Sunday, Sep 24th

Last update05:25:07 AM GMT

Παρασκευή, 22 Σεπτέμβριος 2017 12:38

The US, China and the Real Thucydides’ Trap

During the last decade there has been a lot of discussion among international relations experts and foreign policy analysts on whether the rise of China as a major international player could lead to a confrontation with the United States. Most recently, with China's activities in the South China Sea, the Korean peninsula crisis, and the new U.S. administration, this discussion was reanimated. The debate was also fueled by Graham Allison and his question, that is, whether the U.S. and China may avoid what he called the "Thucydides' trap", and not go to war. Further, it was reported that Allison briefed President Donald Trump's National Security Council on what Thucydides and his work could teach them about U.S.-China relations. The same author says that war between the two is not inevitable. The answer is correct, not just because a person of his academic authority says so, but simply because the content of the so-called "trap", attributed to Thucydides, is not right. The real trap, the one Thucydides warns for more than 2.400 years now, is different than that described by Allison.

The phenomenon of international politics students turning to ancient thinkers, such as Thucydides, in order to find answers in strategic matters, is not new. What authors often do is pick a phrase from Thucydides, separate it from the rest of the text, and build an argument, which projects rather their ideas than those of the classical author. This is precisely the case with the so-called "Thucydides' trap". Obviously, the work of Thucydides belongs to everyone; and everybody may use it and build upon it. Yet, a few things need to be respected, if the "trap" to go to war is linked with the name of Thucydides, and, most important, if it is linked with the possibility of a war between two major and, in this case, nuclear actors.

At first, one needs to bear in mind that ancient Greek thinking is multi-causal and not uni-causal, as the thinking of Western modernity. Therefore, maintaining initially that just the fear of a competitor's growing power could lead to war, may be seen as cherry picking; and, afterwards, saying that "Thucydides does not really mean inevitable" may appear as inconsistency. Read more...

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Άρθρα Γνώμης
Παρασκευή, 22 Σεπτέμβριος 2017 12:34

The Fallacies of the Cyprus “Problem”

In the early morning of July 7, 2017, another round of negotiations under the auspices of the United Nations on the so called Cyprus "problem" has ended in Switzerland. Some are trying to understand why. Others, however, have ostensibly entered the "blame game" and/or misinformation, unjustly pointing the finger to the government of the Republic of Cyprus, because, allegedly, it did not make the necessary concessions, so as to satisfy Turkish demands. For those who are trying to understand why, I am arguing, hereinafter, that none should have expected these negotiations (or any previous) to succeed. They were doomed to fail for three reasons, which constitute the fallacies of the so-called Cyprus "problem".

Fallacy One

The first fallacy is that international actors, international organizations, diplomats, and analysts are trying to understand first and deal then with a "problem", and not with a case of pure and brutal military invasion perpetrated by Turkey in 1974 and still preserved illegally until today.[1] This is where all starts and all ends: in the thought dominating (our) minds that we are to deal with a "problem" and not with a flagrant violation of almost all fundamental principals of the United Nations Charter and a series of non implemented compulsory decisions of the Security Council.

In fact, Turkey still maintains some 40.000 heavily armed troops on the island, presenting since 1974 an every day threat for the very existence of what is left territorially of the Republic of Cyprus, making us wonder how the Republic of Cyprus' citizens – EU citizens since 2004 – and its economy may endure such a situation. Turkey, as demonstrated in the negotiations, has not the intention to withdraw its occupation forces from the island (BBC 2017). Most important, even if those troops were to be reduced, Turkey was adamantly against abandoning the status of the guarantor power, contrary to the intention of the other two guarantors (the U.K. and Greece).

Why? The official narrative says in order to guarantee the rights and the security of the Turkish Cypriots (TRTWORLD 2017). Obviously, this is neither the real nor a convincing reason, as Turkey, given its record of human rights, cannot guarantee the rule of law, especially in an EU country. The real motive is the expansionist policy of Turkey, and its tactic to exercise through Cyprus pressure on the Republic, on Greece, on the EU, and more broadly, on the West.

Fallacy Two

It is clear that Turkey does not want to contribute to "solving" the problem. And this is the second fallacy committed by those who consider Turkey well-intentioned to solve the Cyprus "problem" under the rule of the AKP Party and of Erdogan, and given Turkey's current and favorable general and regional distribution of power. Read more...

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Άρθρα Γνώμης

Είναι μεγάλο το βάρος της ευθύνης που τιμήθηκα να αναλάβω και να εκφωνήσω τον σημερινό επιμνημόσυνο λόγο, μία συνήθεια χιλιετιών. Ταπεινά ζητώντας τη βοήθεια του πλέον γνωστού παγκοσμίως λόγου του είδους, του Επιταφίου, με αρωγό τον Θουκυδίδη, υπενθυμίζω την αιτία, την ratio, και τις δυσκολίες της σημερινής μου προσπάθειας:

«δύσκολο είναι να μιλήσει κανείς με το προσήκον μέτρο για γεγονότα που ακόμη και η αλήθεια δύσκολα γίνεται πιστευτή. .... Επειδή, όμως, οι πρόγονοί μας έκριναν πως έτσι πρέπει, οφείλω και εγώ, ..., να δοκιμάσω να ανταποκριθώ όσο το δυνατόν περισσότερο...» (Β'.35).

Ο λόγος λοιπόν για αλήθειες!

Η πρώτη αλήθεια είναι η αναίτια και βάρβαρη σφαγή 149 κατοίκων που συντελέσθηκε εδώ, σαν σήμερα, 2 Σεπτεμβρίου 1944. Η πρόφαση... να επιβάλουν αντίποινα για την πρωινή επίθεση ανταρτών σε δύο γερμανικά αυτοκίνητα. Ουσιαστικά διότι η βαρβαρότητά τους είχε φθάσει σε σουρεαλιστικά επίπεδα, και αυτό που ονόμαζαν σχέδιο αντιμετώπισης ανταρτών, ώστε να υπάρξουν οι προϋποθέσεις ασφαλούς αποχώρησής τους, δεν ήταν τίποτε άλλο παρά η ικανοποίηση της δίψας για αίμα και για εκδίκηση εκ μέρους των ηττώμενων κατακτητών.

Περί το μεσημέρι έφθασαν στο χωριό είκοσι φορτηγά με Γερμανούς στρατιώτες και... «άλλους»... του Αποσπάσματος Καταδίωξης Ανταρτών υπό τον Φριτς Σούμπερτ. Συγκέντρωσαν στην πλατεία του χωριού όσους κατοίκους βρήκαν και άρχισαν να λεηλατούν και να πυρπολούν τα σπίτια. Μετά τους οδήγησαν στο σπίτι του Ευάγγελου Νταμπούδη και τους έκαψαν ζωντανούς.

Εκείνους που βρίσκονταν μπροστά στο καφενείο της πλατείας τούς μετέφεραν στο φούρνο του Στέφανου Γκουραμάνη. Στην πορεία προς το φούρνο, η βαρβαρότητα έγινε παράνοια, καθώς ένας Γερμανός έπαιζε στο βιολί του χαρούμενο σκοπό. Αφού τους έκλεισαν στον φούρνο, ελλείψει αερίου στην Ελλάδα, οι Γερμανοί έστησαν ένα πολυβόλο και άρχισαν να τους πυροβολούν από ένα παραθυράκι της πόρτας. Κατόπιν έβαλαν φωτιά για να κάψουν ζωντανούς, όσους δεν είχαν σκοτωθεί από το πολυβόλο. Όσους προσπάθησαν να διαφύγουν από το κτίριο που καιγόταν μαχαιρώθηκαν από τα ανθρωποειδή που περίμεναν έξω.

