Sunday, May 28th

Last update05:25:07 AM GMT

Ο Πρόεδρος της Ε' Γαλλικής Δημοκρατίας, με βάση τις εξουσίες που του παραχωρεί το Σύνταγμα, είναι, όπως οι Γάλλοι συχνά αναφέρουν, ένας «εκλεγμένος μονάρχης». Τούτο είναι ιδιαίτερα φανερό στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής και της άμυνας. Ο Εμμανουέλ Μακρόν, με βάση τις προεκλογικές του εξαγγελίες και, κυρίως, τις δηλώσεις του μετά την εκλογή του φαίνεται πώς είναι αποφασισμένος να αναλάβει αυτόν τον ρόλο, με έναν τρόπο που θυμίζει ταυτόχρονα τον Φρανσουά Μιτεράν, αλλά και τον στρατηγό Ντε Γκολ. Ο τρόπος που θα λειτουργήσει σε αυτούς τους τομείς είναι κρίσιμος με δεδομένο τον ρόλο της Γαλλίας στον κόσμο. Θυμίζω ότι η Γαλλία:

1. Είναι μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας.

2. Είναι η τρίτη σε αριθμό πυρηνικών κεφαλών χώρα στον κόσμο.

3. Ανταγωνίζεται με την Ρωσία για την δεύτερη θέση στην ικανότητα προβολής στρατιωτικής ισχύος στον κόσμο.

4. Ανταγωνίζεται με την Ρωσία για την δεύτερη θέση στο διάστημα.

5. Είναι ο δεύτερος εξαγωγέας όπλων παγκοσμίως και διαθέτει ορισμένες παγκοσμίως γνωστές εταιρείες στην ενέργεια, στην βαριά βιομηχανία και στην τεχνολογία.

6. Είναι επικεφαλής του Οργανισμού κρατών της Γαλλοφωνίας, στον οποίο συμμετέχουν κράτη από την Αφρική (κυρίως) και την Ασία, με πληθυσμό πάνω από 500 εκατομμύρια.

7. Διαθέτει εδάφη (των οποίων οι κάτοικοι συμμετείχαν στην προεδρική εκλογή) στην Νότιο Αμερική (Γουϊάνα), στην Καραϊβική (Γουαδελούπη, Μαρτινίκα) στον Ινδικό (Ρεουνιόν), στον Ειρηνικό (Νέα Καληδονία), ακόμη και κοντά στην Ανταρκτική (νησιά Κέργκελεν).

8. Διαθέτει σημαντικές δυνάμεις στην υποσαχάρια Αφρική και μία πολύ σημαντική βάση για τον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» στην Αφρική (Τζιμπουτί).

9. Όπως είναι γνωστό, μαζί με την Γερμανία, αποτελούν την κινητήρια δύναμη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με ιδιαίτερο ρόλο στον πολιτικοστρατιωτικό τομέα.

10. Διαθέτει για πολύ γνωστούς ιστορικούς, πολιτικούς και πολιτισμικούς λόγους παγκόσμιο κύρος.

Σε όλους αυτούς τους τομείς ο Μακρόν θα ακολουθήσει την γνωστή ή παραδοσιακή πολιτική της Γαλλίας. Ο ίδιος ήδη αναφέρθηκε, στον πρώτο μετά την νίκη του λόγο, στην σημασία της ισορροπίας ισχύος στην διεθνή σκηνή. Ειδικότερα, αναμένεται:

1. να συμβάλλει στην περαιτέρω εμβάθυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδιαίτερα στον πολιτικό και αμυντικό τομέα,

2. να συνεχίσει την πολιτική του προκατόχου του και της ΕΕ στο θέμα της Ουκρανίας και έναντι της Ρωσίας,

3. να διατηρήσει την πολιτική της Γαλλίας στο ζήτημα των πυρηνικών του Ιράν,

4. να στηρίξει τις ΗΠΑ στο ζήτημα της Βορείου Κορέας,

5. να συνεχίσει τον πόλεμο (στο εσωτερικό και διεθνώς) κατά της τρομοκρατίας, ειδικά στην Συρία και την Αφρική, όπου η Γαλλία έχει συμφέροντα,

6. να παραμείνει στον ίδιο νατοϊκό προσανατολισμό των τελευταίων προκατόχων του,

7. να προωθήσει την πολυμερή προσέγγιση των διεθνών ζητημάτων, ιδιαίτερα ως προς το διεθνές εμπόριο,

8. να στηρίξει την διεθνή συμφωνία που έγινε στο Παρίσι για το περιβάλλον,

9. να συνεχίσει να παρέχει διεθνή αναπτυξιακή βοήθεια, και

10. να είναι, στο μέτρο των συμφερόντων της Γαλλίας, υποστηρικτής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των ελευθεριών και της δημοκρατίας ανά τον κόσμο.

Ως προς την Ελλάδα, με βάση την εμπειρία του 2015, όταν ως Υπουργός Οικονομικών, ενεπλάκη στην συμφωνία της χώρας μας με την ΕΕ, αναμένεται να τείνει ευήκοον ους στις προσπάθειες της χώρας μας. Αναμένεται επίσης να τηρήσει την ίδια στάση έναντι της Κύπρου και των ενεργειακών της συμφερόντων, στα οποία έχει από καιρό επενδύσει η TOTAL Τέλος οι σχέσεις με την Τουρκία θα είναι μάλλον δύσκολες – τουλάχιστον στην αρχή. Και τούτο όχι μόνο εξ αιτίας των θέσεών του περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων και λειτουργίας της δημοκρατίας στην γειτονική μας χώρα, αλλά και διότι μετά τον πρώτο γύρο των εκλογών κατέθεσε στεφάνι στο μνημείο της Αρμενικής Γενοκτονίας στη Γαλλία.

Αυτά ισχύουν με βάση όσα γνωρίζουμε τώρα. Σε κάθε περίπτωση, αυτήν την στιγμή. ισχύει απολύτως το «αρχή άνδρα δείκνυσι»!

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Με αφορμή τα επεισόδια στα Σκόπια (27.04.2017) και σε συνδυασμό με τις δηλώσεις Ράμα (18.04.2017), ότι δεν θα πρέπει να αποκλείεται η ένωση της Αλβανίας με το Κοσσυφοπέδιο σε περίπτωση μη ένταξης της πρώτης στην ΕΕ, αναπτύχθηκε στα ελληνικά ΜΜΕ ένα κλίμα κινδυνολογίας. Το αφήγημα που μεταδόθηκε στους πολίτες, με την βοήθεια αβάσιμων αναλύσεων, είναι ότι η περιοχή βρίσκεται, περισσότερο ή λιγότερο, στα πρόθυρα της ανάφλεξης.

