ο πολιτικός φιλελευθερισμός είναι το κατάλληλο μέσο.  Τα ζητήματα του περιορισμού της εξουσίας και των αυθαιρεσιών της αγοράς, η ελευθερία και η ευθύνη του ατόμου, με απώτερο σκοπό την ευτυχία του ατόμου και της κοινωνίας, συνδέθηκαν ευκρινώς από τους στοχαστές του κλασσικού φιλελευθερισμού.  Οι πολιτικοί και οι πολίτες, το σύνολο δηλαδή, θα επωφεληθούν τα μέγιστα από την υιοθέτηση αυτής της φιλελεύθερης παράδοσης.

Το κοινωνικό συμβόλαιο του Rousseau είναι ένας τρόπος οργάνωσης της κοινότητας, που είναι προϊόν αλλαγής νοοτροπίας, μετάλλαξης του ίδιου του πνεύματος των ανθρώπων, αποτέλεσμα της παιδείας που οδηγεί στην υπευθυνότητα της κοινωνίας.  Η σύμβαση συνάπτεται προκειμένου το σύστημα να εγγυάται τις επιδιώξεις τού ανθρώπου, να προστατεύονται η ελευθερία των ατόμων, η ιδιοκτησία τους, η ισότητα μεταξύ τους.  Σύμφωνα δε με τους υποστηρικτές του «κοινωνικού» φιλελευθερισμού, όπως, π.χ., ο Bentham και ο Green, υποχρέωση του κράτους δεν είναι μόνο η προστασία των βασικών δικαιωμάτων, αλλά και η εξασφάλιση των κατάλληλων προϋποθέσεων, ώστε αυτά τα δικαιώματα να έχουν αξία, ώστε το άτομο να μπορεί να αναπτυχθεί ελεύθερα εντός της κοινωνίας.

Οι φιλελεύθεροι δεν κλείνουν τα μάτια στην πραγματικότητα.  Ο ίδιος ο Tocqueville παραδέχεται τους κινδύνους της δημοκρατίας: την τυραννία της πλειοψηφίας, την επικράτηση του ατομικιστικού πνεύματος και της επιφανειακής πλευράς τής πολιτικής ζωής.  Οι αδυναμίες μπορούν να αντιμετωπιστούν, για αυτό οφείλουμε να είμαστε σε επαγρύπνηση και εγρήγορση.  Στην ανοιχτή κοινωνία του Popper, για παράδειγμα, οι θεσμοί και οι δομές της πολιτικής εξουσίας υπόκεινται σε πολύ αυστηρή και χωρίς φόβο κριτική.  Σήμερα, όμως, πρέπει να σταθούμε στον Rawls και στην ιδέα της κοινωνικής δικαιοσύνης, που καθιστά το φιλελεύθερο κράτος, κράτος πρόνοιας.  Η κοινωνική δικαιοσύνη του Rawls έχει αναδιανεμητικό χαρακτήρα, γεγονός που την κάνει αναγκαία σήμερα στο εσωτερικό αλλά και στο διεθνές πεδίο.  Στόχος της είναι να αποτρέψει διακρίσεις και να ρυθμίζει τα ανταγωνιστικά κοινωνικά αιτήματα.

Οι παραπάνω ιδέες θεωρώ ότι μπορούν να αποτελέσουν αντίδοτα σε ότι δηλητηριάζει τον πολιτικό πολιτισμό.  Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι η πολιτική είναι ένα σύνολο ευρύτερων διαδικασιών, και όχι μια σειρά από επικοινωνιακά τεχνάσματα που αφορούν μόνο τους πολιτικούς και την κατάκτηση της εξουσίας.  Ως πολίτες πρέπει να ανταποκριθούμε στις ευθύνες μας, να αλλάξουμε νοοτροπία, να αναπτύξουμε την κριτική μας ικανότητα, να συμμετέχουμε δημιουργικά, να απαιτούμε δικαιοσύνη και, στη βάση αυτής, να επαναδιαπραγματευόμαστε – όπως, στην παρούσα οικονομική συγκυρία, είναι φανερό πλέον ότι πρέπει να γίνει - τους όρους του κοινωνικού συμβολαίου.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Ελλάδα
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:11

Αριστεία και εξεταστικό

Αριστεία και εξεταστικό

 

Αγγελιοφόρος, 04.01.2009
του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων


Η έναρξη της συζήτησης για ένα διαφορετικό σύστημα εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση θέτει το ερώτημα για το αν η κοινωνία μας είναι έτοιμη να συζητήσει το ζήτημα και τα κριτήρια της ανανέωσής της, αφού οι απόφοιτοι της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης είναι εκείνοι οι οποίοι σε μεγάλο βαθμό και αριθμό θα αναλάβουν θέσεις ευθύνης στο γίγνεσθαι της εξέλιξής της. Πολλές κοινωνίες, στο παρελθόν αλλά και στο σήμερα, έχουν απαντήσει σ'αυτό το ερώτημα με μία αυτονόητη απάντηση: την επιδίωξη της αριστείας και την ανάδειξη των αρίστων.

Η ανανέωση της κοινωνίας συναρτάται με την ίδια της την επιβίωση, με την ικανότητά της να εισπράττει και να αξιοποιεί τους νέους χυμούς της ευφυΐας, της ικανότητας, της διάθεσης για προσφορά. Τούτα τα στοιχεία δεν βρίσκονται στην ισχύουσα κοινωνική κατάσταση του νεποτισμού, της ανευθυνότητας, της εύνοιας στους οικονομικά ισχυρότερους και στους κατοίκους των αστικών κέντρων, στο φαινόμενο της εξίσωσης όλων προς τα κάτω.

Σήμερα η κοινωνία μας έχει παγιδευτεί σ'ένα μηχανιστικό σύστημα εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, το οποίο έχει ως κυρίαρχο στόχο το «αδιάβλητο». Τούτο, φυσικά, είναι απαραίτητο σε κάθε σύστημα αριστείας, αλλά η επιδίωξη του αυτονόητου μέσω ενός ολόκληρου συστήματος είναι αφενός ομολογία αποτυχίας μίας κοινωνίας, αφετέρου σκοταδιστική στην επίτευξη της αριστείας και στην απάντηση ενός άλλου ζητήματος – με αυτονόητη και δεδομένη ανά τον κόσμο απάντηση κι αυτό – το αν θέλουμε ένα εκπαιδευτικό σύστημα που θα παρέχει παιδεία ή εκπαίδευση.