Εκτός από αυτούς τους κατοίκους, άλλοι δολοφονήθηκαν μπροστά στα σπίτια τους και έντεκα εκτελέστηκαν έξω από το χωριό, στην προσπάθειά τους να διαφύγουν. Επίσης γυναίκες κάτοικοι του Χορτιάτη έπεσαν θύματα βιασμού πριν δολοφονηθούν από τα ανθρωποειδή του Σούμπερτ.

Συνολικά σκοτώθηκαν εκείνη την μέρα 149 κάτοικοι του Χορτιάτη και κάηκαν περίπου 300 σπίτια. Μεταξύ των εκτελεσθέντων, οι 109 ήταν γυναίκες και κορίτσια, ενώ οι 51 ήταν ανήλικοι, και μάλιστα οι 36 κάτω των 10 ετών.

Η δεύτερη ακαταμάχητη αλήθεια είναι ότι οι σφαγές και οι καταστροφές από τους Ναζί στην Ελλάδα ήταν ιδιαίτερα έντονες, μεγάλες και συχνές. Συνολικά, 269 πόλεις και χωριά δέχθηκαν μαζικά δολοφονικά χτυπήματα στη διάρκεια της τριπλής κατοχής.

Ήδη στην αρχή της κατοχής, στις 2 Ιουνίου 1941, στο Κοντομαρί της Κρήτης εκτέλεσαν 60 άνδρες, στις 18 Οκτωβρίου 1941 λεηλάτησαν και έκαψαν τα Άνω και Κάτω Κερδύλια Νιγρίτας και, αφού έβαλαν τους άνδρες να σκάψουν ομαδικό τάφο, στη συνέχεια εκτέλεσαν 222. Στο Μεσόβουνο Κοζάνης, στις 23 Οκτωβρίου 1941, η Βέρμαχτ συγκέντρωσε τους άνδρες ηλικίας 16-69 χρόνων και εκτέλεσε 142. Στις 25 Οκτωβρίου 1941 τα χωριά Κλειστό, Κυδωνιά και Αμπελόφυτο του Κιλκίς πυρπολήθηκαν και εκτελέσθηκαν 96.

Όμως αυτή ήταν μόνο η αρχή. Τα ναζιστικά ανθρωποειδή, πέρα από την εξολόθρευση των Εβραίων στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, εντατικοποιούν, από τα μέσα του 1943 και μετά, τόσο τις σφαγές του άμαχου πληθυσμού και των αντιστασιακών όσο και τις καταστροφές των περιουσιών των Ελλήνων.

Ο κατάλογος είναι ιδιαίτερα μεγάλος και βαρύς. Όμως θυμηθείτε. Βρισκόμαστε σε τελετή μνήμης. Και δεν έχω σκοπό να ομορφύνω ή να απαλύνω την αλήθεια και την φρίκη.

«Τα θεμέλιά μου στα βουνά», λέει ο Ελύτης,
«και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους
και πάνω τους η μνήμη καίει
άκαυτη βάτος.
Μνήμη του λαού μου σε λένε Πίνδο και σε λένε Άθω».

Μνήμη του λαού μου σε λένε Χορτιάτη! Σε λένε όμως και πολλά άλλα μέρη που τα έκαψαν και πολλούς πατριώτες, άνδρες, γυναίκες και παιδιά, που εκτέλεσαν. Ακούστε τον μακρύ κατάλογο* του 1943:

Δομένικο Λάρισας 150, Κούρνοβο Φθιώτιδας 106, Μουσιωτίτσα Ιωαννίνων 153, Κομμένο Άρτας 317, Βιάννο Λασηθίου πάνω από 500, Παραμυθιά Θεσπρωτίας 49, Μονοδένδρι Λακωνίας 100 και το 1944 άλλοι 45, χωριά περιοχής Καλαβρύτων 148 και Καλάβρυτα σχεδόν 500.

Ο μακρύς κατάλογος της φρίκης συνεχίζεται και το 1944:

Καλαμάτα 534, Κλεισούρα Καστοριάς 273, Πύργοι Εορδαίας 368, Σκοπευτήριο Καισαριανής 200, Δίστομο 228, Κοκκινιά 425, λίγο πριν τον Χορτιάτη στο Αμάρι Κρήτης 164, λίγο μετά Γιαννιτσά 112, και, τέλος, Κορωπί, στις 9 Οκτωβρίου 1944, 47.

Η τρίτη αλήθεια είναι ότι παρά τις καταστροφές και τον απερίγραπτο πόνο που προκάλεσαν σε ολόκληρη την Ευρώπη, το αυγό του φιδιού εκκολάφθηκε πάλι και η απειλή εμφανίσθηκε ξανά. Οι οπαδοί των Ναζί είναι παρόντες στην Ελλάδα – δυστυχώς και μέσα στο Κοινοβούλιο. Και εδώ βρίσκεται η χρησιμότητα των τελετών σαν τη σημερινή. Να υπενθυμίζουν συστηματικά και ακατάπαυστα το τι έκανε ο Ναζισμός στην Ευρώπη και στον τόπο μας. Εδώ βρίσκεται και η ευθύνη των πολιτών που δεν είναι ποτέ άμοιροι των επιλογών τους, αφού στην Δημοκρατία δεν υπάρχουν συλλογικές ευθύνες. Βρίσκεται τέλος και η υπευθυνότητα των πολιτικών σχημάτων που δεν επιτρέπεται να παίζουν παιχνίδια με ή απέναντί τους. Η Γαλλία παραλίγο να πληρώσει ακριβά τα παιχνίδια του είδους της τελευταίας τριακονταετίας.

Τέλος, τέταρτη αλήθεια, το ζήτημα των πολεμικών αποζημιώσεων, των οποίων το ύψος είναι τεράστιο. Το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους τις υπολογίζει σε εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ και η Ελλάδα, όπως επανειλημμένα έχει δηλώσει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, θα τις διεκδικήσει. Χρειάζεται πολλή δουλειά και, φυσικά, πρέπει το θέμα να παύσει να είναι αντικείμενο ευκαιριακής πολιτικής διαμάχης.

Την ακατάπαυστη διεκδίκηση, αλλά και την σοβαρότητα πάνω στο θέμα, τις οφείλουμε σε όλους αυτούς που ήρθαμε σήμερα να τιμήσουμε. Οι αποζημιώσεις δεν αφορούν την βελτίωση της οικονομικής κατάστασης των συγγενών αυτών που χάθηκαν. Δεν αφορά καν το ελληνικό χρέος. Θα ήταν ντροπή να επιχειρηθεί ο συμψηφισμός τους με το χρέος. Αφορά το αίσθημα δικαιοσύνης που έχει τρωθεί από τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας που διαπράχθηκαν σε αυτόν εδώ τον τόπο και δεν παραγράφονται.

Πρόσφατα, ένας ακόμη ανιστόρητος διερωτήθηκε ανεύθυνα και με ατυχή μεταφορά το πόσα δισεκατομμύρια κοστίζει τελικά για τους Γερμανούς η Αντιγόνη του Σοφοκλή. Αυτό δεν είναι το πραγματικό ερώτημα.

