Thursday, Oct 18th

Last update05:25:07 AM GMT

Στις 18 Απριλίου 2018 ο Έρντογαν, μέσα σε ένα πολιτικό και νομικό κλίμα εντεινόμενης ανελευθερίας και αυταρχισμού που σηματοδοτεί ένα κατ'επίφαση δημοκρατικό πολίτευμα, προκήρυξε πρόωρες προεδρικές και βουλευτικές «εκλογές» για τις 24 Ιουνίου. Οι λόγοι που τον οδήγησαν σε αυτήν την απόφαση είναι πέντε.

Ο πρώτος είναι ότι η σύντομη προεκλογική περίοδος ευνοεί τα ήδη υπάρχοντα κόμματα, κυρίως δε το δικό του AKP, ενώ λειτουργεί αρνητικά για τα υπόλοιπα, που μάλλον αιφνιδιάστηκαν. Τούτο ισχύει, κυρίως, για εκείνα τα κόμματα που μπορεί να του κόψουν ψήφους, είτε από τα δεξιά, όπως το «Καλό Κόμμα» της Άκσενερ ή το «Κόμμα Ευτυχίας» του Καραμολάογλου, είτε από τα αριστερά, όπως το φιλοκουρδικό κόμμα, του οποίου, άλλωστε, ο φυσικός ηγέτης, ο Ντεμιρτάς, βρίσκεται εδώ και πολύ καιρό στη φυλακή.

Ο δεύτερος λόγος είναι για να μην συμπέσουν οι προεδρικές και βουλευτικές εκλογές με τις δημοτικές του 2019, στις οποίες η ψήφος είναι πιο χαλαρή. Προφανώς, μία τέτοια διάθεση, σε συνδυασμό με τις έντονες τοπικές διαφοροποιήσεις, θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις επιδόσεις του ιδίου και του κόμματός του στις άλλες δύο.

Τρίτος λόγος φυσικά είναι η επιδεινούμενη τουρκική οικονομία της οποίας το μέλλον καθίσταται αβέβαιο και η κατάστασή της επηρεάζει όλο και περισσότερο τα πολιτικά πράγματα της Τουρκίας. Ακόμη και τώρα, με λιγότερες από είκοσι μέρες για τις εκλογές, τίποτε δεν αποκλείει την ραγδαία επιδείνωσή της, στοιχείο που καθιστά το Έρντογαν εξαιρετικά ευάλωτο για τους αντιπάλους του.

Τέταρτος, ότι το κυβερνών κόμμα ευνοείται σημαντικά από την κατάσταση έκτακτης ανάγκης, η οποία, την ίδια μέρα που αποφασίζονταν οι εκλογές, παρατάθηκε για τρεις ακόμη μήνες. Συνεπώς, οι εκλογές θα διεξαχθούν υπό το ίδιο καθεστώς ανελευθερίας, όπως το δημοψήφισμα του 2017.

Τέλος, ο Έρντογαν ευνοείται από την πρόσκαιρη ύφεση της δράσης του PKK στο εσωτερικό, την προβληθείσα στο εσωτερικό ως «νίκη» του στο Αφρίν, μετά την εισβολή των τουρκικών στρατευμάτων στη Συρία, αλλά και την όποια ενίσχυση του ηγετικού του προφίλ, το οποίο, εκτός των καλά οργανωμένων λαϊκών συγκεντρώσεων, φρόντισε να καλλιεργήσει μέσω συναντήσεων με ηγέτες μεγάλων δυνάμεων, όπως των ΗΠΑ, Ρωσίας, Γερμανίας, Ηνωμένου Βασιλείου, κλπ.

Αν αυτοί είναι οι λόγοι για το πρόωρο των εκλογών, ποιος είναι ο στόχος του; Ο κυρίαρχος – αν όχι μοναδικός – στόχος του Έρντογαν είναι να επανεκλεγεί Πρόεδρος και, ει δυνατόν, να κερδίσει την πλειοψηφία στην τουρκική Εθνοσυνέλευση. Με βάση την κατάσταση στην χώρα και τις μετρήσεις, αν και θα πρέπει να είμαστε επιφυλακτικοί με αυτές, ο Έρντογαν μπορεί να πετύχει και του δύο στόχους, με τον πρώτο να φαίνεται πιο εφικτός από τον δεύτερο. Υπάρχει δηλαδή και το ενδεχόμενο ο Έρντογαν να επανεκλεγεί Πρόεδρος, αλλά να μην διαθέτει την πλειοψηφία των βουλευτών, γεγονός που θα λειτουργήσει ως τροχοπέδη στην υλοποίηση των όποιων και πολλών μεγαλεπήβολων σχεδιασμών του.

Ωστόσο, τα πάντα παραμένουν ανοιχτά. Η έκβαση των εκλογών, παρά τους μηχανισμούς του κράτους και του κυβερνώντος κόμματος, εξαρτάται από παράγοντες εξωτερικούς, όπως τις σχέσεις του Έρντογαν με την Δύση και το αν καταφέρει να βρίσκει χρήμα στις διεθνείς αγορές κατά τις αμέσως επόμενες μέρες. Εξαρτάται επίσης και από εσωτερικούς παράγοντες, όπως την στρατηγική που θα ακολουθήσουν τα διαφορετικά κόμματα της αντιπολίτευσης και την αποτελεσματικότητα της συνεργασίας τους.

Και η επόμενη μέρα; Αν τελικά ο Έρντογαν κερδίσει τα δύο εκλογικά στοιχήματα, θα συνεχίσει το νεο-οθωμανικό του όνειρο, προσπαθώντας να ισλαμοποιήσει ακόμη περισσότερο την κοινωνία, να εξαπλώσει την Τουρκία προς τα νότια, να εγείρει διεκδικήσεις στα δυτικά, να υλοποιήσει τα φαραωνικά του σχέδια για μεγάλα έργα (τεχνητή ζεύξη Μαύρης Θάλασσας-Βοσπόρου, πυρηνικά εργοστάσια), να αποκτήσει στρατηγικά όπλα και, εν τέλει, να μετατρέψει την Τουρκία σε παίκτη παγκόσμιου επιπέδου. Με λίγα λόγια, να γίνει αυτός ο πατέρας του Έθνους στη θέση του Κεμάλ ή αντίστοιχης αξίας ηγέτης με τον Μωάμεθ, όπως υποσυνείδητα παρακινούσαν τους θεατές τους να σκεφτούν τα πρόσφατα εορταστικά για την άλωση της Πόλης βίντεο.

Ασφαλώς, είτε πετύχει τους εκλογικούς του στόχους είτε όχι, το μεγάλο του πρόβλημα είναι η οικονομία, της οποίας την επιδείνωση δεν μπορεί να σταματήσει. Η οικονομία είναι η «αχίλλειος πτέρνα» του. Ό,τι και αν γίνει στις 24 Ιουνίου, όποιος και αν εκλεγεί, θα έχει το μεγάλο βάρος να αποτρέψει την επιδείνωση της οικονομίας – γεγονός που θα ανατρέψει υφιστάμενους πολιτικούς σχεδιασμούς ή μεγαλεπήβολα σχέδια.

Τι θα σημάνει κάτι τέτοιο για την εξωτερική συμπεριφορά της Τουρκίας; Σίγουρα θα οδηγήσει τους όποιους κυβερνώντες να αναζητήσουν χρήματα στην Δύση, μακριά από κράτη όπως η Ρωσία, και, ενδεχομένως, σε πιο συνεπείς με την Δύση σχέσεις. Επίσης, μία τέτοια κατάσταση μειώνει ακόμη περισσότερο τις πιθανότητες να επιχειρήσει η Τουρκία να εξάγει την κρίση στο εξωτερικό, όπως προς την Ελλάδα ή και την Κύπρο. Και τούτο διότι με δεδομένους τους δύο πολέμους που έχει στα νότια σύνορα και το Κουρδικό στο εσωτερικό, μία τέτοια επιλογή θα είναι ακόμη πιο δαπανηρή σε κόστος (οικονομικό, πολιτικό και στρατιωτικό), αφού, πολύ απλά, η Ελλάδα δεν είναι ούτε Συρία, ούτε Ιράκ, ούτε Αφρίν...

