Friday, Nov 24th

Last update05:25:07 AM GMT

Ο κίνδυνος θερμού επεισοδίου δεν μειώθηκε, αλλά και δεν αυξήθηκε, σε σχέση με την περίοδο πριν το δημοψήφισμα. Κατά την άποψή μου, ο κίνδυνος ήταν σχετικά χαμηλός, παρά την ρητορική του Ερντογάν.

Εξηγούμαι. Ο Ερντογάν και πριν και τώρα έχει να αντιμετωπίσει μία σειρά μεγάλων προβλημάτων. Στο εσωτερικό, το πρώτο είναι το Κουρδικό, το δεύτερο είναι οι τζιχαντιστές που έχουν διεισδύσει σε διαφορετικά τμήματα του κρατικού μηχανισμού (όπως ο δολοφόνος του Ρώσου πρέσβη), και το τρίτο είναι η οικονομία. Η Τουρκία είχε ρυθμό ανάπτυξης περί το 9% και τώρα είναι περίπου στο 2.5%. Οι ξένες επενδύσεις φεύγουν, νέες δεν έρχονται και (λόγω και αυτών) η λίρα πέφτει διαρκώς. Ο τουρισμός βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση. Σε όλα αυτά πρέπει να προστεθεί και τέταρτο ζήτημα: η αντίδραση που θα υπάρχει από τους υποστηρικτές του «όχι».

Ας θυμηθούμε και τα προβλήματα στο εξωτερικό. Έχει πρόβλημα στο Ιράκ με την προοπτική δημιουργίας ανεξάρτητου Κουρδικού κράτους. Στην Συρία, η τουρκική εισβολή δεν πέτυχε τους στόχους της, ενώ και εκεί οι Κούρδοι επιδιώκουν αυτονομία. Τέλος, οι σχέσεις της Τουρκίας με την Δύση, ειδικά με την ΕΕ, δεν είναι οι καλύτερες.

Γιατί λοιπόν στα τόσα προβλήματα να προσθέσει και ένα ακόμη με ένα κράτος της ΕΕ, έτοιμο να αμυνθεί (η άμυνα ευκολότερη της επίθεσης), το οποίο παρά τα οικονομικά δεινά του, διατηρεί μία αξιοπρεπή αποτρεπτική ισχύ;

Τέλος, το σημαντικότερο. Ο Ερντογάν, μετά το πραξικόπημα, αποδυνάμωσε τις Ένοπλες Δυνάμεις και ιδιαίτερα την τουρκική Πολεμική Αεροπορία. Μέχρι και αγγελία έβαλαν για να βρούνε νέους πιλότους..! Επιπλέον, ποιον θα αντιμετωπίσουν πρώτον οι δυνάμεις του; Το ΡΚΚ, τους Κούρδους της Συρίας, τους τζιχαντιστές ή και μία επιπλέον σοβαρή πολεμική μηχανή; Και αν κάνει γενική κινητοποίηση, δεν έχει τον φόβο μήπως στραφούν εναντίον του;

Ο μόνος κίνδυνος είναι ένα ατύχημα στον αέρα ή στην θάλασσα. Αλλά αυτός υπήρχε και πριν το πραξικόπημα, όπως και πριν το δημοψήφισμα...

Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Documento στις 23.4.2017

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Άρθρα Γνώμης

 

1. Το παρελθόν

Η τελευταία δεκαπενταετία, η οποία ταυτίζεται με την άνοδο και την κυβέρνηση της χώρας από τον Ερντογάν, μπορεί να θεωρηθεί ως μία περίοδος αύξησης της ισχύος της Τουρκίας. Η χώρα πέτυχε να βελτιώσει την οικονομία της, να θεωρηθεί από τη Δύση ως ένα παράδειγμα δημοκρατίας με μουσουλμανικό άρωμα που άξιζε να προωθηθεί στη Μέση Ανατολή, ενώ για κάποιο χρονικό διάστημα αύξησε την επιρροή της στην περιοχή.

Ο Ερντογάν και το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΚΔΑ) ενίσχυσαν συστηματικά τα εξοπλιστικά προγράμματα, επιδιώκοντας, όπως και οι Κεμαλιστές, την απόκτηση πυραυλικών συστημάτων, αεροπλανοφόρου, ακόμη και πυρηνικών όπλων, ώστε να μετατρέψουν την Τουρκία σε περιφερειακή υπερδύναμη. Επίσης, όχι μόνο δεν συνέβαλαν στο να τερματισθεί η παράνομη κατοχή της Κύπρου, αλλά, επειδή οσμίζονταν ενεργειακούς πόρους, δημιούργησαν νέα κρίση τη στιγμή που η Κύπρος επιβεβαίωνε την ύπαρξη υδρογονανθράκων στην ΑΟΖ της, αυξάνοντας και τις απαιτήσεις της Τουρκίας στις όποιες διαπραγματεύσεις. Τέλος, το καλοκαίρι του 2015 δημιούργησαν την προσφυγική κρίση – κάποιοι επιμένουν πως αφορούσε πρωταρχικά την Ευρώπη – η οποία έπληξε σε μεγάλο βαθμό την Ελλάδα.

Η κυριαρχία του Ερντογάν και του ΚΔΑ οδήγησε στην αποκάλυψη του πραγματικού προγράμματος ή επιδιώξεών του για την Τουρκία και το εξωτερικό. Προοδευτικά, στο εσωτερικό, ο Ερντογάν άρχισε να περνάει μέτρα ισλαμοποίησης της κοινωνίας, να περιορίζει την ελευθερία έκφρασης με πρώτη εκείνη του Τύπου, να εφαρμόζει το σχέδιό του για συγκέντρωση εξουσιών διά της μετάβασής του στο προεδρικό αξίωμα και της προσπάθειάς του για μετατροπή του πολιτικού συστήματος σε προεδρικό. Η ενίσχυση του συγκεντρωτισμού και οι εκλογικές σκοπιμότητες οδήγησαν και στην αποτυχία της όποιας πολιτικής είχε αρχικά εξαγγελθεί για το Κουρδικό.