Το πραγματικό ερώτημα, σε αυτόν τον τόπο μαρτυρίου, είναι το πόσες ανθρώπινες ζωές χρειάσθηκαν για να ικανοποιήσουν τα ανθρωποειδή του Ναζισμού την δολοφονική τους δίψα. Με πόσους άνδρες, γυναίκες, παιδιά έπρεπε να πληρώσει η Ελλάδα την ελευθερία της; Πόσες Αντιγόνες έπρεπε τελικά να θυσιασθούν; Και πόσο κοστίζει η ζωή της κάθε Αντιγόνης, Ιφιγένειας, Ευρυδίκης, Μαρίας, Ελένης, Στυλιανής, Άννας και όλων των άλλων από αυτόν τον μακρύ κατάλογο των εκτελεσθέντων;

Ας είναι αιώνια η μνήμη τους! Και ας είναι διαρκής ο σεβασμός μας και η αρετή μας!

* Ο κατάλογος αυτός είναι ασφαλώς ενδεικτικός.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Ομιλίες

Ο Πρόεδρος της Ε' Γαλλικής Δημοκρατίας, με βάση τις εξουσίες που του παραχωρεί το Σύνταγμα, είναι, όπως οι Γάλλοι συχνά αναφέρουν, ένας «εκλεγμένος μονάρχης». Τούτο είναι ιδιαίτερα φανερό στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής και της άμυνας. Ο Εμμανουέλ Μακρόν, με βάση τις προεκλογικές του εξαγγελίες και, κυρίως, τις δηλώσεις του μετά την εκλογή του φαίνεται πώς είναι αποφασισμένος να αναλάβει αυτόν τον ρόλο, με έναν τρόπο που θυμίζει ταυτόχρονα τον Φρανσουά Μιτεράν, αλλά και τον στρατηγό Ντε Γκολ. Ο τρόπος που θα λειτουργήσει σε αυτούς τους τομείς είναι κρίσιμος με δεδομένο τον ρόλο της Γαλλίας στον κόσμο. Θυμίζω ότι η Γαλλία:

1. Είναι μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας.

2. Είναι η τρίτη σε αριθμό πυρηνικών κεφαλών χώρα στον κόσμο.

3. Ανταγωνίζεται με την Ρωσία για την δεύτερη θέση στην ικανότητα προβολής στρατιωτικής ισχύος στον κόσμο.

4. Ανταγωνίζεται με την Ρωσία για την δεύτερη θέση στο διάστημα.

5. Είναι ο δεύτερος εξαγωγέας όπλων παγκοσμίως και διαθέτει ορισμένες παγκοσμίως γνωστές εταιρείες στην ενέργεια, στην βαριά βιομηχανία και στην τεχνολογία.

6. Είναι επικεφαλής του Οργανισμού κρατών της Γαλλοφωνίας, στον οποίο συμμετέχουν κράτη από την Αφρική (κυρίως) και την Ασία, με πληθυσμό πάνω από 500 εκατομμύρια.

7. Διαθέτει εδάφη (των οποίων οι κάτοικοι συμμετείχαν στην προεδρική εκλογή) στην Νότιο Αμερική (Γουϊάνα), στην Καραϊβική (Γουαδελούπη, Μαρτινίκα) στον Ινδικό (Ρεουνιόν), στον Ειρηνικό (Νέα Καληδονία), ακόμη και κοντά στην Ανταρκτική (νησιά Κέργκελεν).

8. Διαθέτει σημαντικές δυνάμεις στην υποσαχάρια Αφρική και μία πολύ σημαντική βάση για τον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» στην Αφρική (Τζιμπουτί).

9. Όπως είναι γνωστό, μαζί με την Γερμανία, αποτελούν την κινητήρια δύναμη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με ιδιαίτερο ρόλο στον πολιτικοστρατιωτικό τομέα.

10. Διαθέτει για πολύ γνωστούς ιστορικούς, πολιτικούς και πολιτισμικούς λόγους παγκόσμιο κύρος.

Σε όλους αυτούς τους τομείς ο Μακρόν θα ακολουθήσει την γνωστή ή παραδοσιακή πολιτική της Γαλλίας. Ο ίδιος ήδη αναφέρθηκε, στον πρώτο μετά την νίκη του λόγο, στην σημασία της ισορροπίας ισχύος στην διεθνή σκηνή. Ειδικότερα, αναμένεται:

1. να συμβάλλει στην περαιτέρω εμβάθυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδιαίτερα στον πολιτικό και αμυντικό τομέα,

2. να συνεχίσει την πολιτική του προκατόχου του και της ΕΕ στο θέμα της Ουκρανίας και έναντι της Ρωσίας,

3. να διατηρήσει την πολιτική της Γαλλίας στο ζήτημα των πυρηνικών του Ιράν,

4. να στηρίξει τις ΗΠΑ στο ζήτημα της Βορείου Κορέας,

5. να συνεχίσει τον πόλεμο (στο εσωτερικό και διεθνώς) κατά της τρομοκρατίας, ειδικά στην Συρία και την Αφρική, όπου η Γαλλία έχει συμφέροντα,

6. να παραμείνει στον ίδιο νατοϊκό προσανατολισμό των τελευταίων προκατόχων του,

7. να προωθήσει την πολυμερή προσέγγιση των διεθνών ζητημάτων, ιδιαίτερα ως προς το διεθνές εμπόριο,

8. να στηρίξει την διεθνή συμφωνία που έγινε στο Παρίσι για το περιβάλλον,

9. να συνεχίσει να παρέχει διεθνή αναπτυξιακή βοήθεια, και

10. να είναι, στο μέτρο των συμφερόντων της Γαλλίας, υποστηρικτής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των ελευθεριών και της δημοκρατίας ανά τον κόσμο.

Ως προς την Ελλάδα, με βάση την εμπειρία του 2015, όταν ως Υπουργός Οικονομικών, ενεπλάκη στην συμφωνία της χώρας μας με την ΕΕ, αναμένεται να τείνει ευήκοον ους στις προσπάθειες της χώρας μας. Αναμένεται επίσης να τηρήσει την ίδια στάση έναντι της Κύπρου και των ενεργειακών της συμφερόντων, στα οποία έχει από καιρό επενδύσει η TOTAL Τέλος οι σχέσεις με την Τουρκία θα είναι μάλλον δύσκολες – τουλάχιστον στην αρχή. Και τούτο όχι μόνο εξ αιτίας των θέσεών του περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων και λειτουργίας της δημοκρατίας στην γειτονική μας χώρα, αλλά και διότι μετά τον πρώτο γύρο των εκλογών κατέθεσε στεφάνι στο μνημείο της Αρμενικής Γενοκτονίας στη Γαλλία.

Αυτά ισχύουν με βάση όσα γνωρίζουμε τώρα. Σε κάθε περίπτωση, αυτήν την στιγμή. ισχύει απολύτως το «αρχή άνδρα δείκνυσι»!

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Με αφορμή τα επεισόδια στα Σκόπια (27.04.2017) και σε συνδυασμό με τις δηλώσεις Ράμα (18.04.2017), ότι δεν θα πρέπει να αποκλείεται η ένωση της Αλβανίας με το Κοσσυφοπέδιο σε περίπτωση μη ένταξης της πρώτης στην ΕΕ, αναπτύχθηκε στα ελληνικά ΜΜΕ ένα κλίμα κινδυνολογίας. Το αφήγημα που μεταδόθηκε στους πολίτες, με την βοήθεια αβάσιμων αναλύσεων, είναι ότι η περιοχή βρίσκεται, περισσότερο ή λιγότερο, στα πρόθυρα της ανάφλεξης.