Τα παραπάνω βεβαίως δεν σημαίνουν ότι η Τουρκία δεν θα συνεχίσει τις μικροεντάσεις και δεν θα στείλει το ερευνητικό της σκάφος στην ΑΟΖ της Κύπρου. Το παρόν μέγεθος και ισχύς της, καθώς και η κυρίαρχη εθνικιστική ιδεολογία που διαπερνά κυβέρνηση και αντιπολίτευση, δεν αφήνουν πολλά περιθώρια από την επιλογή τού να είμαστε προετοιμασμένοι, αλλά και πάντα νηφάλια αποφασιστικοί.

Δημοσιεύτηκε στο ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΑΠΕ ΜΠΕ

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Η επιθετική και προκλητική συμπεριφορά της Τουρκίας στο διεθνές σύστημα και η εχθρική ρητορική του Προέδρου της Ταγίπ Ερντογάν, αλλά και ανώτερων κυβερνητικών στελεχών, έχουν προκαλέσει ανησυχία στην Ελλάδα με δύο ερωτήματα να κυριαρχούν: το αν θα γίνει πόλεμος και το ποια πρέπει να είναι η στάση της χώρας μας απέναντι στην γείτονα.

Όσο και αν είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς για το μέλλον, η απάντηση στην πρώτη ερώτηση, με βάση τα ισχύοντα σήμερα και χωρίς την επέλευση κάποιου τυχαίου ή απρόβλεπτου γεγονότος, θα πρέπει να είναι αρνητική. Και τούτο διότι η ηγεσία της Τουρκίας, ακόμη και αν επιθυμούσε την σύγκρουση, από το μια γνωρίζει ότι θα υποστεί πολύ μεγάλο κόστος και, κυρίως, από την άλλη έχει μία σειρά προβλημάτων να αντιμετωπίσει στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, καθώς και άλλες πολιτικές και ιδεολογικές προτεραιότητες.

 

Στο εσωτερικό, το πρώτο και σημαντικότερο πρόβλημά της, που ονομάζω και «αχίλλειο πτέρνα», είναι η οικονομία της, η οποία τελεί σε «υπερθέρμανση» και διαρκώς επιδεινώνεται. Το δεύτερο, γνωστό από παλιά, είναι το Κουρδικό και η δράση του PKK, το τρίτο, που φαίνεται να έχει κοπάσει, είναι η ισλαμιστική τρομοκρατία, και το τέταρτο η εσωτερική διαμάχη λόγω της εκκαθάρισης των πολιτικών αντιπάλων του Ερντογάν. Στο εξωτερικό η Τουρκία έχει εμπλακεί στον πόλεμο της Συρίας, θεωρεί απειλή την οργάνωση και τυχόν αυτονόμηση των εκεί Κούρδων, ενώ, ασφαλώς υπάρχει και το ζήτημα του ιρακινού Κουρδιστάν.

 

Αυτά τα ζητήματα ή ανάγκες προσδιορίζουν τις προτεραιότητες για τον Ερντογάν, ο οποίος, επιπλέον, έχει επωμισθεί και την υλοποίηση του ιδεολογικού προτάγματος του νεο-οθωμανισμού στο εσωτερικό, με κοινωνικές εκ των άνω κατευθυνόμενες αλλαγές, αλλά κυρίως στο εξωτερικό. Πρόκειται για την ιδεολογία ανασύστασης της επιρροής της Τουρκίας στην ευρύτερη περιοχή, όπως παλαιότερα των Οθωμανών, που οδηγεί διαρκώς και ακατάπαυστα την Τουρκία σε διαμάχες με τους γείτονές της, αλλά και πιο πέρα με χώρες όπως η Αίγυπτος, η Σαουδική Αραβία, το Ισραήλ, τα κράτη της ΕΕ, ακόμη και τις ΗΠΑ, που απειλήθηκαν με «οθωμανικό χαστούκι».

 

Όλα τα παραπάνω, σε συνδυασμό, με τις επερχόμενες εκλογές του 2019, οδηγούν την τουρκική ηγεσία σε νευρικότητα και σε τριβές με τους περισσότερους γείτονες, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας. Από εμάς η Τουρκία επιζητεί την ικανοποίηση περιστασιακών αιτημάτων, την επιβολή κόστους διά της φθοράς, αλλά και την επίτευξη αλλαγών σε ζητήματα που αφορούν το Αιγαίο ή άλλα, χωρίς όμως να είναι έτοιμη να υποστεί το κόστος που θα σήμαινε μία ανοιχτή σύγκρουση με την Ελλάδα. Διότι πάρα πολύ απλά, γνωρίζουν οι Τούρκοι ότι η Ελλάδα δεν είναι Αφρίν, που ακόμη και αυτό έκαναν, εναντίον ατάκτων στρατιωτικών μονάδων, πενήντα οκτώ μέρες για να ελέγξουν. Με δεδομένη την ισχύ της χώρας μας, ακόμη και σε αυτήν την δύσκολη οικονομική συγκυρία, γνωρίζει η γείτων πως το κόστος στην ξηρά, στην θάλασσα και στον αέρα θα είναι πολύ μεγάλο αν αναλάβει την οποιαδήποτε εναντίον μας προσπάθεια.

 

Και εμείς; Εμείς πρέπει να μάθουμε να ζούμε με την απρόβλεπτη γείτονα και να την αντιμετωπίσουμε με νηφάλια αποφασιστικότητα. Τι σημαίνει όμως «νηφάλια αποφασιστικότητα»;

 

Σημαίνει ότι, χωρίς κατευνασμό, δεν παρασυρόμαστε από δηλώσεις του οποιουδήποτε αξιωματούχου ή από προκλήσεις και, σε κάθε περίπτωση, αντιδρούμε, μόνο εφόσον κρίνουμε ότι πρέπει, αναλογικά, προοδευτικά και κλιμακωτά. Σημαίνει ότι απαντούμε στον τόπο, στον χρόνο, με τα μέσα (πολιτικά ή οικονομικά ή στρατιωτικά ή συνδυασμό) και με τον τρόπο που εμείς διαλέγουμε, μάλιστα δε, γνωρίζοντας ότι έχουμε το πλεονέκτημα και την πρωτοβουλία στις συγκεκριμένες κινήσεις, οι οποίες θα επιφέρουν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Σημαίνει ότι της επιβάλλουμε κόστος διαφόρων μορφών, ξεκινώντας από τα πεδία της πολιτικής, της οικονομίας και της επικοινωνίας (εικόνας), χωρίς όμως να αποκρύπτουμε και το στρατιωτικό. Σημαίνει επίσης ότι κάθε κίνηση θα πρέπει να υπακούει σε μία επιμέρους ή γενικότερη πολιτική απέναντι στην Τουρκία, την οποία θα πρέπει να εκπονήσουμε και όλοι να συμφωνήσουμε. Διότι, για να θυμηθούμε τον Κλαούζεβιτς, ο πόλεμος και γενικότερα η χρήση των στρατιωτικών μέσων δεν είναι και δεν πρέπει να είναι τίποτε άλλο παρά η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα. Σημαίνει τέλος ότι δηλοποιούμε στην αντίπαλη πλευρά την ικανότητά μας και την απόφασή μας να δράσουμε, ώστε να μην υπάρχουν περιθώρια παρερμηνείας των προθέσεών μας και των ικανοτήτων μας.

 

Η νηφαλιότητα είναι κρίσιμη γιατί, όπως προειδοποίησε ο Θουκυδίδης, μία πολεμική σύγκρουση είναι άγνωστο το πώς θα εξελιχθεί (ἄδηλα γὰρτὰ τῶν πολέμων, 2.11). Ο ίδιος όμως υπογράμμισε ότι και η αποφασιστικότητα είναι απαραίτητη, καθώς τον όποιο επιδρομέα αποτρέπουν εκείνοι που είτε δρουν προληπτικά είτε δεν του αφήνουν καμία αμφιβολία ότι θα αντισταθούν (6.24).