Αναμφίβολα, κάθε σύστημα, πρέπει στο μεγάλο του μέρος, και ιδιαίτερα στο Λύκειο, να επιδιώκει να προσφέρει κυρίως παιδεία, ενώ η τριτοβάθμια εκπαίδευση πρέπει να μπορεί να δώσει κυρίως εξειδίκευση. Αυτός ο σχηματικός διαχωρισμός μάς οδηγεί στο αυτονόητο πλέον, ότι οι σπουδές στο Λύκειο θα πρέπει να απεξαρτηθούν από τις εισαγωγικές για την τριτοβάθμια εκπαίδευση εξετάσεις. Ταυτοχρόνως, μας οδηγεί και στο άλλο αυτονόητο, που έχει μετατραπεί σε διεκδίκηση φοιτητικών παρατάξεων, την αναβάθμιση ή τη μη υποβάθμιση των προπτυχιακών σπουδών: μέσα στο χρόνο φοίτησης οι απόφοιτοι να λαμβάνουν τις προβλεπόμενες γνώσεις και οι μεταπτυχιακές σπουδές να είναι πραγματικά σπουδές με έμφαση στην έρευνα και την παραγωγή γνώσης.

Σήμερα ακούγονται διάφορες προτάσεις για αλλαγές στο σύστημα εισαγωγής. Σε κάθε περίπτωση, σε οποιοδήποτε σύστημα τελικώς επιλεγεί, είναι σημαντικό:

  1. είτε με εξετάσεις είτε χωρίς, τα Πανεπιστήμια να έχουν άποψη ως προς το προφίλ των γνώσεων που θα διαθέτουν οι εισαγόμενοι σε αυτά.
  2. να μη δημιουργηθούν επιπλέον έτη σπουδών, μεταξύ Λυκείου και Πανεπιστημίου.
  3. να υπάρξουν, όπου είναι δυνατόν, αλλαγές στην ύλη ώστε να αποκλεισθεί η απομνημόνευση και η δημιουργία γενεών «παπαγάλων», και
  4. όταν με συναίνεση καταλήξουμε κάπου, η εφαρμογή τής οποιασδήποτε αλλαγής θα πρέπει να προετοιμασθεί προσεκτικά, σε βάθος χρόνου και με εξαιρετικά μεγάλη σοβαρότητα.
Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Παιδεία

Το διεθνές σύστημα, οι Ηνωμένες Πολιτείες και ο νέος Πρόεδρος

 

Αμυντικά Θέματα
Περίοδος Δ', Τεύχος 265 [28] Δεκέμβριος 2008, σελ. 47-49
του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων


Είναι ο ωκεανός, το πλοίο ή ο κυβερνήτης του που καθορίζουν τις εξελίξεις; Με άλλα λόγια, επαναφέροντας στο προσκήνιο για την παρούσα μελέτη τα τρία μεθοδολογικά επίπεδα ανάλυσης των Διεθνών Σχέσεων, είναι το διεθνές σύστημα, το κράτος ή η πολιτική ηγεσία, εν προκειμένω η κορυφή της, ο Μπαράκ Ομπάμα, που θα προσδιορίσουν τη συμπεριφορά των Ηνωμένων Πολιτειών τα επόμενα τέσσερα χρόνια;

Ας μη γελιέται κανείς. Η απάντηση βρίσκεται στη σύνθεση των τριών προσεγγίσεων. Διότι ο κυβερνήτης του πλοίου θέλει να το οδηγήσει σε μία πορεία και σ' έναν προορισμό. Το ερώτημα είναι πάντα αν το πλοίο θέλει και μπορεί να πάει και αν οι συνθήκες του ωκεανού το επιτρέπουν. Γι αυτό παρακάτω, θα προχωρήσω παρουσιάζοντας την κατάσταση του διεθνούς συστήματος, τον ρόλο των ΗΠΑ, λαμβάνοντας υπόψη τα λίγα που γνωρίζουμε για τις απόψεις και τους στόχους του νέου Προέδρου, όπως αυτοί εξαγγέλθηκαν μέχρι τώρα.

Σε κάθε περίπτωση, ό,τι και αν γραφεί σήμερα, συνιστά πιθανολόγηση καταστάσεων και εξελίξεων, αφού δεν υπάρχει δυνατότητα να προβλέψει κανείς το μέλλον. Μπορεί μόνο, στη βάση των επιστημονικά τεκμηριωμένων συμπερασμάτων και της προσεκτικής παρατήρησης, να καταγράψει το γίγνεσθαι και τη δυναμική του. Σε αυτό το γίγνεσθαι και τη μεγάλη εικόνα, αυτήν του διεθνούς συστήματος, και στον ρόλο των ΗΠΑ θα εστιάσω.

Μετά το 1989, η προοδευτική κατάρρευση της Ε.Σ.Σ.Δ. δημιούργησε ένα κενό ισχύος στο διεθνές σύστημα και επέτρεψε να αναδειχθούν οι Η.Π.Α. ως η μοναδική υπερδύναμη του πλανήτη. Οι Η.Π.Α., σε συνεργασία (και όχι ανταγωνιστικά) με τους Ευρωπαίους, ήταν μοιραίο να επιχειρήσουν να καλύψουν το κενό της Ε.Σ.Σ.Δ. και να δημιουργήσουν, χωρίς να έχουν ουσιαστικά αντίπαλο, τη «νέα» δική τους παγκόσμια τάξη.

Στα πλαίσια της «νέας» παγκόσμιας τάξης το ΝΑΤΟ - η μακροβιότερη και ισχυρότερη ηγεμονική συμμαχία που γνώρισε ποτέ ο κόσμος - παύει να είναι μία περιφερειακή αμυντική συμμαχία και αναδεικνύεται σε έναν παρεμβατικό φορέα, αλλά και φορέα υπερεθνικής προσέγγισης. Οι Η.Π.Α. με το ΝΑΤΟ και τις από αυτό εκπορευόμενες πρωτοβουλίες (NACC, PfP) ή σε συνεργασία με δυτικοευρωπαϊκούς φορείς ολοκλήρωσης (Ευρωπαϊκή Ένωση) και διεθνούς συνεργασίας (ΟΑΣΕ) επιχειρούν να συσπειρώσουν τα κράτη του βορείου ημισφαιρίου και να σταθεροποιήσουν τα πολιτικά συστήματα των πρώην Ανατολικών κρατών και τις μεταξύ τους σχέσεις.