Είναι όμως πράγματι έτσι;

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μετά από έξι μήνες ακυβερνησίας στα Σκόπια και της εμμονής του Γκρούεφσκι να παραμείνει στην εξουσία, η πιθανότητα σύγκρουσης μεταξύ των Σλαβόφωνων και των Αλβανόφωνων υπάρχει. Άλλωστε δεν θα είναι η πρώτη φορά, αφού οι δύο κοινότητες συγκρούσθηκαν το 2001. Ωστόσο τα πράγματα δεν είναι ίδια με το 2001. Πολύ απλά διότι οι εθνοτικές διαχωριστικές γραμμές έχουν υποχωρήσει έναντι των πολιτικών, καθώς μαζί με τους Αλβανόφωνους συμπράττει και το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SDSM) των Σκοπίων.

Κύριος σκοπός είναι η απομάκρυνση του Γκρούεφσκι από την εξουσία, η διερεύνηση όλων εκείνων των υποθέσεων για τις οποίες κατηγορείται, αλλά και η πλήρης ισονομία και ισοπολιτεία μεταξύ των κοινοτήτων, όπως προέβλεπε η συμφωνία της Αχρίδας του 2001.Και εδώ μπαίνει στο παιχνίδι ο Γκρούεφσκι που κατηγορεί τους Σοσιαλδημοκράτες περίπου ως προδότες, διότι έχουν συμφωνήσει με τα κόμματα των Αλβανόφωνων την ομοσπονδοποίηση του κράτους, στην βάση μίας συμφωνία που έγινε με την βοήθεια της Αλβανίας, της «πλατφόρμας των Τιράνων». Ουσιαστικά, δηλαδή, ο Γκρούεφσκι πολώνει για να μην σχηματισθεί κυβέρνηση Σοσιαλδημοκρατών και κομμάτων των Αλβανόφωνων, και να ξαναγίνουν εκλογές, τις οποίες και ελπίζει πως, μέσω της πόλωσης που έχει καλλιεργήσει, θα κερδίσει.


Σε αυτήν την εικόνα, ας προστεθεί και ο ρόλος του διεθνούς παράγοντα, ο οποίος, εδώ και πολύ καιρό, πιέζει προς την κατεύθυνση σχηματισμού κυβέρνησης, με βάση την αρχή της δεδηλωμένης, που εμφανώς διαθέτει ο αντίπαλος του Γκρούεφσκι συνασπισμός. Με μία μόνη εξαίρεση: αυτήν της Ρωσίας, η οποία, χρησιμοποιώντας τακτικές αντίστοιχες της Μέσης Ανατολής, προσπαθεί να επιστρέψει στα Βαλκάνια και προς την οποία έχει στραφεί ο Γκρούεφσκι.

Τι θα μπορούσε κανείς να αναμένει; Το πιθανότερο και καλό σενάριο είναι να σχηματισθεί κυβέρνηση. Σε αυτήν την περίπτωση θα εξαλειφθούν οι τριβές; Όχι, απαραίτητα, καθώς τίποτε δεν αποκλείει να συνεχισθούν. Και αν το καλό σενάριο δεν προκύψει και η χώρα οδηγηθεί σε σύγκρουση, ποιές θα είναι οι συνέπειες για την Ελλάδα; Για να απαντηθεί το ερώτημα, προτείνω να θυμηθούμε το 2001:
κάποια εμπόδια στις οδικές μεταφορές, κάποιες δυσκολίες για τους Έλληνες που δραστηριοποιούνται επιχειρηματικά στα Σκόπια και, ασφαλώς, μείωση των όχι και τόσο πολύφερνων Σκοπιανών τουριστών. Αυτά... τίποτε άλλο!

Στην περίπτωση μίας τέτοιας σύγκρουσης, υπάρχει πιθανότητα η Αλβανία να επέμβει ώστε να βοηθήσει τους Αλβανόφωνους; Ναι, πιθανότητα πάντα υπάρχει. Ωστόσο είναι μικρή. Πρώτον, γιατί η στρατιωτική και οικονομική ισχύς της Αλβανίας είναι περιορισμένες για μία τέτοια επιχείρηση και, δεύτερον, γιατί ο Ράμα, που βρίσκεται σε προεκλογική ουσιαστικά περίοδο, έχει ξεκάθαρα και αυστηρά προειδοποιηθεί και από το ΝΑΤΟ και από την ΕΕ, τόσο για το Κοσσυφοπέδιο όσο και για τα Σκόπια. Από την άλλη πλευρά, όπως θέλει το σενάριο των κινδυνολογούντων, υπάρχει πιθανότητα η Βουλγαρία να επέμβει ώστε να βοηθήσει τους Σλαβόφωνους; Αυτή η πιθανότητα είναι ακόμη πιο μικρή, καθώς η Βουλγαρία είναι κράτος μέλος του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, και οι σαφείς της προτεραιότητες είναι αναπτυξιακές και οικονομικές.

Και η Ελλάδα; Σε αντίθεση με την Τουρκία ή άλλα κράτη, η χώρα μας δεν παρεμβαίνει στα εσωτερικά των γειτόνων. Υποστηρίζει πάντα την εφαρμογή των αρχών και των διαδικασιών της δημοκρατίας, τον σεβασμό του κράτους δικαίου και το απαραβίαστο των διεθνών συνόρων. Και, φυσικά, εφόσον της ζητηθεί, μπορεί, όπως το έκανε το 2001, να συμβάλει στην αποκατάσταση της δημοκρατικής ομαλότητας.

Με βάση λοιπόν τα παραπάνω, η ψύχραιμη επαγρύπνηση από τους αρμόδιους παράγοντες της χώρας μας είναι δικαιολογημένη, όπως και ο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός, τον οποίο πάντα υποστήριζα. Όχι όμως και η διαχεόμενη κινδυνολογία, η οποία, σε αυτήν την οικονομικά δύσκολη περίοδο, προσθέτει στους πολίτες και την ανησυχία του πολέμου. Στον οποίο κανένας από τους βόρειους γείτονες δεν μπορεί να εμπλέξει την Ελλάδα, πολύ απλά γιατί δεν έχει την ισχύ να το κάνει. Ωστόσο αυτή η κινδυνολογία μπορεί να στραφεί και εναντίον των συμφερόντων της χώρας μας. Διότι το επιχείρημα έχει ήδη διαμορφωθεί και ακούστηκε υπό μορφή ερώτησης: μήπως η γειτονική χώρα βιώνει την αστάθεια επειδή, λόγω της Ελλάδας, δεν έχει ενταχθεί στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ; Ο καθένας αντιλαμβάνεται ότι το επιχείρημα μπορεί να μετατραπεί σε πίεση προς την χώρα μας, δηλαδή να υποχωρήσει στις ενταξιακές επιδιώξεις των Σκοπίων και στο ζήτημα του ονόματος χάριν της «σταθερότητας» της περιοχής!