Δημοσιεύτηκε στο ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΑΠΕ ΜΠΕ

 

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Η συμπεριφορά της Τουρκίας και ακόμη περισσότερο η παραληρηματική συμπεριφορά του Ερντογάν, με αποκορύφωμα το ερώτημα αν οι ΗΠΑ έχουν «φάει οθωμανικό χαστούκι», προκαλεί προβληματισμό και αμηχανία, ενώ για πολλούς είναι και δυσεξήγητη. Οι περισσότερες «αναλύσεις» που βλέπουν το φως της δημοσιότητας σπεύδουν να δώσουν μία ερμηνεία που συνδέεται με την συγκυρία, δηλαδή την αποτυχία των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων (ΤΕΔ) στην Συρία.

Ωστόσο τα πράγματα είναι πιο σύνθετα, τα αίτια πολλαπλά και απαιτούν μία συνολική θεώρηση:


1. Η αύξηση του μεγέθους της Τουρκίας και ιδιαίτερα της στρατιωτικής της ισχύος, της επιτρέπουν να διεκδικεί θέση κύρους στο διεθνές σύστημα υψηλότερο από αυτό που μέχρι αυτήν τη στιγμή της αναγνωρίζουν. Γι' αυτό ο Ερντογάν προσπαθεί να εμφανίζεται ως ισότιμος συνομιλητής ηγετών των πλέον ισχυρών κρατών, όπως των ΗΠΑ και της Ρωσίας, και να μην διστάζει να στρέφεται ακόμη και κατά του ΝΑΤΟ ή των ΗΠΑ (απόκτηση S400, πόλεμος κατά του ISIS).


2. Η ικανότητα προβολής ισχύος τού επιτρέπει να επιχειρεί να αποκομίσει οφέλη στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο έναντι της Ελλάδας και των υπολοίπων κρατών, χωρίς ωστόσο να φθάνει στην πολεμική σύγκρουση. Τούτο δεν σημαίνει ότι η τουρκική ηγεσία δεν είναι έτοιμη να φθάσει ως εκεί, αφού η αίσθηση του κόστους για μία αυταρχική ηγεσία και για έναν λαό που τρέφεται εδώ και καιρό με τα όνειρα της οθωμανικής αυτοκρατορίας είναι διαφορετική από εκείνην σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα.


3. Τούτο οδηγεί και στο συγκυριακό αίτιο, δηλαδή την αποτυχία των επιχειρήσεων στην Συρία. Όμως, αντίθετα με αυτό που εκτιμούν πολλοί «αναλυτές» στον τόπο μας, δεν είναι τόσο οι απώλειες στρατιωτών στην Συρία, αλλά το κύρος των ΤΕΔ και της ίδιας της χώρας που επηρεάζουν την συμπεριφορά της ηγεσίας της. Η Τουρκία βρυχάται σαν το λιοντάρι, αλλά είναι ανίκανη να πετύχει τους στόχους της παράνομης εισβολής της στην Συρία, απέναντι στην μικρή στρατιωτική δύναμη των Κούρδων.


4. Ο Ερντογάν έχει εκλογές το αργότερο το 2019. Και ναι μεν έχει εξουδετερώσει μέσω διώξεων σχεδόν όλους τους αντιπάλους του, ωστόσο μία εκλογική αναμέτρηση δεν παύει να κρύβει εκπλήξεις. Με εργαλείο την αντιπαράθεσή του με την Ελλάδα, την Κύπρο, την ΕΕ και τις ΗΠΑ, επιχειρεί την συσπείρωση των πολιτών, η οποία μπορεί να του είναι χρήσιμη την οποιαδήποτε στιγμή, ακόμη και αν γίνουν εκλογές νωρίτερα.


5. Σε κάθε περίπτωση, η συσπείρωση του είναι χρήσιμη και για άλλους λόγους. Πρώτον διότι η Τουρκική οικονομία, που πάσχει από ρευστότητα, μπορεί να επιδεινωθεί. Δεύτερον, διότι οι σχέσεις με την ΕΕ θα επιδεινωθούν και αυτές. Και τρίτο, σημαντικότερο, ότι από την άνοιξη και μετά αναμένεται η δραστηριοποίηση του ΡΚΚ στο εσωτερικό της Τουρκίας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.


6. Τέλος, ο Ερντογάν έχει μπει σε μία λογική τριβών με τη Δύση και φθοράς της Ελλάδας ειδικότερα, καθώς σε κάποια ζητήματα, όπως αυτό των πολιτικών προσφύγων, κανένα Δυτικό κράτος δεν ικανοποίησε τα αιτήματα για παράδοσή τους. Ειδικά για την Ελλάδα γνωρίζει ότι η φθορά λόγω αμυντικών δαπανών και η αστάθεια στο Αιγαίο, μπορεί να έχει σημαντικές συνέπειες στην συνολικότερη αντιμετώπιση των οικονομικών ζητημάτων της χώρας και στην έξοδό της από τα μνημόνια.

Τι κάνουμε λοιπόν απέναντι στην επιθετικότητα της Τουρκίας; Το σημαντικότερο είναι ότι δεν πρέπει να πέσουμε στις παγίδες που μας στήνουν οι γείτονες. Παραμένουμε αποφασισμένοι και αποφασιστικοί, εφόσον χρειασθεί, ταυτοχρόνως δε και υπομονετικοί, αφού οι εξελίξεις για την Τουρκία θα προκύψουν από τα Νοτιοανατολικά. Κυρίως όμως διατηρούμε την νηφαλιότητα και την ψυχραιμία μας.
Ωστόσο, νηφαλιότητα και ψυχραιμία δεν σημαίνουν ούτε συνεπάγονται αδράνεια. Σημαίνουν αφενός προετοιμασία για κάθε ενδεχόμενο, αφετέρου δραστηριοποίηση σε όλα τα μήκη και τα πλάτη, σε όλα τα πολιτικά, στρατιωτικά και οικονομικά fora, ώστε η γειτονική χώρα, στο βαθμό που συνεχίζει αυτήν την τακτική, να υφίσταται το κόστος της συμπεριφοράς της. Μέχρι να το καταλάβει...

Δημοσιεύτηκε στη Huffington Post

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Ελλάδα

Ο κίνδυνος θερμού επεισοδίου δεν μειώθηκε, αλλά και δεν αυξήθηκε, σε σχέση με την περίοδο πριν το δημοψήφισμα. Κατά την άποψή μου, ο κίνδυνος ήταν σχετικά χαμηλός, παρά την ρητορική του Ερντογάν.

Εξηγούμαι. Ο Ερντογάν και πριν και τώρα έχει να αντιμετωπίσει μία σειρά μεγάλων προβλημάτων. Στο εσωτερικό, το πρώτο είναι το Κουρδικό, το δεύτερο είναι οι τζιχαντιστές που έχουν διεισδύσει σε διαφορετικά τμήματα του κρατικού μηχανισμού (όπως ο δολοφόνος του Ρώσου πρέσβη), και το τρίτο είναι η οικονομία. Η Τουρκία είχε ρυθμό ανάπτυξης περί το 9% και τώρα είναι περίπου στο 2.5%. Οι ξένες επενδύσεις φεύγουν, νέες δεν έρχονται και (λόγω και αυτών) η λίρα πέφτει διαρκώς. Ο τουρισμός βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση. Σε όλα αυτά πρέπει να προστεθεί και τέταρτο ζήτημα: η αντίδραση που θα υπάρχει από τους υποστηρικτές του «όχι».

Ας θυμηθούμε και τα προβλήματα στο εξωτερικό. Έχει πρόβλημα στο Ιράκ με την προοπτική δημιουργίας ανεξάρτητου Κουρδικού κράτους. Στην Συρία, η τουρκική εισβολή δεν πέτυχε τους στόχους της, ενώ και εκεί οι Κούρδοι επιδιώκουν αυτονομία. Τέλος, οι σχέσεις της Τουρκίας με την Δύση, ειδικά με την ΕΕ, δεν είναι οι καλύτερες.

