Tuesday, Jul 25th

Last update05:25:07 AM GMT

Λόγος Επαινετικός προς την Καθηγήτρια Katherine Elizabeth Fleming

Αξιότιμη κυρία Fleming,

O Πρόεδρος του Τμήματός μας επαίνεσε ήδη την συμβολή σας στην επιστήμη.

Εμένα επιτρέψτε να Σας επαινέσω, αναφερόμενος κυρίως σε αυτό που ο νόμος απαιτεί ως προϋπόθεση για την αναγόρευση επιτίμου διδάκτορος, τις πολύτιμες υπηρεσίες στο Έθνος – μία έννοια που ασφαλώς μπορεί να πάρει διαφορετικά περιεχόμενα. Ακολουθώντας ωστόσο τον νόμο, θα μου επιτρέψετε στην συνέχεια να πορευτώ με μία δική σας, και ταυτοχρόνως δική μου, ανάγνωση της συγκεκριμένης έννοιας.

«Εν αρχη ην ο Λόγος»! Γιατί λοιπόν σας απονέμουμε τον τίτλο της Επιτίμου Διδάκτορος του Τμήματος;

Με την αναγόρευση αυτήν το κάθε μέλος του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών και, συνεπώς, όλοι μαζί τιμούμε εκείνα τα οποία αναδείξατε και θα παραθέσω, και που ως οντότητα εκπροσωπείτε: την προσήλωση στην έρευνα, στην αλήθεια και στην αντικειμενικότητα, στην ανοχή στο διαφορετικό, στην σύνθεση, στην Ελληνικότητα, στον «αποχαιρετισμό στα όπλα» (Remarque). Τιμούμε, επίσης, εμμέσως πλην σαφώς, όλες και όλους εκείνους τους συμπατριώτες μας που χάθηκαν από τον τόπο μας, με το πρώτο τραίνο να φεύγει από την Θεσσαλονίκη στις 15 Μαρτίου 1943, ημέρα Δευτέρα.

Ακόμη, έχοντας πλήρη αίσθηση των καιρών στην Ελλάδα, στην Ευρώπη και στον κόσμο, επιθυμούμε, αναλαμβάνοντας την προσωπική μας ευθύνη, να πάρουμε θέση και να στείλουμε πολλαπλά μηνύματα στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, τόσο στην θλιβερή και ανησυχητική ενίσχυση των άκρων, όσο και σε εκείνους που ανεύθυνα στη γειτονιά μας, στην Ευρώπη ή αλλού, υιοθετούν ρητορικές ηγεμονισμού, μονομέρειας, αποκλεισμού και βίας. Ρητορικές οι οποίες ασφαλώς δημιουργούν την αγωνία για το πότε θα γίνει το πέρασμα από τα λόγια στην πράξη.

Με το συγγραφικό σας έργο για την Μεσόγειο, τον Ελληνισμό, και την ελληνική Ιστορία, όπως για τον ρόλο του Αλή Πασά στην επιτάχυνση της Επανάστασης του '21, αλλά ιδιαίτερα με το βιβλίο Greece: a Jewish History, αναδείξατε διαστάσεις της δημιουργίας του Ελληνικού κράτους, αλλά και του δύσκολου παρελθόντος της χώρας μας και των ανθρώπων της. Άλλες φορές αυτές οι διαστάσεις καταλήγουν να είναι απανωτές γροθιές στο στομάχι και οδηγούν σε ντροπή και θλίψη, και άλλες – όταν φθάνουμε σε εκείνους που στάθηκαν όρθιοι ή στους λίγους «δίκαιους των Εθνών» (όπως ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γεννάδιος) –  προσφέρουν ανακούφιση, υπερηφάνεια και νοσταλγία, αν όχι χαρμολύπη.

Το έργο σας – μια που αναρωτιέστε – δεν είναι κατά την άποψή μου μία εβραϊκή ιστορία, αλλά είναι η Ελληνική ιστορία της ολοκλήρωσης του σύγχρονου κράτους και έθνους, ιδωμένο κάτω από ένα διαφορετικό πρίσμα, αυτό των Εβραίων της Ελλάδας που κατέληξαν να είναι Έλληνες. Διότι σημασία δεν έχει το πώς γεννιέσαι ή, ακόμη περισσότερο, το πώς ζεις. Σημασία έχει το πώς φεύγεις! Και ένα είναι βέβαιο, ότι όσοι άνθρωποι έφυγαν, και που είναι σήμερα εδώ παρόντες, έφυγαν ως Έλληνες Εβραίοι. Κυρίως δε, έφυγαν ως άνθρωποι μίας αναπόδραστα μεικτής παράδοσης, μίας σύνθεσης, που ανεξαρτήτως των διαφορετικών χυμών που ανέβλυζαν από τα βάθη του χρόνου, είχε σε μεγάλο ποσοστό μέσα της την ελληνική πραγματικότητα και συνέχεια.

