Monday, Mar 30th

Last update12:36:22 PM GMT

Προβολή άρθρων ανα tag: kouskouvelis
Κυριακή, 30 Ιανουάριος 2011 16:10

Εξωτερική πολιτική και κρίση

την Παρασκευή 28 Ιανουρίου

 

Σε πείσμα της εσωστρέφειας που δημιούργησε η οικονομική κρίση, τα θέματα της εξωτερικής μας πολιτικής συνεχίζουν να αυξάνονται και να επιζητούν αντιμετώπιση. Φαίνεται δε ότι, όπως δεν υπάρχει στρατηγική εξόδου από την κρίση, έτσι δεν υπάρχει και στρατηγική στην εξωτερική μας πολιτική. Χειρότερα, η εξωτερική μας πολιτική πιθανώς θυσιάζεται στο βωμό της κρίσης, ενώ αντίθετα θα μπορούσε με έξυπνες κινήσεις, όπως με την οριοθέτηση της ελληνικής ΑΟΖ, να μετατραπεί σε εργαλείο αντιμετώπισής της. Βεβαίως υπήρξαν συναντήσεις με τα Σκόπια, την Τουρκία, αλλά και το Ισραήλ. Ομως ο πολίτης δεν μπορεί να διακρίνει ποιοι είναι οι στόχοι της πολιτικής μας. Και τούτο διότι είτε αυτοί δεν έχουν δημοσιοποιηθεί, οπότε υπάρχει μυστική διπλωματία, είτε, χειρότερα, δεν υπάρχουν. Ετσι, σημαντικά ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα. Ποια είναι η κεντρική στόχευσή μας απέναντι στην Τουρκία; Είναι πολιτική επίλυσης διαφορών από θέση ίσης ισχύος, είναι πολιτική σύμπλευσης ή είναι πολιτική κατευνασμού; Ποια είναι η επιδίωξή μας και η τακτική μας στο νέο γύρο διαπραγματεύσεων για το όνομα της Μακεδονίας; Θα στηρίξουμε πραγματικά τις προσπάθειες που από βελτιωμένη πλέον θέση κάνει η Κύπρος, ώστε να λήξει η εισβολή και κατοχή; Εύλογα κάποιος θα αντέτεινε ότι όταν χρωστάς δεν μπορείς να κάνεις εξωτερική πολιτική.

ΛΑΘΟΣ. Πρώτον, διότι δεν χρωστάμε στην Τουρκία, τα Σκόπια ή σε οποιονδήποτε γείτονά μας.  Δεύτερον, διότι διαθέτουμε άλλα συγκριτικά πλεονεκτήματα απέναντί τους. Τρίτον, διότι, ακόμη και σε περίοδο ισχνών αγελάδων, η εξωτερική πολιτική είναι θέμα προτεραιοτήτων, στρατηγικής και αποφασιστικότητας. Είναι θέμα πολιτικών επιλογών. Η Κύπρος μάς διδάσκει το πώς ένα μικρό κράτος, υπό την απειλή του εισβολέα, αξιολόγησε την αναδυόμενη ενεργειακή κατάσταση της περιοχής και προχώρησε αποφασιστικά. Ισως δε οι κινήσεις της άρχισαν να αποδίδουν, κρίνοντας από την επίσκεψη Μέρκελ και τις δηλώσεις της για το Κυπριακό. Εμείς φαίνεται πως δεν έχουμε καν αξιολογήσει την κατάσταση.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Οι Αλλαγές μετά τη Συμφωνία Κύπρου-Ισραήλ


Συνέντευξη στην Εφημερίδα ο Φιλελεύθερος
Δημοσιεύτηκε στις 17 Ιανουαρίου του 2011. (ερωτήσεις: Κώστας Βενιζέλος) 


Η πρόσφατη συμφωνία Κύπρου-Ισραήλ για καθορισμό της ΑΟΖ μεταξύ των δυο χωρών ανατρέπει το σκηνικό στην περιοχή μας;

Είναι νωρίς ακόμη για να κρίνει κανείς.  Οι αλλαγές στη συμπεριφορά των κρατών χρειάζονται χρόνο για να αποκρυσταλλωθούν.  Όπως πάντα λέω και γράφω, ο χρόνος στη ζωή των κρατών είναι διαφορετικός, πολύ πιο αργός από το χρόνο στη ζωή των ανθρώπων.  Ασφαλώς, σε συνδυασμό και με τα ορατά ανοίγματα του Ισραήλ προς την Ελλάδα, η συμφωνία θέτει σοβαρές βάσεις για αλλαγή κλίματος.  Όχι όμως, επί του παρόντος, και για αλλαγή ισορροπιών ισχύος, δεδομένου ότι αυτές προσδιορίζονται κυρίως από συντελεστές στρατιωτικής φύσης και επικαθορίζονται από την ευρύτερη, συστημική ισορροπία.  Σημασία, δηλαδή, έχει και το προς τα πού θα γείρουν και οι μεγάλες δυνάμεις, οι οποίες τη στιγμή αυτή, όντως γέρνουν προς την πλευρά του Ισραήλ και όχι της Τουρκίας.

 

Εκτιμάτε ότι μπορεί Ελλάδα και Κύπρος σε συνεργασία με το Ισραήλ να διαδραματίσουν κάποιο ρόλο στην περιοχή μας; Τουλάχιστον να αξιοποιήσουν τη γεωστρατηγική τους θέση;

Ας μην ξεχνάμε ότι τα κράτη ανταγωνίζονται στο διεθνές σύστημα για απόλυτα και σχετικά οφέλη.  Για το Ισραήλ, Κύπρο και Ελλάδα οι ενεργειακές πηγές συνιστούν καταρχάς απόλυτα οφέλη.  Η άμεση ή έμμεση συμμετοχή τρίτων στα οφέλη ή υποβάθμιση ανταγωνιστών των τριών κρατών συνιστούν έμμεσα οφέλη.  Ασφαλώς, λοιπόν, και μπορούν να αξιοποιήσουν τη στρατηγική τους θέση, παρέχοντας νέες ενεργειακές πηγές και οδούς και εμπλέκοντας υπέρ τους τρίτα κράτη που ενδιαφέρονται για ενεργειακή ασφάλεια.  Σε αντίθεση με το Ισραήλ, που διαθέτει μία αξιοσέβαστη στρατιωτική μηχανή και είναι πιο κοντά στο Ιράκ, το Ιράν και την Κεντρική Ασία, η Ελλάδα και η Κύπρος μπορούν, υπό προϋποθέσεις που ίσως μπορούν πλέον να θέσουν, να παίξουν το ρόλο της ασφαλούς διόδου προς τις περιοχές ενδιαφέροντος, παρέχοντας μία εναλλακτική οδό σε σχέση με αυτήν της Τουρκίας.  Όμως, την οδό αυτή θα θέλουν και άλλοι να προστατέψουν, γεγονός που θα μπορούσε να προκαλέσει και άλλα οφέλη.  Επιπλέον, λόγω των παραπάνω, Κύπρος και Ελλάδα μπορούν να αξιοποιήσουν καλύτερα το πολιτικό κεφάλαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή, κυρίως για την Κύπρο, το επιχειρηματικό πλεονέκτημά τους.  Η επίσκεψη της καγκελαρίου Μέρκελ στην Κύπρο (10.01.2011), ίσως να συνιστά ένα πρώτο δείγμα.

 

Η οικονομική κρίση στην Ελλάδα, πόσο επηρεάζει αυτούς τους σχεδιασμούς;

Η οικονομική κρίση στην Ελλάδα ασφαλώς και επηρεάζει και το δίδυμο Ελλάδας – Κύπρου.  Όμως και σε περίοδο ισχνών αγελάδων είναι θέμα προτεραιοτήτων, σε ποιον τομέα, δηλαδή, θα επιλέξεις να μειώσεις δαπάνες.  Η στάση, δηλαδή της Ελλάδας στα διεθνή, θεωρώ ότι, ακόμη και σήμερα, είναι θέμα πολιτικών επιλογών.  Αυτήν τη στιγμή, εγώ προσωπικά δεν έχω τα στοιχεία ή δεν μπορώ να διακρίνω ποια είναι η κεντρική στόχευση της πολιτικής της έναντι της Τουρκίας.  Είναι πολιτική επίλυσης διαφορών από θέση ίσης ισχύος, είναι πολιτική σύμπλευσης (“bandwagoning”), είναι πολιτική κατευνασμού (“appeasement”);  Δεν είναι ξεκάθαρο.  Σε κάθε περίπτωση, με βάση αυτά που είναι γνωστά, εκτιμώ ότι η οριοθέτηση της Ελληνικής ΑΟΖ μπορεί και υπό τις παρούσες συνθήκες να προχωρήσει.

 

Στη διαχείριση των κρίσεων υπάρχει πάντα ένας ολοκληρωμένος μηχανισμός, ο οποίος λαμβάνει υπόψη και τα δεδομένα που διαμορφώνονται στο ευρύτερο γεωπολιτικό περιβάλλον.  Θεωρείτε ότι η Ελλάδα σήμερα έχει διαμορφώσει ένα τέτοιο μηχανισμό;

Δυστυχώς, όχι∙ άλλωστε, η ανάπτυξη τέτοιων μηχανισμών δεν είναι κάτι που χαρακτήρισε ποτέ το Ελληνικό κράτος.  Μία «ολική εξωτερική πολιτική», όπως την έχω ονομάσει και προτείνει, χρειάζεται αυτό που υπονοεί η ερώτησή σας: προετοιμασία και συνέργεια των συντελεστών ισχύος, εκμετάλλευση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων και αυτοματισμούς κατά την πρόσληψη των ερεθισμάτων, την εκπόνησή της και, κυρίως, συντονισμό και αποτελεσματικότητα κατά την εκτέλεσή της.