Αυτός είναι ο λόγος που πρέπει οι «αναλυτές» να είναι πιο προσεκτικοί. Διότι το παραπάνω επιχείρημα ξανακούστηκε και το 2001 και το 1992, αλλά ακόμη περισσότερο, το πρόβλημα της χώρας μας με τα Σκόπια έτσι περίπου ξεκίνησε. Όταν η Ελλάδα, ωθούμενη από τις συμμαχικές ανάγκες της δεκαετίας του 1950, συνήψε διπλωματικές σχέσεις με την Γιουγκοσλαβία του Τίτο και έθεσε το θέμα της «Σοσιαλιστικής Ομόσπονδης Δημοκρατίας της Μακεδονίας», τότε της ζητήθηκε να μην επιμείνει και της αντιτάχθηκε το επιχείρημα της σταθερότητας της περιοχής, της μεγάλης της συνεισφοράς προς την Δύση, αλλά και του ότι εν λόγω Δημοκρατία δεν είχε διεθνή οντότητα. Όμως, σαράντα χρόνια μετά, απέκτησε!

Με βάση τα παραπάνω, τα Βαλκάνια δεν βρίσκονται τώρα στα πρόθυρα του πολέμου! Δεν υπάρχει αμφιβολία ως προς την ύπαρξη εθνικιστικών διεκδικήσεων ή την ανάμειξη παραγόντων εκτός περιοχής, όπως η Τουρκία και η Ρωσία, οι οποίες επιθυμούν την ανάπτυξη των επιρροών τους στα Βαλκάνια. Όμως, κανείς δεν γνωρίζει το άμεσο ή απώτερο μέλλον, καθώς τα ανθρώπινα πράγματα χαρακτηρίζονται από άγνοια του μέλλοντος και αβεβαιότητα. Συνεπώς καλό θα ήταν να παραμείνουμε στις πάγιες συμβουλές που προκύπτουν από την επιστημονική μελέτη των Διεθνών Σχέσεων:
να παρακολουθούμε σταθερά, να αναλύουμε και να αντιμετωπίζουμε με νηφαλιότητα και ψυχραιμία τα γεγονότα, οι κινήσεις μας να στηρίζονται σε έναν μακροχρόνιο σχεδιασμό και, φυσικά, να αποφεύγουμε την κινδυνολογία, την συνομωσιολογία και την συγκυριακή προσέγγιση των σοβαρών ζητημάτων της ειρήνης και του πολέμου!

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Ο κίνδυνος θερμού επεισοδίου δεν μειώθηκε, αλλά και δεν αυξήθηκε, σε σχέση με την περίοδο πριν το δημοψήφισμα. Κατά την άποψή μου, ο κίνδυνος ήταν σχετικά χαμηλός, παρά την ρητορική του Ερντογάν.

Εξηγούμαι. Ο Ερντογάν και πριν και τώρα έχει να αντιμετωπίσει μία σειρά μεγάλων προβλημάτων. Στο εσωτερικό, το πρώτο είναι το Κουρδικό, το δεύτερο είναι οι τζιχαντιστές που έχουν διεισδύσει σε διαφορετικά τμήματα του κρατικού μηχανισμού (όπως ο δολοφόνος του Ρώσου πρέσβη), και το τρίτο είναι η οικονομία. Η Τουρκία είχε ρυθμό ανάπτυξης περί το 9% και τώρα είναι περίπου στο 2.5%. Οι ξένες επενδύσεις φεύγουν, νέες δεν έρχονται και (λόγω και αυτών) η λίρα πέφτει διαρκώς. Ο τουρισμός βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση. Σε όλα αυτά πρέπει να προστεθεί και τέταρτο ζήτημα: η αντίδραση που θα υπάρχει από τους υποστηρικτές του «όχι».

Ας θυμηθούμε και τα προβλήματα στο εξωτερικό. Έχει πρόβλημα στο Ιράκ με την προοπτική δημιουργίας ανεξάρτητου Κουρδικού κράτους. Στην Συρία, η τουρκική εισβολή δεν πέτυχε τους στόχους της, ενώ και εκεί οι Κούρδοι επιδιώκουν αυτονομία. Τέλος, οι σχέσεις της Τουρκίας με την Δύση, ειδικά με την ΕΕ, δεν είναι οι καλύτερες.

Γιατί λοιπόν στα τόσα προβλήματα να προσθέσει και ένα ακόμη με ένα κράτος της ΕΕ, έτοιμο να αμυνθεί (η άμυνα ευκολότερη της επίθεσης), το οποίο παρά τα οικονομικά δεινά του, διατηρεί μία αξιοπρεπή αποτρεπτική ισχύ;

Τέλος, το σημαντικότερο. Ο Ερντογάν, μετά το πραξικόπημα, αποδυνάμωσε τις Ένοπλες Δυνάμεις και ιδιαίτερα την τουρκική Πολεμική Αεροπορία. Μέχρι και αγγελία έβαλαν για να βρούνε νέους πιλότους..! Επιπλέον, ποιον θα αντιμετωπίσουν πρώτον οι δυνάμεις του; Το ΡΚΚ, τους Κούρδους της Συρίας, τους τζιχαντιστές ή και μία επιπλέον σοβαρή πολεμική μηχανή; Και αν κάνει γενική κινητοποίηση, δεν έχει τον φόβο μήπως στραφούν εναντίον του;

Ο μόνος κίνδυνος είναι ένα ατύχημα στον αέρα ή στην θάλασσα. Αλλά αυτός υπήρχε και πριν το πραξικόπημα, όπως και πριν το δημοψήφισμα...

Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Documento στις 23.4.2017

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Άρθρα Γνώμης

 

1. Το παρελθόν

Η τελευταία δεκαπενταετία, η οποία ταυτίζεται με την άνοδο και την κυβέρνηση της χώρας από τον Ερντογάν, μπορεί να θεωρηθεί ως μία περίοδος αύξησης της ισχύος της Τουρκίας. Η χώρα πέτυχε να βελτιώσει την οικονομία της, να θεωρηθεί από τη Δύση ως ένα παράδειγμα δημοκρατίας με μουσουλμανικό άρωμα που άξιζε να προωθηθεί στη Μέση Ανατολή, ενώ για κάποιο χρονικό διάστημα αύξησε την επιρροή της στην περιοχή.

Ο Ερντογάν και το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΚΔΑ) ενίσχυσαν συστηματικά τα εξοπλιστικά προγράμματα, επιδιώκοντας, όπως και οι Κεμαλιστές, την απόκτηση πυραυλικών συστημάτων, αεροπλανοφόρου, ακόμη και πυρηνικών όπλων, ώστε να μετατρέψουν την Τουρκία σε περιφερειακή υπερδύναμη. Επίσης, όχι μόνο δεν συνέβαλαν στο να τερματισθεί η παράνομη κατοχή της Κύπρου, αλλά, επειδή οσμίζονταν ενεργειακούς πόρους, δημιούργησαν νέα κρίση τη στιγμή που η Κύπρος επιβεβαίωνε την ύπαρξη υδρογονανθράκων στην ΑΟΖ της, αυξάνοντας και τις απαιτήσεις της Τουρκίας στις όποιες διαπραγματεύσεις. Τέλος, το καλοκαίρι του 2015 δημιούργησαν την προσφυγική κρίση – κάποιοι επιμένουν πως αφορούσε πρωταρχικά την Ευρώπη – η οποία έπληξε σε μεγάλο βαθμό την Ελλάδα.