Στη «νέα» τάξη πραγμάτων, οι Η.Π.Α. εστιάζουν την προσοχή τους, στο βόρειο τμήμα της Ευρασίας, παραμελώντας σχεδόν τα τεράστια προβλήματα που παρουσιάζει το νότιο ημισφαίριο. Παραλλήλως, επιχειρούν να επιβάλουν το δικό τους σύστημα πολιτικών και άλλων αξιών, όπως αυτό εκφράζεται από την εκάστοτε κυβέρνησή τους.

Στην μεταψυχροπολεμική εποχή και πριν την αλλαγή του αιώνα, οι Η.Π.Α. θα διεξάγουν δύο πολέμους. Ο πρώτος κατά του Ιράκ με στόχο την απομάκρυνσή του από το Κουβέιτ, την αποκατάσταση της στρατιωτικής ισορροπίας στην περιοχή του Περσικού και την διασφάλιση της ροής του μαύρου χρυσού προς τη Δύση. Το νικηφόρο πόλεμο των Η.Π.Α. ακολουθούν σοβαρές κυρώσεις κατά του Ιράκ, όπως και διευθετήσεις στο Παλαιστινιακό, χωρίς εν τούτοις να έπεται και οριστική επίλυση του πλέον σοβαρού και χρονίζοντος προβλήματος στη Μέση Ανατολή.

Όμως η πρωταρχική μέριμνα των Η.Π.Α. μετά το 1989 είναι ο «εκδημοκρατισμός» και η σταθεροποίηση της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, των Βαλκανίων και του χώρου της πρώην Ε.Σ.Σ.Δ., με την προσοχή να εστιάζεται κυρίως στη Ρωσία. Η τελευταία έπρεπε αφενός να χάσει τα όποια στηρίγματα στο εξωτερικό που θα της επέτρεπαν να ξαναπαίξει σημαντικό διεθνή ρόλο, αφετέρου να εκδημοκρατισθεί στο εσωτερικό, έτσι ώστε να αποκλεισθεί η ανάκαμψη στην εξουσία των κομμουνιστών ή μίας στρατιωτικής εθνικιστικής δικτατορίας.

Τον Ιανουάριο του 2001, στις Η.Π.Α., επανήλθαν στην εξουσία οι Ρεπουμπλικάνοι με Πρόεδρο τον Τζορτζ Μπους, τον νεότερο. Η εξωτερική πολιτική των Η.Π.Α. άρχισε τότε να διαφαίνεται ως λιγότερο παρεμβατική στον τομέα της δημιουργίας νέων εθνών ("nation building"), χωρίς όμως, σύμφωνα με τότε δηλώσεις, να αποκλείονται οι επεμβάσεις όταν θα το απαιτούσαν τα συμφέροντα ασφαλείας. Όπως επίσης αναμενόταν, η προσέγγιση με τη Ρωσία είχε δρομολογηθεί, ενώ παράλληλα ήταν έκδηλη η έμφαση που έδιδε η νέα κυβέρνηση στο θέμα των διαστημικών εξοπλισμών («Πόλεμος των Άστρων»).

Αυτή περίπου ήταν η εικόνα του διεθνούς συστήματος και του ρόλου της μοναδικής υπερδύναμης μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου, όταν στις 11.9.2001 έλαβε χώρα η τρομοκρατική επίθεση εναντίον των Η.Π.Α.. Η επίθεση, που είχε ως αποτέλεσμα την ολοσχερή καταστροφή του Κέντρου Παγκοσμίου Εμπορίου και πτέρυγας του Πενταγώνου, συντελέσθηκε από ισλαμικούς, ακραίους, μη κρατικούς παράγοντες του διεθνούς συστήματος, με την ανοχή, επίνευση ή και ενθάρρυνση κάποιων κρατών.

Τούτο ήταν το πρώτο πλήγμα που υπέστησαν οι Η.Π.Α. στο εσωτερικό τους. Ό,τι δεν συνέβη με τα πυρηνικά (λόγω της αποτροπής) στον ψυχρό πόλεμο, συνέβη στην μεταψυχροπολεμική εποχή, σε μία στιγμή ηγεμονικής υπεροχής τους. Από το πλήγμα ετρώθη το κύρος των Η.Π.Α., ενώ οι αρνητικές συνέπειες στην οικονομία ήταν σημαντικές και μετρήσιμες. Παράλληλα, οι μετακινήσεις των πολιτών και η πυκνότητα των συναλλαγών μειώθηκαν, νομοθετικές ρυθμίσεις κατά της τρομοκρατίας δρομολογήθηκαν, ενώ κινητοποιήθηκε ο μηχανισμός των Η.Π.Α. για την αντιμετώπιση και την εξάλειψη της διεθνούς τρομοκρατίας.

Στη βάση ενός νέου δόγματος, οι Η.Π.Α., μετά την 11η.9.2001 και μέχρι τα μέσα του 2003, θα διεξάγουν άλλους δύο πολέμους από τους οποίους θα αποκομίσουν σημαντικά οφέλη. Για τις ανάγκες της εκστρατείας κατά του Αφγανιστάν προσελκύεται το Πακιστάν, προσεγγίζονται η Κίνα και η Ινδία, ενώ, τελικώς, το Αφγανιστάν και κάποιες γειτονικές πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες εντάσσονται (για πρώτη φορά) στη σφαίρα επιρροής των Η.Π.Α.. Δημιουργούν έτσι μία σημαντική βάση ισχύος στην Κεντρική Ασία.