 

Υποστηρίζετε πάντα ότι η Τουρκία δεν είναι αναβαθμισμένη και πως δεν έχει κέρδη στη διεθνή σκακιέρα.  Πώς εξηγείτε αυτή τη θέση σας;

Ναι, την υποστηρίζω πάντα.  Καταρχάς, εκ του αντιθέτου, δεν υπάρχει κανείς που να μου υποδείξει ποιες είναι οι επιτυχίες τής Τουρκίας.  Για να είμαι ακριβής.  Ναι, η Τουρκία ξεπέρασε την οικονομική της κρίση και το εθνικό της προϊόν αυξάνεται.  Ναι, η Τουρκία βελτίωσε τις σχέσεις της με τη Συρία και έχει αναπτύξει πολιτικο-οικονομικές σχέσεις με κάποιες Βαλκανικές χώρες – σχέσεις που δεν αλλάζουν όμως το γενικότερο συσχετισμό.  Από την άλλη πλευρά, η Τουρκία δεν έχει πετύχει στην πολιτική της με τον Αραβικό κόσμο, δεν έχει αποκομίσει κάτι από το Ιράκ, δεν κέρδισε κάτι από τα ανοίγματά της στο Ιράν.  Αντίθετα, έσπασε, έστω και επί του παρόντος, τη σχέση της με το Ισραήλ, έχει ενοχλήσει τις μεγάλες δυνάμεις και βρίσκεται μπροστά σε μία νέα ενεργειακή πραγματικότητα στη Μεσόγειο.  Ακόμη και αν η συγκεκριμένη, νέα κατάσταση δεν αξιοποιηθεί πλήρως από Κύπρο και Ελλάδα, μπορεί, όπως ανέφερα, να αλλάξει το κλίμα.  Περαιτέρω, στο εσωτερικό τής Τουρκίας το εθνικό προϊόν δεν κατανέμεται, ως συνήθως, ομοιόμορφα, οι Κεμαλιστές πάντα καραδοκούν και το Κουρδικό παραμένει ανοικτό.  Με βάση όλα τα παραπάνω – ίσως βέβαια να ξεχνάω κάτι – εξηγώ την άποψή μου.

 

Η τακτική μας, ως Ελλάδα και Κύπρος, έναντι της Τουρκίας είναι η σωστή;  Έχει αποδώσει;

Πάντα από τη σωστή, υπάρχει πιο σωστή: η «ολική εξωτερική πολιτική», την οποία διαχρονικά εισηγούμαι, και η οποία θέτει μεσο-μακροπρόθεσμους στόχους και στηρίζεται στη συνέργεια και αξιοποίηση κάθε μορφής συντελεστών ισχύος και συγκριτικών πλεονεκτημάτων, με έξυπνο τρόπο.  Ως προς το αν έχει αποδώσει, θα απαντούσα όχι και ναι, σε ένα βαθμό.  Όχι, διότι η Τουρκία δεν εγκατέλειψε την επιθετικότητά της και δεν αποχώρησε από την Κύπρο – πράγμα, βέβαια, δύσκολο να επιτευχθεί με πολιτικά μέσα σε βραχύ πολιτικό χρόνο.  Ναι, κυρίως λόγω των συνθηκών στο εσωτερικό των κρατών μελών τής Ένωσης και λόγω και της παρουσίας τής Κύπρου σε αυτήν.  Σε τι συνίσταται η διαπίστωση ότι εν μέρει έχει αποδώσει;  Στο ότι η Τουρκία, παρά τα οράματα «Νταβούτογλου» και την πολιτική του Ερντογάν, βρίσκεται εγκλωβισμένη στα διλήμματα που η ίδια έχει θέσει.  Στην πορεία της προς την Ευρώπη δυσκολεύεται να προχωρήσει, διότι δεν μπορεί να αλλάξει όσο και τόσο γρήγορα που πρέπει.  Στην Ανατολή, δεν έχει πού να πάει…  Αν πολιτικά πάει πιο ανατολικά, τότε οι σχέσεις με τους Κεμαλικούς θα οξυνθούν, το Κουρδικό θα πάρει άλλη τροπή και δεν θα μπορεί πλέον να προβάλει προς Ανατολάς τις προνομιακές της σχέσεις με τη Δύση.  Έτσι, οι δηλώσεις Ερντογάν, του τύπου θα δούμε τι θα κάνουμε αφού η Ευρώπη δεν μας θέλει…, εκφράζουν μάλλον το αδιέξοδο του ιδίου και της χώρας του, παρά οτιδήποτε άλλο.  Αν η ανάλυσή μου στην παρούσα ερώτησή σας ισχύει, τότε ενισχύεται και η άποψή μου στην προηγούμενη ερώτηση.

 

Κυπριακή προεδρία της Ε.Ε.:  πώς μπορεί μια μικρή χώρα να ανταπεξέλθει;  Τι πρέπει να προτάξει;

Πέρα από την ερευνητική μου δουλειά στις σχέσεις των υπερδυνάμεων, της Ευρωπαϊκής ενοποίησης και της διαχείρισης κρίσεων, τα τελευταία χρόνια ασχολούμαι με τη στρατηγική των «μικρών» λεγομένων κρατών.  Συνέπεια τούτου είναι ότι πιστεύω πως όσο μικρό και να είναι ένα κράτος, μπορεί να έχει στρατηγική και να πετύχει.  Φυσικά, κάθε Προεδρία είναι ένα βαρύ φορτίο.  Αλλά το 2012 είναι μία τεράστια ευκαιρία για να αποδείξει η Κυπριακή Δημοκρατία την ικανότητα των στελεχών της, που ήδη, απ’όσο μπορώ να γνωρίζω, προετοιμάζονται συστηματικά.  Ασφαλώς εντός και εκτός ΕΕ υπάρχουν αυτοί που, ανομολόγητα, θα εύχονταν να μην πετύχει η Κυπριακή Προεδρία της ΕΕ.  Κάποιοι μπορεί ακόμη να σκέπτονται και τη δημιουργία προβλημάτων, ώστε η εσωστρέφεια του Κυπριακού να απορροφήσει ενέργεια από την Προεδρία.  Με την προσήκουσα όμως προετοιμασία, εκτιμώ πως όλα μπορούν να αντιμετωπιστούν.  Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν και αυτοί που θέλουν να πετύχει η Προεδρία.  Δεν είναι μικρό πράγμα να έχεις με την πλευρά σου, απ’ότι φαίνεται αυτή τη στιγμή, τη Γαλλία και τη Γερμανία, και, πιθανώς, και όλα τα μικρά κράτη που αναμένουν με τη σειρά τους να ασκήσουν και αυτά την Προεδρία της ΕΕ.

 

http://taxalia.blogspot.com/2011/01/blog-post_0.html

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Συνέντευξη στον δημοσιογράφο Κώστα Βενιζέλο Εφημερίδα Ο Φιλελεύθερος,
Λευκωσία Δευτέρα, 5 Ιουλίου 2010, σ. 6 

 

1. Η Τουρκία διανύει, όπως υποστηρίζεται από πολλούς, περίοδο αναβάθμισης σε σχέση με τα στρατηγικά της σχέδια.  Πώς επηρεάζει τους Ελληνικούς σχεδιασμούς;

Η Τουρκία έχει αναβαθμίσει κάποιους από τους συντελεστές ισχύος της και διανύει μία περίοδο έντονης δραστηριοποίησης και εμπλοκής τού Πρωθυπουργού της σε διεθνή ζητήματα.  Τούτο δεν συνεπάγεται αναγκαίως και μια αναβάθμιση του ρόλου της.  Αντιθέτως, ενδέχεται η διπλωματική ανάμειξή της σε κάποια διεθνή ζητήματα, όπως το Παλαιστινιακό ή το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, να ενοχλεί κάποια άλλα σημαντικά κράτη, μέχρι πρότινος φιλικά προς αυτήν.  Σημειώστε ότι η Τουρκία συνεχίζει να έχει εσωτερικά προβλήματα και, παρά το ότι θα το ήθελε, δεν είναι αυτή που βρίσκεται στο Ιράκ ή στην Κεντρική Ασία.  Έχω την εντύπωση ότι οι Ελληνικοί σχεδιασμοί, αργά αλλά σταθερά, θα μπορούσαν να επωφεληθούν από αυτήν την κατάσταση.

 

2. Θεωρείτε ότι είναι κατάλληλη περίοδος για επίλυση διαφορών με την Τουρκία;

Ναι, αν η ενιαία Τουρκική ηγεσία αντιλαμβανόταν ότι δεν έχει περιθώρια χρόνου.  Όχι, διότι θεωρώ ότι η όποια Τουρκική υπερεξαπλωμένη διπλωματική δραστηριοποίηση έχει αγγίξει τα όριά της και, βραχυπρόθεσμα μάλλον, θα καταγράψει περιορισμούς, αποτυχίες, ίσως και συνέπειες.  Άρα, πιστεύω, ίσως μεταξύ λίγων, ότι ο χρόνος σε αυτήν την περίοδο δεν τρέχει εναντίον μας.