Στο εξωτερικό η Τουρκία άρχισε να συμπεριφέρεται ως η άλλοτε οθωμανική αυτοκρατορική δύναμη. Αναμείχθηκε στο θέμα των Παλαιστινίων και συγκρούσθηκε με το Ισραήλ, καταστρέφοντας μία προνομιακή εικοσαετή σχέση. Στην Αίγυπτο υποστήριξε τους Αδελφούς Μουσουλμάνους και επιχείρησε το πολιτικό τους πατρωνάρισμα. Διατήρησε κατά την περίοδο του εμπάργκο μία αμφιλεγόμενη στάση έναντι του Ιράν και συνδέθηκε ενεργά με το Κουβέιτ και τη Σαουδική Αραβία, φθάνοντας να την υποστηρίξει ακόμη και στην εισβολή στην Υεμένη. Συνέβαλε στη δημιουργία του Ισλαμικού Κράτους, επιτρέποντας την μέσω του εδάφους της διακίνηση μουτζαχεντίν, όπλων, αλλά και λαθραίου πετρελαίου, που συνέβαλε στην οικονομική ενίσχυση του Ι.Κ. (ενδεχομένως και της οικογένειας Ερντογάν). Τέλος, παρά τις προνομιακές ακόμη και σε οικογενειακό επίπεδο σχέσεις με τον Άσαντ, αναμείχθηκε ενεργά στην υποκίνηση, επέκταση και μετατροπή μίας πολιτειακής κρίσης στον εμφύλιο πόλεμο της Συρίας, του οποίου, μετά την κατάρριψη του ρωσικού αεροσκάφους και την εισβολή των τουρκικών δυνάμεων, έγινε μέρος.

2. Το παρόν

Οι παραπάνω πολιτικές στο εσωτερικό και στο εξωτερικό οδήγησαν κατά την τελευταία διετία σε μία σειρά οξυμένων προβλημάτων. Το αντάρτικο των Κούρδων προοδευτικά αναγεννήθηκε, στον πόλεμο της Συρίας οι τουρκικές πολιτικές ηττήθηκαν και δημιουργήθηκε (με την υποστήριξη και των ΗΠΑ) ένα ακόμη κουρδικό μόρφωμα, το Ι.Κ. κατέταξε τον Ερντογάν, που πιέσθηκε από τη Δύση να αλλάξει στάση, μεταξύ των αντιπάλων του και απάντησε με τρομοκρατικές επιθέσεις, οι Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις δυσαρεστήθηκαν, τμήματα του πληθυσμού δυσανασχέτησαν με την προοπτική ισλαμοποίησης κράτους και κοινωνίας, ενώ η οικονομία άρχισε να καταγράφει σοβαρές απώλειες.

Η πύρρεια νίκη του Ερντογάν κατά των πραξικοπηματιών δεν έλυσε κανένα από τα παραπάνω προβλήματα, αλλά ήρθε να προσθέσει και νέα: τις διώξεις, την καταρράκωση του κύρους και την συνεπαγόμενη μείωση του αξιόμαχου των Ενόπλων Δυνάμεων, τη διάκριση της κοινωνίας σε τουλάχιστον τέσσερις ομάδες (ισλαμιστές, κεμαλιστές, γκιουλενιστές, Κούρδους), την διαπόμπευση όλων εκείνων που καθ’ υποψία συμμετείχαν ή θα μπορούσαν να συμμετάσχουν στο πραξικόπημα, με λίγα λόγια, πρόσθεσε τον εσωτερικό διχασμό. Κυρίως δε ενίσχυσε τις αυταρχικές, σουλτανικές τάσεις του Ερντογάν, σε μία στιγμή που η χώρα θα χρειαζόταν μία ηγεσία συμφιλιωτική και όχι εκδικητική.

Πρόσθεσε όμως και κάτι ακόμη. Την απώλεια της όποιας υποστήριξης και εμπιστοσύνης των Δυτικών προς τον Ερντογάν, των οποίων η υπομονή φαίνεται πως είχε εξαντληθεί εδώ και καιρό. Βεβαίως, μπορεί η Τουρκία να αποκατέστησε τις διπλωματικές της σχέσεις με το Ισραήλ και να επιχειρεί να αναθερμάνει τις αντίστοιχες με τη Ρωσία, ωστόσο οι σχέσεις της με τις ΗΠΑ θα χειροτερεύουν συστηματικά όσο ο Ερντογάν τις κατηγορεί ότι είχαν ανάμειξη στο εναντίον του πραξικόπημα, όσο πιέζει με ανορθόδοξο τρόπο να πετύχει την έκδοση του Γκιουλέν, όσο δημιουργεί προβλήματα στη λειτουργία του Ιντσιρλίκ και στις επιχειρήσεις κατά του Ι.Κ, όσο δεν συμβάλλει στην επίτευξη λύσης στη Συρία, όσο εντείνει την αυταρχική του συμπεριφορά και όσο πλησιάζει τη Ρωσία.

3. Το μέλλον

Τι μπορεί να συμβεί από εδώ και πέρα; Είναι προφανές ότι οι ΗΠΑ βρίσκονται σε μεταβατική περίοδο. Είναι επίσης προφανές ότι τα κράτη της ΕΕ είναι εξαιρετικά δύσπιστα απέναντί του λόγω του προσφυγικού, του αυταρχισμού και της επιθετικότητας κατά των γειτόνων του, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας. Είναι επίσης φανερό ότι άρχισαν να στέλνονται τα πρώτα διπλωματικά προειδοποιητικά μηνύματα προς την Τουρκία.. Ήδη ο (απερχόμενος) επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας χρησιμοποίησε μετά από πολλά χρόνια τον όρο «εισβολή» για την Κύπρο, ενώ η ΕΕ διέκοψε τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις.