Επιπλέον, οι Η.Π.Α. στρέφονται κατά καθεστώτων που υποστηρίζουν ή ανέχονται την τρομοκρατία και, ταυτοχρόνως, επιχειρούν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα που ταλανίζει κάθε μεγάλη πυρηνική δύναμη: την εμφάνιση του μικρού κράτους με το μη φιλικό πολίτευμα ή την παράτολμη ηγεσία που θα αποκτούσε (Βόρεια Κορέα) ή απλώς θα είχε την επιθυμία να αποκτήσει (Ιράκ, Ιράν) όπλα μαζικής καταστροφής. Με μία τέτοια λογική, οι Η.Π.Α. αναλαμβάνουν στις αρχές του 2003 πολεμική εκστρατεία κατά του Ιράκ, η οποία θα καταλήξει στην κατάληψή του.

Όμως η παρουσία των Η.Π.Α. στη Μέση Ανατολή οφείλεται σε μία σειρά συμφερόντων τους ως ηγεμονικής δύναμης. Πρώτον, ανατρέπουν το καθεστώς του Ιράκ και το μετατρέπουν σε φιλική προς αυτές χώρα. Αποκαθιστούν έτσι την κατά τον ψυχρό πόλεμο μετακίνησή του προς την Ε.Σ.Σ.Δ., ενώ στερούν τη Ρωσία από ένα φιλικό της κράτος.

Δεύτερον, το Ιράκ συνορεύει με μία σειρά κρατών μεγάλης σημασίας για τις Η.Π.Α. και η πρόσδεσή του στο άρμα τους μπορεί να πιέσει ή ακόμη και να οδηγήσει μακροπρόθεσμα τη Συρία και το Ιράν προς την ίδια κατεύθυνση. Η Συρία είχε ενταχθεί πρώτη στον Σοβιετικό συνασπισμό, ενώ, αργότερα, παρέσυρε και τον Λίβανο, παρά τις αντίθετες προσπάθειες των Αμερικανών (1983-4). Το Ιράν, ξέφυγε το 1978 από την Αμερικανική σφαίρα επιρροής δημιουργώντας σοβαρότατο πρόβλημα στην αντισοβιετική γραμμή ανάσχεσης των Η.Π.Α. και στο κύρος τους, εξαιτίας τής κατάληψης της πρεσβείας τους στην Τεχεράνη και της αποτυχημένης επιχείρησής τους για απελευθέρωση των ομήρων. Μετά την εγκατάσταση των Η.Π.Α. στο Ιράκ, η Συρία και το Ιράν περικλείονται πλέον στρατιωτικά από παντού.

Τρίτον, οι Η.Π.Α., όντας στο Ιράκ, διασφαλίζουν δύο πολύ πιστούς συμμάχους τους: την Ιορδανία και το Ισραήλ. Το επιτυγχάνουν αφενός εκμηδενίζοντας τη στρατιωτική απειλή του Σαντάμ, αφετέρου αποκόπτοντας τη χρηματοδότηση αλλά και την υποκίνηση από αυτόν ριζοσπαστικών ομάδων στις δύο χώρες και κυρίως στο Ισραήλ.

Τέταρτον, οι Η.Π.Α. με τη νίκη τους και τον έλεγχο του Ιράκ εξασφαλίζουν το στρατηγικό συντελεστή που λέγεται πετρέλαιο. Οι πολεμικές επιχειρήσεις δεν οφείλονταν απλώς σε μία προσέγγιση αύξησης των κερδών κάποιων μεγάλων εταιριών. Αυτό ήταν μάλλον εύκολο να γίνει αν το 1992 επέβαλαν στο Σαντάμ τη διαχείριση των πετρελαίων του από Αμερικανικές εταιρείες ή αν τού προσφερόταν η πολιτική του επιβίωση ως αντάλλαγμα για τα πετρέλαια. Οφείλονταν στο φόβο χρησιμοποίησης του πετρελαίου ως στρατηγικού όπλου εκ μέρους του Σαντάμ εναντίον των Η.Π.Α. και των συμμάχων τους, κυρίως μέσω των κρίσεων που θα μπορούσε να δημιουργήσει η ασταθής ροή ή τιμή του. Οφείλονταν ακόμη στην οικονομική δυνατότητα που θα τού προσέφεραν τα κέρδη από το πετρέλαιο, ώστε να ξαναδημιουργήσει τον τέταρτο στον κόσμο στρατό και να αποκτήσει κάποια στιγμή πυρηνικά όπλα.

Τέλος, οι Η.Π.Α. συνεχίζοντας τη διαμόρφωση του διεθνούς συστήματος, προσφέρουν σταθερότητα για τους συμμάχους τους στην περιοχή και επιτυγχάνουν εκ νέου και την εκ δυσμών διείσδυσή τους στην Ασία. Μέσω της παρουσίας τους στην υποβαθμιζόμενη πλέον στρατηγικά Μικρά Ασία και, εφεξής, στη Νοτιοδυτική Ασία ενισχύουν τα προγεφυρώματά τους στην Κεντρική Ασία, θέτοντας ίσως τις βάσεις και για μία πολιτική εκ δυσμών ανάσχεσης της Κίνας, παράλληλη με την αντίστοιχη έναντι της Ρωσίας.

Για αρκετό καιρό, τα πράγματα εμφανίζονται από τα ΜΜΕ να μην πηγαίνουν καλά για τις Η.Π.Α. στο Ιράκ και στο μέτωπο της διάδοσης των πυρηνικών, με τη Βόρειο Κορέα να αποτελεί το μεγαλύτερο «αγκάθι». Όμως ως προς το Ιράκ, τα γεγονότα που καταγράφονται – πόσο μάλλον που το τελευταίο διάστημα η κατάσταση είναι εύθραυστη αλλά βελτιώνεται - δεν συνεπάγονται ήττα• μπορεί να συνεπάγονται διάσπαση του Ιράκ και ευκολότερη διαχείριση της υπό έλεγχο περιοχής του, όπως και ευκολότερη αντιμετώπιση του Ιράν. Σε καμία περίπτωση η συγκυρία δεν συνεπάγεται αποχώρηση των Αμερικανικών δυνάμεων, όπως αποδεικνύει και η συνεχώς μεταβαλλόμενη στάση του Μπαράκ Ομπάμα όσο πλησίαζε προς τις εκλογές.

