Monday, Dec 17th

Last update09:36:22 AM GMT

Στις 18 Απριλίου 2018 ο Έρντογαν, μέσα σε ένα πολιτικό και νομικό κλίμα εντεινόμενης ανελευθερίας και αυταρχισμού που σηματοδοτεί ένα κατ'επίφαση δημοκρατικό πολίτευμα, προκήρυξε πρόωρες προεδρικές και βουλευτικές «εκλογές» για τις 24 Ιουνίου. Οι λόγοι που τον οδήγησαν σε αυτήν την απόφαση είναι πέντε.

Ο πρώτος είναι ότι η σύντομη προεκλογική περίοδος ευνοεί τα ήδη υπάρχοντα κόμματα, κυρίως δε το δικό του AKP, ενώ λειτουργεί αρνητικά για τα υπόλοιπα, που μάλλον αιφνιδιάστηκαν. Τούτο ισχύει, κυρίως, για εκείνα τα κόμματα που μπορεί να του κόψουν ψήφους, είτε από τα δεξιά, όπως το «Καλό Κόμμα» της Άκσενερ ή το «Κόμμα Ευτυχίας» του Καραμολάογλου, είτε από τα αριστερά, όπως το φιλοκουρδικό κόμμα, του οποίου, άλλωστε, ο φυσικός ηγέτης, ο Ντεμιρτάς, βρίσκεται εδώ και πολύ καιρό στη φυλακή.

Ο δεύτερος λόγος είναι για να μην συμπέσουν οι προεδρικές και βουλευτικές εκλογές με τις δημοτικές του 2019, στις οποίες η ψήφος είναι πιο χαλαρή. Προφανώς, μία τέτοια διάθεση, σε συνδυασμό με τις έντονες τοπικές διαφοροποιήσεις, θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις επιδόσεις του ιδίου και του κόμματός του στις άλλες δύο.

Τρίτος λόγος φυσικά είναι η επιδεινούμενη τουρκική οικονομία της οποίας το μέλλον καθίσταται αβέβαιο και η κατάστασή της επηρεάζει όλο και περισσότερο τα πολιτικά πράγματα της Τουρκίας. Ακόμη και τώρα, με λιγότερες από είκοσι μέρες για τις εκλογές, τίποτε δεν αποκλείει την ραγδαία επιδείνωσή της, στοιχείο που καθιστά το Έρντογαν εξαιρετικά ευάλωτο για τους αντιπάλους του.

Τέταρτος, ότι το κυβερνών κόμμα ευνοείται σημαντικά από την κατάσταση έκτακτης ανάγκης, η οποία, την ίδια μέρα που αποφασίζονταν οι εκλογές, παρατάθηκε για τρεις ακόμη μήνες. Συνεπώς, οι εκλογές θα διεξαχθούν υπό το ίδιο καθεστώς ανελευθερίας, όπως το δημοψήφισμα του 2017.

Τέλος, ο Έρντογαν ευνοείται από την πρόσκαιρη ύφεση της δράσης του PKK στο εσωτερικό, την προβληθείσα στο εσωτερικό ως «νίκη» του στο Αφρίν, μετά την εισβολή των τουρκικών στρατευμάτων στη Συρία, αλλά και την όποια ενίσχυση του ηγετικού του προφίλ, το οποίο, εκτός των καλά οργανωμένων λαϊκών συγκεντρώσεων, φρόντισε να καλλιεργήσει μέσω συναντήσεων με ηγέτες μεγάλων δυνάμεων, όπως των ΗΠΑ, Ρωσίας, Γερμανίας, Ηνωμένου Βασιλείου, κλπ.

Αν αυτοί είναι οι λόγοι για το πρόωρο των εκλογών, ποιος είναι ο στόχος του; Ο κυρίαρχος – αν όχι μοναδικός – στόχος του Έρντογαν είναι να επανεκλεγεί Πρόεδρος και, ει δυνατόν, να κερδίσει την πλειοψηφία στην τουρκική Εθνοσυνέλευση. Με βάση την κατάσταση στην χώρα και τις μετρήσεις, αν και θα πρέπει να είμαστε επιφυλακτικοί με αυτές, ο Έρντογαν μπορεί να πετύχει και του δύο στόχους, με τον πρώτο να φαίνεται πιο εφικτός από τον δεύτερο. Υπάρχει δηλαδή και το ενδεχόμενο ο Έρντογαν να επανεκλεγεί Πρόεδρος, αλλά να μην διαθέτει την πλειοψηφία των βουλευτών, γεγονός που θα λειτουργήσει ως τροχοπέδη στην υλοποίηση των όποιων και πολλών μεγαλεπήβολων σχεδιασμών του.

Ωστόσο, τα πάντα παραμένουν ανοιχτά. Η έκβαση των εκλογών, παρά τους μηχανισμούς του κράτους και του κυβερνώντος κόμματος, εξαρτάται από παράγοντες εξωτερικούς, όπως τις σχέσεις του Έρντογαν με την Δύση και το αν καταφέρει να βρίσκει χρήμα στις διεθνείς αγορές κατά τις αμέσως επόμενες μέρες. Εξαρτάται επίσης και από εσωτερικούς παράγοντες, όπως την στρατηγική που θα ακολουθήσουν τα διαφορετικά κόμματα της αντιπολίτευσης και την αποτελεσματικότητα της συνεργασίας τους.

Και η επόμενη μέρα; Αν τελικά ο Έρντογαν κερδίσει τα δύο εκλογικά στοιχήματα, θα συνεχίσει το νεο-οθωμανικό του όνειρο, προσπαθώντας να ισλαμοποιήσει ακόμη περισσότερο την κοινωνία, να εξαπλώσει την Τουρκία προς τα νότια, να εγείρει διεκδικήσεις στα δυτικά, να υλοποιήσει τα φαραωνικά του σχέδια για μεγάλα έργα (τεχνητή ζεύξη Μαύρης Θάλασσας-Βοσπόρου, πυρηνικά εργοστάσια), να αποκτήσει στρατηγικά όπλα και, εν τέλει, να μετατρέψει την Τουρκία σε παίκτη παγκόσμιου επιπέδου. Με λίγα λόγια, να γίνει αυτός ο πατέρας του Έθνους στη θέση του Κεμάλ ή αντίστοιχης αξίας ηγέτης με τον Μωάμεθ, όπως υποσυνείδητα παρακινούσαν τους θεατές τους να σκεφτούν τα πρόσφατα εορταστικά για την άλωση της Πόλης βίντεο.

Ασφαλώς, είτε πετύχει τους εκλογικούς του στόχους είτε όχι, το μεγάλο του πρόβλημα είναι η οικονομία, της οποίας την επιδείνωση δεν μπορεί να σταματήσει. Η οικονομία είναι η «αχίλλειος πτέρνα» του. Ό,τι και αν γίνει στις 24 Ιουνίου, όποιος και αν εκλεγεί, θα έχει το μεγάλο βάρος να αποτρέψει την επιδείνωση της οικονομίας – γεγονός που θα ανατρέψει υφιστάμενους πολιτικούς σχεδιασμούς ή μεγαλεπήβολα σχέδια.

Τι θα σημάνει κάτι τέτοιο για την εξωτερική συμπεριφορά της Τουρκίας; Σίγουρα θα οδηγήσει τους όποιους κυβερνώντες να αναζητήσουν χρήματα στην Δύση, μακριά από κράτη όπως η Ρωσία, και, ενδεχομένως, σε πιο συνεπείς με την Δύση σχέσεις. Επίσης, μία τέτοια κατάσταση μειώνει ακόμη περισσότερο τις πιθανότητες να επιχειρήσει η Τουρκία να εξάγει την κρίση στο εξωτερικό, όπως προς την Ελλάδα ή και την Κύπρο. Και τούτο διότι με δεδομένους τους δύο πολέμους που έχει στα νότια σύνορα και το Κουρδικό στο εσωτερικό, μία τέτοια επιλογή θα είναι ακόμη πιο δαπανηρή σε κόστος (οικονομικό, πολιτικό και στρατιωτικό), αφού, πολύ απλά, η Ελλάδα δεν είναι ούτε Συρία, ούτε Ιράκ, ούτε Αφρίν...

Τα παραπάνω βεβαίως δεν σημαίνουν ότι η Τουρκία δεν θα συνεχίσει τις μικροεντάσεις και δεν θα στείλει το ερευνητικό της σκάφος στην ΑΟΖ της Κύπρου. Το παρόν μέγεθος και ισχύς της, καθώς και η κυρίαρχη εθνικιστική ιδεολογία που διαπερνά κυβέρνηση και αντιπολίτευση, δεν αφήνουν πολλά περιθώρια από την επιλογή τού να είμαστε προετοιμασμένοι, αλλά και πάντα νηφάλια αποφασιστικοί.