 

3. Αθήνα και Λευκωσία έχουν επενδύσει στη στρατηγική της ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ.  Αυτή η στρατηγική απέδωσε;

Ασφαλώς και απέδωσε, μέχρις ενός βαθμού.  Όμως, αφενός κάθε στρατηγική έχει τα όριά της (που θα πρέπει εκ των προτέρων να τα έχουμε προσδιορίσει), αφετέρου, πρέπει η επένδυση στη στρατηγική μας να είναι ολική και να μην υποχωρεί κατά την εξέλιξη.  Ασφαλώς η Τουρκία, για δεύτερη φορά μετά την εποχή Οζάλ, στρέφει την προσοχή της προς Ανατολάς και επιχειρεί να υλοποιήσει ένα απροσδιόριστο νέο-οθωμανικό αυτοκρατορικό όνειρο.  Αν οι σκέψεις που εξέθεσα πιο πάνω είναι ορθές, τότε η συγκεκριμένη πολιτική σύντομα θα συναντήσει τα όριά της.  Διότι, επαναλαμβάνω, δεν είναι η Τουρκία που βρίσκεται στο Ιράκ και στην Κεντρική Ασία.  Τα κενά ισχύος του διεθνούς συστήματος στην Κεντρική Ασία έχουν σχεδόν πληρωθεί από τις Μεγάλες Δυνάμεις, ενώ άλλες, ίσες ή και σημαντικότερες από την Τουρκία δυνάμεις τής περιοχής, όπως το Ιράν ή το Πακιστάν, έχουν τουλάχιστον το γεωγραφικό πλεονέκτημα απέναντί της.

 

4. Θεωρείτε ότι υπάρχει ανάγκη αναθεώρησης αυτής της πολιτικής;

Δεν θεωρώ ότι επί του παρόντος υπάρχει ανάγκη αναθεώρησης της συγκεκριμένης πολιτικής.  Θεωρώ ότι όπως πάντα, στην εξωτερική ή σε όποια πολιτική, πρέπει να αναμένουμε και να επιμένουμε, παράγοντας και απολαμβάνοντας το σύνολο των ωφελημάτων της εν λόγω πολιτικής. Ταυτοχρόνως, όμως, επειδή ουδείς είναι προφήτης στα ανθρώπινα ζητήματα, πρέπει να γίνουν δύο πράγματα.  Πρώτον, ένας σχεδιασμός για την περίπτωση που η Τουρκία, τελικώς , αντίθετα με τις εκτιμήσεις μου, στραφεί κυρίως προς Ανατολάς.  Και λέω κυρίως, διότι είναι η σχέση της με τη Δύση που προσπαθεί καταρχάς να «πουλήσει» η Τουρκία στην Ανατολή· συνεπώς αυτή τη σχέση πρέπει να την διατηρήσει.  Δεύτερον, πρέπει να αντιμετωπιστούν κάποιες από τις προσπάθειες της Τουρκίας, όπως οι σχέσεις της με κράτη της Ισλαμικής Συνδιάσκεψης.  Και, τρίτον, να διεισδύσουμε με προσοχή στα κενά που δημιουργούνται εξαιτίας των δυσαρεσκειών που προκαλούν οι διπλωματικές πρωτοβουλίες της.

 

5. Τα πρόσφατα γεγονότα με τις νηοπομπές προς την αποκλεισμένη Γάζα δημιουργούν νέα δεδομένα στην περιοχή, αλλά και συνθήκες για νέες συμμαχίες;

Οφείλω να υπογραμμίσω ότι κάθε Έλληνας αισθάνεται αλληλέγγυος προς κάθε άνθρωπο ή λαό που δοκιμάζεται.  Οφείλω επίσης να πω ότι η Κυπριακή Κυβέρνηση έδειξε ωριμότητα και ρεαλισμό με τη στάση της προσφάτως, προστατεύοντας τα συμφέροντα της Δημοκρατίας και μη συμπλέοντας με κάποιους, αμφιβόλων δημοκρατικών φρονημάτων, Τούρκους ακτιβιστές.  Ένα γεγονός από μόνο του δεν δημιουργεί απαραιτήτως νέα δεδομένα.  Δημιουργεί, όμως, την ανάγκη να προβληματιστούμε για το αν δημιουργεί και, ίσως, προσεκτικά να ψηλαφίσουμε τα όποια ενδεχόμενα που θα προκύψουν από την ανάλυσή μας.

 

6. Έχουμε ρόλο σε αυτό το νέο τοπίο;

Ασφαλώς ναι.  Πρέπει όμως να είμαστε προσεκτικοί, να έχουμε όσο το δυνατόν καλύτερη εικόνα της κατάστασης, να αναλύσουμε και να εκτιμήσουμε τα δεδομένα, να χαράξουμε στρατηγική (βραχυπρόθεσμη;, μεσοπρόθεσμη;, μακροπρόθεσμη;) και, όταν και αν την αποφασίσουμε, να επιμείνουμε σ’ αυτήν.  Ας μην ξεχνάμε, αφενός, ότι έχουμε σταθερούς φίλους στην περιοχή και, αφετέρου, ότι κάθε νέα συνεργασία πρέπει να στηρίζεται στην αμοιβαιότητα.  Όπως δε πάντα στη διεθνή πολιτική, να αποφέρει συγκεκριμένα και αξιόλογα επιθυμητά οφέλη.

 

7. Το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας εκπαιδεύει Κύπριους διπλωμάτες.  Τι είναι αυτό που προσφέρεται στους διπλωμάτες;

Εκείνο που προσφέρεται είναι Ελληνική επιστημονική τεχνογνωσία (ναι, υφίσταται τέτοια τεχνογνωσία!) σε ένα σύνολο νέων με διαφορετική εκπαιδευτική εμπειρία.  Η θεματολογία εξαρτάται από τις ανάγκες και τις απαιτήσεις του Υπουργείου Εξωτερικών.  Μπορεί να αφορά θέματα Ευρωπαϊκής ενοποίησης, ζητήματα στρατηγικής, τεχνικές διαπραγματεύσεων, επικοινωνίας, θέματα ανάπτυξης ή ο,τιδήποτε άλλο κριθεί αναγκαίο.  Σε κάθε περίπτωση, είμαστε ένα δημόσιο Πανεπιστήμιο και επενδύουμε σε μακροπρόθεσμες και όχι ευκαιριακές συνεργασίες.  Προσεγγίζουμε τη συγκεκριμένη διαδικασία με ιδιαίτερο αίσθημα ευθύνης, δημοσιονομικής λογικής και συνέπειας.

 

8. Έχετε μακρά σχέση με την Κύπρο ως Πανεπιστήμιο. Πώς προέκυψε τούτο;

Η σχέση μας με την Κύπρο είναι μακρόχρονη και πολύ ισχυρή, αφού έμπρακτα έχουμε αποδείξει τη συμπαράστασή μας, αν θέλετε, την αγάπη μας προς τους Κυπρίους.  Οφείλεται κυρίως στους φοιτητές μας από την Κύπρο, οι οποίοι, σε αντίθεση με άλλα Ελληνικά Πανεπιστήμια, συνεχίζουν να μας επιλέγουν, αφού πρόκειται για ένα Πανεπιστήμιο το οποίο, όπως λένε οι ίδιοι οι φοιτητές, «δεν κλείνει ποτέ».  Οφείλεται επίσης σε μία σειρά ικανών Γενικών Προξένων τής Δημοκρατίας στη Θεσσαλονίκη και στην Κυπριακή κοινότητα της πόλης μας.  Ξεκινά με τις ετήσιες επισκέψεις στην Κύπρο φοιτητών τού Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών από το 2000 μέχρι το 2005, σε συνεργασία με τον Εθνικό Οργανισμό Νεολαίας.  Σε αυτές τις επισκέψεις, φοιτητές και καθηγητές γνωρίσαμε τον τότε Πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων Δημήτρη Χριστόφια, ο οποίος μάς έκανε την τιμή να δεχθεί να αναγορευτεί επίτιμος διδάκτορας του Τμήματός μας.  Οφείλω δε να πληροφορήσω ότι ο μοναδικός άλλος επίτιμος διδάκτοράς μας είναι ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας Κάρολος Παπούλιας.  Αντιλαμβάνεστε την ιδιαίτερη τιμή που αισθανόμαστε, καθώς πρόκειται για τους δύο εν ενεργεία ταγούς των Ελλήνων και όχι μόνο.  Για να επανέλθω στην ερώτησή σας, το Πανεπιστήμιό μας έχει καταστεί ο χώρος όλων των εκδηλώσεων των Κυπρίων στη Θεσσαλονίκη και αυτό φάνηκε περίτρανα κατά την προεκλογική περίοδο για την εκλογή Προέδρου.  Η εκπαιδευτική συνεργασία οφείλεται σε πρωτοβουλία του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Εξωτερικών Νίκου Αιμιλίου και στη συνεργασία μας με τον τότε Γενικό Πρόξενο στη Θεσσαλονίκη Ελπιδοφόρο Οικονόμου.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Κυριακή, 21 Νοέμβριος 2010 21:59

Ο Ελληνικός Πλούτος

Μετά από χρόνια έπεσε ξανά στα χέρια μου η παρακάτω ομιλία, την οποία ο αείμνηστος Ξενοφών Ζολώτας έκανε σε μια συνάντηση της Διεθνούς Τράπεζας Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης, στις 2 Οκτωβρίου του 1959.