Τα εν λόγω μηνύματα σημαίνουν ότι ο Ερντογάν θα πιεστεί και θα υποχωρήσει στο Κυπριακό ή σε άλλα θέματα, όπως στο Συριακό ή στον πόλεμο κατά του Ι.Κ; Ασφαλώς και όχι! Θα μπορούσαν όμως να θεωρηθούν ως δείγμα υποχώρησης των διπλωματικών ερεισμάτων του στη Δύση και, κυρίως, έλλειψης πολιτικής υποστήριξης ή έλλειψης της συνήθους ανοχής της Δύσης σε μία σειρά προβλημάτων που δημιούργησε ή δημιουργεί ο Ερντογάν. Ακόμη δε περισσότερο, αδιαφορία για το πολιτικό του μέλλον ή, μεσοπρόθεσμα, και το μέλλον της χώρας του, τώρα που οι σχέσεις της Δύσης με το Ιρακινό Κουρδιστάν έχουν σχεδόν επισημοποιηθεί και οι σχέσεις των ΗΠΑ με τους Κούρδους της Συρίας επιτρέπουν μεγαλύτερο ρόλο και λόγο στο μέλλον της Συρίας.

Η πιθανολογούμενη αδιαφορία για το πολιτικό του μέλλον ή της χώρας του δεν σημαίνει ότι η Δύση θα παύσει να διαχειρίζεται διπλωματικά τον Ερντογάν. Μπορεί όμως να σημαίνει ότι δεν θα σταματήσει την εισαγωγή στην Τουρκία της οποιαδήποτε κρίσης από το εξωτερικό και, ακόμη περισσότερο, δεν θα πράξει οτιδήποτε να εμποδίσει την οποιαδήποτε εξέλιξη στο εσωτερικό της. Τούτο ίσως είναι το κρισιμότερο, καθώς όλα δείχνουν πως τα προβλήματα και οι αντιφάσεις έχουν οξυνθεί και η Τουρκία και πάλι, ενάμισι αιώνα αργότερα, προφανώς ασθενεί.

Το ποια θα είναι η τύχη της εξαρτάται από την αρχή ενός και μόνο ανδρός, του οποίου οι δυνατότητες και οι πολιτικές φαίνεται να έχουν αγγίξει τα όριά τους. Οι χειρισμοί του στις σχέσεις του με τη Δύση θα είναι κρίσιμοι και στην εσωτερική πολιτική σκηνή κρισιμότεροι.

Μέχρι τότε θα πρέπει να είμαστε ψύχραιμοι και νηφάλιοι. Ο Ερντογάν έχει τόσα πραγματικά μέτωπα και έχει δημιουργήσει τόσους εικονικούς και πραγματικούς εχθρούς στο εσωτερικό και στο εξωτερικό που δεν έχει την πολυτέλεια ή την αξιόμαχη στρατιωτική ικανότητα να εξάγει κρίση δυτικά ή νότια. Όμως, θα πρέπει να προετοιμαζόμαστε και να μην βιαζόμαστε, αποφεύγοντας λάθη και διολισθήσεις, σε κρίσιμα θέματα όπως οι συστηματικές προκλήσεις κατά της Ελλάδας ή το Κυπριακό, το οποίο, άλλωστε, δεν είναι και στις προτεραιότητες του Ερντογάν.

Ασφαλώς και το μέλλον είναι αβέβαιο και κανείς μας δεν μασάει φύλλα δάφνης, ούτε ερμηνεύει τα σφάγια. Ωστόσο, η πολιτική, πολύ δε περισσότερο η διεθνής, έχει απρόσμενα γυρίσματα και μας διδάσκει πως εκείνος που είναι κατάλληλα προετοιμασμένος, έχοντας ήδη προνοήσει για τις κατάλληλες και εναλλακτικές στρατηγικές, μπορεί να δικαιωθεί από την Ιστορία.

Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο Πολιτικό Ημερολόγιο 2017 που επιμελείται ο δημοσιογράφος Βαγγέλης Πλάκας. 

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Οι θιασώτες της όποιας «λύσης» – λύση νάναι κι ό,τι νάναι – επιμένουν ότι πρέπει οπωσδήποτε να γίνει «κάτι» τώρα και, ταυτοχρόνως, κινδυνολογούν, ισχυριζόμενοι ότι θα υπάρξουν αρνητικές συνέπειες για την Κυπριακή Δημοκρατία.

Αν θυμάμαι καλά το ίδιο ακριβώς έκαναν πριν 13 σχεδόν χρόνια με το Σχέδιο Ανάν...  Τώρα απλά ανακυκλώνονται!!Μας είπαν ήδη ότι αυτή θα είναι η μοναδική και τελευταία ευκαιρία, διότι δεν θα υπάρχουν σε λίγο καιρό πραγματικοί Τουρκοκύπριοι και ότι η Τουρκία θα ενσωματώσει τα κατεχόμενα. Επιπλέον, ήδη χαρακτήρισαν την εξέλιξη της κατάθεσης των χαρτών ως ιστορική!

Ας βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους!

Η συγκεκριμένη κίνηση, η όλη διάσκεψη ή η όποια συμφωνία προκύψει δεν είναι ιστορική. Ιστορικά είναι εκείνα τα γεγονότα που οδήγησαν την ανθρωπότητα ή τα έθνη να αλλάξουν τη μοίρα τους.  Τέτοιες είναι οι μεγάλες επαναστάσεις, οι ανακατονομές ισχύος στο διεθνές σύστημα, όπως αυτή του 1989· ή, αντιστοίχως, η ανεξαρτησία ή η καταστροφή των εθνών.  Στο πλαίσιο των Ελληνοτουρκικών σχέσεων θα μπορούσε να θεωρηθεί ιστορικές στιγμές το 1821, το 1912, το 1922, το 1960..

Η όποια «λύση» βρεθεί δεν μπορεί να είναι μοναδική.  Το Σχέδιο Ανάν είχε φθάσει τον αριθμό «5», ενώ έχουν υπάρξει ισάριθμα σχέδια που φέρουν το όνομα προηγούμενων ΓΓ του ΟΗΕ. Και δεν μπορεί να είναι μοναδική, αφού το όλο πνεύμα της στηρίζεται σε αρχές αντίθετες με τη λειτουργία της εσωτερικής και της διεθνούς πολιτικής.