Δυσχερής, βεβαίως, είναι η θέση των Η.Π.Α. στη διαχείριση της κατάστασης στο Αφγανιστάν. Οι συμμαχικές δυνάμεις εκεί είναι εγκλωβισμένες, καθώς δεν διαφαίνονται ούτε προοπτικές ήττας, ούτε προοπτικές εξόδου. Έτσι, και λόγω της κατάστασης και λόγω συμφερόντων της υπερδύναμης και λόγω των διακηρυγμένων θέσεων του νέου Προέδρου, οι Η.Π.Α. και θα παραμείνουν και πιθανόν να ενισχύσουν τη στρατιωτική τους παρουσία. Ως προς το ζήτημα δε της Βορείου Κορέας και του Ιράν, θεωρώ ότι εμπεριέχουν κινδύνους, αλλά δεν αλλάζουν τη συνολική εικόνα της κατανομής ισχύος στο διεθνές σύστημα, ούτε και υπάρχει προοπτική να βρουν συνοδοιπόρους και να δημιουργήσουν ευρύτερες διεθνείς αντισυσπειρώσεις. Ενδεχομένως, στα πλαίσια μιας πιο ιδεαλιστικής και διαφορετικής από τους Ρεπουμπλικάνους αντίληψης του κόσμου εκ μέρους των Δημοκρατικών, να υπάρξουν περισσότερες προσπάθειες για διπλωματική αντιμετώπιση του κόσμου.

Το ζήτημα των σχέσεων με την Ρωσία στην μετά την 8η Αυγούστου 2008 εποχή, αποτελεί ένα άλλο μεγάλο θέμα για τις ΗΠΑ. Η Ρωσία επανέρχεται στο Διεθνές Σύστημα και αναζητεί τον νέο της ρόλο. Δύσκολα θα επιστρέψουμε σε μια διπολική εκδοχή του συστήματος. Ωστόσο, το πυρηνικό της οπλοστάσιο, η ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης από αυτήν και οι σαφείς ενδείξεις για τον ηγεμονικό ρόλο που επιδιώκει να παίξει στην περιοχή, καθιστούν την Ρωσία έναν ισχυρό παίκτη. Η συγκυρία υποχρεώνει το νέο Πρόεδρο να αναπροσαρμόσει την πολιτική των προκατόχων του απέναντι στη Ρωσία. Η Ρώσικη αρκούδα δεν είναι πια πληγωμένη, αλλά ισχυρότερη και ευφυέστερη στην μετά το 1989 εποχή. Υπό αυτές τις συνθήκες, είναι πιθανό να επιστρέψουμε σε μια λογική σφαιρών επιρροής και σ' αυτήν την περίπτωση δεν είναι απίθανο η νέα διοίκηση να μην επιμείνει στην πολιτική για διεύρυνση του ΝΑΤΟ, με την είσοδο της Ουκρανίας και της Γεωργίας.

Τι γίνεται όμως με την Ευρώπη; Οι Ευρωατλαντικές σχέσεις, διαμορφωμένες ώστε να εξυπηρετήσουν την ισορροπία της ψυχροπολεμικής εποχής, πέρασαν αρκετές κρίσεις κατά την μεταψυχροπολεμική περίοδο. Οι Ευρωπαίοι φαίνεται να έχουν προσδοκίες από το νέο Πρόεδρο, μετά τον Ιανουάριο. Οι ΗΠΑ καλούνται να βελτιώσουν τις σχέσεις τους με τους Ευρωπαίους. Σε ένα μεταβαλλόμενο διεθνές σύστημα οι δύο πλευρές θα αναζητήσουν ένα νέο αμοιβαία επωφελές σχήμα συνεργασίας. Ωστόσο, όπως προκύπτει και από την παραπάνω ανάλυση, λίγα μπορούν να αλλάξουν στις προτεραιότητες της πολιτικής των ΗΠΑ και, από την άλλη πλευρά, οι εσωτερικές διαιρέσεις της Ε.Ε. δυσχεραίνουν την Ε.Ε. στην ανάληψη ενός δυναμικού ρόλου στο διεθνές σύστημα. Η μόνη πιθανότητα για να διαδραματίσει η ΕΕ κάποιο ρόλο είναι η ενοποίηση διαφορετικών ταχυτήτων, με την «Ευρώπη του πυρήνα» να αναλαμβάνει τις ευθύνες της και τις πρωτοβουλίες.

Υπό αυτές τις συνθήκες θα πρέπει να αναμένουμε ότι διαφορετικών ταχυτήτων θα είναι και η συνεργασία με τις ΗΠΑ. Σε υποθέσεις που απαιτούν πολυμερή διπλωματία, χρήση «ήπιας ισχύος», σε θέματα διεθνών θεσμών, σε ζητήματα περιβάλλοντος, ανάπτυξης, διεθνούς οικονομίας, ΗΠΑ και Ε.Ε. είναι πιθανό να περάσουν σε μια νέα εποχή και να συμπορευθούν. Αυτά είναι και τα ζητήματα που ευνοούν το νέο Πρόεδρο, ώστε να στηρίξει το προφίλ του Δημοκρατικού φιλελεύθερου και του ριζοσπάστη. Αντιθέτως, εκτιμώ πως η διάσταση απόψεων θα συνεχίσει να υπάρχει σε ό,τι αφορά ζητήματα του ΝΑΤΟ, τη Ρωσία, την Μέση Ανατολή.

Συνολικά, λοιπόν, το μετά το 1989 διεθνές σύστημα παρουσιάζει: μία, σύμφωνα με όλα τα κριτήρια, υπερδύναμη• μία άλλη, στρατιωτική μόνο, λόγω των πυρηνικών της, υπερδύναμη, τη Ρωσία• δύο πιθανώς αναδυόμενες μεγάλες δυνάμεις, την Κίνα και την Ινδία• και μία οικονομική υπερδύναμη, την ΕΕ. Με δεδομένη τη στενή σχέση Η.Π.Α. – ΕΕ, την αδυναμία αντισυσπείρωσης των υπολοίπων, καθώς και το γεγονός ότι μόνο ένας παράγων μπορεί να αναλαμβάνει την όποια πρωτοβουλία, το διεθνές σύστημα δύναται να χαρακτηρισθεί ως ηγεμονικό/μονοπολικό. Ακόμη και αν θελήσουμε να δώσουμε έμφαση στο κριτήριο της πολιτικής και στρατιωτικής ανεξαρτησίας της Ρωσίας, της Κίνας ή ακόμη και της Ινδίας, το σύστημα δύσκολα θα εύρισκε άλλο χαρακτηρισμό από ηγεμονικό, καθώς, επαναλαμβάνω, οι δυνάμεις αυτές είναι αποκομμένες και δύσκολα θα συνεργασθούν μεταξύ τους.