Γιατί λοιπόν στα τόσα προβλήματα να προσθέσει και ένα ακόμη με ένα κράτος της ΕΕ, έτοιμο να αμυνθεί (η άμυνα ευκολότερη της επίθεσης), το οποίο παρά τα οικονομικά δεινά του, διατηρεί μία αξιοπρεπή αποτρεπτική ισχύ;

Τέλος, το σημαντικότερο. Ο Ερντογάν, μετά το πραξικόπημα, αποδυνάμωσε τις Ένοπλες Δυνάμεις και ιδιαίτερα την τουρκική Πολεμική Αεροπορία. Μέχρι και αγγελία έβαλαν για να βρούνε νέους πιλότους..! Επιπλέον, ποιον θα αντιμετωπίσουν πρώτον οι δυνάμεις του; Το ΡΚΚ, τους Κούρδους της Συρίας, τους τζιχαντιστές ή και μία επιπλέον σοβαρή πολεμική μηχανή; Και αν κάνει γενική κινητοποίηση, δεν έχει τον φόβο μήπως στραφούν εναντίον του;

Ο μόνος κίνδυνος είναι ένα ατύχημα στον αέρα ή στην θάλασσα. Αλλά αυτός υπήρχε και πριν το πραξικόπημα, όπως και πριν το δημοψήφισμα...

Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Documento στις 23.4.2017

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Άρθρα Γνώμης

 

1. Το παρελθόν

Η τελευταία δεκαπενταετία, η οποία ταυτίζεται με την άνοδο και την κυβέρνηση της χώρας από τον Ερντογάν, μπορεί να θεωρηθεί ως μία περίοδος αύξησης της ισχύος της Τουρκίας. Η χώρα πέτυχε να βελτιώσει την οικονομία της, να θεωρηθεί από τη Δύση ως ένα παράδειγμα δημοκρατίας με μουσουλμανικό άρωμα που άξιζε να προωθηθεί στη Μέση Ανατολή, ενώ για κάποιο χρονικό διάστημα αύξησε την επιρροή της στην περιοχή.

Ο Ερντογάν και το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΚΔΑ) ενίσχυσαν συστηματικά τα εξοπλιστικά προγράμματα, επιδιώκοντας, όπως και οι Κεμαλιστές, την απόκτηση πυραυλικών συστημάτων, αεροπλανοφόρου, ακόμη και πυρηνικών όπλων, ώστε να μετατρέψουν την Τουρκία σε περιφερειακή υπερδύναμη. Επίσης, όχι μόνο δεν συνέβαλαν στο να τερματισθεί η παράνομη κατοχή της Κύπρου, αλλά, επειδή οσμίζονταν ενεργειακούς πόρους, δημιούργησαν νέα κρίση τη στιγμή που η Κύπρος επιβεβαίωνε την ύπαρξη υδρογονανθράκων στην ΑΟΖ της, αυξάνοντας και τις απαιτήσεις της Τουρκίας στις όποιες διαπραγματεύσεις. Τέλος, το καλοκαίρι του 2015 δημιούργησαν την προσφυγική κρίση – κάποιοι επιμένουν πως αφορούσε πρωταρχικά την Ευρώπη – η οποία έπληξε σε μεγάλο βαθμό την Ελλάδα.

Η κυριαρχία του Ερντογάν και του ΚΔΑ οδήγησε στην αποκάλυψη του πραγματικού προγράμματος ή επιδιώξεών του για την Τουρκία και το εξωτερικό. Προοδευτικά, στο εσωτερικό, ο Ερντογάν άρχισε να περνάει μέτρα ισλαμοποίησης της κοινωνίας, να περιορίζει την ελευθερία έκφρασης με πρώτη εκείνη του Τύπου, να εφαρμόζει το σχέδιό του για συγκέντρωση εξουσιών διά της μετάβασής του στο προεδρικό αξίωμα και της προσπάθειάς του για μετατροπή του πολιτικού συστήματος σε προεδρικό. Η ενίσχυση του συγκεντρωτισμού και οι εκλογικές σκοπιμότητες οδήγησαν και στην αποτυχία της όποιας πολιτικής είχε αρχικά εξαγγελθεί για το Κουρδικό.

Στο εξωτερικό η Τουρκία άρχισε να συμπεριφέρεται ως η άλλοτε οθωμανική αυτοκρατορική δύναμη. Αναμείχθηκε στο θέμα των Παλαιστινίων και συγκρούσθηκε με το Ισραήλ, καταστρέφοντας μία προνομιακή εικοσαετή σχέση. Στην Αίγυπτο υποστήριξε τους Αδελφούς Μουσουλμάνους και επιχείρησε το πολιτικό τους πατρωνάρισμα. Διατήρησε κατά την περίοδο του εμπάργκο μία αμφιλεγόμενη στάση έναντι του Ιράν και συνδέθηκε ενεργά με το Κουβέιτ και τη Σαουδική Αραβία, φθάνοντας να την υποστηρίξει ακόμη και στην εισβολή στην Υεμένη. Συνέβαλε στη δημιουργία του Ισλαμικού Κράτους, επιτρέποντας την μέσω του εδάφους της διακίνηση μουτζαχεντίν, όπλων, αλλά και λαθραίου πετρελαίου, που συνέβαλε στην οικονομική ενίσχυση του Ι.Κ. (ενδεχομένως και της οικογένειας Ερντογάν). Τέλος, παρά τις προνομιακές ακόμη και σε οικογενειακό επίπεδο σχέσεις με τον Άσαντ, αναμείχθηκε ενεργά στην υποκίνηση, επέκταση και μετατροπή μίας πολιτειακής κρίσης στον εμφύλιο πόλεμο της Συρίας, του οποίου, μετά την κατάρριψη του ρωσικού αεροσκάφους και την εισβολή των τουρκικών δυνάμεων, έγινε μέρος.

2. Το παρόν

Οι παραπάνω πολιτικές στο εσωτερικό και στο εξωτερικό οδήγησαν κατά την τελευταία διετία σε μία σειρά οξυμένων προβλημάτων. Το αντάρτικο των Κούρδων προοδευτικά αναγεννήθηκε, στον πόλεμο της Συρίας οι τουρκικές πολιτικές ηττήθηκαν και δημιουργήθηκε (με την υποστήριξη και των ΗΠΑ) ένα ακόμη κουρδικό μόρφωμα, το Ι.Κ. κατέταξε τον Ερντογάν, που πιέσθηκε από τη Δύση να αλλάξει στάση, μεταξύ των αντιπάλων του και απάντησε με τρομοκρατικές επιθέσεις, οι Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις δυσαρεστήθηκαν, τμήματα του πληθυσμού δυσανασχέτησαν με την προοπτική ισλαμοποίησης κράτους και κοινωνίας, ενώ η οικονομία άρχισε να καταγράφει σοβαρές απώλειες.

Η πύρρεια νίκη του Ερντογάν κατά των πραξικοπηματιών δεν έλυσε κανένα από τα παραπάνω προβλήματα, αλλά ήρθε να προσθέσει και νέα: τις διώξεις, την καταρράκωση του κύρους και την συνεπαγόμενη μείωση του αξιόμαχου των Ενόπλων Δυνάμεων, τη διάκριση της κοινωνίας σε τουλάχιστον τέσσερις ομάδες (ισλαμιστές, κεμαλιστές, γκιουλενιστές, Κούρδους), την διαπόμπευση όλων εκείνων που καθ’ υποψία συμμετείχαν ή θα μπορούσαν να συμμετάσχουν στο πραξικόπημα, με λίγα λόγια, πρόσθεσε τον εσωτερικό διχασμό. Κυρίως δε ενίσχυσε τις αυταρχικές, σουλτανικές τάσεις του Ερντογάν, σε μία στιγμή που η χώρα θα χρειαζόταν μία ηγεσία συμφιλιωτική και όχι εκδικητική.