Η όποια «λύση» προκύψει – αν προκύψει – προφανώς και δεν θα είναι η τελευταία. Η ιστορία εξελίσσεται επιβεβαιώνοντας το «τά πάντα ρεῖ» του Ηρακλείτου. Όμως στη ζωή των λαών ή των πολιτισμών ο χρόνος είναι διαφορετικός και δεν μετριέται με βάση τα μεγέθη της ζωής ενός ανθρώπου. Ρωτάω. Ήταν μεγάλη ή μικρή η διάρκεια της Ρωμαϊκής, της Βυζαντινής ή της Βρετανικής αυτοκρατορίας;  Ήταν πολλά τα 45 χρόνια που διήρκεσε η διαίρεση της Γερμανίας;  Ή, ήταν πολλά τα 400 ή τα 700 χρόνια που κατά περιοχές κράτησε ο οθωμανικός ζυγός στην Ελλάδα;

Απέναντι στην κινδυνολογία που καλλιεργείται χρειάζεται ψυχραιμία και νηφαλιότητα. Ας μην ξεχνάμε:

  1. Αντιμετωπίζουμε μία εισβολή και κατοχή και όχι ένα «πρόβλημα»!
  2. Η Κύπρος και μέλος είναι της ΕΕ και φιλίες εκτός αυτής διαθέτει.
  3. Κανένα κράτος της ΕΕ δεν μπορεί να αναγνωρίσει το ψευδοκράτος, έχοντας προηγουμένως επικυρώσει τη Συνθήκη προσχώρησης της Κ.Δ. στην ΕΕ.
  4. Θα θελήσει ο Σουλτάνος μετά τα δύο εξωτερικά και τα δύο εσωτερικά μέτωπα, και μετά την υποχώρηση της οικονομίας, να ανοίξει ένα ακόμη; Εκείνο μάλιστα με το μεγαλύτερο κόστος..;

 

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Με αφορμή το πραξικόπημα στην Τουρκία επανήλθε στο προσκήνιο από διάφορες κατηγορίες αναλυτών – πανεπιστημιακούς, πολιτικούς, δημοσιογράφους – η βασική πλάνη ή αξίωμα στην ανάλυση των τεκταινομένων στην Τουρκία και ιδιαίτερα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις: ότι οι στρατιωτικοί-Κεμαλιστές είναι πιο επικίνδυνοι από τον Ερντογάν και το σύστημα εξουσίας του.

Σε ενίσχυση του συγκεκριμένου αξιώματος επικαλούνται ότι στην περίοδο Ερντογάν δεν υπήρξε μείζων κρίση όπως το 1996 (Ύμια), το 1987 ή το 1976.

Τούτο δεν ισχύει. Θα θυμίσω απλά ότι ο Ερντογάν όχι μόνο συνέχισε τα εξοπλιστικά προγράμματα, αλλά τα ενίσχυσε και επιδιώκει και αυτός την απόκτηση πυραυλικών συστημάτων και πυρηνικών όπλων. Θα θυμίσω επίσης ότι δεν υπήρξε καμία πρόοδος στο Κυπριακό, όπως επίσης ότι προκάλεσε την περυσινή προσφυγική κρίση, η οποία είχε διαφορετικό μεν, τεράστιο δε κόστος στην Ελλάδα και στην ΕΕ.

Η Τουρκία είτε υπό τον Ερντογάν είτε υπό τους στρατιωτικούς είναι πλέον μία ισχυρή δύναμη, με αναθεωρητικές και επεκτατικές επιδιώξεις, όπως απέδειξε η εμπλοκή της στη Συρία και στο Ιράκ. Το αν η επιθετικότητά της δεν εκδηλώθηκε προς τα δυτικά, οφείλεται κυρίως στην εκτίμηση του AKP και του Νταβούτογλου, ότι η Τουρκία δεν πρέπει να χάνει χρόνο με την Ελλάδα και με τους μικρότερους παίκτες της περιοχής, αλλά να συνδιαλέγεται με τις μεγάλες δυνάμεις του διεθνούς συστήματος.

Η δεύτερη πλάνη, σχετική με το πραξικόπημα, είναι ότι «νίκησε» η Δημοκρατία. Ας είμαστε συγκρατημένοι και πιο προσεκτικοί. Είναι γεγονός ότι ο Ερντογάν είναι λαοφιλής ηγέτης, ωστόσο έχει επανειλημμένα παραβιάσει βασικές δημοκρατικές αρχές και σε τελική ανάλυση δεν είναι βέβαιο ότι οι πολίτες βγήκαν στους δρόμους εξαιτίας του και όχι εξαιτίας των ιμάμηδων που κάλεσαν τους πιστούς σε «προσευχή» πολύ νωρίτερα από την προβλεπόμενη ώρα. Και είναι επίσης γεγονός ότι πέρα από τους στρατιωτικούς που συνελήφθησαν, την επομένη του πραξικοπήματος – ως δείγμα σεβασμού της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης – απολύθηκαν 2745 δικαστές... Τέλος, για τον σεβασμό του Δικαίου, ο Πρωθυπουργός αναφέρθηκε στην επαναφορά της θανατικής ποινής για τους στασιαστές! Δηλαδή ποινές και τιμωρία μέσω νόμων με αναδρομική ισχύ...

Η τρίτη πλάνη είναι ότι ο Ερντογάν εξήλθε ισχυρότερος από το πραξικόπημα. Τούτο είναι ίσως αλήθεια προς στιγμή, καθώς πράγματι ανατράπηκε μία κατάσταση, έστω και στην παράταση του αγώνα... Όμως ο Σουλτάνος βρέθηκε ταπεινωμένος, να παρακαλάει για στήριξη από δημοσιογράφους που δίωκε, να αναζητά σενάρια φυγής του στο εξωτερικό, και να υποστηρίζεται τόσο από παλαιούς συνοδοιπόρους του, όπως ο Γκιούλ και ο Νταβούτογλου, όσο και από στρατηγούς που είχαν παρακαμφθεί από ανώτερους αξιωματικούς. Αυτή η στήριξη γεννά υποχρεώσεις... Ωστόσο το πιο σημαντικό είναι ότι υπήρξαν νεκροί, ότι κατηγορήθηκαν και πάλι ο Γκιουλέν και οι οπαδοί του, αλλά και οι στρατιωτικοί. Αυτές είναι πληγές που δύσκολα θα επουλωθούν, και η περαιτέρω προσφυγή του Ερντογάν στον αυταρχισμό θα δημιουργήσει νέες αντιδράσεις.