Τέλος, οι Η.Π.Α θα συνεχίσουν να παίζουν το ρόλο που έχουν αναλάβει και να διαμορφώνουν το διεθνές σύστημα. Στην Ιστορία, καμία δύναμη δεν εγκατέλειψε την ηγεμονία της. Η μη άσκηση ή εγκατάλειψη της ηγεμονίας μπορεί να λειτουργήσει αποσταθεροποιητικά για το σύστημα και, κυρίως, μπορεί να έχει αρνητικές συνέπειες για τον ίδιο τον ηγεμόνα: «Από την ηγεμονία σας αυτή να παραιτηθείτε σήμερα δεν μπορείτε...• ... το να την αποκτήσει κανείς θεωρείται άδικο, αλλά το να την αφήσει επικίνδυνο» (Θουκυδίδης, Β.63). Τούτο συνεπάγεται ότι ο μόνος τρόπος απεγκλωβισμού μίας δύναμης από την ηγεμονία είναι, στο πλήρωμα του χρόνου, είτε η εξουθένωσή της είτε η ανατροπή της από μία άλλη, νέα ηγεμονική δύναμη. Έτσι το μόνο που μπορούμε να αναμένουμε είναι να δούμε τι είδους θα είναι η ηγεμονία υπό το νέο κυβερνήτη και μέχρι που θα φτάσει.

Κλείνοντας, θα ήθελα να σημειώσω ότι πράγματι στο εσωτερικό των ΗΠΑ συντελέστηκε μια αξιοθαύμαστη αλλαγή. Αλλαγές σημειώνονται και στο διεθνές σύστημα. Ωστόσο, ο κόσμος παραμένει ο κόσμος του Χομπς. Το γεγονός ότι ο επόμενος Πρόεδρος των ΗΠΑ είναι έγχρωμος, έχει μουσουλμανικό όνομα, συγγενείς στην Κένυα και συμμαθητές στην Ινδονησία δεν μπορεί να αλλάξει τη θέση των ΗΠΑ σ' αυτόν τον κόσμο. Ίσως μόνο την εικόνα της. Δεν συνεπάγεται μείωση του παρεμβατισμού, ούτε και εξάλειψη των πολέμων. Άλλωστε, διαχρονικά, οι «δίκαιοι» ηγέτες θεωρούσαν τον πόλεμο ως εργαλείο αποκατάστασης της τάξης, δηλαδή του κατά την άποψή τους δικαίου.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Περί Διαπραγματεύσεων και εξωτερικής πολιτικής

 

Θεσσαλονίκη, 20.10.2008
του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων

 

Η επιτυχία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής την περασμένη άνοιξη στο Βουκουρέστι ήταν ένας σημαντικός σταθμός σε μια μακρά πορεία. Διανύσαμε τον επώδυνο μισό δρόμο προς ένα συμβιβασμό και διατυπώσαμε ορθώς τα επιχειρήματα και τις αντιρρήσεις μας, μιλώντας με μια ενιαία γλώσσα στο εσωτερικό και το εξωτερικό. Έτσι πήραμε αυτό που θέλαμε.

Είχα τότε επισημάνει ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ μας, ότι η ισχύς της χώρας μας και η συμμετοχή της στους διεθνείς θεσμούς μας δίνουν συγκριτικό πλεονέκτημα. Η Ελλάδα δεν έχει να φοβάται τίποτα. Στην παρούσα συγκυρία συνιστά έναν ισχυρό διαπραγματευτή και έτσι θα πρέπει να συμπεριφέρεται. Το μόνο που χρειαζόμαστε είναι μία έξυπνη, δραστήρια εξωτερική πολιτική και καλά αντανακλαστικά.

Στον παρόντα γύρο διαπραγματεύσεων θα πρέπει να είμαστε ακόμη πιο προσεκτικοί, και για να μην ακυρώσουμε την μέχρι τώρα προσπάθεια και για να πετύχουμε το τελικό κλείσιμο του ζητήματος. Η κατάληξη των διαπραγματεύσεων δεν εξαρτάται, όμως, μόνο από εμάς και δεν είναι μια απλή διαδικασία στην οποία παίρνουμε αυτό που επιθυμούμε. Για αυτόν το λόγο θα ήθελα να αποσαφηνίσω εν συντομία τον όρο διαπραγμάτευση και να τον συνδέσω με τις τρέχουσες εξελίξεις.

Υπάρχουν διάφοροι ορισμοί της διαπραγμάτευσης. Ενδεικτικά, σύμφωνα με τον Iklè, διαπραγμάτευση είναι μια διαδικασία κατά την οποία σαφείς προτάσεις προωθούνται επίμονα με στόχο την επίτευξη συμφωνίας σε ένα θέμα ή στη διαμόρφωση ενός κοινού πλέον συμφέροντος, εκεί όπου υπάρχουν συγκρουόμενα συμφέροντα. Οι Fischer και Ury βλέπουν τη διαπραγμάτευση ως ένα μέσο για να πάρεις αυτό που θέλεις από τους άλλους με αμοιβαία επικοινωνία που επιδιώκει την επίτευξη συμφωνίας, όταν οι δυο πλευρές έχουν κάποια συμφέροντα άλλα κοινά, άλλα που αντιτίθενται. Διαπραγμάτευση, όμως, κατά τους Lax και Sebenious, είναι και μια διαδικασία δυνητικά αμοιβαία ωφέλιμης αλληλεπίδρασης κατά την οποία δύο ή περισσότερα μέρη με κάποια διαφορά επιδιώκουν βελτίωση της σχέσης τους με από κοινού αποφασισμένη δράση.