Αναδείξατε με την έρευνά σας τις επίπονες προσπάθειες του Ελληνικού κράτους να ενώσει τους υπό την Οθωμανική αυτοκρατορία πληθυσμούς του. Παρουσιάσατε τις διαφορετικές εβραϊκές κοινότητες ανά τον Ελλαδικό χώρο και τον βαθμό ολοκλήρωσης καθεμιάς από αυτές στον Ελληνικό κόσμο και πολιτισμό, όπως αυτή των Ρωμανιωτών και των Εβραίων της Μακεδονίας, της Δράμας, της Καβάλας, της Κατερίνης, της Βέροιας, της Φλώρινας. Αναδείξατε τους ανταγωνισμούς μεταξύ του Ελληνικού κράτους και κάποιων Εβραϊκών κοινοτήτων, όπως αυτή της πόλης μας, τους ανταγωνισμούς μεταξύ αυτών των ίδιων των εβραϊκών κοινοτήτων, τον ανταγωνισμό μεταξύ Ελλήνων και Εβραίων (σε κάποιες περιπτώσεις, ίσως και για το ποιος είναι ο «περιούσιος λαός», αυτό που αποκαλείτε exceptionalism των δύο λαών), αλλά και τις εκατέρωθεν αδικίες, που σε κάποιες περιπτώσεις είχαν ένα τιποτένιο οικονομικό κίνητρο.

Αυτά είναι τεκμηριωμένα και αληθινά, για αυτό και ωφέλιμα, τόσο στην όποια λογική του έθνους, όσο και στην λογική πλέον ενός καθόλα δημοκρατικού λαού και της συνείδησης ενός εκάστου εξ ημών. Γιατί, παρά τις περί του αντιθέτου απόψεις, η μνήμη, αυτή που καίει ως «άκαυτη βάτος», και ακόμη περισσότερο η ευθύνη δεν είναι συλλογική υπόθεση, είναι ατομική. Μόνο σε ολοκληρωτικά καθεστώτα, σαν κι αυτά που οδήγησαν σε καταστροφές ή που τώρα ξανά απειλούν, ισχύουν τα περί συλλογικοτήτων. Αντίθετα, είναι η ατομική μνήμη και η ατομική αίσθηση ευθύνης και ατομικής απόδοσης δικαιοσύνης που έχουν σημασία σε ένα διαποτισμένο από την ιδέα του Δικαίου, σύγχρονο και κοινωνικά φιλελεύθερο πολιτικό σύστημα.

Στο έργο σας κυρίαρχη θέση – πώς θα μπορούσε αλλιώς – έχει το ολοκαύτωμα.

Η κορύφωση όμως της έρευνας και της αφήγησής σας δεν είναι τόσο το τι συνέβη εδώ, στον ελλαδικό χώρο. Αφορά κυρίως τί έγινε εκεί, στον τόπο του μαρτυρίου. Εκεί που έπαυσαν να είναι οι Εβραίοι της κάθε διαφορετικής περιοχής, οι Γιαννιώτες, οι Θεσσαλονικείς και οι Αθηναίοι, οι Μακεδόνες και οι Κρητικοί. Εκεί ήταν οι Έλληνες, που σαφώς διαφοροποιούνταν ως συλλογικότητα από τους ομόθρησκούς τους της Γαλλίας ή της Πολωνίας ή άλλων περιοχών της Ευρώπης. Εκεί, σε αυτό το τρομακτικό περιβάλλον, λειτούργησαν και ο αυτοπροσδιορισμός και ο ετεροπροσδιορισμός. Και στις δύο περιπτώσεις η βάση των διεργασιών, αλλά και το σημείο αναφοράς ήταν η Ελλάδα.

Η διαδικασία της ελληνοποίησης, "hellenization", όπως την ονομάζετε, δεν σταμάτησε όμως. Συνεχίσθηκε, παρά τις εξαιρετικά αντίξοες μεταπολεμικές συνθήκες. Οι Έλληνες των στρατοπέδων αντιμετώπισαν δύσκολες συνθήκες επαναπατρισμού. Ήταν ο εμφύλιος, οι μεγάλες αδυναμίες, αν όχι η ανυπαρξία του ελληνικού κράτους, και, ασφαλώς, η πονηρία και η προκατάληψη, ο αντισημιτισμός των αμαθών και των επιτηδείων.