Δημοσιεύτηκε στο ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΑΠΕ ΜΠΕ

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Η συμπεριφορά της Τουρκίας και ακόμη περισσότερο η παραληρηματική συμπεριφορά του Ερντογάν, με αποκορύφωμα το ερώτημα αν οι ΗΠΑ έχουν «φάει οθωμανικό χαστούκι», προκαλεί προβληματισμό και αμηχανία, ενώ για πολλούς είναι και δυσεξήγητη. Οι περισσότερες «αναλύσεις» που βλέπουν το φως της δημοσιότητας σπεύδουν να δώσουν μία ερμηνεία που συνδέεται με την συγκυρία, δηλαδή την αποτυχία των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων (ΤΕΔ) στην Συρία.

Ωστόσο τα πράγματα είναι πιο σύνθετα, τα αίτια πολλαπλά και απαιτούν μία συνολική θεώρηση:


1. Η αύξηση του μεγέθους της Τουρκίας και ιδιαίτερα της στρατιωτικής της ισχύος, της επιτρέπουν να διεκδικεί θέση κύρους στο διεθνές σύστημα υψηλότερο από αυτό που μέχρι αυτήν τη στιγμή της αναγνωρίζουν. Γι' αυτό ο Ερντογάν προσπαθεί να εμφανίζεται ως ισότιμος συνομιλητής ηγετών των πλέον ισχυρών κρατών, όπως των ΗΠΑ και της Ρωσίας, και να μην διστάζει να στρέφεται ακόμη και κατά του ΝΑΤΟ ή των ΗΠΑ (απόκτηση S400, πόλεμος κατά του ISIS).


2. Η ικανότητα προβολής ισχύος τού επιτρέπει να επιχειρεί να αποκομίσει οφέλη στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο έναντι της Ελλάδας και των υπολοίπων κρατών, χωρίς ωστόσο να φθάνει στην πολεμική σύγκρουση. Τούτο δεν σημαίνει ότι η τουρκική ηγεσία δεν είναι έτοιμη να φθάσει ως εκεί, αφού η αίσθηση του κόστους για μία αυταρχική ηγεσία και για έναν λαό που τρέφεται εδώ και καιρό με τα όνειρα της οθωμανικής αυτοκρατορίας είναι διαφορετική από εκείνην σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα.


3. Τούτο οδηγεί και στο συγκυριακό αίτιο, δηλαδή την αποτυχία των επιχειρήσεων στην Συρία. Όμως, αντίθετα με αυτό που εκτιμούν πολλοί «αναλυτές» στον τόπο μας, δεν είναι τόσο οι απώλειες στρατιωτών στην Συρία, αλλά το κύρος των ΤΕΔ και της ίδιας της χώρας που επηρεάζουν την συμπεριφορά της ηγεσίας της. Η Τουρκία βρυχάται σαν το λιοντάρι, αλλά είναι ανίκανη να πετύχει τους στόχους της παράνομης εισβολής της στην Συρία, απέναντι στην μικρή στρατιωτική δύναμη των Κούρδων.


4. Ο Ερντογάν έχει εκλογές το αργότερο το 2019. Και ναι μεν έχει εξουδετερώσει μέσω διώξεων σχεδόν όλους τους αντιπάλους του, ωστόσο μία εκλογική αναμέτρηση δεν παύει να κρύβει εκπλήξεις. Με εργαλείο την αντιπαράθεσή του με την Ελλάδα, την Κύπρο, την ΕΕ και τις ΗΠΑ, επιχειρεί την συσπείρωση των πολιτών, η οποία μπορεί να του είναι χρήσιμη την οποιαδήποτε στιγμή, ακόμη και αν γίνουν εκλογές νωρίτερα.


5. Σε κάθε περίπτωση, η συσπείρωση του είναι χρήσιμη και για άλλους λόγους. Πρώτον διότι η Τουρκική οικονομία, που πάσχει από ρευστότητα, μπορεί να επιδεινωθεί. Δεύτερον, διότι οι σχέσεις με την ΕΕ θα επιδεινωθούν και αυτές. Και τρίτο, σημαντικότερο, ότι από την άνοιξη και μετά αναμένεται η δραστηριοποίηση του ΡΚΚ στο εσωτερικό της Τουρκίας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.


6. Τέλος, ο Ερντογάν έχει μπει σε μία λογική τριβών με τη Δύση και φθοράς της Ελλάδας ειδικότερα, καθώς σε κάποια ζητήματα, όπως αυτό των πολιτικών προσφύγων, κανένα Δυτικό κράτος δεν ικανοποίησε τα αιτήματα για παράδοσή τους. Ειδικά για την Ελλάδα γνωρίζει ότι η φθορά λόγω αμυντικών δαπανών και η αστάθεια στο Αιγαίο, μπορεί να έχει σημαντικές συνέπειες στην συνολικότερη αντιμετώπιση των οικονομικών ζητημάτων της χώρας και στην έξοδό της από τα μνημόνια.

Τι κάνουμε λοιπόν απέναντι στην επιθετικότητα της Τουρκίας; Το σημαντικότερο είναι ότι δεν πρέπει να πέσουμε στις παγίδες που μας στήνουν οι γείτονες. Παραμένουμε αποφασισμένοι και αποφασιστικοί, εφόσον χρειασθεί, ταυτοχρόνως δε και υπομονετικοί, αφού οι εξελίξεις για την Τουρκία θα προκύψουν από τα Νοτιοανατολικά. Κυρίως όμως διατηρούμε την νηφαλιότητα και την ψυχραιμία μας.
Ωστόσο, νηφαλιότητα και ψυχραιμία δεν σημαίνουν ούτε συνεπάγονται αδράνεια. Σημαίνουν αφενός προετοιμασία για κάθε ενδεχόμενο, αφετέρου δραστηριοποίηση σε όλα τα μήκη και τα πλάτη, σε όλα τα πολιτικά, στρατιωτικά και οικονομικά fora, ώστε η γειτονική χώρα, στο βαθμό που συνεχίζει αυτήν την τακτική, να υφίσταται το κόστος της συμπεριφοράς της. Μέχρι να το καταλάβει...

Δημοσιεύτηκε στη Huffington Post

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Ελλάδα

Η σχέση των Ελλήνων με την θάλασσα είναι άρρηκτη και τρισχιλιετής, από την εποχή του Μίνωα και του Τρωικού πολέμου. Η θάλασσα και η ναυτιλία είναι στα κύτταρά μας, στην φύση μας. Μόνο που σε κάποιες περιόδους ξεχνάμε την σημασία τους. Ξεχνάμε, για παράδειγμα, ότι σε αρκετές κρίσιμες στιγμές τα «ξύλινα τείχη» ήταν εκείνα που είτε μας έσωσαν είτε μας έδωσαν τη νίκη και την ανάπτυξη. Ξεχνάμε ακόμη ότι η Ελλάδα με την φυσική της διάρθρωση και την ναυτική της ισχύ είναι εκείνη που, για πολλές δεκαετίες τώρα, έχει αναλάβει τον πολύ σημαντικό ρόλο του εγγυητή της ασφαλούς και ελεύθερης ναυσιπλοΐας στη Μεσόγειο έναν ρόλο που δεν μπορεί και δεν πρόκειται να απολέσει!

Οι πρόσφατες ανακαλύψεις ενεργειακών πόρων στα σπλάχνα της Ανατολικής Μεσογείου και οι διεθνείς εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και στη Βόρεια Αφρική υπενθύμισαν στην Ελλάδα και διεθνώς την σημασία της περιοχής, την κρισιμότητα του ρόλου της χώρας μας, τις ευκαιρίες που μπορούν να προκύψουν μέσα από την συνεργασία των λαών που ζουν στις όχθες της, αλλά και την αντιμετώπιση εκείνων που χρησιμοποιούν τη βία στις διεθνείς τους σχέσεις. Με αυτό το πνεύμα, η Ελλάδα, ακολουθώντας την πρωτοπορία της Κυπριακής Δημοκρατίας και δείχνοντας συνέχεια και συνέπεια με διαδοχικές κυβερνήσεις, συνέβαλε στην δημιουργία δικτύων (networks) συνεργασίας με το Ισραήλ και την Αίγυπτο.