Η μόνη δυνατότητα του Ερντογάν να επιβιώσει είναι να μοιρασθεί την εξουσία, να υποχωρήσει σε ζητήματα αναθεώρησης του Συντάγματος, να σεβασθεί τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους, με άλλα λόγια να είναι ένας διαφορετικός Ερντογάν από αυτόν που γνωρίσαμε τα τελευταία χρόνια. Με άλλα λόγια, ο Ερντογάν χρειάζεται έναν άλλο Ερντογάν, κι αυτό είναι το δύσκολο...

Πηγη

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

 

Ο Ερντογάν είναι ο ξεκάθαρος νικητής στις σημερινές τουρκικές εκλογές, επιτυγχάνοντας το 49% και θα σχηματισθεί κυβέρνηση του AKP. Ωστόσο, δεν πέτυχε τον αριθμό των 330 (τα 3/5 των 550) βουλευτών που απαιτούνται για την αναθεώρηση του Συντάγματος.

Τα άλλα κόμματα έχουν συρρικνωθεί. Οι ψηφοφόροι μετακινήθηκαν από το κεμαλικό CHP και το εθνικιστικό ΜΗΡ προς το AKP. Το HDP (φιλοκουρδικό κόμμα) έχασε ψηφοφόρους, αλλά αντιστάθηκε στην τεράστια πίεση που δέχτηκε και πέρασε το όριο του 10%. Είναι το τέταρτο σε ψήφους, αλλά καθώς είναι πρώτο σε αρκετές εκλογικές περιφέρειες, έχει κερδίσει περισσότερους εκπροσώπους από το ΜΗΡ. Έτσι, καθίσταται το τρίτο κόμμα στο Κοινοβούλιο.

Είναι προφανές ότι οι τρομοκρατικές επιθέσεις λειτούργησαν υπέρ του Ερντογάν και του κόμματός του. Ίσως, επίσης, η πρόσφατη επίσκεψη της Γερμανίδας Καγκελάριου στην Τουρκία έπαιξε ρόλο στην ενίσχυση του διεθνούς προφίλ του Ερντογάν. Αναμφίβολα, η φίμωση των διαφόρων μέσων ενημέρωσης της αντιπολίτευσης συνέβαλε στη νίκη του.

Το ΑΚΡ θα σχηματίσει μονοκομματική κυβέρνηση και θα παράσχει στην Τουρκία έναν ορισμένο βαθμό σταθερότητας. Όμως η αντιπολίτευση φοβάται ότι αυτό θα αυξήσει τον αυταρχισμό του Ερντογάν, με την ελευθερία του Τύπου να είναι το πρώτο θύμα του. Επιπλέον, εφεξής, ο Ερντογάν θα αυξήσει την πίεση και τις απαιτήσεις του έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών, ζητώντας όλο και περισσότερα σε αντάλλαγμα για την βοήθεια της Τουρκίας προς τους πρόσφυγες και την υποστήριξή του στον αγώνα κατά του ISIS. Ακόμη, η θέση του στις διαπραγματεύσεις για τη Συρία και την Κύπρο θα σκληρύνει.

Τελευταίο αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, για την εφαρμογή τού μεγάλου του σχεδίου, να γίνει ένας πανίσχυρος Πρόεδρος, ο Ερντογάν θα χρειαστεί περίπου 15 ακόμη βουλευτές. Δεν είναι αδύνατο, αλλά είναι δύσκολο να τους πάρει από άλλα κόμματα Πριν από τις εκλογές, υπήρχε η εντύπωση ότι θα μπορούσαν να βρεθούν από το εθνικιστικό ΜΗΡ. Ωστόσο, δεδομένου του μικρού πλέον αριθμού των βουλευτών του MHP, αυτό φαίνεται μάλλον δύσκολο να συμβεί.

Photo Source: WikiMedia Commons

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

 

Κατά την πρόσφατη επίσκεψη της Καγκελαρίου Μέρκελ στην Τουρκία προτάθηκε, εκτός των άλλων παροχών και de facto υποχωρήσεων σε θέματα βασικών ελευθεριών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η χρηματοδότηση της Τουρκίας από την ΕΕ, ώστε να αντιμετωπίσει το ανθρωπιστικό ζήτημα των προσφύγων.

Το ζήτημα βέβαια που τίθεται δεν είναι αν θα πληρώσει η ΕΕ ή η Ελλάδα που, αν και σε οικονομική ύφεση, έχει συνεισφέρει υπερ- πολλαπλάσια της μηδενικής της ευθύνης για τον πόλεμο.

Το ζήτημα είναι αν, με βάση την αρχή του δικαίου κατά την οποία πληρώνει όποιος ευθύνεται, θα αναλάβουν μέρος τουλάχιστον του κόστους και τα κράτη που συνέβαλαν τα μέγιστα στον συριακό εμφύλιο και στη δημιουργία του ISIS.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Μέχρι τις αρχές του 2011, οι σχέσεις Τουρκίας και Συρίας ήταν άψογες. Ο Ερντογάν είχε φιλοξενήσει τον Άσαντ στο εξοχικό του και έκαναν μαζί διακοπές. Η Τουρκία είχε αυξήσει σημαντικά τις εξαγωγές της προς τη Συρία, ενώ τα φορτηγά της περνούσαν ανενόχλητα προς την αραβική χερσόνησο. Την ίδια όμως εποχή, παράλληλα, ένας μεγάλος αριθμός τζιχαντιστών διακινούνταν, μέσω Τουρκίας, προς τη Συρία και το Ιράκ.

Με αφορμή τα γεγονότα της Αραβικής Άνοιξης στη Βόρειο Αφρική, ξέσπασαν, στα τέλη Ιανουαρίου 2011, διαδηλώσεις και στη Συρία, τις οποίες το καθεστώς Άσαντ αντιμετώπισε βιαίως.