 Σήμερα, μας υπενθυμίζει πολλά και κυρίως ότι σε τούτους τους δύσκολους καιρούς μπορούμε ακόμη να μιλάμε για τον ελληνικό πλούτο και να είμαστε  περήφανοι.

 Το κείμενο του Ξενοφώντα Ζολώτα παραμένει διαχρονικό και πέρα από την αξία που μπορεί να έχει για την επικαιρότητα και για τους οικονομολόγους, μας δείχνει και την κατεύθυνση στην οποία πρέπει να επενδύσει η σύγχρονη Ελλάδα, ακόμη και μέσα στην κρίση.  Μπορούμε να στηριχτούμε στην Παιδεία και στον Πολιτισμό, να τα αξιοποιήσουμε ως συντελεστές ισχύος, να τα αναδείξουμε ως συγκριτικά πλεονεκτήματα, να τα προβάλουμε με μια καλά σχεδιασμένη και οργανωμένη στρατηγική.  Να τα κάνουμε μέρος του πλούτου που χρειαζόμαστε.

 

INTERNATIONAL BANK OF RECONSTRUCTION AND DEVELOPMENT
SPEECH OF THE GREEK MINISTER OF ECONOMICS
Dr. XENOPHON ZOLOTAS
WASHINGTON, 2nd OCTOBER 1959


Kyrie,

It is Zeus’ anathema on our epoch and the heresy of our economic method and policies that we should agonize the Skylla ofnomismatic plethora and the Charybdis of economic anaemia.

It is not my idiosyncrasy to be ironic or sarcastic but my diagnosis would be that politicians are rather cryptoplethorists. Although, they emphatically stigmatize nomismatic plethora, they energize it through their tactics and practices. Our policiesshould be based more on economic and less on political criteria. Our gnomon has to be a metron between economic strategicand philanthropic scopes.

In an epoch characterized by monopoliesoligopoliesmonopolistic antagonism and polymorphous inelasticities, our policieshave to be more orthological, but this should not be metamorphosed into plethorophobia, which is endemic among academiceconomists.

Nomismatic symmetry should not antagonize economic acme. A greater harmonization between the practices of the economicand nomismatic archons is basic.

Parallel to this, we have to synchronize and harmonize more and more our economic and nomismatic policies panethnically. These scopes are more practicable now, when the prognostics of the political and economic barometer are halcyonic.

The history of our didymus organization on this sphere has been didactic and their gnostic practices will always be a tonic to the polionymous and idiomorphous ethnical economies. The genesis of the programmed organization will dynamize thesepolicies.

Therefore, I sympathize, although not without criticism one or two themes with the apostles and the hierarchy of our organs in their zeal to program orthodox economic and nomismatic policies.

apologize for having tyrannized you with my Hellenic phraseology. In my epilogue, I emphasize my eulogy to thephiloxenous autochthons of this cosmopolitan metropolis, and my encomium to you, kyrie, the stenographers.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Ελλάδα
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:29

Η Διεθνής Θεσσαλονίκη

Η Διεθνής Θεσσαλονίκη

 

Μακεδονία, Κυριακή 28 Μαρτίου 2010, σ. 77.
του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων


Δύο δεκαετίες μετά την κατάρρευση του Ανατολικού μπλοκ οι πολιτικοοικονομικές ανακατατάξεις στα Βαλκάνια – δυστυχώς επώδυνες ορισμένες φορές - έχουν σχεδόν ολοκληρωθεί. Όλα αυτά τα χρόνια επαναλαμβανόταν από τους Θεσσαλονικείς, αλλά και από τις πολιτικές ηγεσίες της χώρας, η φράση φιλοδοξίας ή και αυταρέσκειας «Η Θεσσαλονίκη πρωτεύουσα των Βαλκανίων»...

Έγινε η Θεσσαλονίκη «πρωτεύουσα» των Βαλκανίων; Θα μπορούσε ή μπορεί ακόμη να γίνει; Aν ναι, τι είδους, πολιτική, οικονομική, πολιτιστική; Οφείλουμε να προσδιορίσουμε σε ποιο βαθμό το περιεχόμενο του όρου «πρωτεύουσα» ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και, εφόσον καθορισθεί ο επιθυμητός στόχος, να εξετάσουμε τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να επιτευχθεί.

Υπό τις σημερινές συνθήκες, η Θεσσαλονίκη δεν μπορεί να είναι πολιτική «πρωτεύουσα» των Βαλκανίων. Αναμφίβολα, θετικές προσπάθειες για να ενισχυθεί ο πολιτικός ρόλος της Θεσσαλονίκης έχουν γίνει. Η πόλη έχει υποδεχθεί τη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ, τη Διαβαλκανική ή συναντήσεις Υπουργών. Φιλοξενεί διεθνείς, σχετικούς με τα Βαλκάνια, φορείς (Σύμφωνο Σταθερότητας, Τράπεζα Μαύρης Θάλασσας) και ο Δήμος Θεσσαλονίκης έχει δημιουργήσει το δίκτυο πόλεων της Βαλκανικής. Εντούτοις, η προσπάθεια αναβάθμισης του πολιτικού της ρόλου έχει φθάσει στα όριά της. Σήμερα, η όποια περαιτέρω ενίσχυση εξαρτάται μόνο από τη μετεγκατάσταση κυβερνητικών υπηρεσιών στη Θεσσαλονίκη ή τη δραστηριοποίηση της αυτοδιοίκησης και της κοινωνίας των πολιτών.

Όμως, η Θεσσαλονίκη έχει τις δυνατότητες να πρωτοπορήσει στον οικονομικό, πολιτιστικό, αθλητικό και επιστημονικό τομέα. Η πόλη διαθέτει ακόμη και σήμερα ΑΕΠ τουλάχιστον ίσο με εκείνο γειτονικής χώρας, διοργανώνει σειρά διεθνών εμπορικών και πολιτιστικών εκδηλώσεων και διαθέτει τις υποδομές για μεγάλα αθλητικά γεγονότα. Τέλος, με τα δύο Πανεπιστήμιά της και τα δίκτυά τους μπορεί να συμβάλει περισσότερο στην ανάπτυξη της περιοχής. Πώς όμως θα διεκδικήσει τα πρωτεία, έχοντας χάσει πολύτιμο χρόνο;

Η απάντηση είναι απλή. Με ένα στρατηγικό σχέδιο που θα θέσει τους στόχους, τις αρμοδιότητες και τις ευθύνες. Θα καθορίσει χρονοδιαγράμματα και στο οποίο θα συμφωνήσουν κυβέρνηση, τοπική αυτοδιοίκηση και φορείς της πόλης.

Το κράτος ευθύνεται για το πλαίσιο ανάπτυξης και ειδικότερα τις διεθνείς σχέσεις. Αυτές πρέπει να είναι σχέσεις συνεργασίας που ενισχύουν τη σταθερότητα και τη Δημοκρατία, χωρίς βεβαίως, χάριν της ανάπτυξης της όποιας πόλης, να τίθενται σε δεύτερη μοίρα τα γενικότερα συμφέροντα της χώρας. Στο κράτος ανήκουν πρωτοβουλίες σε επίπεδο Ε.Ε. που σχετίζονται με την προώθηση κοινών συμφερόντων, την ενίσχυση της αναπτυξιακής βοήθειας στην περιοχή, τις υποδομές (π.χ., διευρωπαϊκά δίκτυα), κλπ.

Από το κράτος εξαρτώνται και οι υποδομές. Αναμφίβολα, τα μεγάλα αναπτυξιακά έργα, όπως η Εγνατία Οδός ή οι ενεργειακοί άξονες, αναβαθμίζουν ολόκληρη τη βόρεια Ελλάδα και τη Θεσσαλονίκη. Στην ευθύνη του κράτους ανήκουν και οι πρωτοβουλίες που μόνο αυτό μπορεί να φέρει σε πέρας. Έτσι θετικά μεν κρίνονται οι πρωτοβουλίες για καλύτερη σιδηροδρομική σύνδεση της Θεσσαλονίκης με τα Σκόπια, τη Σόφια ή την Κωνσταντινούπολη. Όμως, παραμένει μεγάλο ζήτημα η αεροπορική σύνδεση της πόλης με τις γειτονικές πρωτεύουσες και κυρίως με τις Ευρωπαϊκές. Χαρακτηριστικά αναφέρω ότι η Κύπρος είναι πολύ κοντύτερα στη Θεσσαλονίκη λόγω της πολλαπλής και καθημερινής αεροπορικής σύνδεσης με τη Λάρνακα που απέχει μόνο δύο ώρες, ενώ για τα Σκόπια χρειάζονται τρεις, για τη Σόφια έξι, για την Κωνσταντινούπολη οκτώ. Ας μη συζητάμε για τις ανύπαρκτες απευθείας συνδέσεις με τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες...