Τα εν λόγω δίκτυα συνεργασίας αφορούν την οικονομία, τις πολιτισμικές και επιστημονικές δραστηριότητες, την αξιοποίηση και την διοχέτευση των ενεργειακών πόρων προς την Ευρώπη, την προστασία της ζωής στην θάλασσα, αλλά και την αντιμετώπιση των απειλών για την σταθερότητα και την ασφάλεια της περιοχής που παράγουν κυρίως η τρομοκρατία, οι αναθεωρητικές τάσεις ορισμένων μεγάλων δυνάμεων, αλλά και η γειτονική μας Τουρκία. Η τελευταία όχι μόνο δεν θέτει τέλος στην παράνομη εισβολή και κατοχή της Κύπρου, αλλά πολλαπλασιάζει τις τριβές και τις παράνομες διεκδικήσεις έναντι όλων σχεδόν των παράκτιων κρατών της Ανατολικής Μεσογείου. Αυξάνει τις στρατιωτικές της δυνάμεις, ενώ δηλώνει πως από το 2018 θα αρχίσει έρευνες για τον εντοπισμό ενεργειακών πόρων στη Μεσόγειο.

Σε μία τέτοια περίπτωση τα δίκτυα συνεργασίας που έχουν δημιουργηθεί στην Ανατολική Μεσόγειο και που τυγχάνουν μεγάλης αποδοχής στις τέσσερεις χώρες θα είναι εκεί για να αποσοβήσουν την έκρηξη ή και να διαχειρισθούν μία τυχόν κρίση. Φυσικά η χώρα μας θα είναι εκεί για να (απο)δείξει το πόσο «μέγα» είναι «το της θαλάσσης κράτος» της, αλλά κυρίως για να εγγυηθεί ότι η Μεσόγειος θα παραμείνει μία μεγάλη λεωφόρος ελευθερίας, πολιτισμού, συνεργασίας, εμπορίου, ανάπτυξης και ασφάλειας μία λεωφόρος ειρήνης!

Το άρθρο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στην ιστοσελίδα του ΑΠΕ-ΜΠΕ.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Με αφορμή τα επεισόδια στα Σκόπια (27.04.2017) και σε συνδυασμό με τις δηλώσεις Ράμα (18.04.2017), ότι δεν θα πρέπει να αποκλείεται η ένωση της Αλβανίας με το Κοσσυφοπέδιο σε περίπτωση μη ένταξης της πρώτης στην ΕΕ, αναπτύχθηκε στα ελληνικά ΜΜΕ ένα κλίμα κινδυνολογίας. Το αφήγημα που μεταδόθηκε στους πολίτες, με την βοήθεια αβάσιμων αναλύσεων, είναι ότι η περιοχή βρίσκεται, περισσότερο ή λιγότερο, στα πρόθυρα της ανάφλεξης.

Είναι όμως πράγματι έτσι;

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μετά από έξι μήνες ακυβερνησίας στα Σκόπια και της εμμονής του Γκρούεφσκι να παραμείνει στην εξουσία, η πιθανότητα σύγκρουσης μεταξύ των Σλαβόφωνων και των Αλβανόφωνων υπάρχει. Άλλωστε δεν θα είναι η πρώτη φορά, αφού οι δύο κοινότητες συγκρούσθηκαν το 2001. Ωστόσο τα πράγματα δεν είναι ίδια με το 2001. Πολύ απλά διότι οι εθνοτικές διαχωριστικές γραμμές έχουν υποχωρήσει έναντι των πολιτικών, καθώς μαζί με τους Αλβανόφωνους συμπράττει και το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SDSM) των Σκοπίων.

Κύριος σκοπός είναι η απομάκρυνση του Γκρούεφσκι από την εξουσία, η διερεύνηση όλων εκείνων των υποθέσεων για τις οποίες κατηγορείται, αλλά και η πλήρης ισονομία και ισοπολιτεία μεταξύ των κοινοτήτων, όπως προέβλεπε η συμφωνία της Αχρίδας του 2001.Και εδώ μπαίνει στο παιχνίδι ο Γκρούεφσκι που κατηγορεί τους Σοσιαλδημοκράτες περίπου ως προδότες, διότι έχουν συμφωνήσει με τα κόμματα των Αλβανόφωνων την ομοσπονδοποίηση του κράτους, στην βάση μίας συμφωνία που έγινε με την βοήθεια της Αλβανίας, της «πλατφόρμας των Τιράνων». Ουσιαστικά, δηλαδή, ο Γκρούεφσκι πολώνει για να μην σχηματισθεί κυβέρνηση Σοσιαλδημοκρατών και κομμάτων των Αλβανόφωνων, και να ξαναγίνουν εκλογές, τις οποίες και ελπίζει πως, μέσω της πόλωσης που έχει καλλιεργήσει, θα κερδίσει.


Σε αυτήν την εικόνα, ας προστεθεί και ο ρόλος του διεθνούς παράγοντα, ο οποίος, εδώ και πολύ καιρό, πιέζει προς την κατεύθυνση σχηματισμού κυβέρνησης, με βάση την αρχή της δεδηλωμένης, που εμφανώς διαθέτει ο αντίπαλος του Γκρούεφσκι συνασπισμός. Με μία μόνη εξαίρεση: αυτήν της Ρωσίας, η οποία, χρησιμοποιώντας τακτικές αντίστοιχες της Μέσης Ανατολής, προσπαθεί να επιστρέψει στα Βαλκάνια και προς την οποία έχει στραφεί ο Γκρούεφσκι.

Τι θα μπορούσε κανείς να αναμένει; Το πιθανότερο και καλό σενάριο είναι να σχηματισθεί κυβέρνηση. Σε αυτήν την περίπτωση θα εξαλειφθούν οι τριβές; Όχι, απαραίτητα, καθώς τίποτε δεν αποκλείει να συνεχισθούν. Και αν το καλό σενάριο δεν προκύψει και η χώρα οδηγηθεί σε σύγκρουση, ποιές θα είναι οι συνέπειες για την Ελλάδα; Για να απαντηθεί το ερώτημα, προτείνω να θυμηθούμε το 2001:
κάποια εμπόδια στις οδικές μεταφορές, κάποιες δυσκολίες για τους Έλληνες που δραστηριοποιούνται επιχειρηματικά στα Σκόπια και, ασφαλώς, μείωση των όχι και τόσο πολύφερνων Σκοπιανών τουριστών. Αυτά... τίποτε άλλο!

Στην περίπτωση μίας τέτοιας σύγκρουσης, υπάρχει πιθανότητα η Αλβανία να επέμβει ώστε να βοηθήσει τους Αλβανόφωνους; Ναι, πιθανότητα πάντα υπάρχει. Ωστόσο είναι μικρή. Πρώτον, γιατί η στρατιωτική και οικονομική ισχύς της Αλβανίας είναι περιορισμένες για μία τέτοια επιχείρηση και, δεύτερον, γιατί ο Ράμα, που βρίσκεται σε προεκλογική ουσιαστικά περίοδο, έχει ξεκάθαρα και αυστηρά προειδοποιηθεί και από το ΝΑΤΟ και από την ΕΕ, τόσο για το Κοσσυφοπέδιο όσο και για τα Σκόπια. Από την άλλη πλευρά, όπως θέλει το σενάριο των κινδυνολογούντων, υπάρχει πιθανότητα η Βουλγαρία να επέμβει ώστε να βοηθήσει τους Σλαβόφωνους; Αυτή η πιθανότητα είναι ακόμη πιο μικρή, καθώς η Βουλγαρία είναι κράτος μέλος του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, και οι σαφείς της προτεραιότητες είναι αναπτυξιακές και οικονομικές.

Και η Ελλάδα; Σε αντίθεση με την Τουρκία ή άλλα κράτη, η χώρα μας δεν παρεμβαίνει στα εσωτερικά των γειτόνων. Υποστηρίζει πάντα την εφαρμογή των αρχών και των διαδικασιών της δημοκρατίας, τον σεβασμό του κράτους δικαίου και το απαραβίαστο των διεθνών συνόρων. Και, φυσικά, εφόσον της ζητηθεί, μπορεί, όπως το έκανε το 2001, να συμβάλει στην αποκατάσταση της δημοκρατικής ομαλότητας.