Η κυριαρχία του Ερντογάν και του ΚΔΑ οδήγησε στην αποκάλυψη του πραγματικού προγράμματος ή επιδιώξεών του για την Τουρκία και το εξωτερικό. Προοδευτικά, στο εσωτερικό, ο Ερντογάν άρχισε να περνάει μέτρα ισλαμοποίησης της κοινωνίας, να περιορίζει την ελευθερία έκφρασης με πρώτη εκείνη του Τύπου, να εφαρμόζει το σχέδιό του για συγκέντρωση εξουσιών διά της μετάβασής του στο προεδρικό αξίωμα και της προσπάθειάς του για μετατροπή του πολιτικού συστήματος σε προεδρικό. Η ενίσχυση του συγκεντρωτισμού και οι εκλογικές σκοπιμότητες οδήγησαν και στην αποτυχία της όποιας πολιτικής είχε αρχικά εξαγγελθεί για το Κουρδικό.

Στο εξωτερικό η Τουρκία άρχισε να συμπεριφέρεται ως η άλλοτε οθωμανική αυτοκρατορική δύναμη. Αναμείχθηκε στο θέμα των Παλαιστινίων και συγκρούσθηκε με το Ισραήλ, καταστρέφοντας μία προνομιακή εικοσαετή σχέση. Στην Αίγυπτο υποστήριξε τους Αδελφούς Μουσουλμάνους και επιχείρησε το πολιτικό τους πατρωνάρισμα. Διατήρησε κατά την περίοδο του εμπάργκο μία αμφιλεγόμενη στάση έναντι του Ιράν και συνδέθηκε ενεργά με το Κουβέιτ και τη Σαουδική Αραβία, φθάνοντας να την υποστηρίξει ακόμη και στην εισβολή στην Υεμένη. Συνέβαλε στη δημιουργία του Ισλαμικού Κράτους, επιτρέποντας την μέσω του εδάφους της διακίνηση μουτζαχεντίν, όπλων, αλλά και λαθραίου πετρελαίου, που συνέβαλε στην οικονομική ενίσχυση του Ι.Κ. (ενδεχομένως και της οικογένειας Ερντογάν). Τέλος, παρά τις προνομιακές ακόμη και σε οικογενειακό επίπεδο σχέσεις με τον Άσαντ, αναμείχθηκε ενεργά στην υποκίνηση, επέκταση και μετατροπή μίας πολιτειακής κρίσης στον εμφύλιο πόλεμο της Συρίας, του οποίου, μετά την κατάρριψη του ρωσικού αεροσκάφους και την εισβολή των τουρκικών δυνάμεων, έγινε μέρος.

2. Το παρόν

Οι παραπάνω πολιτικές στο εσωτερικό και στο εξωτερικό οδήγησαν κατά την τελευταία διετία σε μία σειρά οξυμένων προβλημάτων. Το αντάρτικο των Κούρδων προοδευτικά αναγεννήθηκε, στον πόλεμο της Συρίας οι τουρκικές πολιτικές ηττήθηκαν και δημιουργήθηκε (με την υποστήριξη και των ΗΠΑ) ένα ακόμη κουρδικό μόρφωμα, το Ι.Κ. κατέταξε τον Ερντογάν, που πιέσθηκε από τη Δύση να αλλάξει στάση, μεταξύ των αντιπάλων του και απάντησε με τρομοκρατικές επιθέσεις, οι Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις δυσαρεστήθηκαν, τμήματα του πληθυσμού δυσανασχέτησαν με την προοπτική ισλαμοποίησης κράτους και κοινωνίας, ενώ η οικονομία άρχισε να καταγράφει σοβαρές απώλειες.

Η πύρρεια νίκη του Ερντογάν κατά των πραξικοπηματιών δεν έλυσε κανένα από τα παραπάνω προβλήματα, αλλά ήρθε να προσθέσει και νέα: τις διώξεις, την καταρράκωση του κύρους και την συνεπαγόμενη μείωση του αξιόμαχου των Ενόπλων Δυνάμεων, τη διάκριση της κοινωνίας σε τουλάχιστον τέσσερις ομάδες (ισλαμιστές, κεμαλιστές, γκιουλενιστές, Κούρδους), την διαπόμπευση όλων εκείνων που καθ’ υποψία συμμετείχαν ή θα μπορούσαν να συμμετάσχουν στο πραξικόπημα, με λίγα λόγια, πρόσθεσε τον εσωτερικό διχασμό. Κυρίως δε ενίσχυσε τις αυταρχικές, σουλτανικές τάσεις του Ερντογάν, σε μία στιγμή που η χώρα θα χρειαζόταν μία ηγεσία συμφιλιωτική και όχι εκδικητική.

Πρόσθεσε όμως και κάτι ακόμη. Την απώλεια της όποιας υποστήριξης και εμπιστοσύνης των Δυτικών προς τον Ερντογάν, των οποίων η υπομονή φαίνεται πως είχε εξαντληθεί εδώ και καιρό. Βεβαίως, μπορεί η Τουρκία να αποκατέστησε τις διπλωματικές της σχέσεις με το Ισραήλ και να επιχειρεί να αναθερμάνει τις αντίστοιχες με τη Ρωσία, ωστόσο οι σχέσεις της με τις ΗΠΑ θα χειροτερεύουν συστηματικά όσο ο Ερντογάν τις κατηγορεί ότι είχαν ανάμειξη στο εναντίον του πραξικόπημα, όσο πιέζει με ανορθόδοξο τρόπο να πετύχει την έκδοση του Γκιουλέν, όσο δημιουργεί προβλήματα στη λειτουργία του Ιντσιρλίκ και στις επιχειρήσεις κατά του Ι.Κ, όσο δεν συμβάλλει στην επίτευξη λύσης στη Συρία, όσο εντείνει την αυταρχική του συμπεριφορά και όσο πλησιάζει τη Ρωσία.

3. Το μέλλον

Τι μπορεί να συμβεί από εδώ και πέρα; Είναι προφανές ότι οι ΗΠΑ βρίσκονται σε μεταβατική περίοδο. Είναι επίσης προφανές ότι τα κράτη της ΕΕ είναι εξαιρετικά δύσπιστα απέναντί του λόγω του προσφυγικού, του αυταρχισμού και της επιθετικότητας κατά των γειτόνων του, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας. Είναι επίσης φανερό ότι άρχισαν να στέλνονται τα πρώτα διπλωματικά προειδοποιητικά μηνύματα προς την Τουρκία.. Ήδη ο (απερχόμενος) επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας χρησιμοποίησε μετά από πολλά χρόνια τον όρο «εισβολή» για την Κύπρο, ενώ η ΕΕ διέκοψε τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις.

Τα εν λόγω μηνύματα σημαίνουν ότι ο Ερντογάν θα πιεστεί και θα υποχωρήσει στο Κυπριακό ή σε άλλα θέματα, όπως στο Συριακό ή στον πόλεμο κατά του Ι.Κ; Ασφαλώς και όχι! Θα μπορούσαν όμως να θεωρηθούν ως δείγμα υποχώρησης των διπλωματικών ερεισμάτων του στη Δύση και, κυρίως, έλλειψης πολιτικής υποστήριξης ή έλλειψης της συνήθους ανοχής της Δύσης σε μία σειρά προβλημάτων που δημιούργησε ή δημιουργεί ο Ερντογάν. Ακόμη δε περισσότερο, αδιαφορία για το πολιτικό του μέλλον ή, μεσοπρόθεσμα, και το μέλλον της χώρας του, τώρα που οι σχέσεις της Δύσης με το Ιρακινό Κουρδιστάν έχουν σχεδόν επισημοποιηθεί και οι σχέσεις των ΗΠΑ με τους Κούρδους της Συρίας επιτρέπουν μεγαλύτερο ρόλο και λόγο στο μέλλον της Συρίας.