Είναι όμως πράγματι έτσι;

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μετά από έξι μήνες ακυβερνησίας στα Σκόπια και της εμμονής του Γκρούεφσκι να παραμείνει στην εξουσία, η πιθανότητα σύγκρουσης μεταξύ των Σλαβόφωνων και των Αλβανόφωνων υπάρχει. Άλλωστε δεν θα είναι η πρώτη φορά, αφού οι δύο κοινότητες συγκρούσθηκαν το 2001. Ωστόσο τα πράγματα δεν είναι ίδια με το 2001. Πολύ απλά διότι οι εθνοτικές διαχωριστικές γραμμές έχουν υποχωρήσει έναντι των πολιτικών, καθώς μαζί με τους Αλβανόφωνους συμπράττει και το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SDSM) των Σκοπίων.

Κύριος σκοπός είναι η απομάκρυνση του Γκρούεφσκι από την εξουσία, η διερεύνηση όλων εκείνων των υποθέσεων για τις οποίες κατηγορείται, αλλά και η πλήρης ισονομία και ισοπολιτεία μεταξύ των κοινοτήτων, όπως προέβλεπε η συμφωνία της Αχρίδας του 2001.Και εδώ μπαίνει στο παιχνίδι ο Γκρούεφσκι που κατηγορεί τους Σοσιαλδημοκράτες περίπου ως προδότες, διότι έχουν συμφωνήσει με τα κόμματα των Αλβανόφωνων την ομοσπονδοποίηση του κράτους, στην βάση μίας συμφωνία που έγινε με την βοήθεια της Αλβανίας, της «πλατφόρμας των Τιράνων». Ουσιαστικά, δηλαδή, ο Γκρούεφσκι πολώνει για να μην σχηματισθεί κυβέρνηση Σοσιαλδημοκρατών και κομμάτων των Αλβανόφωνων, και να ξαναγίνουν εκλογές, τις οποίες και ελπίζει πως, μέσω της πόλωσης που έχει καλλιεργήσει, θα κερδίσει.


Σε αυτήν την εικόνα, ας προστεθεί και ο ρόλος του διεθνούς παράγοντα, ο οποίος, εδώ και πολύ καιρό, πιέζει προς την κατεύθυνση σχηματισμού κυβέρνησης, με βάση την αρχή της δεδηλωμένης, που εμφανώς διαθέτει ο αντίπαλος του Γκρούεφσκι συνασπισμός. Με μία μόνη εξαίρεση: αυτήν της Ρωσίας, η οποία, χρησιμοποιώντας τακτικές αντίστοιχες της Μέσης Ανατολής, προσπαθεί να επιστρέψει στα Βαλκάνια και προς την οποία έχει στραφεί ο Γκρούεφσκι.

Τι θα μπορούσε κανείς να αναμένει; Το πιθανότερο και καλό σενάριο είναι να σχηματισθεί κυβέρνηση. Σε αυτήν την περίπτωση θα εξαλειφθούν οι τριβές; Όχι, απαραίτητα, καθώς τίποτε δεν αποκλείει να συνεχισθούν. Και αν το καλό σενάριο δεν προκύψει και η χώρα οδηγηθεί σε σύγκρουση, ποιές θα είναι οι συνέπειες για την Ελλάδα; Για να απαντηθεί το ερώτημα, προτείνω να θυμηθούμε το 2001:
κάποια εμπόδια στις οδικές μεταφορές, κάποιες δυσκολίες για τους Έλληνες που δραστηριοποιούνται επιχειρηματικά στα Σκόπια και, ασφαλώς, μείωση των όχι και τόσο πολύφερνων Σκοπιανών τουριστών. Αυτά... τίποτε άλλο!

Στην περίπτωση μίας τέτοιας σύγκρουσης, υπάρχει πιθανότητα η Αλβανία να επέμβει ώστε να βοηθήσει τους Αλβανόφωνους; Ναι, πιθανότητα πάντα υπάρχει. Ωστόσο είναι μικρή. Πρώτον, γιατί η στρατιωτική και οικονομική ισχύς της Αλβανίας είναι περιορισμένες για μία τέτοια επιχείρηση και, δεύτερον, γιατί ο Ράμα, που βρίσκεται σε προεκλογική ουσιαστικά περίοδο, έχει ξεκάθαρα και αυστηρά προειδοποιηθεί και από το ΝΑΤΟ και από την ΕΕ, τόσο για το Κοσσυφοπέδιο όσο και για τα Σκόπια. Από την άλλη πλευρά, όπως θέλει το σενάριο των κινδυνολογούντων, υπάρχει πιθανότητα η Βουλγαρία να επέμβει ώστε να βοηθήσει τους Σλαβόφωνους; Αυτή η πιθανότητα είναι ακόμη πιο μικρή, καθώς η Βουλγαρία είναι κράτος μέλος του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, και οι σαφείς της προτεραιότητες είναι αναπτυξιακές και οικονομικές.

Και η Ελλάδα; Σε αντίθεση με την Τουρκία ή άλλα κράτη, η χώρα μας δεν παρεμβαίνει στα εσωτερικά των γειτόνων. Υποστηρίζει πάντα την εφαρμογή των αρχών και των διαδικασιών της δημοκρατίας, τον σεβασμό του κράτους δικαίου και το απαραβίαστο των διεθνών συνόρων. Και, φυσικά, εφόσον της ζητηθεί, μπορεί, όπως το έκανε το 2001, να συμβάλει στην αποκατάσταση της δημοκρατικής ομαλότητας.