Με βάση λοιπόν τα παραπάνω, η ψύχραιμη επαγρύπνηση από τους αρμόδιους παράγοντες της χώρας μας είναι δικαιολογημένη, όπως και ο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός, τον οποίο πάντα υποστήριζα. Όχι όμως και η διαχεόμενη κινδυνολογία, η οποία, σε αυτήν την οικονομικά δύσκολη περίοδο, προσθέτει στους πολίτες και την ανησυχία του πολέμου. Στον οποίο κανένας από τους βόρειους γείτονες δεν μπορεί να εμπλέξει την Ελλάδα, πολύ απλά γιατί δεν έχει την ισχύ να το κάνει. Ωστόσο αυτή η κινδυνολογία μπορεί να στραφεί και εναντίον των συμφερόντων της χώρας μας. Διότι το επιχείρημα έχει ήδη διαμορφωθεί και ακούστηκε υπό μορφή ερώτησης: μήπως η γειτονική χώρα βιώνει την αστάθεια επειδή, λόγω της Ελλάδας, δεν έχει ενταχθεί στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ; Ο καθένας αντιλαμβάνεται ότι το επιχείρημα μπορεί να μετατραπεί σε πίεση προς την χώρα μας, δηλαδή να υποχωρήσει στις ενταξιακές επιδιώξεις των Σκοπίων και στο ζήτημα του ονόματος χάριν της «σταθερότητας» της περιοχής!

Αυτός είναι ο λόγος που πρέπει οι «αναλυτές» να είναι πιο προσεκτικοί. Διότι το παραπάνω επιχείρημα ξανακούστηκε και το 2001 και το 1992, αλλά ακόμη περισσότερο, το πρόβλημα της χώρας μας με τα Σκόπια έτσι περίπου ξεκίνησε. Όταν η Ελλάδα, ωθούμενη από τις συμμαχικές ανάγκες της δεκαετίας του 1950, συνήψε διπλωματικές σχέσεις με την Γιουγκοσλαβία του Τίτο και έθεσε το θέμα της «Σοσιαλιστικής Ομόσπονδης Δημοκρατίας της Μακεδονίας», τότε της ζητήθηκε να μην επιμείνει και της αντιτάχθηκε το επιχείρημα της σταθερότητας της περιοχής, της μεγάλης της συνεισφοράς προς την Δύση, αλλά και του ότι εν λόγω Δημοκρατία δεν είχε διεθνή οντότητα. Όμως, σαράντα χρόνια μετά, απέκτησε!

Με βάση τα παραπάνω, τα Βαλκάνια δεν βρίσκονται τώρα στα πρόθυρα του πολέμου! Δεν υπάρχει αμφιβολία ως προς την ύπαρξη εθνικιστικών διεκδικήσεων ή την ανάμειξη παραγόντων εκτός περιοχής, όπως η Τουρκία και η Ρωσία, οι οποίες επιθυμούν την ανάπτυξη των επιρροών τους στα Βαλκάνια. Όμως, κανείς δεν γνωρίζει το άμεσο ή απώτερο μέλλον, καθώς τα ανθρώπινα πράγματα χαρακτηρίζονται από άγνοια του μέλλοντος και αβεβαιότητα. Συνεπώς καλό θα ήταν να παραμείνουμε στις πάγιες συμβουλές που προκύπτουν από την επιστημονική μελέτη των Διεθνών Σχέσεων:
να παρακολουθούμε σταθερά, να αναλύουμε και να αντιμετωπίζουμε με νηφαλιότητα και ψυχραιμία τα γεγονότα, οι κινήσεις μας να στηρίζονται σε έναν μακροχρόνιο σχεδιασμό και, φυσικά, να αποφεύγουμε την κινδυνολογία, την συνομωσιολογία και την συγκυριακή προσέγγιση των σοβαρών ζητημάτων της ειρήνης και του πολέμου!

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Παρασκευή, 18 Νοέμβριος 2016 20:11

Πυραυλική απειλή εξ ανατολών...

Με αφορμή την σημερινή πληροφορία ότι οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις παρέλαβαν τους πρώτους πυραύλους μικρού βεληνεκούς τουρκικής κατασκευής, αναδημοσιεύω κείμενο-ανάλυσή μου τού 2002 σχετικό με το θέμα. Δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στην Απογευματινή, 22.06.2002, σ. 15

Τα τελευταία χρόνια, η ελληνική εξωτερική αλλά και η αμυντική πολιτική έναντι της Τουρκίας έχουν βασισθεί στην υπόθεση εργασίας ότι η συμπεριφορά τού στρατοκρατικού καθεστώτος της Τουρκίας έχει αλλάξει ή μπορεί να αλλάξει. Προσθέτουν μάλιστα ότι θα αλλάξει η Τουρκία λόγω της ευρωπαϊκής της πορείας (ωσάν αυτή η πορεία να είναι μονόδρομος...) και λόγω των τεράστιων οικονομικών προβλημάτων της.

Η εν λόγω υπόθεση εργασίας είναι, πρώτον, αντίθετη με τους από την εποχή του Θουκυδίδη διαπιστωμένους νόμους λειτουργίας του διεθνούς συστήματος: του ανταγωνισμού της ισχύος και της μεγιστοποίησης της ασφάλειας κάθε κράτους. Είναι, δεύτερον, μεθοδολογικά λανθασμένη, καθώς εκφράζει ένα ευνοϊκό για την Ελλάδα σενάριο, ενώ είναι γνωστό πως η εξωτερική και κυρίως η αμυντική πολιτική χαράσσονται με βάση το χειρότερο πιθανό ενδεχόμενο. Και, τρίτον, ακυρώνεται από την συμπεριφορά της Τουρκίας κατ' αυτήν την ίδια την περίοδο της περίφημης Ελληνοτουρκικής «φιλίας».

Η Τουρκία, λοιπόν, μετά από πενταετείς προσπάθειες να αποκτήσει τα μυστικά τής πυρηνικής ενέργειας με την κατασκευή στο Ακούγιου ενός εργοστασίου παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από πυρηνική, έκανε και το επόμενο βήμα: αποκτά βαλλιστικούς πυραύλους. Όπως πληροφορούμαστε, τον Δεκέμβριο του 2001 η Τουρκία δοκίμασε επιτυχώς έναν κινεζικής τεχνολογίας αλλά δικής της κατασκευής βαλλιστικό πύραυλο 150 χιλιομέτρων βεληνεκούς.

Το συγκεκριμένο γεγονός πρέπει να μας ανησυχεί λόγω των πολύ αρνητικών συνεπειών που θα έχει για την Ελλάδα η εντός ολίγου βέβαιη απόκτηση από την Τουρκία του συγκεκριμένου οπλικού συστήματος. Ας εξετάσουμε τα βραχυπρόθεσμα στρατιωτικά πλεονεκτήματα για την Τουρκία, με την υπόθεση εργασίας ότι το βεληνεκές των Τουρκικών πυραύλων θα περιορισθεί μόνο σε 150 χλμ. και θα φέρουν συμβατική γόμωση.

Η Τουρκία:
1. θα έχει στο έλεος των πυραύλων της ολόκληρη τη Θράκη, την πλειοψηφία των νησιών του Αιγαίου, αλλά και την Κύπρο.
2. θα διαθέτει ένα ασφαλές πρώτο χτύπημα, καθώς αποτελεσματική άμυνα εναντίον βαλλιστικών πυραύλων δεν υπάρχει.
3. θα διαθέτει το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού λόγω της μικρού χρόνου διάρκειας πτήσης των πυραύλων και, γενικότερα, την πρωτοβουλία των στρατιωτικών κινήσεων.

Στο διπλωματικό επίπεδο αυτό συνεπάγεται:
1. αύξηση διεθνώς του κύρους της Τουρκίας, καθώς θα επιχειρήσει να προβάλει την πυραυλική της ικανότητα ως πλεονέκτημα έναντι κάποιων γειτόνων της (π.χ., Ιράκ).
2. αύξηση της ισχύος της Τουρκίας έναντι της Ελλάδας και μεγαλύτερη αξιοπιστία στο Τουρκικό casus belli.
3. σημαντική βελτίωση των διαθεσίμων συντελεστών ισχύος σε περίοδο κρίσης ή σε διαπραγματεύσεις.

Η Ελλάδα από την πλευρά της θα πρέπει, λογικά πράττοντας, να εξισορροπήσει την Τουρκική απειλή:
1. αποκτώντας μία αντίστοιχη πυραυλική απειλή ή δημιουργώντας μία άλλη στρατιωτική απειλή ή αποκτώντας μεγάλο αριθμό αντιβαλλιστικών συστημάτων· σε κάθε περίπτωση δηλαδή, αυξάνοντας τις αμυντικές της δαπάνες.
2. αναθεωρώντας το αμυντικό της δόγμα και την από μέρους μας στοχοθέτηση των Τουρκικών δυνάμεων.
3. επανεξετάζοντας το θέμα του στρατηγικού της βάθους.
4. επιβάλλοντας διπλωματικό κόστος στην Τουρκία και ιδιαίτερα στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Όμως οι πλέον δυσάρεστες συνέπειες θα εμφανισθούν μεσοπρόθεσμα όταν, όπως αποδεικνύεται από την ιστορία όλων των πυραυλικών προγραμμάτων, το βεληνεκές των Τουρκικών πυραύλων θα διπλασιασθεί, θα τριπλασιασθεί, κ.ο.κ., και ολόκληρη η Ελλάδα θα καλύπτεται από την ακτίνα δράσης τους. Για να ολοκληρωθεί δε η εικόνα, ας σκεφθεί ο οιοσδήποτε τι μπορεί να συμβεί αν τελικά η Τουρκία καταφέρει (επιστημονικά και πολιτικά) να αποκτήσει έστω και μικρής ισχύος πυρηνικά όπλα, τα οποία θα τοποθετηθούν στους βαλλιστικούς της πυραύλους.