Στην ευθύνη της τοπικής αυτοδιοίκησης ανήκει συχνά η υλοποίηση αποφάσεων της κυβέρνησης και η πειθαρχία σε ένα συνολικό πολιτικό και οικονομικό σχέδιο δράσης. Πρέπει να καταστεί σαφές πως κανένας φορέας αυτοδιοίκησης δεν επιτρέπεται να ασκεί εξωτερική πολιτική, ούτε να παίρνει πρωτοβουλίες χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με την κυβέρνηση.

Κυρίως, όμως, μία πόλη (όπως και μία περιοχή) οφείλει να προσδιορίσει την ταυτότητά της και το ή τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα έναντι πιθανών ανταγωνιστών της. Η ταυτότητα της πόλης είναι η αρχή και το τέλος. Στη βάση τής συγκεκριμένης ταυτότητας θα σχεδιάσει και θα ευθύνεται για τις δημόσιες σχέσεις της, για τον έλεγχο και τις πιέσεις προς τους κυβερνητικούς φορείς στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, για τη φιλοξενία και τα μέτρα εκείνα που θα κάνουν την πόλη ευχάριστη αλλά και λειτουργική για τους κατοίκους, τους επενδυτές και τους επισκέπτες.

Για όλα τα παραπάνω και κυρίως για το μέλλον μίας πόλης ευθύνη έχουν και οι φορείς της, όπως επιμελητήρια, πανεπιστήμια, αθλητικοί σύλλογοι, κ.ά., και εν τέλει οι ίδιοι οι πολίτες. Αν αυτοί δεν είναι ενεργοί και παραγωγικοί, σε όποιον τομέα και να δραστηριοποιούνται, τότε οι όποιες προσπάθειες του κράτους ή της τοπικής αυτοδιοίκησης θα πέσουν το κενό. Συνεπώς, αυτό που χρειαζόμαστε ακόμη και περισσότερο από οποιαδήποτε διοργάνωση ή θεσμό είναι πρώτα απ' όλα να συμφωνήσουμε στη διεθνή ταυτότητα της πόλης και έπειτα σ' ένα σχέδιο που θα λαμβάνει υπόψη τις δυνατότητες και τις προκλήσεις για τη διαμόρφωσή της. Σε αυτό το πλαίσιο, η εφημερίδα «Μακεδονία» προσφέρει το forum των συζητήσεων. Καλώς άρχισε η συζήτηση και ο προβληματισμός. Εμείς οι πολίτες, ας αρχίσουμε ή ας συνεχίσουμε τις πράξεις, ο καθένας στο χώρο δράσης του.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Ελλάδα
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:29

Εκπαίδευση και φορολογική συνείδηση

Εκπαίδευση και φορολογική συνείδηση

 

Μακεδονία, Κυριακή 28.02.2010, σ. 61.
του Ηλία Ι. Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων


Για την κρίση που βιώνει η χώρα μας ευθυνόμαστε, λίγο ή πολύ, οι περισσότεροι. Κι αυτό γιατί, συνήθως, θεωρούμε σωστό να διεκδικούμε και να ασκούμε τα δικαιώματά μας, χωρίς προηγουμένως να ανταποκρινόμαστε στις υποχρεώσεις μας. Ξεχνάμε, δηλαδή, ότι κάθε δικαίωμα και η άσκησή του προϋποθέτει ή στηρίζεται σε μία υποχρέωση: η ελευθερία, εθνική και ατομική, το δικαίωμα στην εκπαίδευση, στην υγεία, στη σύνταξη, στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό και στην υποχρέωση του πολίτη να συνεισφέρει ανάλογα με τις δυνατότητές του. Έχουμε διαμορφώσει και διαμορφώνουμε μία κοινωνία που στηρίζεται αποκλειστικά στην ιδέα των δικαιωμάτων και των κεκτημένων!

Η όποια αλλαγή επιχειρείται με στόχο την αντιμετώπιση της κρίσης, για να είναι μακροπρόθεσμα βιώσιμη, θα πρέπει να στηρίζεται και σε αλλαγή νοοτροπίας. Γι' αυτό, πέραν των όποιων μέτρων ληφθούν προς αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης, μεσοπρόθεσμα η αντιμετώπιση των προβλημάτων της Ελληνικής κοινωνίας βρίσκεται στην εκπαίδευση των παιδιών μας. Βρίσκεται στη δημιουργία συνείδησης υποχρεώσεων προς το σύνολο.

Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, κάθε κράτος και κάθε πολίτευμα στη Γη θεραπεύει μέσω της εκπαίδευσης τον εαυτό του. Ισχύει το ίδιο και στη χώρα μας; Ως ένα βαθμό, ναι. Πράγματι, τα παιδιά μας, ξεκινώντας από τον παιδικό σταθμό ή το νηπιαγωγείο, εντάσσονται σε σύνολα και κοινωνικοποιούνται, μαθαίνουν για την πατρίδα και εθνικοποιούνται, μαθαίνουν για τη δημοκρατία και πολιτικοποιούνται. Όμως, εκτιμώ, ότι η συγκεκριμένη διαδικασία, από την τυπική έναρξή της, από τη στιγμή δηλαδή που λαμβάνει τη μορφή μαθήματος στο σχολείο, δεν ανταποκρίνεται πλέον στις ανάγκες των καιρών.

Παράδειγμα αποτελούν τα πρώτα σχετικά βιβλία που παίρνουν οι μαθητές στα χέρια τους, στην Ε' και την ΣΤ' Δημοτικού, με τίτλο Κοινωνική και Πολιτική Αγωγή. Μελετώντας τα κανείς διαπιστώνει εύκολα ότι ενώ γίνεται συχνά αναφορά σε δικαιώματα και υποχρεώσεις, η λέξη δικαίωμα όχι μόνο προηγείται πάντα της λέξης υποχρέωση, όχι μόνο χρησιμοποιείται περισσότερες φορές, αλλά και προβάλλεται συστηματικά.

Μέχρι εδώ καλά. Όμως, ενώ ορθά υπάρχουν ξεχωριστά, ειδικά κεφάλαια για την προστασία του περιβάλλοντος, για το σεβασμό της διαφορετικότητας και για συγκεκριμένες κατηγορίες δικαιωμάτων, δεν υπάρχει κεφάλαιο για τις υποχρεώσεις ή, τουλάχιστον, για συγκεκριμένη κατηγορία υποχρεώσεων, όπως αυτών προς το κοινωνικό σύνολο. Σε αυτό το πλαίσιο, η αναφορά στις φορολογικές μας υποχρεώσεις είναι μόνο έμμεση, σχεδόν ανύπαρκτη. Είναι κατά την άποψή μου προφανές ότι σε μια χώρα με τέτοια ροπή προς τη φοροδιαφυγή θα έπρεπε να υπογραμμίζεται με κάθε μέσο και σε κάθε ευκαιρία η υποχρέωση του πολίτη να πληρώνει τους φόρους του, ως σημαντική κοινωνική διαδικασία συμμετοχής στα κοινά.

Θεωρώ ότι πρέπει να παύσουμε να ανατρέφουμε μία κοινωνία που θα στηρίζεται αποκλειστικά στην αντίληψη ύπαρξης μόνο δικαιωμάτων, χωρίς αίσθηση υποχρεώσεων και χωρίς φορολογική συνείδηση. Πρέπει ισόρροπα και παράλληλα με την εκμάθηση των δικαιωμάτων να καλλιεργηθεί η αίσθηση της ευθύνης απέναντι στο κοινωνικό σύνολο. Και τούτο διότι ποτέ και καμία κοινωνία δεν πέτυχε και δεν μπορεί να πετύχει να σέβονται οι πολίτες τους νόμους και να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους στηριζόμενη αποκλειστικά ή κυρίως σε καταναγκαστικούς μηχανισμούς (αστυνομία, εφορία, κλπ.).

Έτσι, όπως τα παιδιά μας μαθαίνουν πλέον στο σχολείο να σέβονται τη διαφορετικότητα (φύλλο, φυλή, θρησκεία), όπως μαθαίνουν για την ανάγκη προστασίας του περιβάλλοντος και την ανάγκη να κάνουν ανακύκλωση, πρέπει να μάθουν ότι οι υποχρεώσεις συνιστούν την απαραίτητη και αναγκαία προϋπόθεση ύπαρξης και άσκησης των δικαιωμάτων μας. Πρέπει να μάθουν, μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος και, κυρίως, του παραδείγματός μας, ότι εργαζόμαστε με συνέπεια, ότι η ανάληψη δημοσίων θέσεων συνιστά λειτούργημα και όχι μέσο πλουτισμού, ότι πρέπει ευσυνείδητα να συνεισφέρουμε ανάλογα με τις δυνατότητές μας και, ενδεχομένως, ότι οι κατά τον Θουκυδίδη «άτιμοι» δεν είναι μόνο όσοι δεν συμμετέχουν στα κοινά, αλλά και οι φοροφυγάδες. Κυρίως δε, ότι μόνο έτσι τα δικαιώματά τους θα αποκτήσουν την απαραίτητη ισχυρή βάση και δεν πρόκειται ποτέ να απειληθούν.