Με βάση λοιπόν τα παραπάνω, η ψύχραιμη επαγρύπνηση από τους αρμόδιους παράγοντες της χώρας μας είναι δικαιολογημένη, όπως και ο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός, τον οποίο πάντα υποστήριζα. Όχι όμως και η διαχεόμενη κινδυνολογία, η οποία, σε αυτήν την οικονομικά δύσκολη περίοδο, προσθέτει στους πολίτες και την ανησυχία του πολέμου. Στον οποίο κανένας από τους βόρειους γείτονες δεν μπορεί να εμπλέξει την Ελλάδα, πολύ απλά γιατί δεν έχει την ισχύ να το κάνει. Ωστόσο αυτή η κινδυνολογία μπορεί να στραφεί και εναντίον των συμφερόντων της χώρας μας. Διότι το επιχείρημα έχει ήδη διαμορφωθεί και ακούστηκε υπό μορφή ερώτησης: μήπως η γειτονική χώρα βιώνει την αστάθεια επειδή, λόγω της Ελλάδας, δεν έχει ενταχθεί στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ; Ο καθένας αντιλαμβάνεται ότι το επιχείρημα μπορεί να μετατραπεί σε πίεση προς την χώρα μας, δηλαδή να υποχωρήσει στις ενταξιακές επιδιώξεις των Σκοπίων και στο ζήτημα του ονόματος χάριν της «σταθερότητας» της περιοχής!

Αυτός είναι ο λόγος που πρέπει οι «αναλυτές» να είναι πιο προσεκτικοί. Διότι το παραπάνω επιχείρημα ξανακούστηκε και το 2001 και το 1992, αλλά ακόμη περισσότερο, το πρόβλημα της χώρας μας με τα Σκόπια έτσι περίπου ξεκίνησε. Όταν η Ελλάδα, ωθούμενη από τις συμμαχικές ανάγκες της δεκαετίας του 1950, συνήψε διπλωματικές σχέσεις με την Γιουγκοσλαβία του Τίτο και έθεσε το θέμα της «Σοσιαλιστικής Ομόσπονδης Δημοκρατίας της Μακεδονίας», τότε της ζητήθηκε να μην επιμείνει και της αντιτάχθηκε το επιχείρημα της σταθερότητας της περιοχής, της μεγάλης της συνεισφοράς προς την Δύση, αλλά και του ότι εν λόγω Δημοκρατία δεν είχε διεθνή οντότητα. Όμως, σαράντα χρόνια μετά, απέκτησε!

Με βάση τα παραπάνω, τα Βαλκάνια δεν βρίσκονται τώρα στα πρόθυρα του πολέμου! Δεν υπάρχει αμφιβολία ως προς την ύπαρξη εθνικιστικών διεκδικήσεων ή την ανάμειξη παραγόντων εκτός περιοχής, όπως η Τουρκία και η Ρωσία, οι οποίες επιθυμούν την ανάπτυξη των επιρροών τους στα Βαλκάνια. Όμως, κανείς δεν γνωρίζει το άμεσο ή απώτερο μέλλον, καθώς τα ανθρώπινα πράγματα χαρακτηρίζονται από άγνοια του μέλλοντος και αβεβαιότητα. Συνεπώς καλό θα ήταν να παραμείνουμε στις πάγιες συμβουλές που προκύπτουν από την επιστημονική μελέτη των Διεθνών Σχέσεων:
να παρακολουθούμε σταθερά, να αναλύουμε και να αντιμετωπίζουμε με νηφαλιότητα και ψυχραιμία τα γεγονότα, οι κινήσεις μας να στηρίζονται σε έναν μακροχρόνιο σχεδιασμό και, φυσικά, να αποφεύγουμε την κινδυνολογία, την συνομωσιολογία και την συγκυριακή προσέγγιση των σοβαρών ζητημάτων της ειρήνης και του πολέμου!

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Ο κίνδυνος θερμού επεισοδίου δεν μειώθηκε, αλλά και δεν αυξήθηκε, σε σχέση με την περίοδο πριν το δημοψήφισμα. Κατά την άποψή μου, ο κίνδυνος ήταν σχετικά χαμηλός, παρά την ρητορική του Ερντογάν.

Εξηγούμαι. Ο Ερντογάν και πριν και τώρα έχει να αντιμετωπίσει μία σειρά μεγάλων προβλημάτων. Στο εσωτερικό, το πρώτο είναι το Κουρδικό, το δεύτερο είναι οι τζιχαντιστές που έχουν διεισδύσει σε διαφορετικά τμήματα του κρατικού μηχανισμού (όπως ο δολοφόνος του Ρώσου πρέσβη), και το τρίτο είναι η οικονομία. Η Τουρκία είχε ρυθμό ανάπτυξης περί το 9% και τώρα είναι περίπου στο 2.5%. Οι ξένες επενδύσεις φεύγουν, νέες δεν έρχονται και (λόγω και αυτών) η λίρα πέφτει διαρκώς. Ο τουρισμός βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση. Σε όλα αυτά πρέπει να προστεθεί και τέταρτο ζήτημα: η αντίδραση που θα υπάρχει από τους υποστηρικτές του «όχι».

Ας θυμηθούμε και τα προβλήματα στο εξωτερικό. Έχει πρόβλημα στο Ιράκ με την προοπτική δημιουργίας ανεξάρτητου Κουρδικού κράτους. Στην Συρία, η τουρκική εισβολή δεν πέτυχε τους στόχους της, ενώ και εκεί οι Κούρδοι επιδιώκουν αυτονομία. Τέλος, οι σχέσεις της Τουρκίας με την Δύση, ειδικά με την ΕΕ, δεν είναι οι καλύτερες.

Γιατί λοιπόν στα τόσα προβλήματα να προσθέσει και ένα ακόμη με ένα κράτος της ΕΕ, έτοιμο να αμυνθεί (η άμυνα ευκολότερη της επίθεσης), το οποίο παρά τα οικονομικά δεινά του, διατηρεί μία αξιοπρεπή αποτρεπτική ισχύ;

Τέλος, το σημαντικότερο. Ο Ερντογάν, μετά το πραξικόπημα, αποδυνάμωσε τις Ένοπλες Δυνάμεις και ιδιαίτερα την τουρκική Πολεμική Αεροπορία. Μέχρι και αγγελία έβαλαν για να βρούνε νέους πιλότους..! Επιπλέον, ποιον θα αντιμετωπίσουν πρώτον οι δυνάμεις του; Το ΡΚΚ, τους Κούρδους της Συρίας, τους τζιχαντιστές ή και μία επιπλέον σοβαρή πολεμική μηχανή; Και αν κάνει γενική κινητοποίηση, δεν έχει τον φόβο μήπως στραφούν εναντίον του;

Ο μόνος κίνδυνος είναι ένα ατύχημα στον αέρα ή στην θάλασσα. Αλλά αυτός υπήρχε και πριν το πραξικόπημα, όπως και πριν το δημοψήφισμα...

Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Documento στις 23.4.2017

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Άρθρα Γνώμης

 

1. Το παρελθόν

Η τελευταία δεκαπενταετία, η οποία ταυτίζεται με την άνοδο και την κυβέρνηση της χώρας από τον Ερντογάν, μπορεί να θεωρηθεί ως μία περίοδος αύξησης της ισχύος της Τουρκίας. Η χώρα πέτυχε να βελτιώσει την οικονομία της, να θεωρηθεί από τη Δύση ως ένα παράδειγμα δημοκρατίας με μουσουλμανικό άρωμα που άξιζε να προωθηθεί στη Μέση Ανατολή, ενώ για κάποιο χρονικό διάστημα αύξησε την επιρροή της στην περιοχή.

Ο Ερντογάν και το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΚΔΑ) ενίσχυσαν συστηματικά τα εξοπλιστικά προγράμματα, επιδιώκοντας, όπως και οι Κεμαλιστές, την απόκτηση πυραυλικών συστημάτων, αεροπλανοφόρου, ακόμη και πυρηνικών όπλων, ώστε να μετατρέψουν την Τουρκία σε περιφερειακή υπερδύναμη. Επίσης, όχι μόνο δεν συνέβαλαν στο να τερματισθεί η παράνομη κατοχή της Κύπρου, αλλά, επειδή οσμίζονταν ενεργειακούς πόρους, δημιούργησαν νέα κρίση τη στιγμή που η Κύπρος επιβεβαίωνε την ύπαρξη υδρογονανθράκων στην ΑΟΖ της, αυξάνοντας και τις απαιτήσεις της Τουρκίας στις όποιες διαπραγματεύσεις. Τέλος, το καλοκαίρι του 2015 δημιούργησαν την προσφυγική κρίση – κάποιοι επιμένουν πως αφορούσε πρωταρχικά την Ευρώπη – η οποία έπληξε σε μεγάλο βαθμό την Ελλάδα.

Η κυριαρχία του Ερντογάν και του ΚΔΑ οδήγησε στην αποκάλυψη του πραγματικού προγράμματος ή επιδιώξεών του για την Τουρκία και το εξωτερικό. Προοδευτικά, στο εσωτερικό, ο Ερντογάν άρχισε να περνάει μέτρα ισλαμοποίησης της κοινωνίας, να περιορίζει την ελευθερία έκφρασης με πρώτη εκείνη του Τύπου, να εφαρμόζει το σχέδιό του για συγκέντρωση εξουσιών διά της μετάβασής του στο προεδρικό αξίωμα και της προσπάθειάς του για μετατροπή του πολιτικού συστήματος σε προεδρικό. Η ενίσχυση του συγκεντρωτισμού και οι εκλογικές σκοπιμότητες οδήγησαν και στην αποτυχία της όποιας πολιτικής είχε αρχικά εξαγγελθεί για το Κουρδικό.

Στο εξωτερικό η Τουρκία άρχισε να συμπεριφέρεται ως η άλλοτε οθωμανική αυτοκρατορική δύναμη. Αναμείχθηκε στο θέμα των Παλαιστινίων και συγκρούσθηκε με το Ισραήλ, καταστρέφοντας μία προνομιακή εικοσαετή σχέση. Στην Αίγυπτο υποστήριξε τους Αδελφούς Μουσουλμάνους και επιχείρησε το πολιτικό τους πατρωνάρισμα. Διατήρησε κατά την περίοδο του εμπάργκο μία αμφιλεγόμενη στάση έναντι του Ιράν και συνδέθηκε ενεργά με το Κουβέιτ και τη Σαουδική Αραβία, φθάνοντας να την υποστηρίξει ακόμη και στην εισβολή στην Υεμένη. Συνέβαλε στη δημιουργία του Ισλαμικού Κράτους, επιτρέποντας την μέσω του εδάφους της διακίνηση μουτζαχεντίν, όπλων, αλλά και λαθραίου πετρελαίου, που συνέβαλε στην οικονομική ενίσχυση του Ι.Κ. (ενδεχομένως και της οικογένειας Ερντογάν). Τέλος, παρά τις προνομιακές ακόμη και σε οικογενειακό επίπεδο σχέσεις με τον Άσαντ, αναμείχθηκε ενεργά στην υποκίνηση, επέκταση και μετατροπή μίας πολιτειακής κρίσης στον εμφύλιο πόλεμο της Συρίας, του οποίου, μετά την κατάρριψη του ρωσικού αεροσκάφους και την εισβολή των τουρκικών δυνάμεων, έγινε μέρος.

2. Το παρόν

Οι παραπάνω πολιτικές στο εσωτερικό και στο εξωτερικό οδήγησαν κατά την τελευταία διετία σε μία σειρά οξυμένων προβλημάτων. Το αντάρτικο των Κούρδων προοδευτικά αναγεννήθηκε, στον πόλεμο της Συρίας οι τουρκικές πολιτικές ηττήθηκαν και δημιουργήθηκε (με την υποστήριξη και των ΗΠΑ) ένα ακόμη κουρδικό μόρφωμα, το Ι.Κ. κατέταξε τον Ερντογάν, που πιέσθηκε από τη Δύση να αλλάξει στάση, μεταξύ των αντιπάλων του και απάντησε με τρομοκρατικές επιθέσεις, οι Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις δυσαρεστήθηκαν, τμήματα του πληθυσμού δυσανασχέτησαν με την προοπτική ισλαμοποίησης κράτους και κοινωνίας, ενώ η οικονομία άρχισε να καταγράφει σοβαρές απώλειες.

Η πύρρεια νίκη του Ερντογάν κατά των πραξικοπηματιών δεν έλυσε κανένα από τα παραπάνω προβλήματα, αλλά ήρθε να προσθέσει και νέα: τις διώξεις, την καταρράκωση του κύρους και την συνεπαγόμενη μείωση του αξιόμαχου των Ενόπλων Δυνάμεων, τη διάκριση της κοινωνίας σε τουλάχιστον τέσσερις ομάδες (ισλαμιστές, κεμαλιστές, γκιουλενιστές, Κούρδους), την διαπόμπευση όλων εκείνων που καθ’ υποψία συμμετείχαν ή θα μπορούσαν να συμμετάσχουν στο πραξικόπημα, με λίγα λόγια, πρόσθεσε τον εσωτερικό διχασμό. Κυρίως δε ενίσχυσε τις αυταρχικές, σουλτανικές τάσεις του Ερντογάν, σε μία στιγμή που η χώρα θα χρειαζόταν μία ηγεσία συμφιλιωτική και όχι εκδικητική.