Η Τουρκία έχει συνεπώς διαβεί τον Ρουβίκωνα της πυραυλικής και της πυρηνικής τεχνολογίας. Σύντομα θα βρίσκεται ante portas. Υπάρχει ελάχιστος χρόνος για να αντιδράσουμε τόσο στο διπλωματικό όσο και στο επίπεδο των εξοπλισμών. Τούτο πρέπει να συνειδητοποιηθεί σε πείσμα της όποιας περιρρέουσας συβαριτικής νοοτροπίας και έχοντας στο νου τη διδαχή του Θουκυδίδη (Δ92) ότι «την ελευθερία του απέναντι στους γείτονες εξασφαλίζει κανείς μόνο αν είναι έτοιμος να αντισταθεί».

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Σάββατο, 05 Μάρτιος 2016 17:45

Το παιχνίδι της Τουρκίας

Γιατί όλοι αιφνιδιάζονται με τα προβλήματα που δημιουργεί η Τουρκία στην αντιμετώπιση του προσφυγικού και με τη συμπεριφορά της έναντι των συμμάχων της; Τι περίμεναν; Ότι επειδή έκαναν μία συμφωνία, η Τουρκία θα την τηρούσε χωρίς να προσπαθήσει να μεγιστοποιήσει σε επιμέρους ζητήματα και χωρίς να προσπαθήσει να χρησιμοποιήσει το προσφυγικό για τον κεντρικό της στόχο; Ή ότι επειδή βρίσκονται οι σύμμαχοι στο Αιγαίο και υπάρχουν ελληνο-τουρκικές συναντήσεις σε υψηλό επίπεδο θα σταματούσαν οι παραβιάσεις του εθνικούς μας εναέριου χώρου;

Η Τουρκία εξαρχής παίζει ένα πολιτικό «παιχνίδι» με τους πρόσφυγες και με όλους τους συμμάχους της, τους οποίους, με πρώτες τις Η.Π.Α., και καταγγέλλει επειδή δεν της κάνουν την χάρη στη Συρία έναντι των Κούρδων. Έτσι, αφού δεν μπόρεσε να τους εγκαταστήσει στα νότια σύνορά της για να δημιουργήσει την περίφημη ουδέτερη ζώνη και να αποτρέψει τον έλεγχο της περιοχής από τους Κούρδους τής Συρίας, αποφάσισε να τους χρησιμοποιήσει για να πιέσει τους Ευρωπαίους, δημιουργώντας ταυτοχρόνως προβλήματα στην Ελλάδα.

Είναι απορίας άξιο γιατί δεν υπάρχουν πρόσφυγες οι οποίοι να προσπαθούν να περάσουν μέσω των χερσαίων συνόρων Ελλάδας ή Βουλγαρίας, στα σύνορα της οποίας, σημειωτέον, δεν υπάρχει φράχτης. Προφανώς, κάποιος τους σταματάει. Ποιος άλλος μπορεί να είναι αυτός εκτός από το τουρκικό κράτος;

Είναι επίσης απορίας άξιο το πώς ένα αστυνομοκρατούμενο κράτος, που συλλαμβάνει πολίτες κάθε ηλικίας επειδή ασκούν δημοσίως κριτική στον Ερντογάν, δεν μπορεί να συλλάβει τους διακινητές, να σταματήσει την πώληση λέμβων και ελαττωματικών σωσιβίων και οι άνθρωποι να πνίγονται κατά εκατοντάδες στο Αιγαίο. Ποιος δεν τους σταματάει; Προφανώς το τουρκικό κράτος!

Η Τουρκία πήρε από την ΕΕ μία συμφωνία την οποία δεν εφαρμόζει και σε μεγάλο βαθμό δεν θα το κάνει ούτε στο μέλλον, παρά την αισιοδοξία που φαίνεται να αναπτύσσεται στις Βρυξέλλες μετά την επίσκεψη Τουσκ στην Τουρκία. Και τούτο διότι ο τελικός της σκοπός είναι να χρησιμοποιεί και το προσφυγικό για την προώθηση των σκοπών της στη Συρία ή, ακριβέστερα, για να περισώσει ότι μπορεί από την τραγικά αποτυχημένη και αιματοβαμμένη ανάμειξή της στη Συρία.

Η Τουρκία έχει φθάσει στο σημείο να εμπαίζει ακόμη και το ΝΑΤΟ, πολύ δε περισσότερο την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το μόνο που απομένει – σε εμάς και σε εκείνους από τους εταίρους μας που τυχόν ενδιαφέρονται ειλικρινά – είναι να έρθει πλέον το προσφυγικό στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, στο οποίο η Τουρκία όχι μόνο δεν έχει πια καλούς φίλους, αλλά έχει και αντιπάλους... Μόνο εκεί μπορεί να «σπάσει» η διασύνδεση που επιχειρεί μεταξύ προσφυγικού και διευθετήσεων στη Συρία.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στις 05.03.2016 στο OnAlert.gr

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Η προσφυγική κρίση δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί παρά μόνο σε συνεργασία με τους εταίρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Άρα θα πρέπει να βρούμε απαντήσεις, όλοι μαζί, πρώτα εντός της ΕΕ και μετά με τους γείτονες και τους συμμάχους. Πρέπει γρήγορα να γίνει μία συζήτηση και να καταλήξουμε σε μία Ευρωπαϊκή πολιτική, αφού απαντήσουμε όλοι μαζί σε κάποια ερωτήματα:

Ποια είναι τα συμφωνηθέντα μεταξύ εταίρων στην τελευταία Σύνοδο Κορυφής για το προσφυγικό;

• Ποιος είναι ο στόχος μας και ποιο είναι το σωστό; Τί θέλουμε τελικά ως ΕΕ; Διότι δεν χαράζεις πολιτική ούτε κάνεις συμφωνίες αν δεν ξέρεις τι θέλεις...

• Ποια είναι τα συμφωνηθέντα με την Τουρκία; Τα τηρεί;

Πώς θα αντιμετωπίσουμε το ίδιο θέμα στο μέλλον, ιδιαίτερα όταν γνωρίζουμε ότι θα έχουμε και άλλες συγκρούσεις, αλλά και περιβαλλοντικούς πρόσφυγες για πολλά χρόνια στο μέλλον;

• Μπορεί η ΕΕ να διεθνοποιήσει το ζήτημα, για παράδειγμα, με μία διεθνή συνδιάσκεψη για τους πρόσφυγες και για την οικονομική ενίσχυση της ΥΑ;

Όσον αφορά την Ελλάδα, αφού τηρηθούν τα συμφωνηθέντα και από την ΕΕ και από εμάς, πρέπει:

να προβληθεί διεθνώς το Ελληνικό, δηλαδή το ανθρωπιστικό μοντέλο αντιμετώπισης του προσφυγικού.


• να εκτιμηθούν και να γνωστοποιηθούν οι ανάγκες και οι δυσχέρειες που αντιμετωπίζει και να ζητηθεί περαιτέρω τεχνική βοήθεια.


• να προβληθεί το άμεσο κόστος για την Ελλάδα, που, σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσει του Διοικητή της ΤτΕ, είναι ήδη 700 εκ., αλλά και να υπολογισθεί και το έμμεσο.


• να εφαρμοσθούν τα συμφωνηθέντα από την Τουρκία και να παρακολουθείται συστηματικά η εφαρμογή τους εκ μέρους της δύναμης του ΝΑΤΟ, αλλά και της FRONTEX.


• να προταθεί η απευθείας μετακίνηση προσφύγων από την Τουρκία στα κράτη υποδοχής, όπως έγινε με συμφωνία των Περιφερειών, από τη Ρόδο στη Βαλένθια.


• να ενταθεί το κυνήγι των δουλεμπόρων, να επιβληθούν παραδειγματικές ποινές και να δημοσιοποιηθούν.


• να οργανωθούν οι υπηρεσίες στα νησιά και να υπάρξει καταγραφή ακόμη και με βιομετρικά στοιχεία.