Ίσως είναι ευκαιρία, τώρα που συζητείται και ενδεχομένως θα επιχειρηθεί η βελτίωση της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, να αναζητηθούν τρόποι ώστε να δημιουργήσουμε κοινωνική συνείδηση ευθύνης και καλύτερους νέους πολίτες. Αυτοί είναι η συνέχειά μας και από αυτούς θα εξαρτηθεί το μέλλον της κοινωνίας μας.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Ελλάδα
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:28

Η εξωτερική πολιτική είναι πάντα δύσκολη

Η εξωτερική πολιτική είναι πάντα δύσκολη

 

Αγγελιοφόρος, Κυριακή 3.01.2010, σ. 16
του Ηλία Ι. Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων
Πρύτανη Πανεπιστημίου Μακεδονίας


Τα θέματα που θα κυριαρχήσουν το 2010 στην εξωτερική πολιτική θα είναι πάλι τα ίδια: τα Ελληνοτουρκικά, το Κυπριακό και το Σκοπιανό.

Στα Ελληνοτουρκικά δεν αναμένω εξελίξεις. Οι σχέσεις Ερντογάν και στρατιωτικών περνούν από μία νέα περίοδο τριβών, ενώ η εξωτερική πολιτική Νταβούτογλου, που επιζητά ρόλο για την Τουρκία στα ανατολικά της, φαίνεται να προβληματίζει τους φίλους της. Τούτο ενδέχεται να δημιουργήσει την ευκαιρία να προωθήσουμε τις απόψεις μας προς ισχυρές πρωτεύουσες, με στόχο τη δημιουργία κλίματος προς μελλοντική επίλυση ζητημάτων.

Οι εξελίξεις στο Κυπριακό εξαρτώνται και αυτές από την Άγκυρα. Αν υπάρξει ευκαιρία, ο Πρόεδρος Χριστόφιας θα την αξιοποιήσει, θέτοντας ως κόκκινη γραμμή τη συνέχεια του κράτους, την αποχώρηση των στρατευμάτων κατοχής και τη λειτουργικότητα της λύσης.

Τέλος, στο Σκοπιανό, μετά το Βουκουρέστι και την πρόσφατη Σύνοδο της ΕΕ, η πίεση διαρκώς αυξάνεται για τη Σκοπιανή κυβέρνηση. Έτσι, είναι θέμα αντοχής στο χρόνο των θέσεων των δύο πλευρών. Η πάγια εκτίμησή μου είναι ότι, υπό προϋποθέσεις, ο χρόνος τρέχει υπέρ μας.

Δεν είναι χρήσιμο να κρίνω αν το 2010 θα είναι δυσκολότερο από το 2009. Η εξωτερική πολιτική πάντα είναι δύσκολη. Πάντα χρειάζεται σχεδιασμό, σκληρή δουλειά και εξυπνάδα. Η Ελλάδα είναι διεθνώς ένα μικρό κράτος. Έχει όμως αποδείξει ότι μπορεί να είναι και έξυπνο και αποτελεσματικό!

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:27

Η Πολιτική Επιστήμη στα σχολεία

Η Πολιτική Επιστήμη στα σχολεία

 

Μακεδονία, Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2009
του Ηλία Ι. Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων


Τα τελευταία χρόνια μιλούμε για κρίση του πολιτικού συστήματος, της Δημοκρατίας, για αποστασιοποίηση των πολιτών και ειδικά των νέων από την πολιτική. Παρατηρούμε ότι οι νέοι προτιμούν είτε να είναι αδιάφοροι, είτε να εκφράζονται μέσω από ομαδοποιήσεις εκτός πολιτικής, είτε ακόμη να εκτρέπονται σε βίαιη και παραβατική συμπεριφορά. Αποστρέφονται την πολιτική και το πολιτικό σύστημα και επιλέγουν είτε να απέχουν, είτε να εναντιωθούν σ' αυτό. Το ερώτημα αν φταίει το πολιτικό σύστημα και η πολιτική που διαψεύδει τις προσδοκίες τους ή αν φταίνε οι ίδιοι που αποστασιοποιημένοι, αποσυρόμενοι ή ενάντιοι δεν συμβάλλουν, ώστε να αλλάξει η κατάσταση, μοιάζει με το ερώτημα για το αυγό και την κότα.

Η ευθύνη είναι αμοιβαία και αμφίδρομη. Μια τέτοια διαπίστωση καταδεικνύει την αλληλεξάρτηση στη σχέση πολιτών και πολιτικής. Αλληλεξάρτηση σημαίνει αμοιβαία κόστη και οφέλη. Ορθολογικά σκεπτόμενοι, λοιπόν, προκειμένου να αντιμετωπίσουμε την κρίση θα πρέπει να ελαχιστοποιήσουμε τα κόστη και να αυξήσουμε τα οφέλη από τη σχέση πολιτών και πολιτικής. Θα πρέπει με άλλα λόγια η πολιτική να γίνει περισσότερο ωφέλιμη για τους πολίτες και οι πολίτες για την πολιτική. Απαραίτητη προϋπόθεση για μια τέτοια εξέλιξη αποτελεί η διαπαιδαγώγηση των πολιτών. Θα πρέπει οι πολίτες να γνωρίζουν τις αρχές τής πολιτικής, για να συμμετέχουν σ' αυτήν είτε ως άρχοντες είτε ως αρχόμενοι. Τούτο μας συμβουλεύει και ο Αριστοτέλης στα Πολιτικά. Γράφει:

«Και το σημαντικότερο για τη διατήρηση των πολιτευμάτων, που όλοι παραγνωρίζουν, είναι ότι οι πολίτες πρέπει να διαπαιδαγωγούνται με βάση τις αρχές του πολιτεύματος. Γιατί και οι χρησιμότεροι νόμοι, έστω κι αν ψηφίζονται απ' όλους τους πολίτες, δεν ωφελούν, αν οι πολίτες δεν είναι εθισμένοι και εκπαιδευμένοι σύμφωνα με τις πολιτειακές αρχές...»

Υπό τις παρούσες συνθήκες ο καλύτερος τρόπος πολιτικής διαπαιδαγώγησης των νέων είναι η διδασκαλία Αρχών της Πολιτικής Επιστήμης από ειδικούς πολιτικούς επιστήμονες στα σχολεία. Μπορεί να υπάρχουν μαθήματα, όπως η Πολιτική Αγωγή ή τα Στοιχεία Δημοκρατικού Πολιτεύματος σε μεγαλύτερες τάξεις, αλλά δεν τους αποδίδεται η δέουσα σημασία. Επιπλέον, μπορεί να διδάσκονται ο Αριστοτέλης, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων ή οι Διαφωτιστές, αλλά τούτο γίνεται είτε από την φιλολογική, είτε από την ιστορική πλευρά, που αν και χρήσιμες δεν μπορούν από μόνες τους να αναπτύξουν τις δεξιότητες του καλού πολίτη.

Η πολιτική θα πρέπει να προσεγγίζεται με γνώση, με αναλυτικό και κριτικό πνεύμα και για αυτό οι νέοι θα πρέπει να διδάσκονται τόσο αρχαία και σύγχρονη πολιτική θεωρία, όσο και σύγχρονα ζητήματα πολιτικής υπό την οπτική της Πολιτικής Επιστήμης. Χρειάζονται γνώσεις για το κράτος, τη Δημοκρατία, τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις, τις λειτουργίες, τις αρχές, του πολιτεύματος, τους θεσμούς, το κοινωνικό συμβόλαιο, τις διαφορετικές θεωρίες επί της πολιτικής, αλλά και για ζητήματα, όπως οι Διεθνείς Σχέσεις, η Διεθνής Πολιτική Οικονομία, η Ευρωπαϊκή Ένωση, που θα επιτρέψουν στους νέους να έχουν καλύτερη αντίληψη όχι μόνο της Ελληνικής, αλλά και της διεθνούς πολιτικής πραγματικότητας. Τούτο το έργο θα μπορέσει να επιτελέσει η εισαγωγή της Πολιτικής Επιστήμης στα σχολεία και η διδασκαλία της από ειδικούς πολιτικούς επιστήμονες.

Μόνο η γνώση μπορεί να θεραπεύσει τις παθογένειες του πολιτικού συστήματος, να γίνει ασπίδα στο λαϊκισμό, στην παραπληροφόρηση, στην προπαγάνδα, στην αποστασιοποίηση. Η γνώση θα οξύνει το ενδιαφέρον και το ενδιαφέρον θα ενθαρρύνει τη συμμετοχή. Ακόμη και εάν κάποιος επιλέξει να ακολουθήσει τις Φυσικές Επιστήμες, την Ιατρική, τις Καλές Τέχνες ή κάποιο άλλο τεχνικό επάγγελμα, θα πρέπει να γνωρίζει πώς να είναι καλός πολίτης, να ξέρει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του, να αποκτήσει έναν ορθολογικό τρόπο σκέψης περί των πολιτικών ζητημάτων. Με τον ίδιο τρόπο και για τους ίδιους λόγους που αποκτούν τα παιδιά μας βασικές γνώσεις για τις επιστήμες, τη γλώσσα, τη λογοτεχνία, την οικονομία, θα πρέπει να αποκτήσουν και βασική γνώση για την πολιτική. Άλλωστε τούτη είναι η διαδικασία που απαιτεί τη συνδρομή όλων για να μπορέσει η κοινωνία να επιτύχει την ευημερία και θα πρέπει να κατέχουμε τις απαραίτητες γνώσεις για να την προσφέρουμε.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Παιδεία
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:26

Η επιστήμη των Διεθνών Σχέσεων

Συνέντευξη του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων
Μακεδονία, Πέμπτη, 05.11.2009, σ. 16-17.