Πρόσθεσε όμως και κάτι ακόμη. Την απώλεια της όποιας υποστήριξης και εμπιστοσύνης των Δυτικών προς τον Ερντογάν, των οποίων η υπομονή φαίνεται πως είχε εξαντληθεί εδώ και καιρό. Βεβαίως, μπορεί η Τουρκία να αποκατέστησε τις διπλωματικές της σχέσεις με το Ισραήλ και να επιχειρεί να αναθερμάνει τις αντίστοιχες με τη Ρωσία, ωστόσο οι σχέσεις της με τις ΗΠΑ θα χειροτερεύουν συστηματικά όσο ο Ερντογάν τις κατηγορεί ότι είχαν ανάμειξη στο εναντίον του πραξικόπημα, όσο πιέζει με ανορθόδοξο τρόπο να πετύχει την έκδοση του Γκιουλέν, όσο δημιουργεί προβλήματα στη λειτουργία του Ιντσιρλίκ και στις επιχειρήσεις κατά του Ι.Κ, όσο δεν συμβάλλει στην επίτευξη λύσης στη Συρία, όσο εντείνει την αυταρχική του συμπεριφορά και όσο πλησιάζει τη Ρωσία.

3. Το μέλλον

Τι μπορεί να συμβεί από εδώ και πέρα; Είναι προφανές ότι οι ΗΠΑ βρίσκονται σε μεταβατική περίοδο. Είναι επίσης προφανές ότι τα κράτη της ΕΕ είναι εξαιρετικά δύσπιστα απέναντί του λόγω του προσφυγικού, του αυταρχισμού και της επιθετικότητας κατά των γειτόνων του, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας. Είναι επίσης φανερό ότι άρχισαν να στέλνονται τα πρώτα διπλωματικά προειδοποιητικά μηνύματα προς την Τουρκία.. Ήδη ο (απερχόμενος) επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας χρησιμοποίησε μετά από πολλά χρόνια τον όρο «εισβολή» για την Κύπρο, ενώ η ΕΕ διέκοψε τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις.

Τα εν λόγω μηνύματα σημαίνουν ότι ο Ερντογάν θα πιεστεί και θα υποχωρήσει στο Κυπριακό ή σε άλλα θέματα, όπως στο Συριακό ή στον πόλεμο κατά του Ι.Κ; Ασφαλώς και όχι! Θα μπορούσαν όμως να θεωρηθούν ως δείγμα υποχώρησης των διπλωματικών ερεισμάτων του στη Δύση και, κυρίως, έλλειψης πολιτικής υποστήριξης ή έλλειψης της συνήθους ανοχής της Δύσης σε μία σειρά προβλημάτων που δημιούργησε ή δημιουργεί ο Ερντογάν. Ακόμη δε περισσότερο, αδιαφορία για το πολιτικό του μέλλον ή, μεσοπρόθεσμα, και το μέλλον της χώρας του, τώρα που οι σχέσεις της Δύσης με το Ιρακινό Κουρδιστάν έχουν σχεδόν επισημοποιηθεί και οι σχέσεις των ΗΠΑ με τους Κούρδους της Συρίας επιτρέπουν μεγαλύτερο ρόλο και λόγο στο μέλλον της Συρίας.

Η πιθανολογούμενη αδιαφορία για το πολιτικό του μέλλον ή της χώρας του δεν σημαίνει ότι η Δύση θα παύσει να διαχειρίζεται διπλωματικά τον Ερντογάν. Μπορεί όμως να σημαίνει ότι δεν θα σταματήσει την εισαγωγή στην Τουρκία της οποιαδήποτε κρίσης από το εξωτερικό και, ακόμη περισσότερο, δεν θα πράξει οτιδήποτε να εμποδίσει την οποιαδήποτε εξέλιξη στο εσωτερικό της. Τούτο ίσως είναι το κρισιμότερο, καθώς όλα δείχνουν πως τα προβλήματα και οι αντιφάσεις έχουν οξυνθεί και η Τουρκία και πάλι, ενάμισι αιώνα αργότερα, προφανώς ασθενεί.

Το ποια θα είναι η τύχη της εξαρτάται από την αρχή ενός και μόνο ανδρός, του οποίου οι δυνατότητες και οι πολιτικές φαίνεται να έχουν αγγίξει τα όριά τους. Οι χειρισμοί του στις σχέσεις του με τη Δύση θα είναι κρίσιμοι και στην εσωτερική πολιτική σκηνή κρισιμότεροι.

Μέχρι τότε θα πρέπει να είμαστε ψύχραιμοι και νηφάλιοι. Ο Ερντογάν έχει τόσα πραγματικά μέτωπα και έχει δημιουργήσει τόσους εικονικούς και πραγματικούς εχθρούς στο εσωτερικό και στο εξωτερικό που δεν έχει την πολυτέλεια ή την αξιόμαχη στρατιωτική ικανότητα να εξάγει κρίση δυτικά ή νότια. Όμως, θα πρέπει να προετοιμαζόμαστε και να μην βιαζόμαστε, αποφεύγοντας λάθη και διολισθήσεις, σε κρίσιμα θέματα όπως οι συστηματικές προκλήσεις κατά της Ελλάδας ή το Κυπριακό, το οποίο, άλλωστε, δεν είναι και στις προτεραιότητες του Ερντογάν.

Ασφαλώς και το μέλλον είναι αβέβαιο και κανείς μας δεν μασάει φύλλα δάφνης, ούτε ερμηνεύει τα σφάγια. Ωστόσο, η πολιτική, πολύ δε περισσότερο η διεθνής, έχει απρόσμενα γυρίσματα και μας διδάσκει πως εκείνος που είναι κατάλληλα προετοιμασμένος, έχοντας ήδη προνοήσει για τις κατάλληλες και εναλλακτικές στρατηγικές, μπορεί να δικαιωθεί από την Ιστορία.

Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο Πολιτικό Ημερολόγιο 2017 που επιμελείται ο δημοσιογράφος Βαγγέλης Πλάκας. 

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Οι θιασώτες της όποιας «λύσης» – λύση νάναι κι ό,τι νάναι – επιμένουν ότι πρέπει οπωσδήποτε να γίνει «κάτι» τώρα και, ταυτοχρόνως, κινδυνολογούν, ισχυριζόμενοι ότι θα υπάρξουν αρνητικές συνέπειες για την Κυπριακή Δημοκρατία.