Πρόσθεσε όμως και κάτι ακόμη. Την απώλεια της όποιας υποστήριξης και εμπιστοσύνης των Δυτικών προς τον Ερντογάν, των οποίων η υπομονή φαίνεται πως είχε εξαντληθεί εδώ και καιρό. Βεβαίως, μπορεί η Τουρκία να αποκατέστησε τις διπλωματικές της σχέσεις με το Ισραήλ και να επιχειρεί να αναθερμάνει τις αντίστοιχες με τη Ρωσία, ωστόσο οι σχέσεις της με τις ΗΠΑ θα χειροτερεύουν συστηματικά όσο ο Ερντογάν τις κατηγορεί ότι είχαν ανάμειξη στο εναντίον του πραξικόπημα, όσο πιέζει με ανορθόδοξο τρόπο να πετύχει την έκδοση του Γκιουλέν, όσο δημιουργεί προβλήματα στη λειτουργία του Ιντσιρλίκ και στις επιχειρήσεις κατά του Ι.Κ, όσο δεν συμβάλλει στην επίτευξη λύσης στη Συρία, όσο εντείνει την αυταρχική του συμπεριφορά και όσο πλησιάζει τη Ρωσία.

3. Το μέλλον

Τι μπορεί να συμβεί από εδώ και πέρα; Είναι προφανές ότι οι ΗΠΑ βρίσκονται σε μεταβατική περίοδο. Είναι επίσης προφανές ότι τα κράτη της ΕΕ είναι εξαιρετικά δύσπιστα απέναντί του λόγω του προσφυγικού, του αυταρχισμού και της επιθετικότητας κατά των γειτόνων του, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας. Είναι επίσης φανερό ότι άρχισαν να στέλνονται τα πρώτα διπλωματικά προειδοποιητικά μηνύματα προς την Τουρκία.. Ήδη ο (απερχόμενος) επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας χρησιμοποίησε μετά από πολλά χρόνια τον όρο «εισβολή» για την Κύπρο, ενώ η ΕΕ διέκοψε τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις.

Τα εν λόγω μηνύματα σημαίνουν ότι ο Ερντογάν θα πιεστεί και θα υποχωρήσει στο Κυπριακό ή σε άλλα θέματα, όπως στο Συριακό ή στον πόλεμο κατά του Ι.Κ; Ασφαλώς και όχι! Θα μπορούσαν όμως να θεωρηθούν ως δείγμα υποχώρησης των διπλωματικών ερεισμάτων του στη Δύση και, κυρίως, έλλειψης πολιτικής υποστήριξης ή έλλειψης της συνήθους ανοχής της Δύσης σε μία σειρά προβλημάτων που δημιούργησε ή δημιουργεί ο Ερντογάν. Ακόμη δε περισσότερο, αδιαφορία για το πολιτικό του μέλλον ή, μεσοπρόθεσμα, και το μέλλον της χώρας του, τώρα που οι σχέσεις της Δύσης με το Ιρακινό Κουρδιστάν έχουν σχεδόν επισημοποιηθεί και οι σχέσεις των ΗΠΑ με τους Κούρδους της Συρίας επιτρέπουν μεγαλύτερο ρόλο και λόγο στο μέλλον της Συρίας.

Η πιθανολογούμενη αδιαφορία για το πολιτικό του μέλλον ή της χώρας του δεν σημαίνει ότι η Δύση θα παύσει να διαχειρίζεται διπλωματικά τον Ερντογάν. Μπορεί όμως να σημαίνει ότι δεν θα σταματήσει την εισαγωγή στην Τουρκία της οποιαδήποτε κρίσης από το εξωτερικό και, ακόμη περισσότερο, δεν θα πράξει οτιδήποτε να εμποδίσει την οποιαδήποτε εξέλιξη στο εσωτερικό της. Τούτο ίσως είναι το κρισιμότερο, καθώς όλα δείχνουν πως τα προβλήματα και οι αντιφάσεις έχουν οξυνθεί και η Τουρκία και πάλι, ενάμισι αιώνα αργότερα, προφανώς ασθενεί.

Το ποια θα είναι η τύχη της εξαρτάται από την αρχή ενός και μόνο ανδρός, του οποίου οι δυνατότητες και οι πολιτικές φαίνεται να έχουν αγγίξει τα όριά τους. Οι χειρισμοί του στις σχέσεις του με τη Δύση θα είναι κρίσιμοι και στην εσωτερική πολιτική σκηνή κρισιμότεροι.

Μέχρι τότε θα πρέπει να είμαστε ψύχραιμοι και νηφάλιοι. Ο Ερντογάν έχει τόσα πραγματικά μέτωπα και έχει δημιουργήσει τόσους εικονικούς και πραγματικούς εχθρούς στο εσωτερικό και στο εξωτερικό που δεν έχει την πολυτέλεια ή την αξιόμαχη στρατιωτική ικανότητα να εξάγει κρίση δυτικά ή νότια. Όμως, θα πρέπει να προετοιμαζόμαστε και να μην βιαζόμαστε, αποφεύγοντας λάθη και διολισθήσεις, σε κρίσιμα θέματα όπως οι συστηματικές προκλήσεις κατά της Ελλάδας ή το Κυπριακό, το οποίο, άλλωστε, δεν είναι και στις προτεραιότητες του Ερντογάν.

Ασφαλώς και το μέλλον είναι αβέβαιο και κανείς μας δεν μασάει φύλλα δάφνης, ούτε ερμηνεύει τα σφάγια. Ωστόσο, η πολιτική, πολύ δε περισσότερο η διεθνής, έχει απρόσμενα γυρίσματα και μας διδάσκει πως εκείνος που είναι κατάλληλα προετοιμασμένος, έχοντας ήδη προνοήσει για τις κατάλληλες και εναλλακτικές στρατηγικές, μπορεί να δικαιωθεί από την Ιστορία.

Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο Πολιτικό Ημερολόγιο 2017 που επιμελείται ο δημοσιογράφος Βαγγέλης Πλάκας. 

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Οι θιασώτες της όποιας «λύσης» – λύση νάναι κι ό,τι νάναι – επιμένουν ότι πρέπει οπωσδήποτε να γίνει «κάτι» τώρα και, ταυτοχρόνως, κινδυνολογούν, ισχυριζόμενοι ότι θα υπάρξουν αρνητικές συνέπειες για την Κυπριακή Δημοκρατία.

Αν θυμάμαι καλά το ίδιο ακριβώς έκαναν πριν 13 σχεδόν χρόνια με το Σχέδιο Ανάν...  Τώρα απλά ανακυκλώνονται!!Μας είπαν ήδη ότι αυτή θα είναι η μοναδική και τελευταία ευκαιρία, διότι δεν θα υπάρχουν σε λίγο καιρό πραγματικοί Τουρκοκύπριοι και ότι η Τουρκία θα ενσωματώσει τα κατεχόμενα. Επιπλέον, ήδη χαρακτήρισαν την εξέλιξη της κατάθεσης των χαρτών ως ιστορική!

Ας βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους!

Η συγκεκριμένη κίνηση, η όλη διάσκεψη ή η όποια συμφωνία προκύψει δεν είναι ιστορική. Ιστορικά είναι εκείνα τα γεγονότα που οδήγησαν την ανθρωπότητα ή τα έθνη να αλλάξουν τη μοίρα τους.  Τέτοιες είναι οι μεγάλες επαναστάσεις, οι ανακατονομές ισχύος στο διεθνές σύστημα, όπως αυτή του 1989· ή, αντιστοίχως, η ανεξαρτησία ή η καταστροφή των εθνών.  Στο πλαίσιο των Ελληνοτουρκικών σχέσεων θα μπορούσε να θεωρηθεί ιστορικές στιγμές το 1821, το 1912, το 1922, το 1960..

Η όποια «λύση» βρεθεί δεν μπορεί να είναι μοναδική.  Το Σχέδιο Ανάν είχε φθάσει τον αριθμό «5», ενώ έχουν υπάρξει ισάριθμα σχέδια που φέρουν το όνομα προηγούμενων ΓΓ του ΟΗΕ. Και δεν μπορεί να είναι μοναδική, αφού το όλο πνεύμα της στηρίζεται σε αρχές αντίθετες με τη λειτουργία της εσωτερικής και της διεθνούς πολιτικής.