Σε κάθε περίπτωση, σκοπός της διαπραγμάτευσης είναι η επίλυση μιας διαφοράς και η βέλτιστη κατάληξη, ο αμοιβαία επωφελής συμβιβασμός μεταξύ των μερών.

Στην περίπτωσή μας, λοιπόν, οι διαπραγματεύσεις είναι ένα μέσο με στόχο την επίλυση της διαφοράς μέσω του αμοιβαίου συμβιβασμού, και την τελική συμφωνία. Είναι σαφές ότι η κάθε πλευρά επιδιώκει να πάρει αυτό που επιθυμεί και στο τέλος πρέπει να είναι και οι δύο πλευρές ικανοποιημένες. Προφανώς, υπάρχουν συγκρουόμενα συμφέροντα γύρω από την ονομασία του γειτονικού κράτους. Υπάρχουν, όμως, και κοινά συμφέροντα, όπως η σταθερότητα της περιοχής, η οικονομική, πολιτική και κοινωνική ανάπτυξη του γειτονικού κράτους και η ενσωμάτωσή του στους διεθνείς θεσμούς και οργανισμούς. Η επίτευξη συμβιβασμού στην πρώτη δέσμη συμφερόντων, ανοίγει το δρόμο για την εξασφάλιση των δεύτερων.

Η τελευταία πρόταση Νίμιτς έχει στοιχεία που ικανοποιούν την ελληνική πλευρά. Ωστόσο δεν θα πρέπει να βιαζόμαστε. Συμμετέχουμε σε μια μακροχρόνια διαδικασία την οποία θα πρέπει να προσεγγίσουμε με σοβαρότητα, ρεαλισμό και στρατηγική, γνωρίζοντας ότι στόχος μας είναι ένας καθορισμένος, σε μεγάλο βαθμό από εμάς, συμβιβασμός.

Σε αυτήν τη διαδικασία θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι η λήψη απόφασης στην απέναντι πλευρά θα επηρεαστεί από την εσωτερική αλλά και τη διεθνή συγκυρία. Η ασταθής εσωτερική κατάσταση της γειτονικής χώρας δημιουργεί συνθήκες αβεβαιότητας και αναξιοπιστίας. Προσωπικές φιλοδοξίες, εσωτερικά πολιτικά παιχνίδια και δυσπιστία δύνανται να επηρεάσουν τις εξελίξεις. Σ' όλα αυτά θα πρέπει να προσθέσουμε και τον παράγοντα τον Αμερικανικών εκλογών, που, σε κάθε περίπτωση, θα φέρουν νέα πρόσωπα στο Λευκό Οίκο. Για αυτό, οποιαδήποτε πρόβλεψη για την τελική έκβαση των διαπραγματεύσεων είναι προς το παρόν επισφαλής. Το τοπίο είναι ακόμη θολό. Ωστόσο, θα πρέπει να γίνει κατανοητό και μέσα από την εμπειρία των διαπραγματεύσεων για την ονομασία των Σκοπίων, ότι ο καλύτερος τρόπος για να διασφαλίσουμε τα εθνικά μας συμφέροντα και να αυξήσουμε την ισχύ μας είναι, πρώτον, η δραστήρια και έξυπνη εξωτερική πολιτική και, σημαντικότερο, το αρραγές εσωτερικό μέτωπο.

* Για περισσότερα, βλ. Ηλίας, Ι., Κουσκουβέλης (1997), Λήψη Αποφάσεων, Κρίση, Διαπραγμάτευση, Εκδόσεις Παπαζήση

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:09

Στήριξη στις ακαδημαϊκές βιβλιοθήκες

Στήριξη στις ακαδημαϊκές βιβλιοθήκες

Αγγελιοφόρος, 13.10.2008
του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων


Με αφορμή την εκδήλωση για τα «25 Χρόνια Έρευνας και Προσφοράς στην Εκπαίδευση και την Ανάπτυξη της Χώρας» των Ελληνικών Πανεπιστημίων (7.10.2008), θέλω να αναδείξω τη συμβολή των ακαδημαϊκών βιβλιοθηκών στην ερευνητική διαδικασία και την ακαδημαϊκή ζωή, αλλά και την ανάγκη στήριξής τους.

Οι βιβλιοθήκες πρέπει να βρίσκονται στον πυρήνα των διδακτικών και ερευνητικών διαδικασιών. Αποτελούν χώρους έρευνας, μάθησης, σκέψης και προβληματισμού. Έχουν ζωτική σημασία για τα μέλη ΔΕΠ, τους υποψήφιους διδάκτορες, τους μεταπτυχιακούς και τους προπτυχιακούς φοιτητές. Η ενίσχυση της ερευνητικής κουλτούρας των ΑΕΙ και η επίτευξη ερευνητικών αποτελεσμάτων προϋποθέτει σύγχρονες, ενημερωμένες και ανοιχτές βιβλιοθήκες.

Κατανοώντας ότι η ποιότητα των βιβλιοθηκών και ο χρόνος που περνούν οι φοιτητές και οι ερευνητές σ' αυτές θα καθορίσουν την εξέλιξη των νέων ως επιστημόνων και ως πολιτών, θα πρέπει να θέσουμε ως στόχο την αναβάθμιση των βιβλιοθηκών.

Την προηγούμενη δεκαετία οι βιβλιοθήκες εκσυγχρονίστηκαν, εμπλουτίστηκαν και στελεχώθηκαν, μέσω ευρωπαϊκών πόρων, έτσι ώστε να παρέχουν υπηρεσίες επιπέδου. Ο Σύνδεσμος Ελληνικών Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών, για παράδειγμα, προσφέρει σήμερα χιλιάδες ηλεκτρονικά επιστημονικά περιοδικά, δίνοντας την δυνατότητα σε όλους, σε κάθε επιστημονικό πεδίο, να έρθουν σε επαφή με τις πιο πρόσφατες εξελίξεις και επίκαιρες συζητήσεις σε παγκόσμιο επίπεδο. Στην υπηρεσία αυτή δεν έχουμε τίποτα να ζηλέψουμε από τα Ιδρύματα του εξωτερικού.