Αν θυμάμαι καλά το ίδιο ακριβώς έκαναν πριν 13 σχεδόν χρόνια με το Σχέδιο Ανάν...  Τώρα απλά ανακυκλώνονται!!Μας είπαν ήδη ότι αυτή θα είναι η μοναδική και τελευταία ευκαιρία, διότι δεν θα υπάρχουν σε λίγο καιρό πραγματικοί Τουρκοκύπριοι και ότι η Τουρκία θα ενσωματώσει τα κατεχόμενα. Επιπλέον, ήδη χαρακτήρισαν την εξέλιξη της κατάθεσης των χαρτών ως ιστορική!

Ας βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους!

Η συγκεκριμένη κίνηση, η όλη διάσκεψη ή η όποια συμφωνία προκύψει δεν είναι ιστορική. Ιστορικά είναι εκείνα τα γεγονότα που οδήγησαν την ανθρωπότητα ή τα έθνη να αλλάξουν τη μοίρα τους.  Τέτοιες είναι οι μεγάλες επαναστάσεις, οι ανακατονομές ισχύος στο διεθνές σύστημα, όπως αυτή του 1989· ή, αντιστοίχως, η ανεξαρτησία ή η καταστροφή των εθνών.  Στο πλαίσιο των Ελληνοτουρκικών σχέσεων θα μπορούσε να θεωρηθεί ιστορικές στιγμές το 1821, το 1912, το 1922, το 1960..

Η όποια «λύση» βρεθεί δεν μπορεί να είναι μοναδική.  Το Σχέδιο Ανάν είχε φθάσει τον αριθμό «5», ενώ έχουν υπάρξει ισάριθμα σχέδια που φέρουν το όνομα προηγούμενων ΓΓ του ΟΗΕ. Και δεν μπορεί να είναι μοναδική, αφού το όλο πνεύμα της στηρίζεται σε αρχές αντίθετες με τη λειτουργία της εσωτερικής και της διεθνούς πολιτικής.

Η όποια «λύση» προκύψει – αν προκύψει – προφανώς και δεν θα είναι η τελευταία. Η ιστορία εξελίσσεται επιβεβαιώνοντας το «τά πάντα ρεῖ» του Ηρακλείτου. Όμως στη ζωή των λαών ή των πολιτισμών ο χρόνος είναι διαφορετικός και δεν μετριέται με βάση τα μεγέθη της ζωής ενός ανθρώπου. Ρωτάω. Ήταν μεγάλη ή μικρή η διάρκεια της Ρωμαϊκής, της Βυζαντινής ή της Βρετανικής αυτοκρατορίας;  Ήταν πολλά τα 45 χρόνια που διήρκεσε η διαίρεση της Γερμανίας;  Ή, ήταν πολλά τα 400 ή τα 700 χρόνια που κατά περιοχές κράτησε ο οθωμανικός ζυγός στην Ελλάδα;

Απέναντι στην κινδυνολογία που καλλιεργείται χρειάζεται ψυχραιμία και νηφαλιότητα. Ας μην ξεχνάμε:

  1. Αντιμετωπίζουμε μία εισβολή και κατοχή και όχι ένα «πρόβλημα»!
  2. Η Κύπρος και μέλος είναι της ΕΕ και φιλίες εκτός αυτής διαθέτει.
  3. Κανένα κράτος της ΕΕ δεν μπορεί να αναγνωρίσει το ψευδοκράτος, έχοντας προηγουμένως επικυρώσει τη Συνθήκη προσχώρησης της Κ.Δ. στην ΕΕ.
  4. Θα θελήσει ο Σουλτάνος μετά τα δύο εξωτερικά και τα δύο εσωτερικά μέτωπα, και μετά την υποχώρηση της οικονομίας, να ανοίξει ένα ακόμη; Εκείνο μάλιστα με το μεγαλύτερο κόστος..;

 

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Για χρόνια η Κυπριακή Δημοκρατία προσπαθούσε να βρει απαντήσεις στο υπαρξιακό ζήτημα ασφαλείας της, το οποίο προκαλείται από την εγγύτητα της Τουρκίας και την παράνομη παρουσία των τουρκικών στρατευμάτων κατοχής στο έδαφός της. 

Τέτοιες απαντήσεις, πέρα από την παραδοσιακή υποστήριξη της Ελλάδας, βρέθηκαν σε δύο ακόμη χώρες, στην Αίγυπτο και κυρίως στο Ισραήλ. Με τις δύο χώρες, η Κυπριακή Δημοκρατία προχώρησε σε σειρά συμφωνιών, στον οικονομικό, πολιτικό, αλλά και στον τομέα της ασφάλειας. 

Οι εν λόγω συνεργασίες έχουν ισχυρές βάσεις αφού προέκυψαν χάρη σε σημαντικά κοινά συμφέροντα. Πρώτον, την παράλληλη ή συμπληρωματική εκμετάλλευση των πόρων της Μεσογείου, και, δεύτερον, την προβληματική σχέση των τριών κρατών με την Τουρκία. 

Η σημασία δε της συνεργασίας με το Ισραήλ φάνηκε ιδιαίτερα στα τέλη του 2011/ αρχές του 2012, όταν, κατά την περίοδο των τελικών ερευνών στην κυπριακή ΑΟΖ και της αναγγελίας των αποτελεσμάτων τους, στις απειλές της Τουρκίας εναντίον της Κύπρου, μέσω της παρουσίας στρατιωτικών δυνάμεων στην περιοχή των ερευνών, απάντησε με ανάλογες κινήσεις το Ισραήλ.

Οι συνεργασίες της Κύπρου με το Ισραήλ και την Αίγυπτο, οδήγησαν και στις συνεργασίες με την Ελλάδα. Έτσι, σήμερα πια, στη ΝΑ Μεσόγειο υπάρχουν δύο τριγωνικές συνεργασίες ασφαλείας, και οι δύο με βάση την Ελλάδα και την Κύπρο. Οι τριγωνικές αυτές συνεργασίες, που διαρκώς ενισχύονται και επεκτείνονται, φέρουν την Τουρκία σε δύσκολη θέση, καθώς είναι προφανές πως τα νερά της ΝΑ Μεσογείου δεν είναι και τόσο ήρεμα ή ανοιχτά για την ίδια.