Η όποια «λύση» προκύψει – αν προκύψει – προφανώς και δεν θα είναι η τελευταία. Η ιστορία εξελίσσεται επιβεβαιώνοντας το «τά πάντα ρεῖ» του Ηρακλείτου. Όμως στη ζωή των λαών ή των πολιτισμών ο χρόνος είναι διαφορετικός και δεν μετριέται με βάση τα μεγέθη της ζωής ενός ανθρώπου. Ρωτάω. Ήταν μεγάλη ή μικρή η διάρκεια της Ρωμαϊκής, της Βυζαντινής ή της Βρετανικής αυτοκρατορίας;  Ήταν πολλά τα 45 χρόνια που διήρκεσε η διαίρεση της Γερμανίας;  Ή, ήταν πολλά τα 400 ή τα 700 χρόνια που κατά περιοχές κράτησε ο οθωμανικός ζυγός στην Ελλάδα;

Απέναντι στην κινδυνολογία που καλλιεργείται χρειάζεται ψυχραιμία και νηφαλιότητα. Ας μην ξεχνάμε:

  1. Αντιμετωπίζουμε μία εισβολή και κατοχή και όχι ένα «πρόβλημα»!
  2. Η Κύπρος και μέλος είναι της ΕΕ και φιλίες εκτός αυτής διαθέτει.
  3. Κανένα κράτος της ΕΕ δεν μπορεί να αναγνωρίσει το ψευδοκράτος, έχοντας προηγουμένως επικυρώσει τη Συνθήκη προσχώρησης της Κ.Δ. στην ΕΕ.
  4. Θα θελήσει ο Σουλτάνος μετά τα δύο εξωτερικά και τα δύο εσωτερικά μέτωπα, και μετά την υποχώρηση της οικονομίας, να ανοίξει ένα ακόμη; Εκείνο μάλιστα με το μεγαλύτερο κόστος..;

 

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Με αφορμή το πραξικόπημα στην Τουρκία επανήλθε στο προσκήνιο από διάφορες κατηγορίες αναλυτών – πανεπιστημιακούς, πολιτικούς, δημοσιογράφους – η βασική πλάνη ή αξίωμα στην ανάλυση των τεκταινομένων στην Τουρκία και ιδιαίτερα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις: ότι οι στρατιωτικοί-Κεμαλιστές είναι πιο επικίνδυνοι από τον Ερντογάν και το σύστημα εξουσίας του.

Σε ενίσχυση του συγκεκριμένου αξιώματος επικαλούνται ότι στην περίοδο Ερντογάν δεν υπήρξε μείζων κρίση όπως το 1996 (Ύμια), το 1987 ή το 1976.

Τούτο δεν ισχύει. Θα θυμίσω απλά ότι ο Ερντογάν όχι μόνο συνέχισε τα εξοπλιστικά προγράμματα, αλλά τα ενίσχυσε και επιδιώκει και αυτός την απόκτηση πυραυλικών συστημάτων και πυρηνικών όπλων. Θα θυμίσω επίσης ότι δεν υπήρξε καμία πρόοδος στο Κυπριακό, όπως επίσης ότι προκάλεσε την περυσινή προσφυγική κρίση, η οποία είχε διαφορετικό μεν, τεράστιο δε κόστος στην Ελλάδα και στην ΕΕ.

Η Τουρκία είτε υπό τον Ερντογάν είτε υπό τους στρατιωτικούς είναι πλέον μία ισχυρή δύναμη, με αναθεωρητικές και επεκτατικές επιδιώξεις, όπως απέδειξε η εμπλοκή της στη Συρία και στο Ιράκ. Το αν η επιθετικότητά της δεν εκδηλώθηκε προς τα δυτικά, οφείλεται κυρίως στην εκτίμηση του AKP και του Νταβούτογλου, ότι η Τουρκία δεν πρέπει να χάνει χρόνο με την Ελλάδα και με τους μικρότερους παίκτες της περιοχής, αλλά να συνδιαλέγεται με τις μεγάλες δυνάμεις του διεθνούς συστήματος.

Η δεύτερη πλάνη, σχετική με το πραξικόπημα, είναι ότι «νίκησε» η Δημοκρατία. Ας είμαστε συγκρατημένοι και πιο προσεκτικοί. Είναι γεγονός ότι ο Ερντογάν είναι λαοφιλής ηγέτης, ωστόσο έχει επανειλημμένα παραβιάσει βασικές δημοκρατικές αρχές και σε τελική ανάλυση δεν είναι βέβαιο ότι οι πολίτες βγήκαν στους δρόμους εξαιτίας του και όχι εξαιτίας των ιμάμηδων που κάλεσαν τους πιστούς σε «προσευχή» πολύ νωρίτερα από την προβλεπόμενη ώρα. Και είναι επίσης γεγονός ότι πέρα από τους στρατιωτικούς που συνελήφθησαν, την επομένη του πραξικοπήματος – ως δείγμα σεβασμού της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης – απολύθηκαν 2745 δικαστές... Τέλος, για τον σεβασμό του Δικαίου, ο Πρωθυπουργός αναφέρθηκε στην επαναφορά της θανατικής ποινής για τους στασιαστές! Δηλαδή ποινές και τιμωρία μέσω νόμων με αναδρομική ισχύ...

Η τρίτη πλάνη είναι ότι ο Ερντογάν εξήλθε ισχυρότερος από το πραξικόπημα. Τούτο είναι ίσως αλήθεια προς στιγμή, καθώς πράγματι ανατράπηκε μία κατάσταση, έστω και στην παράταση του αγώνα... Όμως ο Σουλτάνος βρέθηκε ταπεινωμένος, να παρακαλάει για στήριξη από δημοσιογράφους που δίωκε, να αναζητά σενάρια φυγής του στο εξωτερικό, και να υποστηρίζεται τόσο από παλαιούς συνοδοιπόρους του, όπως ο Γκιούλ και ο Νταβούτογλου, όσο και από στρατηγούς που είχαν παρακαμφθεί από ανώτερους αξιωματικούς. Αυτή η στήριξη γεννά υποχρεώσεις... Ωστόσο το πιο σημαντικό είναι ότι υπήρξαν νεκροί, ότι κατηγορήθηκαν και πάλι ο Γκιουλέν και οι οπαδοί του, αλλά και οι στρατιωτικοί. Αυτές είναι πληγές που δύσκολα θα επουλωθούν, και η περαιτέρω προσφυγή του Ερντογάν στον αυταρχισμό θα δημιουργήσει νέες αντιδράσεις.

Η μόνη δυνατότητα του Ερντογάν να επιβιώσει είναι να μοιρασθεί την εξουσία, να υποχωρήσει σε ζητήματα αναθεώρησης του Συντάγματος, να σεβασθεί τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους, με άλλα λόγια να είναι ένας διαφορετικός Ερντογάν από αυτόν που γνωρίσαμε τα τελευταία χρόνια. Με άλλα λόγια, ο Ερντογάν χρειάζεται έναν άλλο Ερντογάν, κι αυτό είναι το δύσκολο...

Πηγη

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

 

Ο Ερντογάν είναι ο ξεκάθαρος νικητής στις σημερινές τουρκικές εκλογές, επιτυγχάνοντας το 49% και θα σχηματισθεί κυβέρνηση του AKP. Ωστόσο, δεν πέτυχε τον αριθμό των 330 (τα 3/5 των 550) βουλευτών που απαιτούνται για την αναθεώρηση του Συντάγματος.

Τα άλλα κόμματα έχουν συρρικνωθεί. Οι ψηφοφόροι μετακινήθηκαν από το κεμαλικό CHP και το εθνικιστικό ΜΗΡ προς το AKP. Το HDP (φιλοκουρδικό κόμμα) έχασε ψηφοφόρους, αλλά αντιστάθηκε στην τεράστια πίεση που δέχτηκε και πέρασε το όριο του 10%. Είναι το τέταρτο σε ψήφους, αλλά καθώς είναι πρώτο σε αρκετές εκλογικές περιφέρειες, έχει κερδίσει περισσότερους εκπροσώπους από το ΜΗΡ. Έτσι, καθίσταται το τρίτο κόμμα στο Κοινοβούλιο.