• να δημιουργήσει η Ελλάδα παρατηρητήριο τήρησης των συμφωνηθέντων από την Τουρκία, να παρακολουθείται η διαχείριση των ευρωπαϊκών πόρων και να υπάρξει ανάλογη δημοσιοποίηση.


να βελτιωθεί η πληροφόρηση ως προς την κατάσταση και τον αριθμό των προσφύγων στην Τουρκία, σε συνεργασία και με διεθνείς οργανισμούς, ώστε να εξορθολογισθεί η βοήθεια αλλά και να διασφαλισθεί η χορήγησή της σε αυτούς.


• Τέλος, αν τα πράγματα συνεχίσουν στην ίδια κατεύθυνση, η Ελλάδα πρέπει να φέρει το θέμα, εκτός από την προγραμματισμένη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ, στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. Και τούτο διότι οι μεγάλες προσφυγικές ροές έχουν ήδη θεωρηθεί από το ίδιο όργανο ως «απειλές για την Ειρήνη».

Η άνοιξη σχεδόν έφθασε και εκατοντάδες χιλιάδες περιμένουν στη Μικρά Ασία για να περάσουν απέναντι. Τα περισσότερα από αυτά πρέπει να γίνουν εξαιρετικά πολύ γρήγορα, τόσο στην ΕΕ όσο και στην Ελλάδα. Διότι όπως λέει ο Θουκυδίδης «κράτιστος είναι όποιος προετοιμάζεται για τις μεγάλες ανάγκες» (1.84.4).

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στον Φιλελεύθερο στις 29 Φεβρουαρίου 2016

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Ο Φιλελεύθερος της Κυριακής 14.6.2015 φιλοξένησε σε άρθρο του αποσπάσματα από τη μελέτη μου για την «έξυπνη» ηγεσία στο μικρό κράτος και την περίπτωση της Κύπρου. Η μελέτη δημοσιεύτηκε στα αγγλικά ως Kouskouvelis Ilias, (2015) «'Smart' leadership in a small state: The case of Cyprus» στον συλλογικό τόμο Spyridon N. Litsas & Aristotle Tziampiris (eds.), The Eastern Mediterranean in Transition: Multipolarity, Power and Politics, London: Ashgate Publishing (ISBN: 978-1-4724-4039-6). Παρακάτω μπορείτε να διαβάσετε μερικά αποσπάσματα. Εδώ μπορείτε να βρείτε το άρθρο όπως δημοσιεύτηκε στον Φιλεύθερο. Σημειώνεται ότι πρόκειται για επιστημονικό κείμενο και η πλήρης εικόνα αναδεικνύεται μόνο από το σύνολο του κειμένου.

Από την εισαγωγή:

H θεωρία των Διεθνών Σχέσεων για τα μικρά κράτη υποστηρίζει ότι τα μικρά κράτη επιδεικνύουν σοφία, ανταπεξέρχονται στις αλλαγές ευφυώς και ότι, δεδομένης της ευελιξίας και της προσαρμοστικότητάς τους σε νέες προκλήσεις, «στη μεταψυχροπολεμική εποχή, το μικρό μπορεί να είναι συνώνυμο της έννοιας του έξυπνου». ... Πιο συγκεκριμένα, καθώς η «εξυπνάδα» συνήθως αποδίδεται σε πρόσωπα ή σε αποφάσεις, έτσι θα πρέπει να αποδώσουμε τη συγκεκριμένη ιδιότητα σε μία ικανή και αποφασιστική ηγεσία που επιτρέπει στο μικρό κράτος «να τα βάζει με μεγαλύτερά του» («to punch above its weight»), να επιδιώκει τους σκοπούς του και να μπορεί να ικανοποιεί τα συμφέροντά του απέναντι σε εκείνα ισχυρότερων δρώντων.

... Η μελέτη εστιάζει σε δύο διαφορετικές αλλά και αντίθετες περιπτώσεις ηγεσίας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η πρώτη είναι οι προσπάθειες ανακάλυψης και εκμετάλλευσης των ενεργειακών πόρων της Μεσογείου· πρόκειται για μία ιστορία επιτυχίας, η οποία αποδεικνύει ότι ένα μικρό κράτος έχει τη δυνατότητα να φέρει σε πέρας δράσεις που ξεπερνούν κατά πολύ το επίπεδο της ισχύος του. Η δεύτερη περίπτωση, όμως, είναι εκείνη της λανθασμένης διαχείρισης της οικονομικής κρίσης του 2013. ...

Το να φθάσει η Κυπριακή Δημοκρατία ακόμη και στην ανακάλυψη των ενεργειακών πόρων ήταν ιδιαίτερα δύσκολο να επιτευχθεί, με δεδομένα την εχθρότητα της Τουρκίας, το ανταγωνιστικό περιφερειακό περιβάλλον, το μέγεθός της αλλά και την κατάσταση στην οποία βρίσκεται από το 1974. Τούτο ήταν αποτέλεσμα διαδοχικών και επιτυχημένων δράσεων τριών παλαιών και έμπειρων πολιτικών, οι οποίες ξεκίνησαν από τον Πρόεδρο Γλαύκο Κληρίδη, αναπτύχθηκαν και εφαρμόστηκαν από τον Πρόεδρο Τάσσο Παπαδόπουλο και ολοκληρώθηκαν από τον Πρόεδρο Δημήτρη Χριστόφια. ....

Στο σώμα του κειμένου παρουσιάζεται ο ρόλος της ηγεσίας στα μικρά κράτη, όπως αυτός εμφανίζεται από τη βιβλιογραφία των Διεθνών Σχέσεων. Στη συνέχεια παρουσιάζεται το πώς η ηγεσία της Δημοκρατίας εφήρμοσε επιτυχώς την ενεργειακή της πολιτική, προετοίμασε δηλαδή το κράτος θεσμικά, βρήκε ισχυρούς συμμάχους εκτός περιοχής, αντιμετώπισε τις απειλές της γείτονος, αλλά και δημιούργησε περιφερειακές συμμαχίες. Τέλος, σε αντιδιαστολή με την προαναφερθείσα επιτυχή προσπάθεια, παρουσιάζεται η αδυναμία της ηγεσίας να εμποδίσει αφενός το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης αλλά και να την διαχειριστεί.

Από τα συμπεράσματα:

Ήταν το 2003 όταν η ηγεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας άρχισε να διαμορφώνει στρατηγική για την ανακάλυψη και εκμετάλλευση των ενεργειακών πόρων τής τότε μη οριοθετημένης ΑΟΖ. Και ήταν το 2006 όταν, υπό τον Πρόεδρο Παπαδόπουλο, αυτή η στρατηγική και οι τακτικές της Δημοκρατίας εφαρμόστηκαν σε όλη τους την έκταση. Η Δημοκρατία, αν και μικρό κράτος, αποτελεί το πρώτο κράτος της Ανατολικής Μεσογείου που επιδίωξε την ανακάλυψη και εκμετάλλευση των θαλασσίων ενεργειακών της πόρων, ανοίγοντας έτσι τον δρόμο σε παρόμοιες πολιτικές άλλων παραθαλάσσιων και ισχυρότερων στην περιοχή κρατών, όπως η Αίγυπτος και το Ισραήλ.

.....................

Οι διαδοχικοί ηγέτες της Κυπριακής Δημοκρατίας, σε λιγότερο από δέκα χρόνια, οδήγησαν τη χώρα πολύ κοντά στην εκμετάλλευση των ενεργειακών της πόρων. Επιπλέον, κατάφεραν: να αναβαθμίσουν το κύρος της διεθνώς με το να προσελκύσουν ισχυρές δυνάμεις· να ενισχύσουν τη σχετική θέση της εντός της ΕΕ ως ενός από τους πιθανούς παραγωγούς φυσικού αερίου· να αυξήσουν την ασφάλειά της λόγω του ενδιαφέροντος ξένων παραγόντων για επενδύσεις· να ενισχύσουν την άμυνά της, ειδικά μετά την εμπλοκή του Ισραήλ και τη μεταξύ τους συμφωνία· τούτο είχε ως αποτέλεσμα να βρει πολύτιμους συμμάχους στις ΗΠΑ και να καλυτερεύσει τις σχέσεις της με την υπερδύναμη· και να αντιμετωπίσει τις απειλές και την επιθετική συμπεριφορά της Τουρκίας.