Το ερώτημα που τίθεται και φαίνεται πως κανείς δεν έχει απαντήσει από την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι: τι θα γίνουν αυτές οι συνεργασίες; Στο θεσμικό επίπεδο, θα ισχύουν αν δεν υπάρχει τυπική συνέχεια της Κυπριακής Δημοκρατίας; Και στο ουσιαστικό, οι Τουρκοκύπριοι που θα συμμετέχουν στην Κυβέρνηση, θα συμβάλλουν με τον ίδιο τρόπο στην προώθηση των εν λόγω συνεργασιών;

Ή τελικά, με την «λύση» που διαπραγματεύεται ο Πρόεδρος Αναστασιάδης η Τουρκία και εγγυήτρια θα είναι, και στρατεύματα κατοχής θα διατηρήσει, και θα κερδίζει από τυχόν μεταφορά ενέργειας μέσω αυτής, αλλά και τις αμυντικές συνεργασίες που δημιουργούν μία ζώνη γύρω της θα διασπάσει.

Ας απαντήσει λοιπόν κάποιος! Ποιο θα είναι το μέλλον αυτών των συνεργασιών;

Δημοσιεύτηκε στο On.Alert.gr

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Πέμπτη, 29 Δεκέμβριος 2016 18:37

The Cyprus question: a critical test for the EU’s future

Up to now, 2016 has been a tough year for the EU. The refugee crisis, growing public discontent due to economic crisis and austerity, mounting populism, and BREXIT have put the European project in danger.  Recently, an unpredictable US President-elect has been added to the EU’s headaches, as nobody knows how the transatlantic partnership and the ‘West’ will look like under the Trump Administration. Amidst all this uncertainty one thing is for sure: the EU has to survive and for that reason to find its place in this new world and prove for what it stands. The negotiations over the Cyprus question are lying ahead as a crucial test; a test, which as all tests can be either an opportunity or one more slap in the face of the EU.

If the Cyprus question was a hard puzzle for the EU to solve in the past, now that it is connected with an erratic Turkish foreign policy and the turmoil in the Eastern Mediterranean, it is becoming a crucial issue on which the EU cannot be an observer; it needs to be proactive and have a clear position.  The EU’s stance towards the developments concerning the settlement of the Cyprus question is important for the process of the negotiations and their outcome, and also for the EU’s future. Whatever the EU is going to do or not to do, is going to send strong messages inside and outside Europe, to the world in general and to the Eastern Mediterranean in particular.

It has been consistently argued that there is a momentum for a solution, and also that this is the last chance for a peaceful settlement. The ‘last chance’ argument is strongly supported by Turkish Cypriots, namely that if a solution is not to be found this time, an annexation by Turkey constitutes a highly possible development. Despite the fact that such an argument is totally incompatible with the normative structure that underpins European and EU’s international relations for decades, it has gained much popularity; maybe not unjustifiably, if we consider the recent increase in Turkish unpredictability and authoritarian behavior. Therefore, the next few months are critical.

The EU should be prepared for the case of an agreement, as well as for the potential of the Cyprus question to remain unresolved and for the negotiations to be continued. In the case of settlement, the EU should safeguard that it will be viable and compatible with the EU Law. It should make clear that it would be unacceptable for Turkey to have any kind of influence or military presence to an EU’s member state. If the two parts won’t manage to reach an agreement, Turkish aggressiveness and the potential of a de facto solution will become an EU issue; Cyprus is an EU member state and it cannot be left alone.

In any case, if the EU accepts any solution other than the one reversing the consequences of the illegal invasion and occupation, then it will give a carte blanche to Vladimir Putin and any other leader with revisionist ambitions. In its recently drafted Global Strategy the EU states that “[W]e will not recognise Russia’s illegal annexation of Crimea nor accept the destabilisation of eastern Ukraine”. Will the EU accept any settlement that would legitimize the illegal invasion and occupation, and destabilize Cyprus, one of its smallest member-states? Moreover, it will give the opportunity to populists and anti-EU voices all across the continent to contend that for one more time the Union gives into Turkey’s demands.Nonetheless, it will show to other small states in the Central and Eastern Europe that if threatened by a more powerful neighbour, the EU is incapable of providing any help and support. All in all, for one more time in 2016, the EU’s influence and status will be decreasing.

In contrast, if the EU fights for a fair and viable solutionnot only as an issue of justice, but also, and most importantly, as a matter of order in the international system, then it is going to prove that values and interests can go hand in hand, and that there is a reason for which we need both pragmatism and idealism in international politics. It will restore its status and show why Europe and the world need the EU. In less than six months since the BREXIT referendum and the publication of the EU’s Global Strategy, the Cyprus question provides the best opportunity for the EU to prove that it not only talks the talk, but also it walks the walk!

First Published on NEW EUROPE

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Παρασκευή, 18 Νοέμβριος 2016 20:11

Πυραυλική απειλή εξ ανατολών...

Με αφορμή την σημερινή πληροφορία ότι οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις παρέλαβαν τους πρώτους πυραύλους μικρού βεληνεκούς τουρκικής κατασκευής, αναδημοσιεύω κείμενο-ανάλυσή μου τού 2002 σχετικό με το θέμα. Δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στην Απογευματινή, 22.06.2002, σ. 15

Τα τελευταία χρόνια, η ελληνική εξωτερική αλλά και η αμυντική πολιτική έναντι της Τουρκίας έχουν βασισθεί στην υπόθεση εργασίας ότι η συμπεριφορά τού στρατοκρατικού καθεστώτος της Τουρκίας έχει αλλάξει ή μπορεί να αλλάξει. Προσθέτουν μάλιστα ότι θα αλλάξει η Τουρκία λόγω της ευρωπαϊκής της πορείας (ωσάν αυτή η πορεία να είναι μονόδρομος...) και λόγω των τεράστιων οικονομικών προβλημάτων της.

Η εν λόγω υπόθεση εργασίας είναι, πρώτον, αντίθετη με τους από την εποχή του Θουκυδίδη διαπιστωμένους νόμους λειτουργίας του διεθνούς συστήματος: του ανταγωνισμού της ισχύος και της μεγιστοποίησης της ασφάλειας κάθε κράτους. Είναι, δεύτερον, μεθοδολογικά λανθασμένη, καθώς εκφράζει ένα ευνοϊκό για την Ελλάδα σενάριο, ενώ είναι γνωστό πως η εξωτερική και κυρίως η αμυντική πολιτική χαράσσονται με βάση το χειρότερο πιθανό ενδεχόμενο. Και, τρίτον, ακυρώνεται από την συμπεριφορά της Τουρκίας κατ' αυτήν την ίδια την περίοδο της περίφημης Ελληνοτουρκικής «φιλίας».