Με αυτό ως αφορμή, ο Ερντογάν στράφηκε προοδευτικά κατά του Άσαντ, στην αρχή ρητορικά και, στη συνέχεια, εμπράκτως, με την ξεκάθαρη υλική υποστήριξή του προς τους Σουνίτες διαφωνούντες. Έτσι, και ενώ μέχρι τότε κρατούσε τα προσχήματα και ήταν η διακριτική δίοδος για την τροφοδοσία των «αντικαθεστωτικών» δυνάμεων, η Τουρκία κατέστη η λεωφόρος και ο οδηγός της εξοπλιστικής προσπάθειας των Σουνιτών στη Συρία και στη Μέση Ανατολή. Ποιοι όμως ήταν οι χρηματοδότες;

Όπως έγινε γνωστό από μεγάλες και έγκυρες ειδησεογραφικές πηγές, χρηματοδότες των ενόπλων Σουνιτών στη Συρία και στο Ιράκ ήταν η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ και, φυσικά, η ίδια η Τουρκία. Η τελευταία, μάλιστα, ήταν η πρώτη που ανέλαβε να οργανώσει και να εκπαιδεύσει, τον Ιούλιο 2011, τον «Ελεύθερο Συριακό Στρατό» και, ταυτόχρονα, να φιλοξενεί τις οικογένειες των στρατιωτικών και πολιτικών εκείνων που εγκατέλειπαν τον Άσαντ.

Έτσι, αντίθετα με τη συνήθη πρακτική τους, στην περίπτωση της Συρίας, οι μεγάλες Δυτικές Δυνάμεις δεν είχαν ούτε την πρωτοβουλία, ούτε ήταν οι πρώτες που εξόπλισαν τους αντάρτες. Τούτο βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν το ανέχτηκαν ή δεν το έκαναν και αυτές στη συνέχεια, όπως το ίδιο έπραξαν η Ρωσία και το Ιράν, που εξόπλιζαν και εξοπλίζουν τον Άσαντ.

Συνεπώς, μεταξύ των πρώτων που ευθύνονται για τη σύγκρουση και τα εκατομμύρια των προσφύγων που ακολούθησαν είναι η Τουρκία, η Σαουδική Αραβία και το Κατάρ. Μάλιστα, η Τουρκία χρησιμοποίησε τους πρόσφυγες ως «εργαλείο» ή «όπλο», πρώτα εναντίον του Άσαντ, μετά για να πιέσει τη Δύση ώστε να δημιουργήσει προς όφελός της και εντός της Συρίας μία «ουδέτερη» ζώνη και μετά, για να πάρει οικονομικά και πολιτικά ανταλλάγματα από την ΕΕ.

Τέλος, για να διεκδικήσει κοινές περιπολίες, δήθεν για αστυνόμευση, στο Αιγαίο, θαρρείς και δεν γνωρίζουν οι τουρκικές αρχές ασφαλείας ποιοι είναι οι διακινητές ή εμείς δεν γνωρίζουμε ότι η αξιοπιστία του Ερντογάν είναι μηδενική, αφού οι δήθεν βομβαρδισμοί κατά του Άσαντ στράφηκαν τελικά εναντίον των Κούρδων.

Από τα παραπάνω, προκύπτουν κάποιες κρίσιμες ερωτήσεις προς κάθε διεθνή παράγοντα. Ως προς τα Αραβικά κράτη: Ποια είναι η συμμετοχή τους στις τεράστιες δαπάνες της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες της Συρίας; Απάντηση: Μηδενική! Πόσους πρόσφυγες έχουν φιλοξενήσει ή πρόκειται να φιλοξενήσουν; Η απάντηση: Κανέναν!

Και ως προς την Τουρκία: Δεν θα έπρεπε να υποστεί τις συνέπειες της νέο- οθωμανικής της πολιτικής; Γιατί να πληρώνει η ΕΕ για τα τραγικά λάθη των ηγεμονικών της φιλοδοξιών στη Μέση Ανατολή; Γιατί η Τουρκία δεν εφαρμόζει το νόμο και δεν σταματά τους διακινητές; Δεν ισχυρίζεται πως είναι κράτος δικαίου που θέλει να ενταχθεί στην ΕΕ;

Και σε ό,τι μας αφορά, ερωτώνται οι εταίροι μας: Αν πρόκειται η Τουρκία, που και για τον πόλεμο ευθύνεται και δεν εφαρμόζει τους νόμους της, να λάβει την τεράστια βοήθεια των 3 δισεκ. ευρώ, γιατί να μην χαλαρώσει η σκληρή δημοσιονομική πολιτική στην Ελλάδα;

Όλα τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι η ΕΕ δεν έχει ευθύνες ή ότι δεν πρέπει να βοηθήσει όσο μπορεί τους πρόσφυγες. Ωστόσο, δεν επιτρέπεται οι υπεύθυνοι, εκμεταλλευόμενοι τη συγκυρία και τα λάθη πολιτικής κρατών της ΕΕ, να έχουν απαιτήσεις ώστε αφενός να απαλλαγούν των τεράστιων ευθυνών τους και να αποκομίσουν εκλογικά οφέλη, αφετέρου να κερδίσουν πολιτικά και οικονομικά πλεονεκτήματα σε βάρος του δικαίου και των λαών της Ευρώπης.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ
Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Κυριακή, 11 Οκτώβριος 2015 11:43

Βόμβες... και στο βάθος αναβολή εκλογών;

 

Τα σχέδια του Ερντογάν να μετατρέψει το πολιτικό σύστημα της Τουρκίας σε προεδρικό και, ενισχύοντας τις εξουσίες του, να μετεξελιχθεί σε «σουλτάνο» σταμάτησαν στις 7 Ιουνίου 2015, όταν το κόμμα του, το ΑΚΡ, κατέγραψε μία από τις χαμηλότερες εκλογικές του επιδόσεις με 40.7, εννέα ολόκληρες μονάδες κάτω από τις εκλογές της 12ης Ιουνίου 2011. Ως κύρια αιτία και εμπόδιο της εκλογικής αποτυχίας θεωρήθηκε από τον Ερντογάν και το κόμμα του η άνοδος και είσοδος στη Βουλή του φιλοκουρδικού κόμματος HDP, που ξεπέρασε άνετα το όριο του 10% και πέτυχε 13%.