... Η μελέτη αναζήτησε τις αιτίες της επιτυχούς στρατηγικής... Κατέληξε στο ότι η επιτυχία αυτή οφείλεται στον παράγοντα ηγεσία του (μικρού) κράτους. Τρεις διαδοχικά πρόεδροι, προερχόμενοι από τρία διαφορετικά κόμματα, διαχειρίστηκαν το ζήτημα και, σε διαφορετικό βαθμό, και οι τρεις κράτησαν την ίδια στάση αναφορικά με την ολοκλήρωση της στρατηγικής του κράτους. Στον Κληρίδη πιστώνεται η απαρχή των συμφωνιών οριοθέτησης, ακριβώς στη τέλος της θητείας του. Στον Παπαδόπουλο αποδίδεται η μερίδα του λέοντος ως προς τα επιτευχθέντα της ενεργειακής στρατηγικής. Κατά την πενταετή θητεία του διαμορφώθηκε λεπτομερώς η στρατηγική, υπογράφηκε μία συμφωνία οριοθέτησης και ξεκίνησαν άλλες δύο, υιοθετήθηκαν τα απαραίτητα νομοθετήματα, ολοκληρώθηκε η γεωλογική έρευνα και ο πρώτος γύρος αδειοδοτήσεων, ενώ κλήθηκαν να συμμετάσχουν ισχυροί παγκοσμίως παίκτες. Ο Χριστόφιας, ένας πρόεδρος με κομμουνιστική ιδεολογία, επέδειξε πραγματισμό, πιστώνεται με τη συνέχιση της πολιτικής τού προκατόχου του, οριοθέτησε την ΑΟΖ με το Ισραήλ και σύναψε αμυντικές συμφωνίες, διαχειρίστηκε την επιθετικότητα της Τουρκίας, καθώς και την ολοκλήρωση του δεύτερου γύρου των αδειοδοτήσεων.

Το «έξυπνο» της ηγεσίας ήταν να δράσει αποφασιστικά στη βάση μίας στρατηγικής, να είναι αποφασισμένη να μην επηρεαστεί από όποια εξωτερική αντίδραση, να δρα διακριτικά και ευέλικτα, όπου δει, αλλά και χωρίς προκατάληψη εξαιτίας αντιλήψεων ή διαφορών του παρελθόντος με τους μεσογειακούς γείτονες. Οι κυριότερες δράσεις της ηγεσίας ήταν τέσσερις: να ανταποκριθεί γρήγορα και αποτελεσματικά απέναντι σε οποιοδήποτε εσωτερική ή διεθνή θεσμική αναγκαιότητα από την οποία εξαρτιόνταν το κυβερνητικό έργο· να προσελκύσει και τελικά να βάλει στο παιχνίδι ισχυρούς παράγοντες του ενεργειακού τομέα και της διεθνούς πολιτικής· να χρησιμοποιήσει τη διπλωματία και τη θέση της ως μέλους διεθνών θεσμών, με σκοπό να κερδίσει υποστήριξη απέναντι στην τουρκική επιθετικότητα· να δημιουργήσει πολιτικές, οικονομικές και στρατιωτικές συμμαχίες (εξωτερική ενδυνάμωση) με εκείνους τους γείτονες που ήταν ενεργοί στην αναζήτηση ενεργειακών πόρων, με κυριότερο το Ισραήλ.

Τα αποτελέσματα αυτών των δράσεων και, κυρίως, η συνεργασία με εταιρεία αμερικανικών συμφερόντων, η υποστήριξη των ΗΠΑ, του ΗΒ και της ΕΕ στο ζήτημα αυτό, αλλά και η πολύπλευρη συνεργασία με το Ισραήλ στην αναζήτηση των ενεργειακών πόρων της Μεσογείου, σηματοδοτούν μία στροφή της εξωτερικής πολιτικής της Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία, από την ανεξαρτητοποίησή της, διέκειτο φιλικά προς τα αραβικά κράτη της περιοχής και απέφευγε μία φιλοδυτική πολιτική. Σαφέστατα, αυτή η στροφή διαμορφώνει τη βάση για περαιτέρω αναδιατάξεις στην περιοχή, με τη συμμαχία Ελλάδος-Ισραήλ να αποτελεί απλά μία από αυτές.

... Το τελευταίο ζητούμενο της μελέτης ήταν να καταδείξει a contrario τη σημασία της έλλειψης δράσης εκ μέρους της ηγεσίας ενός μικρού κράτους... Τούτο επετεύχθη με την παρουσίαση των αιτιών που προοδευτικά οδήγησαν στην οικονομική κρίση και στο πρόγραμμα διάσωσης της κυπριακής οικονομίας και, κυρίως, στην αποτυχία διαχείρισης των ανωτέρω καταστάσεων. Σε αυτήν την περίπτωση, η δυνατότητα ελιγμού που είχε η κυπριακή ηγεσία καθοριζόταν από τις ανάγκες του ίδιου του κράτους και του τραπεζικού τομέα... Όμως, αυτές οι ανάγκες ήταν γνωστές και ήταν μικρότερες το καλοκαίρι του 2012, ενώ προηγουμένως ήταν σχεδόν ανύπαρκτες. Ωστόσο, η κυπριακή ηγεσία, αντίθετα με τον τρόπο που διαχειρίστηκε την ενεργειακή της πολιτική, δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα αμέσως και ως όφειλε, δεν αναζήτησε συμμάχους όταν και όπου έπρεπε και δεν διέθετε διαπραγματευτική στρατηγική ή εναλλακτικό σχέδιο σε περίπτωση που τα πράγματα δεν πήγαιναν όπως τα ανέμενε.

Συμπερασματικά, υπάρχουν δύο όψεις στο ίδιο μικρό κράτος, μία επιτυχούς και μία ανεπιτυχούς διαχείρισης. Ωστόσο, το ίδιο το μικρό κράτος δεν άλλαξε. Αυτό που άλλαξε είναι ο τρόπος που διαδοχικοί ηγέτες διαχειρίστηκαν τα δύο θέματα. ...

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Σάββατο, 05 Ιούλιος 2014 17:21

Η Αναθεωρητική Τουρκία

Τα γεγονότα που εκτυλίσσονται στο εσωτερικό τής Τουρκίας και έχουν ως στόχο την αποδόμηση του καθεστώτος Ερντογάν, ίσως να μην αποτελούν εκείνες τις εξελίξεις στις οποίες πρέπει να στρέψουμε το ενδιαφέρον μας. Παγίως η Τουρκία, και ιδιαίτερα το τελευταίο διάστημα, επιχειρεί να αυξήσει σημαντικά την στρατιωτική της ισχύ στο πλαίσιο της νεο-οθωμανικής επιδίωξης να καταστεί παίκτης παγκόσμιας κλάσης. Οι εκφρασμένες προθέσεις κατασκευής αεροπλανοφόρου και απόκτησης πυρηνικών θέτουν νέα δεδομένα για τις ισορροπίες ισχύος στην περιοχή, απειλούν την σταθερότητα και είναι δεδομένο ότι θα πρέπει να αποτελέσουν ζητήματα προς εξέταση και αντιμετώπιση σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο.

Η κυβέρνηση του AKP, εδώ και μια πενταετία, άρχισε να διακηρύσσει ότι στις σχέσεις της με τους γείτονες θα ακολουθούσε μια πολιτική «μηδενικών προβλημάτων». Κάθε καλόπιστος παρατηρητής θα ανέμενε ότι η Τουρκία θα επέλυε κάποια από τα υφιστάμενα ζητήματα, όπως να σταματήσει την παράνομη κατοχή της Κύπρου ή να εξομαλύνει τις σχέσεις της με την Αρμενία. Θα ανέμενε, επίσης, ότι η Τουρκία θα σταματούσε να δημιουργεί περιττές εντάσεις, όπως να αναμειγνύεται στα Βαλκάνια ή να παραβιάζουν οι ένοπλες δυνάμεις της τον εναέριο χώρο τού Αιγαίου ή την επικράτεια του Ιράκ.

Δυστυχώς, τίποτε από αυτά δεν συνέβη. Από τη μελέτη των διμερών της σχέσεων και την εν γένει εξωτερική της συμπεριφορά προκύπτει ότι όχι μόνο δεν έχει επιλύσει κανένα από τα παλαιότερα προβλήματα [1], αλλά έχει προσθέσει και νέα. Κορυφαία παραδείγματα είναι η ανάμειξή της στα εσωτερικά τού Ισραήλ, η υποκίνηση και η ενεργός εμπλοκή της στον αιματηρό εμφύλιο της Συρίας, η απόπειρα με εκβιασμούς και στρατιωτικά μέσα να παρεμποδίσει τις προσπάθειες της Κύπρου για έρευνα και εκμετάλλευση των φυσικών της πόρων στη Μεσόγειο. Είναι προφανές ότι η εν λόγω συμπεριφορά αφενός δεν είναι καλής γειτονίας, αφετέρου μπορεί πολύ εύκολα μπορεί να αποσταθεροποιήσει την περιοχή.