Η πιθανολογούμενη αδιαφορία για το πολιτικό του μέλλον ή της χώρας του δεν σημαίνει ότι η Δύση θα παύσει να διαχειρίζεται διπλωματικά τον Ερντογάν. Μπορεί όμως να σημαίνει ότι δεν θα σταματήσει την εισαγωγή στην Τουρκία της οποιαδήποτε κρίσης από το εξωτερικό και, ακόμη περισσότερο, δεν θα πράξει οτιδήποτε να εμποδίσει την οποιαδήποτε εξέλιξη στο εσωτερικό της. Τούτο ίσως είναι το κρισιμότερο, καθώς όλα δείχνουν πως τα προβλήματα και οι αντιφάσεις έχουν οξυνθεί και η Τουρκία και πάλι, ενάμισι αιώνα αργότερα, προφανώς ασθενεί.

Το ποια θα είναι η τύχη της εξαρτάται από την αρχή ενός και μόνο ανδρός, του οποίου οι δυνατότητες και οι πολιτικές φαίνεται να έχουν αγγίξει τα όριά τους. Οι χειρισμοί του στις σχέσεις του με τη Δύση θα είναι κρίσιμοι και στην εσωτερική πολιτική σκηνή κρισιμότεροι.

Μέχρι τότε θα πρέπει να είμαστε ψύχραιμοι και νηφάλιοι. Ο Ερντογάν έχει τόσα πραγματικά μέτωπα και έχει δημιουργήσει τόσους εικονικούς και πραγματικούς εχθρούς στο εσωτερικό και στο εξωτερικό που δεν έχει την πολυτέλεια ή την αξιόμαχη στρατιωτική ικανότητα να εξάγει κρίση δυτικά ή νότια. Όμως, θα πρέπει να προετοιμαζόμαστε και να μην βιαζόμαστε, αποφεύγοντας λάθη και διολισθήσεις, σε κρίσιμα θέματα όπως οι συστηματικές προκλήσεις κατά της Ελλάδας ή το Κυπριακό, το οποίο, άλλωστε, δεν είναι και στις προτεραιότητες του Ερντογάν.

Ασφαλώς και το μέλλον είναι αβέβαιο και κανείς μας δεν μασάει φύλλα δάφνης, ούτε ερμηνεύει τα σφάγια. Ωστόσο, η πολιτική, πολύ δε περισσότερο η διεθνής, έχει απρόσμενα γυρίσματα και μας διδάσκει πως εκείνος που είναι κατάλληλα προετοιμασμένος, έχοντας ήδη προνοήσει για τις κατάλληλες και εναλλακτικές στρατηγικές, μπορεί να δικαιωθεί από την Ιστορία.

Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο Πολιτικό Ημερολόγιο 2017 που επιμελείται ο δημοσιογράφος Βαγγέλης Πλάκας. 

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Οι θιασώτες της όποιας «λύσης» – λύση νάναι κι ό,τι νάναι – επιμένουν ότι πρέπει οπωσδήποτε να γίνει «κάτι» τώρα και, ταυτοχρόνως, κινδυνολογούν, ισχυριζόμενοι ότι θα υπάρξουν αρνητικές συνέπειες για την Κυπριακή Δημοκρατία.

Αν θυμάμαι καλά το ίδιο ακριβώς έκαναν πριν 13 σχεδόν χρόνια με το Σχέδιο Ανάν...  Τώρα απλά ανακυκλώνονται!!Μας είπαν ήδη ότι αυτή θα είναι η μοναδική και τελευταία ευκαιρία, διότι δεν θα υπάρχουν σε λίγο καιρό πραγματικοί Τουρκοκύπριοι και ότι η Τουρκία θα ενσωματώσει τα κατεχόμενα. Επιπλέον, ήδη χαρακτήρισαν την εξέλιξη της κατάθεσης των χαρτών ως ιστορική!

Ας βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους!

Η συγκεκριμένη κίνηση, η όλη διάσκεψη ή η όποια συμφωνία προκύψει δεν είναι ιστορική. Ιστορικά είναι εκείνα τα γεγονότα που οδήγησαν την ανθρωπότητα ή τα έθνη να αλλάξουν τη μοίρα τους.  Τέτοιες είναι οι μεγάλες επαναστάσεις, οι ανακατονομές ισχύος στο διεθνές σύστημα, όπως αυτή του 1989· ή, αντιστοίχως, η ανεξαρτησία ή η καταστροφή των εθνών.  Στο πλαίσιο των Ελληνοτουρκικών σχέσεων θα μπορούσε να θεωρηθεί ιστορικές στιγμές το 1821, το 1912, το 1922, το 1960..

Η όποια «λύση» βρεθεί δεν μπορεί να είναι μοναδική.  Το Σχέδιο Ανάν είχε φθάσει τον αριθμό «5», ενώ έχουν υπάρξει ισάριθμα σχέδια που φέρουν το όνομα προηγούμενων ΓΓ του ΟΗΕ. Και δεν μπορεί να είναι μοναδική, αφού το όλο πνεύμα της στηρίζεται σε αρχές αντίθετες με τη λειτουργία της εσωτερικής και της διεθνούς πολιτικής.

Η όποια «λύση» προκύψει – αν προκύψει – προφανώς και δεν θα είναι η τελευταία. Η ιστορία εξελίσσεται επιβεβαιώνοντας το «τά πάντα ρεῖ» του Ηρακλείτου. Όμως στη ζωή των λαών ή των πολιτισμών ο χρόνος είναι διαφορετικός και δεν μετριέται με βάση τα μεγέθη της ζωής ενός ανθρώπου. Ρωτάω. Ήταν μεγάλη ή μικρή η διάρκεια της Ρωμαϊκής, της Βυζαντινής ή της Βρετανικής αυτοκρατορίας;  Ήταν πολλά τα 45 χρόνια που διήρκεσε η διαίρεση της Γερμανίας;  Ή, ήταν πολλά τα 400 ή τα 700 χρόνια που κατά περιοχές κράτησε ο οθωμανικός ζυγός στην Ελλάδα;

Απέναντι στην κινδυνολογία που καλλιεργείται χρειάζεται ψυχραιμία και νηφαλιότητα. Ας μην ξεχνάμε:

  1. Αντιμετωπίζουμε μία εισβολή και κατοχή και όχι ένα «πρόβλημα»!
  2. Η Κύπρος και μέλος είναι της ΕΕ και φιλίες εκτός αυτής διαθέτει.
  3. Κανένα κράτος της ΕΕ δεν μπορεί να αναγνωρίσει το ψευδοκράτος, έχοντας προηγουμένως επικυρώσει τη Συνθήκη προσχώρησης της Κ.Δ. στην ΕΕ.
  4. Θα θελήσει ο Σουλτάνος μετά τα δύο εξωτερικά και τα δύο εσωτερικά μέτωπα, και μετά την υποχώρηση της οικονομίας, να ανοίξει ένα ακόμη; Εκείνο μάλιστα με το μεγαλύτερο κόστος..;

 

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Για χρόνια η Κυπριακή Δημοκρατία προσπαθούσε να βρει απαντήσεις στο υπαρξιακό ζήτημα ασφαλείας της, το οποίο προκαλείται από την εγγύτητα της Τουρκίας και την παράνομη παρουσία των τουρκικών στρατευμάτων κατοχής στο έδαφός της. 