Έκτοτε σχηματίσθηκε υπηρεσιακή κυβέρνηση και ορίσθηκαν επαναληπτικές εκλογές στις 1 Νοεμβρίου 2015. Ωστόσο, οι επερχόμενες εκλογές, όπως και οι προηγούμενες, γίνονται σε ένα κλίμα αστάθειας, αβεβαιότητας, οξυμένου ανταγωνισμού, καθώς και πολεμικών συγκρούσεων στο εσωτερικό και στο εξωτερικό (Συρία). Στο εσωτερικό και πριν την 7η Ιουνίου, μετά από επιθέσεις παρακρατικών οργανώσεων εναντίον Κούρδων, το PKK εγκατέλειψε τη δίχρονη εκεχειρία και ξεκίνησε νέο γύρο επιθέσεων, με αποτέλεσμα η βία να γίνει καθημερινό φαινόμενο.

Η τρομοκρατική επίθεση της 10ης Οκτωβρίου, που προκάλεσε τόσα θύματα, έρχεται ως συνέχεια αυτού του κλίματος βίας. Η επίθεση έγινε εναντίον προσυγκέντρωσης οπαδών του φιλοκουρδικού HDP, οι οποίοι θα συμμετείχαν σε πορεία ειρήνης που διοργάνωναν εργατικά σωματεία και μεγάλοι συνδικαλιστικοί φορείς της χώρας. Και έγινε μία μέρα μετά την διάδοση της πληροφορίας ότι οι κουρδικές οργανώσεις θα ανακοίνωναν ανακωχή...

Το πρώτο ερώτημα είναι τι προκάλεσε αυτήν την επίθεση. Είναι φανερό ότι το γεγονός σχετίζεται με τις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου, με την αμετροεπή φιλοδοξία του Ερντογάν για αυτοδυναμία και αλλαγή του πολιτικού συστήματος, με τον διαρκώς αυξανόμενο αυταρχισμό του (διώξεις δημοσιογράφων, δικαστικών, κλπ.), με την αποτυχία της πολιτικής του στο Κουρδικό, αλλά και της αντίστοιχης στη Συρία.

Το δεύτερο ερώτημα είναι τι συνεπάγεται το χτύπημα και ποιες θα είναι οι συνέπειες. Είναι βέβαιο ότι τέτοιου είδους χτυπήματα λειτουργούν περίεργα σε προεκλογικές περιόδους και έχει μεγάλη σημασία να παρακολουθήσουμε πώς κάθε πλευρά θα επιχειρήσει να το διαχειρισθεί. Αν αποδοθεί σε κουρδική οργάνωση, τότε εκείνος που θα χάσει θα είναι το HDP και, αντίστροφα, εκείνος που θα ωφεληθεί θα είναι ο Ερντογάν. Ίσως για αυτόν τον λόγο το συντονιστικό των κουρδικών οργανώσεων κάλεσε τα μέλη του να προβούν σε κατάπαυση πυρός (ανακωχή), ώστε να μην κατηγορηθούν ως οι αυτουργοί και συνεχιστές των τρομοκρατικών επιθέσεων. Αν, από την άλλη, αποδοθεί σε παρακρατική ή εθνικιστική οργάνωση, τότε το κόστος για το κόμμα του Ερντογάν, τον ίδιο, αλλά και τη χώρα θα είναι πολύ μεγάλο.

Όμως, όπως έχουν τα πράγματα και όπως δείχνουν οι δημοσκοπήσεις, το AKP δύσκολα θα πετύχει την πολυπόθητη για τον Ερντογάν αυτοδυναμία, οι αλλαγές στο Σύνταγμα δεν θα γίνουν και θα υπάρξει κυβερνητική αστάθεια. Εκτός αν, όπως φοβόνταν ορισμένοι πολιτικοί κύκλοι και κατεγράφη αρκετά νωρίς στον Τύπο (βλ. Today's Zaman), ο Ερντογάν και η κυβέρνηση, υλοποιώντας μία από τις προειδοποιήσεις του, αναβάλουν τις εκλογές βάσει του άρθρου 78 του Συντάγματος, επικαλούμενοι «πόλεμο», είτε δηλαδή τις τρομοκρατικές επιθέσεις στο εσωτερικό, είτε τις συγκρούσεις στη Συρία.

Σε αυτήν την περίπτωση, ο Ερντογάν θα κερδίσει χρόνο, αναζητώντας την πρόσφορη στιγμή για να προκηρύξει εκ νέου εκλογές. Ίσως αυτή να είναι η μόνη διέξοδος που βλέπει τούτη την ώρα ένας πολιτικός που αυτοπαγιδεύτηκε εξαιτίας της αλαζονείας και των φιλοδοξιών του. Ωστόσο, ο φαύλος κύκλος στον οποίο βρέθηκε δεν θα σπάσει: η αβεβαιότητα θα αυξηθεί, η δράση αστυνομίας και κατασταλτικών μηχανισμών θα ενταθεί και οι εσωτερικές συγκρούσεις θα περάσουν σε νέα φάση. Και όλα αυτά ενώ ο πόλεμος στη Συρία θα συνεχίζεται, οι κουρδικοί φορείς εκτός συνόρων θα ενισχύονται και η τουρκική οικονομία θα αρχίσει να υφίσταται όλο και περισσότερο τις συνέπειες της πολιτικής αστάθειας...

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Είναι εξαιρετικά νωρίς για να αντιληφθούμε ουσιαστικά και σε βάθος τι ακριβώς συμβαίνει στην Τουρκία. Ωστόσο, o Ερντογάν έχει τρεις σταθερές πολιτικές. Αν τις παρακολουθήσουμε, ίσως και να αντιληφθούμε τι συμβαίνει.