 

1. Η Επιστήμη των Διεθνών Σχέσεων στην Ελλάδα γνωρίζει άνθιση. Πού το στηρίζετε αυτό;

Η δημιουργία νέων Τμημάτων, η αύξηση των διδασκόντων και ερευνητών που ασκούν σημαντικό έργο σε όλα τα Τμήματα, η δημιουργικότητα των νέων συναδέλφων και η εμπειρία, ημών των παλαιότερων, έδωσαν νέα δυναμική στον κλάδο των Διεθνών Σχέσεων. Επιπλέον, λόγω του επιπέδου σπουδών προσελκύουμε στα Τμήματα μας αξιόλογους προπτυχιακούς και μεταπτυχιακούς φοιτητές, που συνεισφέρουν με τον τρόπο τους στην πρόοδο της Επιστήμης. Θα προσέθετα, όμως, ότι αυτή η τάση είναι διεθνής και όχι μόνο ελληνική. Το ενδιαφέρον που παρουσιάζουν οι διεθνείς εξελίξεις και η σημασία τους στην καθημερινή μας ζωή έχουν καταστήσει την επιστήμη των Διεθνών Σχέσεων από τη μια ένα γοητευτικό πεδίο έρευνας και από την άλλη ένα απαραίτητο εργαλείο για την άσκηση υπεύθυνης πολιτικής, εσωτερικής και εξωτερικής.


2. Ποιες είναι οι σύγχρονες τάσεις στις Διεθνείς Σχέσεις;

Για την επιστήμη των Διεθνών Σχέσεων, θα έλεγα ότι καθώς πολλαπλασιάζονται τα ερευνητικά προγράμματα, οι ερευνητές, τα Τμήματα Διεθνών Σχέσεων διακρίνω όλο και περισσότερο χαρακτηριστικά εντοπιότητας και επικαιρότητας. Τούτα απορρέουν από την ερευνητική κουλτούρα των Πανεπιστημίων και των τμημάτων που θεραπεύουν την επιστήμη, αλλά και από τις εκάστοτε ανάγκες και εξελίξεις κάθε χώρας. Για παράδειγμα, η ανάπτυξη της «Αγγλικής Σχολής» στην Αγγλία ανταποκρινόταν σε συγκεκριμένες ανάγκες, όπως και τα ερευνητικά προγράμματα για τις Μεγάλες Δυνάμεις που αναπτύχθηκαν στις ΗΠΑ. Μια ανάλογη τάση είναι η στροφή προς τη μελέτη της Μέσης Ανατολής και του Ισλάμ, μετά την 11η Σεπτεμβρίου, όπως και η σημασία που δίνεται στη μελέτη των μικρών κρατών και της Ε.Ε. μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Διαχρονικές και οικουμενικές τάσεις παραμένουν η μελέτη του διεθνούς συστήματος, του έθνους κράτους, των μεγάλων δυνάμεων, του Πολέμου. Σταθερά ανερχόμενος είναι ο κλάδος της διεθνούς πολιτικής οικονομίας. Εάν περάσουμε τώρα στην πράξη θα έλεγα ότι η σημασία του έθνους-κράτους ως πρωταρχικού δρώντος στο διεθνές σύστημα, η επιβίωση και η μεγιστοποίηση της ασφάλειας ως ύψιστο εθνικό συμφέρον και προτεραιότητα κάθε έθνους-κράτους, καθώς και η τάση της υπερδύναμης προς την ηγεμονία χαρακτήρισαν την τελευταία εικοσαετία, από την πτώση του τοίχους του Βερολίνου μέχρι και την παγκόσμια οικονομική κρίση.

 

3. Υπάρχει δια-Τμηματική συνεργασία και σε ποιους τομείς;

Γίνονται προσπάθειες και έχουμε αποκτήσει διαύλους επικοινωνίας και συνεργασίας για παράδειγμα σε ερευνητικά προγράμματα.. Όπως κάθε επιστημονική κοινότητα που επιδιώκει την ανάπτυξή της, γνωρίζουμε ότι μόνο μέσα από το συνεχή επιστημονικό διάλογο και την ανταλλαγή απόψεων μπορούμε να επιτύχουμε τους στόχους μας. Στη γνώση δεν υπάρχουν μονοπώλια. Με αυτό το σκεπτικό αποφασίσαμε να διοργανώσουμε στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας αυτή τη Διημερίδα, προκειμένου να συνευρεθούν και τα τέσσερα Τμήματα Διεθνών Σχέσεων, που υπάρχουν στη χώρα μας. Ελπίζουμε η πρωτοβουλία μας να βρει συνεχιστές και είμαστε διατεθειμένοι να τη στηρίξουμε, με σκοπό τη δημιουργία μιας ελληνικής σχολής σκέψης. Θα πρέπει να επισημάνω ότι οι Έλληνες έχουμε παράδοση στις Διεθνείς Σχέσεις από την εποχή του Θουκυδίδη. Πιστεύω ότι αυτή η διαπίστωση αναφέρεται στο πρώτο μάθημα Διεθνών Σχέσεων σε κάθε σχολή στον κόσμο.

 

4. Πως απορροφάται, πως αξιοποιεί η Πολιτεία το δυναμικό αυτό;

Το επίπεδο των σπουδών και η σημασία των διεθνών σχέσεων προσελκύουν στα Τμήματα μας αριστούχους και πολύ καλούς φοιτητές, σε προπτυχιακό και μεταπτυχιακό επίπεδο. Οι γνώσεις, οι αναλυτικές και οι κριτικές ικανότητες που αποκτούν οι σπουδαστές των Διεθνών Σχέσεων τους εξασφαλίζουν εξαιρετικές προοπτικές για περεταίρω σπουδές και εργασία. Ένα πτυχίο Διεθνών Σχέσεων προσφέρει πολλές διεξόδους. Πολλοί από τους φοιτητές μου έχουν διακριθεί στα καλύτερα Πανεπιστήμια του κόσμου, άλλοι εργάζονται ή εργάστηκαν στην Ε.Ε. και σε άλλους διεθνείς οργανισμούς και ερευνητικά κέντρα, σε Μ.Μ.Ε. Κάποιοι επιλέγουν την έρευνα. Κάποιοι βρίσκουν διέξοδο στον ιδιωτικό τομέα και τις επιχειρήσεις σε Ελλάδα και εξωτερικό. Κάποιοι άλλοι κατευθύνονται στη Διπλωματική Ακαδημία ή τη Σχολή Δημόσιας Διοίκησης και κάποιοι διεκδικούν μια θέση στον δημόσιο τομέα. Οι απόφοιτοί μας δεν έχουν καμία προνομιακή μεταχείριση παρ' όλο που ήδη έχουν διδαχθεί πολλά από τα μαθήματα που εξετάζονται ή διδάσκονται. Θέλω να προσθέσω ότι η πολιτεία ακόμη δεν μας έχει αναγνωρίσει το επαγγελματικό δικαίωμα του πολιτικού επιστήμονα. Αυτό είναι ένα από τα θέματα που θα αναδειχθούν στη Διημερίδα.

 

5. Πρόκειται για μία επιστήμη που βρίσκεται σε διαρκή εξέλιξη. Πώς επιμορφώνονται οι διπλωμάτες, για παράδειγμα, ή οι ειδικοί των Διεθνών Σχέσεων;

Οι διεθνείς σχέσεις είναι από μόνες τους δυναμικές και αυτό κατά συνέπεια αποτελεί χαρακτηριστικό και της επιστήμης των Διεθνών Σχέσεων. Αυτό είναι και ένα από τα στοιχεία που καθιστούν την επιστήμη μας γοητευτική. Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο οι διεθνείς σχέσεις βρίσκονται στο πρωτοσέλιδο των εφημερίδων καθημερινά. Έχετε δίκιο, λοιπόν, χρειάζεται διαρκής ενημέρωση και επιμόρφωση. Για παράδειγμα στο Τμήμα ΔΕΣ του Πανεπιστημίου Μακεδονίας έχουμε αναλάβει την επιμόρφωση των διπλωματών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ωστόσο, το πιο σημαντικό, και αυτό στο οποίο επενδύουμε, είναι η ανάπτυξη των αναλυτικών και κριτικών ικανοτήτων που προσφέρει η ενασχόληση με την επιστήμη μας, έτσι ώστε οι σπουδαστές μας μετά την αναχώρησή τους από το Πανεπιστήμιο να έχουν τη δυνατότητα της ανάλυσης και της σύνθεσης της γνώσης και της πληροφορίας, να μπορούν να προχωρούν σε ορθές και επιστημονικά τεκμηριωμένες κρίσεις.