Τέτοιες απαντήσεις, πέρα από την παραδοσιακή υποστήριξη της Ελλάδας, βρέθηκαν σε δύο ακόμη χώρες, στην Αίγυπτο και κυρίως στο Ισραήλ. Με τις δύο χώρες, η Κυπριακή Δημοκρατία προχώρησε σε σειρά συμφωνιών, στον οικονομικό, πολιτικό, αλλά και στον τομέα της ασφάλειας. 

Οι εν λόγω συνεργασίες έχουν ισχυρές βάσεις αφού προέκυψαν χάρη σε σημαντικά κοινά συμφέροντα. Πρώτον, την παράλληλη ή συμπληρωματική εκμετάλλευση των πόρων της Μεσογείου, και, δεύτερον, την προβληματική σχέση των τριών κρατών με την Τουρκία. 

Η σημασία δε της συνεργασίας με το Ισραήλ φάνηκε ιδιαίτερα στα τέλη του 2011/ αρχές του 2012, όταν, κατά την περίοδο των τελικών ερευνών στην κυπριακή ΑΟΖ και της αναγγελίας των αποτελεσμάτων τους, στις απειλές της Τουρκίας εναντίον της Κύπρου, μέσω της παρουσίας στρατιωτικών δυνάμεων στην περιοχή των ερευνών, απάντησε με ανάλογες κινήσεις το Ισραήλ.

Οι συνεργασίες της Κύπρου με το Ισραήλ και την Αίγυπτο, οδήγησαν και στις συνεργασίες με την Ελλάδα. Έτσι, σήμερα πια, στη ΝΑ Μεσόγειο υπάρχουν δύο τριγωνικές συνεργασίες ασφαλείας, και οι δύο με βάση την Ελλάδα και την Κύπρο. Οι τριγωνικές αυτές συνεργασίες, που διαρκώς ενισχύονται και επεκτείνονται, φέρουν την Τουρκία σε δύσκολη θέση, καθώς είναι προφανές πως τα νερά της ΝΑ Μεσογείου δεν είναι και τόσο ήρεμα ή ανοιχτά για την ίδια.

Το ερώτημα που τίθεται και φαίνεται πως κανείς δεν έχει απαντήσει από την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι: τι θα γίνουν αυτές οι συνεργασίες; Στο θεσμικό επίπεδο, θα ισχύουν αν δεν υπάρχει τυπική συνέχεια της Κυπριακής Δημοκρατίας; Και στο ουσιαστικό, οι Τουρκοκύπριοι που θα συμμετέχουν στην Κυβέρνηση, θα συμβάλλουν με τον ίδιο τρόπο στην προώθηση των εν λόγω συνεργασιών;

Ή τελικά, με την «λύση» που διαπραγματεύεται ο Πρόεδρος Αναστασιάδης η Τουρκία και εγγυήτρια θα είναι, και στρατεύματα κατοχής θα διατηρήσει, και θα κερδίζει από τυχόν μεταφορά ενέργειας μέσω αυτής, αλλά και τις αμυντικές συνεργασίες που δημιουργούν μία ζώνη γύρω της θα διασπάσει.

Ας απαντήσει λοιπόν κάποιος! Ποιο θα είναι το μέλλον αυτών των συνεργασιών;

Δημοσιεύτηκε στο On.Alert.gr

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Πέμπτη, 29 Δεκέμβριος 2016 18:37

The Cyprus question: a critical test for the EU’s future

Up to now, 2016 has been a tough year for the EU. The refugee crisis, growing public discontent due to economic crisis and austerity, mounting populism, and BREXIT have put the European project in danger.  Recently, an unpredictable US President-elect has been added to the EU’s headaches, as nobody knows how the transatlantic partnership and the ‘West’ will look like under the Trump Administration. Amidst all this uncertainty one thing is for sure: the EU has to survive and for that reason to find its place in this new world and prove for what it stands. The negotiations over the Cyprus question are lying ahead as a crucial test; a test, which as all tests can be either an opportunity or one more slap in the face of the EU.

If the Cyprus question was a hard puzzle for the EU to solve in the past, now that it is connected with an erratic Turkish foreign policy and the turmoil in the Eastern Mediterranean, it is becoming a crucial issue on which the EU cannot be an observer; it needs to be proactive and have a clear position.  The EU’s stance towards the developments concerning the settlement of the Cyprus question is important for the process of the negotiations and their outcome, and also for the EU’s future. Whatever the EU is going to do or not to do, is going to send strong messages inside and outside Europe, to the world in general and to the Eastern Mediterranean in particular.

It has been consistently argued that there is a momentum for a solution, and also that this is the last chance for a peaceful settlement. The ‘last chance’ argument is strongly supported by Turkish Cypriots, namely that if a solution is not to be found this time, an annexation by Turkey constitutes a highly possible development. Despite the fact that such an argument is totally incompatible with the normative structure that underpins European and EU’s international relations for decades, it has gained much popularity; maybe not unjustifiably, if we consider the recent increase in Turkish unpredictability and authoritarian behavior. Therefore, the next few months are critical.

The EU should be prepared for the case of an agreement, as well as for the potential of the Cyprus question to remain unresolved and for the negotiations to be continued. In the case of settlement, the EU should safeguard that it will be viable and compatible with the EU Law. It should make clear that it would be unacceptable for Turkey to have any kind of influence or military presence to an EU’s member state. If the two parts won’t manage to reach an agreement, Turkish aggressiveness and the potential of a de facto solution will become an EU issue; Cyprus is an EU member state and it cannot be left alone.

In any case, if the EU accepts any solution other than the one reversing the consequences of the illegal invasion and occupation, then it will give a carte blanche to Vladimir Putin and any other leader with revisionist ambitions. In its recently drafted Global Strategy the EU states that “[W]e will not recognise Russia’s illegal annexation of Crimea nor accept the destabilisation of eastern Ukraine”. Will the EU accept any settlement that would legitimize the illegal invasion and occupation, and destabilize Cyprus, one of its smallest member-states? Moreover, it will give the opportunity to populists and anti-EU voices all across the continent to contend that for one more time the Union gives into Turkey’s demands.Nonetheless, it will show to other small states in the Central and Eastern Europe that if threatened by a more powerful neighbour, the EU is incapable of providing any help and support. All in all, for one more time in 2016, the EU’s influence and status will be decreasing.

In contrast, if the EU fights for a fair and viable solutionnot only as an issue of justice, but also, and most importantly, as a matter of order in the international system, then it is going to prove that values and interests can go hand in hand, and that there is a reason for which we need both pragmatism and idealism in international politics. It will restore its status and show why Europe and the world need the EU. In less than six months since the BREXIT referendum and the publication of the EU’s Global Strategy, the Cyprus question provides the best opportunity for the EU to prove that it not only talks the talk, but also it walks the walk!

First Published on NEW EUROPE

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Σελίδα 1 από 14
You are here Προβολή άρθρων ανα tag: Κουσκουβέλης