Όμως, τον μεγαλύτερο κίνδυνο αποσταθεροποίησης, με απρόβλεπτες για την περιοχή συνέπειες, συνιστούν οι προσπάθειες της Τουρκίας να αποκτήσει στρατηγικά οπλικά συστήματα. Οι προσπάθειες ξεκίνησαν από το Κεμαλικό καθεστώς με την έρευνα στα πυρηνικά από την δεκαετία τού 1980, την απόκτηση στρατιωτικών δορυφόρων στην δεκαετία τού 1990 και τις δοκιμές βαλλιστικών πυραύλων από το 2001. Αυτές οι προσπάθειες συνεχίστηκαν και από το νεο-οθωμανικό καθεστώς τού Ερντογάν, το οποίο επιχειρεί να αναδείξει την Τουρκία σε ναυτική και, ενδεχομένως, πυρηνική δύναμη. Πρόσφατα, ο τουρκικός Τύπος ανέφερε ότι στην ημερήσια διάταξη του Χειμερινού Ανωτέρου Στρατιωτικού Συμβουλίου συμπεριλήφθηκε το ζήτημα της κατασκευής αεροπλανοφόρου (140 μέτρων και 24.000 τόνων), το οποίο «θα λειτουργήσει ως υπεράκτια βάση για το τουρκικό πολεμικό ναυτικό» [2]. Το κόστος υλοποίησής του ανέρχεται στα ενάμισι δισ. δολάρια και ο χρόνος ολοκλήρωσης του έργου εκτιμάται στα πέντε χρόνια. Η επιχειρησιακή του ικανότητα συνίσταται, σε πρώτη φάση, στη μεταφορά οκτώ ελικοπτέρων, εκατό οχημάτων και χιλίων ατόμων προσωπικού, ενώ θα έχει την ικανότητα συνεχόμενου πλου τριάντα ημερών και χιλίων επτακοσίων ναυτικών μιλίων [3]. Το πολεμικό αυτό πλοίο θα κινείται σε Αιγαίο, Μεσόγειο και Μαύρη Θάλασσα και είναι προφανές ότι θα επηρεάσει την ισορροπία ισχύος στην περιοχή και θα προκαλέσει μια νέα κούρσα εξοπλισμών.

Εκείνο, όμως, που αναμφίβολα θα ανατρέψει τις ισορροπίες στην ευρύτερη περιοχή είναι η εκ μέρους της Τουρκίας απόκτηση πυρηνικών, στην οποία η Τουρκία βρίσκεται όλο και πιο κοντά. Σύμφωνα με την ιαπωνική εφημερίδα Asahi Shimbun, η Ιαπωνία και η Τουρκία προχώρησαν σε συμφωνία συνεργασίας στην πυρηνική ενέργεια και την κατασκευή πυρηνικού σταθμού τής Τουρκίας στην Σινώπη. Στην συμφωνία, η Άγκυρα ζήτησε και πέτυχε να προστεθεί όρος που επιτρέπει στην Τουρκία «να εμπλουτίσει ουράνιο και να εξάγει πλουτώνιο από χρησιμοποιημένο πυρηνικό καύσιμο αν οι δύο χώρες συμφωνήσουν γραπτώς» [4].

Αναμφίβολα, οι παραπάνω εξελίξεις αποτελούν μέγιστη και μεσοπρόθεσμη στρατηγική απειλή για την Ελλάδα, την Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή. Είναι απαραίτητο να εξετάσουμε τις επιπτώσεις και τις πολιτικές και στρατιωτικές πρωτοβουλίες που πρέπει να αναλάβει η Ελλάδα για να αντιμετωπίσει την διαμορφούμενη κατάσταση και την εντός πενταετίας πλήρη ανατροπή τής όποιας ναυτικής ισορροπίας ισχύος στο Αιγαίο:

- Η ανατροπή των ισορροπιών στην περιοχή δεν αφορά μόνο την Ελλάδα. Πριν να είναι αργά, οι διπλωματικές μας υπηρεσίες θα πρέπει να ενημερώσουν τις όμορες χώρες και ενδεχομένως να συνεργασθούν με αυτές προς την κατεύθυνση ενημέρωσης άλλων, μεγαλύτερων δυνάμεων και διεθνών οργανισμών.

- Ο κίνδυνος από τη διάδοση των πυρηνικών όπλων και την προφανή προοπτική πυρηνικοποίησης της Νοτιοανατολικής Μεσογείου είναι μεγάλος. Το γεγονός ότι η Ελλάδα προεδρεύει της Ε.Ε. ίσως δίνει μια άριστη ευκαιρία, ώστε πολλά κράτη να ενημερωθούν, να αντιληφθούν αυτόν τον κίνδυνο και να διαμορφωθεί έτσι ένα κοινό μέτωπο δράσης.

- Η ιαπωνική κοινή γνώμη και η πολιτική σκηνή είναι ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένες στα θέματα της πυρηνικής ενέργειας και λόγω ιστορικών εμπειριών (Χιροσίμα, Ναγκασάκι), αλλά και λόγω του ατυχήματος της Φουκουσίμα. Η Βουλή των Ελλήνων ή η αρμόδια επιτροπή θα πρέπει να ενημερώσει τα μέλη τής Ιαπωνικής Βουλής, η οποία θα κληθεί να εγκρίνει την συγκεκριμένη συμφωνία, ως προς τους κινδύνους που συνεπάγεται για την περιοχή ο εμπλουτισμός ουρανίου από την Τουρκία.

- Η χώρα μας, ακόμη και σε αυτήν την περίοδο των ισχνών αγελάδων, θα πρέπει να κάνει έναν ορθολογικό σχεδιασμό οπλικών αντιμέτρων, τα οποία θα αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τον κίνδυνο του αεροπλανοφόρου στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Υπογραμμίζω ότι τα αντίμετρα στοιχίζουν συνήθως λιγότερο από ό,τι τα μέτρα.

- Τέλος, στο πλαίσιο μιας πολιτικο-στρατιωτικής υψηλής στρατηγικής που είναι αναγκαίο να εκπονηθεί, θα πρέπει να γίνει ένας σχεδιασμός ο οποίος, ανάλογα με τις εξελίξεις στην Τουρκία, θα επιτρέπει μεσοπρόθεσμα ακόμη και την αντιμετώπιση μιας Τουρκικής πυρηνικής απειλής. Οι τρόποι και τα παραδείγματα άλλων μικρών κρατών σε αυτή την κατεύθυνση υπάρχουν.

Ενδεχομένως, μια τέτοιας ποιότητας και έντασης εξωτερική πολιτική να φαίνεται σε κάποιους εξωπραγματική για την Ελλάδα και ιδιαίτερα σε εποχή κρίσης. Είναι καιρός, όμως, να αφήσουμε πίσω το παρελθόν και σε αυτόν τον τομέα. Το να χρησιμοποιούμε την κρίση ως προκάλυμμα για την αδράνειά μας αποτελεί λάθος με βαρύτατες επιπτώσεις για το μέλλον. Ο κατευνασμός δεν πρόκειται να μας ωφελήσει, όπως και στο παρελθόν, και η αδράνεια είναι χειρότερη ακόμη και από την κρίση. Άλλωστε, μόνο η ενεργός και προληπτική στάση και η συντονισμένη δράση βοηθούν τα μικρά κράτη να επηρεάζουν τις υποθέσεις που τα αφορούν και να πετυχαίνουν τους στόχους τους. Η Ελλάδα είναι αναγκαίο να αποκτήσει υψηλή στρατηγική για το σύνολο της εξωτερικής της πολιτικής σήμερα, με στόχο να αποτελέσει παράγοντα σταθερότητας στην περιοχή, απέναντι στην αναθεωρητική και αποσταθεροποιητική στάση τής Τουρκίας.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ – ΣΥΝΔΕΣΕΙΣ [1] Για το θέμα βλ. Ilias Kouskouvelis, “The Problem with Turkey’s ‘Zero Problems’”, Middle East Quarterly, winter 2013, pp. 47-56. [2] Sabah, http://english.sabah.com.tr/National/2012/11/29/turkey-embarks-on-aircra... [3] Today΄s Zaman, http://www.todayszaman.com/news-302785-major-turkish-companies-bid-for-c... [4] Asahi Shimbun, ‘Japan’s energy pact with Turkey raises nuclear weapons concerns‘, Jan. 07, 2014, http://ajw.asahi.com/article/behind_news/AJ201401070060.

Το άρθρο μου δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο στο foreignaffairs.gr.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Σελίδα 1 από 4
You are here Προβολή άρθρων ανα tag: Ελλάδα