 

6. Θεωρητικά φαίνεται ότι βρισκόμαστε σε πολύ καλό επίπεδο. Πως όμως εξηγείτε το γεγονός ότι στην πράξη η Ελλάδα πολλές φορές έχει χάσει στον τομέα των Διεθνών Σχέσεων;

Διαφωνώ με όσους βλέπουν το ποτήρι της εξωτερικής πολιτικής μισοάδειο. Συχνά παρασυρόμαστε από μύθους και έναν επικίνδυνο λαϊκισμό που προσπαθεί να παρουσιάσει την Ελλάδα ως θύμα στη διεθνή πολιτική. Μπορεί να έχουν γίνει λάθη και παραλείψεις. Η χώρα μας, όμως, έχει καταφέρει σημαντικές «νίκες». Αρκεί να σας υπενθυμίσω το Βουκουρέστι, όπου η Ελληνική κυβέρνηση στάθηκε απέναντι στην υπερδύναμη, ή την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή τη στρατηγική μας στη διπλωματία των αγωγών. Θα πρέπει επίσης να υπογραμμίσω τις υψηλές επιδόσεις που είχε τα τελευταία χρόνια η εξωτερική μας πολιτική στον τομέα της αναπτυξιακής βοήθειας. Ακόμη και στα Ελληνοτουρκικά ζητήματα η Ελληνική θέση για τη συμμόρφωση της Τουρκίας με τις επιταγές της Ε.Ε. έχει γίνει Ευρωπαϊκή θέση. Πιστεύω ότι όταν υπάρχει ρεαλισμός, σχέδιο και συναίνεση η χώρα μας μπορεί να τα καταφέρνει. Χρειάζεται, όμως, διαρκής εγρήγορση και μια έξυπνη και ολιστική προσέγγιση στην εξωτερική πολιτική.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Άρθρα Γνώμης
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:25

Μετά το 1989: διεθνές σύστημα και ηγεμονία

Μετά το 1989: διεθνές σύστημα και ηγεμονία

 

Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 01.11.2009, σ. 26, 39
του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων


Για εμάς, τους μελετητές των Διεθνών Σχέσεων, οι σημαντικές ημερομηνίες συνδέονται με τη γένεση ή τις μεταβολές στην κατανομή ισχύος τού κρατικογενούς διεθνούς συστήματος και είναι ελάχιστες: 1648, 1815, 1945 και, φυσικά, 1989. Για εμάς, η τελευταία συμβολίζει, πρωτευόντως, την κατάρρευση ενός εκ των δύο πόλων του διεθνούς συστήματος, δευτερευόντως, την υποχώρηση ενός ισχυρού κράτους και, τριτευόντως, αυτήν ενός πολιτικού συστήματος.

Η υποχώρηση της Ε.Σ.Σ.Δ. δημιούργησε ένα τεράστιο κενό ισχύος, το οποίο μοιραία ήρθαν να καλύψουν οι Η.Π.Α. Έτσι, αμέσως μετά το 1989, στο διεθνές σύστημα εμφανίζονται: μία, σύμφωνα με όλα τα κριτήρια, υπερδύναμη, οι Η.Π.Α.• μία άλλη, στρατιωτική μόνο, λόγω των πυρηνικών της, υπερδύναμη, η Ρωσία• δύο πιθανώς αναδυόμενες μεγάλες δυνάμεις, η Κίνα και η Ινδία• και μία οικονομική υπερδύναμη, η Ε.Ε. Με δεδομένους τους ευρωατλαντικούς δεσμούς, την αδυναμία αντισυσπείρωσης των υπολοίπων, καθώς και το γεγονός ότι μόνο οι Η.Π.Α. μπορούν να αναλαμβάνουν την όποια πρωτοβουλία, το διεθνές σύστημα θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως ηγεμονικό/μονοπολικό.

Στη «νέα» παγκόσμια τάξη, οι Η.Π.Α. έθεσαν ως προτεραιότητα τον «εκδημοκρατισμό» και τη σταθεροποίηση της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, των Βαλκανίων και του χώρου τής πρώην Ε.Σ.Σ.Δ., ενώ η Ρωσία έπρεπε να χάσει τα όποια στηρίγματα θα της επέτρεπαν να ξαναπαίξει σημαντικό διεθνή ρόλο. Το ΝΑΤΟ - η μακροβιότερη και ισχυρότερη ηγεμονική συμμαχία ποτέ - παύει να έχει περιφερειακό αμυντικό χαρακτήρα. Αναδεικνύεται σε φορέα επεμβάσεων, αλλά και φορέα υπερεθνικής προσέγγισης. Οι Η.Π.Α., μέσω της συμμαχίας ή/και σε συνεργασία με άλλα κράτη και φορείς (Ε.Ε., ΟΑΣΕ), εστιάζουν, επίσης, την προσοχή τους, στο βόρειο τμήμα της Ευρασίας, παραμελώντας σχεδόν τα τεράστια προβλήματα που παρουσιάζει το νότιο ημισφαίριο.

Το 2001, όταν επανήλθαν στην εξουσία οι Ρεπουμπλικάνοι, η εξωτερική πολιτική των Η.Π.Α. προμηνυόταν λιγότερο παρεμβατική, χωρίς όμως, να αποκλείονται οι ανοιχτές επεμβάσεις, αν κρινόταν αναγκαίο για λόγους ασφαλείας. Παράλληλα αναμενόταν, η προσέγγιση με τη Ρωσία και ήταν έκδηλη η έμφαση που έδιδε η νέα κυβέρνηση στο θέμα των διαστημικών εξοπλισμών.

Αυτή περίπου ήταν η μετά το 1989 εικόνα του διεθνούς συστήματος και του ρόλου της μοναδικής υπερδύναμης, όταν στις 11.9.2001 έλαβε χώρα η τρομοκρατική επίθεση εναντίον της. Ήταν το πρώτο πλήγμα που υπέστησαν οι Η.Π.Α. στο εσωτερικό τους. Ό,τι δεν συνέβη, λόγω της πυρηνικής αποτροπής, στον ψυχρό πόλεμο, συνέβη σε μία στιγμή ηγεμονικής υπεροχής τους.

Οι Η.Π.Α. υιοθετούν τότε το δόγμα «ενάντια στον τρόμο» και διεξάγουν δύο πολέμους κατά καθεστώτων που φέρονται να υποστηρίζουν ή ανέχονται την τρομοκρατία. Εμμέσως, επιχειρούν δύο επιπλέον πράγματα. Πρώτο, να εδραιωθούν στη Μέση Ανατολή και να δημιουργήσουν προγεφύρωμα προς την Κεντρική Ασία. Δεύτερο, να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα που ταλανίζει κάθε ηγεμονική δύναμη, την εμφάνιση του μικρού κράτους με εχθρικό πολίτευμα ή παράτολμη ηγεσία που αποκτά (Βόρεια Κορέα) ή επιδιώκει να αποκτήσει (Ιράκ, Ιράν) όπλα μαζικής καταστροφής.

Από την άλλη πλευρά, η Ρωσία αρχίζει να αναζητεί νέο ρόλο. Το πυρηνικό της οπλοστάσιο, η ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης από αυτήν και οι σαφείς ενδείξεις για τον ηγεμονικό ρόλο που επιθυμεί να παίξει στην περιοχή, καθιστούν την Ρωσία ισχυρό παίκτη. Βεβαίως, δύσκολα θα επιστρέψουμε σε μια διπολική εκδοχή του συστήματος• είναι, όμως, πάντα πιθανό να επικρατήσει η λογική των σφαιρών επιρροής.

Εν τω μεταξύ, η ευρωπαϊκή ενοποίηση προχώρησε. Ωστόσο, οι εσωτερικές διαιρέσεις δεν επιτρέπουν στην Ε.Ε. να αναλάβει διεθνώς δυναμικό ρόλο. Η μόνη πιθανότητα για να διαδραματίσει η Ε.Ε. κάποιο ρόλο, εκτός της οικονομικής σφαίρας, φαίνεται να είναι η ενοποίηση διαφορετικών ταχυτήτων, με την «Ευρώπη του πυρήνα» να αναλαμβάνει τις ευθύνες της και τις πρωτοβουλίες.

Σήμερα, είκοσι χρόνια μετά, φαίνεται πως οι Η.Π.Α. θα διατηρήσουν και θα συνεχίσουν την ηγεμονία τους. Στην Ιστορία, καμία δύναμη δεν εγκατέλειψε την ηγεμονία. Ο μόνος τρόπος απαγκίστρωσής της από αυτήν είναι, στο πλήρωμα του χρόνου, είτε η εξουθένωσή της είτε η ανατροπή της από άλλη ηγεμονική δύναμη. Η μη άσκηση ή εγκατάλειψη της ηγεμονίας μπορεί να λειτουργήσει αποσταθεροποιητικά για το σύστημα και, κυρίως, μπορεί να έχει αρνητικές συνέπειες για τον ίδιο τον ηγεμόνα: «από την ηγεμονία σας αυτή να παραιτηθείτε σήμερα δεν μπορείτε• το να την αποκτήσει κανείς θεωρείται άδικο, αλλά το να την αφήσει επικίνδυνο» (Θουκυδίδης, Β.63).

Το μόνο που απομένει να δούμε είναι τι είδους θα είναι η ηγεμονία υπό τον προσφάτως τιμηθέντα με Νόμπελ ειρήνης Πρόεδρο Ομπάμα. Η μέχρι τώρα πολιτική του, υπό το βάρος της οικονομικής κρίσης και των εσωτερικών υποθέσεων, δεν επιτρέπει ασφαλείς εκτιμήσεις, πέραν της βεβαιότητας για τις προσπάθειες διατήρησης του ηγεμονικού ρόλου.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Σελίδα 5 από 9