Είναι προφανές ότι οι τρομοκρατικές επιθέσεις λειτούργησαν υπέρ του Ερντογάν και του κόμματός του. Ίσως, επίσης, η πρόσφατη επίσκεψη της Γερμανίδας Καγκελάριου στην Τουρκία έπαιξε ρόλο στην ενίσχυση του διεθνούς προφίλ του Ερντογάν. Αναμφίβολα, η φίμωση των διαφόρων μέσων ενημέρωσης της αντιπολίτευσης συνέβαλε στη νίκη του.

Το ΑΚΡ θα σχηματίσει μονοκομματική κυβέρνηση και θα παράσχει στην Τουρκία έναν ορισμένο βαθμό σταθερότητας. Όμως η αντιπολίτευση φοβάται ότι αυτό θα αυξήσει τον αυταρχισμό του Ερντογάν, με την ελευθερία του Τύπου να είναι το πρώτο θύμα του. Επιπλέον, εφεξής, ο Ερντογάν θα αυξήσει την πίεση και τις απαιτήσεις του έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών, ζητώντας όλο και περισσότερα σε αντάλλαγμα για την βοήθεια της Τουρκίας προς τους πρόσφυγες και την υποστήριξή του στον αγώνα κατά του ISIS. Ακόμη, η θέση του στις διαπραγματεύσεις για τη Συρία και την Κύπρο θα σκληρύνει.

Τελευταίο αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, για την εφαρμογή τού μεγάλου του σχεδίου, να γίνει ένας πανίσχυρος Πρόεδρος, ο Ερντογάν θα χρειαστεί περίπου 15 ακόμη βουλευτές. Δεν είναι αδύνατο, αλλά είναι δύσκολο να τους πάρει από άλλα κόμματα Πριν από τις εκλογές, υπήρχε η εντύπωση ότι θα μπορούσαν να βρεθούν από το εθνικιστικό ΜΗΡ. Ωστόσο, δεδομένου του μικρού πλέον αριθμού των βουλευτών του MHP, αυτό φαίνεται μάλλον δύσκολο να συμβεί.

Photo Source: WikiMedia Commons

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

 

Κατά την πρόσφατη επίσκεψη της Καγκελαρίου Μέρκελ στην Τουρκία προτάθηκε, εκτός των άλλων παροχών και de facto υποχωρήσεων σε θέματα βασικών ελευθεριών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η χρηματοδότηση της Τουρκίας από την ΕΕ, ώστε να αντιμετωπίσει το ανθρωπιστικό ζήτημα των προσφύγων.

Το ζήτημα βέβαια που τίθεται δεν είναι αν θα πληρώσει η ΕΕ ή η Ελλάδα που, αν και σε οικονομική ύφεση, έχει συνεισφέρει υπερ- πολλαπλάσια της μηδενικής της ευθύνης για τον πόλεμο.

Το ζήτημα είναι αν, με βάση την αρχή του δικαίου κατά την οποία πληρώνει όποιος ευθύνεται, θα αναλάβουν μέρος τουλάχιστον του κόστους και τα κράτη που συνέβαλαν τα μέγιστα στον συριακό εμφύλιο και στη δημιουργία του ISIS.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Μέχρι τις αρχές του 2011, οι σχέσεις Τουρκίας και Συρίας ήταν άψογες. Ο Ερντογάν είχε φιλοξενήσει τον Άσαντ στο εξοχικό του και έκαναν μαζί διακοπές. Η Τουρκία είχε αυξήσει σημαντικά τις εξαγωγές της προς τη Συρία, ενώ τα φορτηγά της περνούσαν ανενόχλητα προς την αραβική χερσόνησο. Την ίδια όμως εποχή, παράλληλα, ένας μεγάλος αριθμός τζιχαντιστών διακινούνταν, μέσω Τουρκίας, προς τη Συρία και το Ιράκ.

Με αφορμή τα γεγονότα της Αραβικής Άνοιξης στη Βόρειο Αφρική, ξέσπασαν, στα τέλη Ιανουαρίου 2011, διαδηλώσεις και στη Συρία, τις οποίες το καθεστώς Άσαντ αντιμετώπισε βιαίως.

Με αυτό ως αφορμή, ο Ερντογάν στράφηκε προοδευτικά κατά του Άσαντ, στην αρχή ρητορικά και, στη συνέχεια, εμπράκτως, με την ξεκάθαρη υλική υποστήριξή του προς τους Σουνίτες διαφωνούντες. Έτσι, και ενώ μέχρι τότε κρατούσε τα προσχήματα και ήταν η διακριτική δίοδος για την τροφοδοσία των «αντικαθεστωτικών» δυνάμεων, η Τουρκία κατέστη η λεωφόρος και ο οδηγός της εξοπλιστικής προσπάθειας των Σουνιτών στη Συρία και στη Μέση Ανατολή. Ποιοι όμως ήταν οι χρηματοδότες;

Όπως έγινε γνωστό από μεγάλες και έγκυρες ειδησεογραφικές πηγές, χρηματοδότες των ενόπλων Σουνιτών στη Συρία και στο Ιράκ ήταν η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ και, φυσικά, η ίδια η Τουρκία. Η τελευταία, μάλιστα, ήταν η πρώτη που ανέλαβε να οργανώσει και να εκπαιδεύσει, τον Ιούλιο 2011, τον «Ελεύθερο Συριακό Στρατό» και, ταυτόχρονα, να φιλοξενεί τις οικογένειες των στρατιωτικών και πολιτικών εκείνων που εγκατέλειπαν τον Άσαντ.

Έτσι, αντίθετα με τη συνήθη πρακτική τους, στην περίπτωση της Συρίας, οι μεγάλες Δυτικές Δυνάμεις δεν είχαν ούτε την πρωτοβουλία, ούτε ήταν οι πρώτες που εξόπλισαν τους αντάρτες. Τούτο βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν το ανέχτηκαν ή δεν το έκαναν και αυτές στη συνέχεια, όπως το ίδιο έπραξαν η Ρωσία και το Ιράν, που εξόπλιζαν και εξοπλίζουν τον Άσαντ.

Συνεπώς, μεταξύ των πρώτων που ευθύνονται για τη σύγκρουση και τα εκατομμύρια των προσφύγων που ακολούθησαν είναι η Τουρκία, η Σαουδική Αραβία και το Κατάρ. Μάλιστα, η Τουρκία χρησιμοποίησε τους πρόσφυγες ως «εργαλείο» ή «όπλο», πρώτα εναντίον του Άσαντ, μετά για να πιέσει τη Δύση ώστε να δημιουργήσει προς όφελός της και εντός της Συρίας μία «ουδέτερη» ζώνη και μετά, για να πάρει οικονομικά και πολιτικά ανταλλάγματα από την ΕΕ.

Τέλος, για να διεκδικήσει κοινές περιπολίες, δήθεν για αστυνόμευση, στο Αιγαίο, θαρρείς και δεν γνωρίζουν οι τουρκικές αρχές ασφαλείας ποιοι είναι οι διακινητές ή εμείς δεν γνωρίζουμε ότι η αξιοπιστία του Ερντογάν είναι μηδενική, αφού οι δήθεν βομβαρδισμοί κατά του Άσαντ στράφηκαν τελικά εναντίον των Κούρδων.

Από τα παραπάνω, προκύπτουν κάποιες κρίσιμες ερωτήσεις προς κάθε διεθνή παράγοντα. Ως προς τα Αραβικά κράτη: Ποια είναι η συμμετοχή τους στις τεράστιες δαπάνες της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες της Συρίας; Απάντηση: Μηδενική! Πόσους πρόσφυγες έχουν φιλοξενήσει ή πρόκειται να φιλοξενήσουν; Η απάντηση: Κανέναν!