Κάποιοι διεκδίκησαν τη θέση τους και δημιούργησαν στην Ελλάδα, όπως οι συμπολίτες μας της Ισραηλιτικής κοινότητας της Θεσσαλονίκης. Άλλοι, αναζητώντας νέους δρόμους ασφάλειας, ευημερίας και οράματος επέλεξαν την πορεία προς το Ισραήλ ή τον νέο κόσμο, όπως και πολλοί μη Εβραίοι Έλληνες.

Και εκεί είναι που έρχεσθε να αναδείξετε την συνέχεια της ελληνοποίησης. Εκεί συνέχισαν, με τα περισσότερα ή λιγότερα στοιχεία της ελληνικής γλώσσας, με τις συνήθειές τους, με τις γεύσεις τους, με τα ακούσματά τους, για μία ακόμη φορά. Και εκεί βίωσαν ξανά τον ετεροπροσδιοριμό εκ μέρους των ισχυρότερων ομάδων. Αλλά και τον αυτοπροσδιορισμό μέσα από την νοσταλγία – μία νοσταλγία που καθιστούσε πολλά σπίτια μία μικρή Ελλάδα, όπως το σπίτι του συμφοιτητή μου στο Denver, Co.. Τι σημασία είχε αν ο Αλέξης είχε διαφορετική θρησκεία από μένα; Το σπίτι του ήταν γεμάτο Ελλάδα, γεμάτο ήχους, εικόνες και χρώματα από το Αιγαίο. Και εμείς ήμασταν οι Έλληνες, the Greeks, όπως όλοι οι άλλοι μας προσδιόριζαν.

Την Ιστορία την αναζητήσατε στις πηγές της, με όπλο την Ελληνική σας γλώσσα και την μακρόχρονη παραμονή σας στην χώρα. Συγγράψατε μία Ιστορία της Ελλάδας, ακολουθώντας την επιστημονική μέθοδο, γνωστή από την εποχή του Θουκυδίδη. Όπως και εκείνος, λάβατε τις πληροφορίες όχι «από τον πρώτον τυχόντα», ούτε όπως τα φανταζόσασταν, αλλά αφού τα υποβάλατε σε «ακριβέστατο έλεγχο». Και είναι βέβαιο ότι «η εξακρίβωσή τους ήταν έργο δύσκολο, διότι οι αυτόπτες μάρτυρες των διαφόρων γεγονότων» – όσοι  επέζησαν – «δεν εξέθεταν τα ίδια πράγματα κατά τον ίδιο τρόπο, αλλά ο καθένας ανάλογα με την μνήμη του ή την εύνοια που είχε προς την μία ή την άλλη πλευρά» (Α.22).

Η Ιστορία είναι έτσι, πάντα η μία και η άλλη πλευρά, ένα δίκοπο μαχαίρι, εκείνο που μας αρέσει και εκείνο που δεν μας αρέσει. Από εκεί κει πέρα το μόνο που απομένει είναι το ποια πλευρά του μαχαιριού ακονίζουμε και με ποια προδιάθεση το κρατάμε στα χέρια μας, Αν υπάρχουν, όπως συμβουλεύει ο Θουκυδίδης, ευβουλία, διάθεση «έμφρονος σωφροσύνης» και σύνεση, συνδυασμένες πλέον με την βαθειά ατομική αίσθηση της Δικαιοσύνης, τότε η Ιστορία, το αληθές, καθίσταται, όπως το λέει ο Ελύτης, «αιέν της Δίκης το άγαλμα» και ως «ο Μέγας Οφθαλμός» είναι εμπόδιο για κάθε ιδεολογικά και πολιτικά στρατευμένο αναθεωρητή της Ιστορίας.

Εσείς κρατήσατε το μαχαίρι της Ιστορίας για την χώρα μας με «έμφρονα σωφροσύνη» και σύνεση. Καταθέσατε εμμέσως και μία πολιτική πρόταση, αυτήν της «ελληνοποίησης», που στηρίζεται στις ισχυρές πολιτισμικές ρίζες αυτού του τόπου και στις αγωνίες του, και η οποία αξίζει να συζητηθεί στο παρόν για το μέλλον.

Για όλους τους παραπάνω λόγους – όπως και η Προεδρία της Δημοκρατίας αποδίδοντάς σας την Ελληνική υπηκοότητα – σας θεωρούμε άξια διδάκτορα του Τμήματός μας.

Παρακαλώ, επαναλάβετε μαζί μου: Άξια!

 

Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 21 Μάρτιος 2017 10:40
You are here Άρθρα Γνώμης Ομιλίες Λόγος Επαινετικός προς την Καθηγήτρια Katherine Elizabeth Fleming