Η πρώτη πολιτική, οθωμανικής έμπνευσης, είχε και έχει ως στόχο να μετατρέψει την Τουρκία σε δύναμη παγκόσμιας εμβέλειας. Αρκεί ο οιοσδήποτε να μελετήσει το βιβλίο του Νταβούτογλου και να θυμηθεί τις κινήσεις της Τουρκίας στις σχέσεις της με τους γείτονες. Η Τουρκία προσέγγισε το Ιράν, παραβιάζει το εμπάργκο εναντίον του, εμφανίστηκε ως προστάτης των Παλαιστινίων αλλά και κάθε μουσουλμανικού πληθυσμού στην Ευρώπη. Ξεκινώντας με μία στάση «επιτήδειου ουδετέρου», υποστήριξε την κατάλληλη χρονική στιγμή τα κινήματα διαμαρτυρίας στον Αραβικό κόσμο, προσπαθώντας να προωθήσει το δικό της κοινωνικοπολιτικό μοντέλο. Ο Ερντογάν, για να στηρίξει το φιλοαραβικό του πρόσωπο – που θα αύξανε την επιρροή τής Τουρκίας σε περιοχές που είχε απωλέσει η Οθωμανική Αυτοκρατορία – αντιπαρατέθηκε με το Ισραήλ. Επιπλέον, και ενώ είχε πάρα πολύ στενές σχέσεις με τον Άσαντ, θέλοντας να επεκτείνει την επιρροή της Τουρκίας, ήρθε όχι απλώς σε πολιτική σύγκρουση, αλλά προκάλεσε, μαζί με άλλα σουνιτικά κράτη του Κόλπου, τον εμφύλιο της Συρίας.

Η δεύτερη πολιτική του Ερντογάν έχει σχέση με το Κεμαλικό στρατιωτικό κατεστημένο. Ο Ερντογάν έχει καταφέρει σοβαρότατα πλήγματα σε αυτό, οδηγώντας στρατηγούς και έναν πρώην αρχηγό κράτους στη δικαιοσύνη. Τούτο δεν σημαίνει βεβαίως ότι ο Ερντογάν εγκατέλειψε τα μεγάλα εξοπλιστικά προγράμματα. Επιδιώκει την ανάπτυξη βαλιστικών πυραύλων, την ανάπτυξη μεγάλων ναυτικών μονάδων επιφανείας και, ασφαλώς δύσκολα κρύβει τις πυρηνικές επιδιώξεις της Τουρκίας. Όσο για την πολιτική έκφανση του Κεμαλισμού, αυτή έχει ηττηθεί εκλογικά και πολιτικά επανειλημμένως και κατά κράτος, αφού κανένας από τους ηγέτες της δεν έχει το πολιτικό χάρισμα, ούτε μπορεί να αντιτάξει μία διαφορετική, αντίπαλη πολιτική ατζέντα σε εκείνη του Ερντογάν. Όσο για τα γεγονότα της πλατείας Ταξίμ, και από αυτά ο Κεμαλισμός φαίνεται να είναι απών, ασχέτως αν επιχειρεί να δρέψει κάποια οφέλη.

Η τρίτη πολιτική του Ερντογάν είναι η μετατροπή του Τουρκικού κράτους σε ισλαμικό. Πέρα από την υπόθεση της μαντήλας, πέρα από τις στενές (και εσχάτως δοκιμαζόμενες) σχέσεις του με τον Φετουλά Γκιουλέν, ο Ερντογάν ξεκίνησε να εφαρμόζει την κοινωνική ισλαμική μηχανική του με απαγορεύσεις που αφορούν τους δημόσιους ασπασμούς των νέων, τα αντισυλληπτικά, την κατανάλωση οινοπνεύματος, και με την απαξίωση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Ταυτοχρόνως, αφιέρωσε τη νέα γέφυρα του Βοσπόρου στο Σουλτάνο Σελήμ, δυσαρεστώντας τους Αλεβίτες που ο Σελήμ είχε βάναυσα καταδιώξει (και οι οποίοι δεν είναι και τόσο εχθρικοί προς τον Αλεβίτη Άσαντ). Και απεκάλεσε μεθύστακες δύο εξαιρετικά σημαντικές προσωπικότητες για το υπόλοιπο, εκτός των υποστηρικτών του, 50% του Τουρκικού πληθυσμού, τον Κεμάλ και τον Ινονού. Όσο για τα δικαιώματα προς τους Κούρδους και την εκεχειρία, τα πρώτα παραμένουν στα χαρτιά και η δεύτερη πιο εύθραυστη από ποτέ.

Όλα αυτά συμβαίνουν τη στιγμή που ο Ερντογάν κυριαρχεί στην Τουρκική πολιτική σκηνή και ετοιμάζεται για τον στόχο του 2014: την Προεδρία της χώρας του, με ταυτόχρονη ενίσχυση των εξουσιών του Προέδρου. Όλα αυτά όμως δεν περνούν απαρατήρητα από τον νεανικό σε μεγάλο ποσοστό (και αστικό) πληθυσμό της χώρας του, ούτε από εκείνο το κατεστημένο που αναζητά μία ρεβάνς, ούτε βέβαια και από τους συνεργάτες του, οι οποίοι αφενός άρχισαν να ανταγωνίζονται για την επόμενη μέρα, αφετέρου διαφωνούν με την ενίσχυση των εξουσιών του Προέδρου.

Η αίσθηση ότι ο χρόνος φεύγει και το 2014 πλησιάζει, αλλά και η αίσθηση της πανθομολογούμενης τωρινής ισχύος του, οδηγούν τον Ερντογάν να κυβερνά όλο και πιο αλαζονικά και, ταυτοχρόνως, να αποκαλύπτει όλο και πιο απρόσεκτα την πραγματική, την ισλαμική του ατζέντα. Ίσως αυτό να γίνεται πολύ πιο αισθητό στην Τουρκία από εκείνους που είτε ανησυχούν για τις συνέπειες της ισλαμικής ατζέντας στη δική τους επόμενη μέρα είτε αναζητούν τη δική τους θέση σε ένα επόμενο σκηνικό εξουσίας.

 

Δημοσιεύτηκε στο Real.gr

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
You are here Προβολή άρθρων ανα tag: Ερντογάν