Και ως προς την Τουρκία: Δεν θα έπρεπε να υποστεί τις συνέπειες της νέο- οθωμανικής της πολιτικής; Γιατί να πληρώνει η ΕΕ για τα τραγικά λάθη των ηγεμονικών της φιλοδοξιών στη Μέση Ανατολή; Γιατί η Τουρκία δεν εφαρμόζει το νόμο και δεν σταματά τους διακινητές; Δεν ισχυρίζεται πως είναι κράτος δικαίου που θέλει να ενταχθεί στην ΕΕ;

Και σε ό,τι μας αφορά, ερωτώνται οι εταίροι μας: Αν πρόκειται η Τουρκία, που και για τον πόλεμο ευθύνεται και δεν εφαρμόζει τους νόμους της, να λάβει την τεράστια βοήθεια των 3 δισεκ. ευρώ, γιατί να μην χαλαρώσει η σκληρή δημοσιονομική πολιτική στην Ελλάδα;

Όλα τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι η ΕΕ δεν έχει ευθύνες ή ότι δεν πρέπει να βοηθήσει όσο μπορεί τους πρόσφυγες. Ωστόσο, δεν επιτρέπεται οι υπεύθυνοι, εκμεταλλευόμενοι τη συγκυρία και τα λάθη πολιτικής κρατών της ΕΕ, να έχουν απαιτήσεις ώστε αφενός να απαλλαγούν των τεράστιων ευθυνών τους και να αποκομίσουν εκλογικά οφέλη, αφετέρου να κερδίσουν πολιτικά και οικονομικά πλεονεκτήματα σε βάρος του δικαίου και των λαών της Ευρώπης.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ
Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Κυριακή, 11 Οκτώβριος 2015 11:43

Βόμβες... και στο βάθος αναβολή εκλογών;

 

Τα σχέδια του Ερντογάν να μετατρέψει το πολιτικό σύστημα της Τουρκίας σε προεδρικό και, ενισχύοντας τις εξουσίες του, να μετεξελιχθεί σε «σουλτάνο» σταμάτησαν στις 7 Ιουνίου 2015, όταν το κόμμα του, το ΑΚΡ, κατέγραψε μία από τις χαμηλότερες εκλογικές του επιδόσεις με 40.7, εννέα ολόκληρες μονάδες κάτω από τις εκλογές της 12ης Ιουνίου 2011. Ως κύρια αιτία και εμπόδιο της εκλογικής αποτυχίας θεωρήθηκε από τον Ερντογάν και το κόμμα του η άνοδος και είσοδος στη Βουλή του φιλοκουρδικού κόμματος HDP, που ξεπέρασε άνετα το όριο του 10% και πέτυχε 13%.

Έκτοτε σχηματίσθηκε υπηρεσιακή κυβέρνηση και ορίσθηκαν επαναληπτικές εκλογές στις 1 Νοεμβρίου 2015. Ωστόσο, οι επερχόμενες εκλογές, όπως και οι προηγούμενες, γίνονται σε ένα κλίμα αστάθειας, αβεβαιότητας, οξυμένου ανταγωνισμού, καθώς και πολεμικών συγκρούσεων στο εσωτερικό και στο εξωτερικό (Συρία). Στο εσωτερικό και πριν την 7η Ιουνίου, μετά από επιθέσεις παρακρατικών οργανώσεων εναντίον Κούρδων, το PKK εγκατέλειψε τη δίχρονη εκεχειρία και ξεκίνησε νέο γύρο επιθέσεων, με αποτέλεσμα η βία να γίνει καθημερινό φαινόμενο.

Η τρομοκρατική επίθεση της 10ης Οκτωβρίου, που προκάλεσε τόσα θύματα, έρχεται ως συνέχεια αυτού του κλίματος βίας. Η επίθεση έγινε εναντίον προσυγκέντρωσης οπαδών του φιλοκουρδικού HDP, οι οποίοι θα συμμετείχαν σε πορεία ειρήνης που διοργάνωναν εργατικά σωματεία και μεγάλοι συνδικαλιστικοί φορείς της χώρας. Και έγινε μία μέρα μετά την διάδοση της πληροφορίας ότι οι κουρδικές οργανώσεις θα ανακοίνωναν ανακωχή...

Το πρώτο ερώτημα είναι τι προκάλεσε αυτήν την επίθεση. Είναι φανερό ότι το γεγονός σχετίζεται με τις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου, με την αμετροεπή φιλοδοξία του Ερντογάν για αυτοδυναμία και αλλαγή του πολιτικού συστήματος, με τον διαρκώς αυξανόμενο αυταρχισμό του (διώξεις δημοσιογράφων, δικαστικών, κλπ.), με την αποτυχία της πολιτικής του στο Κουρδικό, αλλά και της αντίστοιχης στη Συρία.

Το δεύτερο ερώτημα είναι τι συνεπάγεται το χτύπημα και ποιες θα είναι οι συνέπειες. Είναι βέβαιο ότι τέτοιου είδους χτυπήματα λειτουργούν περίεργα σε προεκλογικές περιόδους και έχει μεγάλη σημασία να παρακολουθήσουμε πώς κάθε πλευρά θα επιχειρήσει να το διαχειρισθεί. Αν αποδοθεί σε κουρδική οργάνωση, τότε εκείνος που θα χάσει θα είναι το HDP και, αντίστροφα, εκείνος που θα ωφεληθεί θα είναι ο Ερντογάν. Ίσως για αυτόν τον λόγο το συντονιστικό των κουρδικών οργανώσεων κάλεσε τα μέλη του να προβούν σε κατάπαυση πυρός (ανακωχή), ώστε να μην κατηγορηθούν ως οι αυτουργοί και συνεχιστές των τρομοκρατικών επιθέσεων. Αν, από την άλλη, αποδοθεί σε παρακρατική ή εθνικιστική οργάνωση, τότε το κόστος για το κόμμα του Ερντογάν, τον ίδιο, αλλά και τη χώρα θα είναι πολύ μεγάλο.

Όμως, όπως έχουν τα πράγματα και όπως δείχνουν οι δημοσκοπήσεις, το AKP δύσκολα θα πετύχει την πολυπόθητη για τον Ερντογάν αυτοδυναμία, οι αλλαγές στο Σύνταγμα δεν θα γίνουν και θα υπάρξει κυβερνητική αστάθεια. Εκτός αν, όπως φοβόνταν ορισμένοι πολιτικοί κύκλοι και κατεγράφη αρκετά νωρίς στον Τύπο (βλ. Today's Zaman), ο Ερντογάν και η κυβέρνηση, υλοποιώντας μία από τις προειδοποιήσεις του, αναβάλουν τις εκλογές βάσει του άρθρου 78 του Συντάγματος, επικαλούμενοι «πόλεμο», είτε δηλαδή τις τρομοκρατικές επιθέσεις στο εσωτερικό, είτε τις συγκρούσεις στη Συρία.

Σε αυτήν την περίπτωση, ο Ερντογάν θα κερδίσει χρόνο, αναζητώντας την πρόσφορη στιγμή για να προκηρύξει εκ νέου εκλογές. Ίσως αυτή να είναι η μόνη διέξοδος που βλέπει τούτη την ώρα ένας πολιτικός που αυτοπαγιδεύτηκε εξαιτίας της αλαζονείας και των φιλοδοξιών του. Ωστόσο, ο φαύλος κύκλος στον οποίο βρέθηκε δεν θα σπάσει: η αβεβαιότητα θα αυξηθεί, η δράση αστυνομίας και κατασταλτικών μηχανισμών θα ενταθεί και οι εσωτερικές συγκρούσεις θα περάσουν σε νέα φάση. Και όλα αυτά ενώ ο πόλεμος στη Συρία θα συνεχίζεται, οι κουρδικοί φορείς εκτός συνόρων θα ενισχύονται και η τουρκική οικονομία θα αρχίσει να υφίσταται όλο και περισσότερο τις συνέπειες της πολιτικής αστάθειας...

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Σελίδα 1 από 2
You are here Προβολή άρθρων ανα tag: Ερντογάν