Είναι απαραίτητο οι βιβλιοθήκες και να συνεχίσουν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους και να αναπτυχθούν περαιτέρω. Η Σύνοδος Πρυτάνεων και τα αρμόδια Υπουργεία χρειάζεται να διαμορφώσουν μια στρατηγική για την ενίσχυσή τους. Είναι κατανοητό ότι οι πόροι δεν είναι άπειροι και μαγικές λύσεις δεν υπάρχουν. Γι' αυτό η στρατηγική θα πρέπει να είναι συναινετική και να διακρίνεται από μια σταδιακή και πολύπλευρη προσέγγιση.

Το πρώτο βήμα είναι να γίνει κατανοητός, εντός και εκτός Πανεπιστημίων, ο ρόλος των βιβλιοθηκών, η συμβολή τους στην συνολική προσφορά των Πανεπιστημίων, και η ανάγκη στήριξής τους. Μόνο έτσι, στα επόμενα 25 χρόνια, θα μπορέσουμε να προχωρήσουμε δυναμικά και θα γιορτάσουμε ακόμη περισσότερα ερευνητικά αποτελέσματα, ακόμη μεγαλύτερη προσφορά των Πανεπιστημίων στη νεολαία και στην κοινωνία μας.

ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΑ

Με ακόμη λιγότερες λέξεις

Οι ακαδημαϊκές βιβλιοθήκες βρίσκονται στον πυρήνα των διδακτικών και ερευνητικών διαδικασιών. Αποτελούν χώρους έρευνας, μάθησης, σκέψης και προβληματισμού. Έχουν ζωτική σημασία για τα μέλη ΔΕΠ, τους υποψήφιους διδάκτορες, τους μεταπτυχιακούς και τους προπτυχιακούς φοιτητές. Η ενίσχυση της ερευνητικής κουλτούρας των ΑΕΙ και η επίτευξη ερευνητικών αποτελεσμάτων προϋποθέτει σύγχρονες, ενημερωμένες και ανοιχτές βιβλιοθήκες.

Κατανοώντας ότι η ποιότητα των βιβλιοθηκών και ο χρόνος που περνούν οι φοιτητές και οι ερευνητές σ' αυτές θα καθορίσουν την εξέλιξη των νέων ως επιστημόνων και ως πολιτών, θα πρέπει να θέσουμε ως στόχο την αναβάθμιση των βιβλιοθηκών.

Την προηγούμενη δεκαετία οι βιβλιοθήκες εκσυγχρονίστηκαν, εμπλουτίστηκαν και στελεχώθηκαν, μέσω ευρωπαϊκών πόρων, έτσι ώστε να παρέχουν υπηρεσίες επιπέδου. Ο Σύνδεσμος Ελληνικών Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών, για παράδειγμα, προσφέρει σήμερα χιλιάδες ηλεκτρονικά επιστημονικά περιοδικά, δίνοντας την δυνατότητα σε όλους, σε κάθε επιστημονικό πεδίο, να έρθουν σε επαφή με τις πιο πρόσφατες εξελίξεις και επίκαιρες συζητήσεις σε παγκόσμιο επίπεδο. Στην υπηρεσία αυτή δεν έχουμε τίποτα να ζηλέψουμε από τα Ιδρύματα του εξωτερικού.

Είναι απαραίτητο οι βιβλιοθήκες και να συνεχίσουν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους και να αναπτυχθούν περαιτέρω. Η Σύνοδος Πρυτάνεων και τα αρμόδια Υπουργεία χρειάζεται να διαμορφώσουν μια στρατηγική για την ενίσχυσή τους. Είναι κατανοητό ότι οι πόροι δεν είναι άπειροι και μαγικές λύσεις δεν υπάρχουν. Γι' αυτό η στρατηγική θα πρέπει να είναι συναινετική και να διακρίνεται από μια σταδιακή και πολύπλευρη προσέγγιση.

Το πρώτο βήμα είναι να γίνει κατανοητός, εντός και εκτός Πανεπιστημίων, ο ρόλος των βιβλιοθηκών, η συμβολή τους στην συνολική προσφορά των Πανεπιστημίων, και η ανάγκη στήριξής τους. Μόνο έτσι, στα επόμενα 25 χρόνια, θα μπορέσουμε να προχωρήσουμε δυναμικά και θα γιορτάσουμε ακόμη περισσότερα ερευνητικά αποτελέσματα, ακόμη μεγαλύτερη προσφορά των Πανεπιστημίων στη νεολαία και στην κοινωνία μας.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Παιδεία
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:08

Εξωστρέφεια του Πανεπιστημίου Μακεδονίας

Βάση δημοσιεύματος στην Καθημερινή, 14.09.2008

Ο δυναμισμός του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, πέρα από την έμφαση στην ποιότητα σπουδών και υποδομών, στην έρευνα και την αξιολόγηση, εκφράζεται και μέσω της εξωστρέφειας.

Την τελευταία διετία ενισχύθηκε το πρόγραμμα Erasmus, διπλασιάσθηκε η χρηματοδότηση για συμμετοχή καθηγητών σε συνέδρια εξωτερικού, υπεγράφησαν συμφωνίες συνεργασίας με ξένα Πανεπιστήμια και δημιουργήθηκε το πρώτο ξενόγλωσσο μεταπτυχιακό.

Εξωστρέφεια μπορεί να σημαίνει και παρουσία του Πανεπιστημίου στο εξωτερικό μέσω μεταπτυχιακών, αφού ο νέος νόμος επιτρέπει τη διοργάνωσή τους χωρίς συνεργασία με ξένους φορείς. Προς το παρόν, το Πανεπιστήμιο μελετά με υπευθυνότητα τις προϋποθέσεις και το εφικτό αυτοδύναμης διοργάνωσης μεταπτυχιακών σε κάποια από τις γειτονικές χώρες (Βουλγαρία, ΠΓΔΜ και Αλβανία). Πέρα από το συγκριτικό του επιστημονικό πλεονέκτημα στα αντικείμενα που θεραπεύει, η βασική στόχευση είναι το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας να πρωτοστατήσει στην επιστημονική και οικονομική ανάπτυξη της ευρύτερης περιοχής.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Πανεπιστήμιο Μακεδονίας
Σελίδα 6 από 8
You are here Άρθρα Γνώμης Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική Προβολή άρθρων ανα tag: kuskuvelis