Η Τουρκία, λοιπόν, μετά από πενταετείς προσπάθειες να αποκτήσει τα μυστικά τής πυρηνικής ενέργειας με την κατασκευή στο Ακούγιου ενός εργοστασίου παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από πυρηνική, έκανε και το επόμενο βήμα: αποκτά βαλλιστικούς πυραύλους. Όπως πληροφορούμαστε, τον Δεκέμβριο του 2001 η Τουρκία δοκίμασε επιτυχώς έναν κινεζικής τεχνολογίας αλλά δικής της κατασκευής βαλλιστικό πύραυλο 150 χιλιομέτρων βεληνεκούς.

Το συγκεκριμένο γεγονός πρέπει να μας ανησυχεί λόγω των πολύ αρνητικών συνεπειών που θα έχει για την Ελλάδα η εντός ολίγου βέβαιη απόκτηση από την Τουρκία του συγκεκριμένου οπλικού συστήματος. Ας εξετάσουμε τα βραχυπρόθεσμα στρατιωτικά πλεονεκτήματα για την Τουρκία, με την υπόθεση εργασίας ότι το βεληνεκές των Τουρκικών πυραύλων θα περιορισθεί μόνο σε 150 χλμ. και θα φέρουν συμβατική γόμωση.

Η Τουρκία:
1. θα έχει στο έλεος των πυραύλων της ολόκληρη τη Θράκη, την πλειοψηφία των νησιών του Αιγαίου, αλλά και την Κύπρο.
2. θα διαθέτει ένα ασφαλές πρώτο χτύπημα, καθώς αποτελεσματική άμυνα εναντίον βαλλιστικών πυραύλων δεν υπάρχει.
3. θα διαθέτει το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού λόγω της μικρού χρόνου διάρκειας πτήσης των πυραύλων και, γενικότερα, την πρωτοβουλία των στρατιωτικών κινήσεων.

Στο διπλωματικό επίπεδο αυτό συνεπάγεται:
1. αύξηση διεθνώς του κύρους της Τουρκίας, καθώς θα επιχειρήσει να προβάλει την πυραυλική της ικανότητα ως πλεονέκτημα έναντι κάποιων γειτόνων της (π.χ., Ιράκ).
2. αύξηση της ισχύος της Τουρκίας έναντι της Ελλάδας και μεγαλύτερη αξιοπιστία στο Τουρκικό casus belli.
3. σημαντική βελτίωση των διαθεσίμων συντελεστών ισχύος σε περίοδο κρίσης ή σε διαπραγματεύσεις.

Η Ελλάδα από την πλευρά της θα πρέπει, λογικά πράττοντας, να εξισορροπήσει την Τουρκική απειλή:
1. αποκτώντας μία αντίστοιχη πυραυλική απειλή ή δημιουργώντας μία άλλη στρατιωτική απειλή ή αποκτώντας μεγάλο αριθμό αντιβαλλιστικών συστημάτων· σε κάθε περίπτωση δηλαδή, αυξάνοντας τις αμυντικές της δαπάνες.
2. αναθεωρώντας το αμυντικό της δόγμα και την από μέρους μας στοχοθέτηση των Τουρκικών δυνάμεων.
3. επανεξετάζοντας το θέμα του στρατηγικού της βάθους.
4. επιβάλλοντας διπλωματικό κόστος στην Τουρκία και ιδιαίτερα στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Όμως οι πλέον δυσάρεστες συνέπειες θα εμφανισθούν μεσοπρόθεσμα όταν, όπως αποδεικνύεται από την ιστορία όλων των πυραυλικών προγραμμάτων, το βεληνεκές των Τουρκικών πυραύλων θα διπλασιασθεί, θα τριπλασιασθεί, κ.ο.κ., και ολόκληρη η Ελλάδα θα καλύπτεται από την ακτίνα δράσης τους. Για να ολοκληρωθεί δε η εικόνα, ας σκεφθεί ο οιοσδήποτε τι μπορεί να συμβεί αν τελικά η Τουρκία καταφέρει (επιστημονικά και πολιτικά) να αποκτήσει έστω και μικρής ισχύος πυρηνικά όπλα, τα οποία θα τοποθετηθούν στους βαλλιστικούς της πυραύλους.

Η Τουρκία έχει συνεπώς διαβεί τον Ρουβίκωνα της πυραυλικής και της πυρηνικής τεχνολογίας. Σύντομα θα βρίσκεται ante portas. Υπάρχει ελάχιστος χρόνος για να αντιδράσουμε τόσο στο διπλωματικό όσο και στο επίπεδο των εξοπλισμών. Τούτο πρέπει να συνειδητοποιηθεί σε πείσμα της όποιας περιρρέουσας συβαριτικής νοοτροπίας και έχοντας στο νου τη διδαχή του Θουκυδίδη (Δ92) ότι «την ελευθερία του απέναντι στους γείτονες εξασφαλίζει κανείς μόνο αν είναι έτοιμος να αντισταθεί».

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Η πρώτη βεβαιότητα – μικρής σημασίας – είναι ότι οι δημοσκοπήσεις, παρά και την χρήση επιπλέον νέων τεχνολογιών, στην μεγάλη τους πλειονοψηφία έπεσαν έξω, τουλάχιστον στον αριθμό των εκλεκτόρων. Και αυτό γιατί οι ΗΠΑ είναι μία μεγάλη σε έκταση χώρα και η Αμερική των μέσων και μεσοδυτικών πολιτειών είναι αρκετά διαφορετική από εκείνη της ανατολικής ή της δυτικής ακτής, που συνήθως γνωρίζει ο μέσος Έλληνας ή Ευρωπαίος πολίτης.

Τούτο θα πρέπει να το λάβουν υπόψη τους και οι εγχώριοι σχολιαστές εκ των οποίων, οι περισσότεροι, χωρίς να έχουν πατήσει το πόδι τους στις ΗΠΑ, έσπευσαν και αναλύσεις να κάνουν και να προβλέψουν, αναπαράγοντας βασικά το αφήγημα των μεγάλων Μέσων Ενημέρωσης.

Ως προς την ουσία, το γιατί δηλαδή δεν κέρδισε η Κλίντον, μπορούμε να σκεφτούμε πως:

  • έχασε κάποιες πολιτείες του Βορρά, που είναι παραδοσιακά κάστρα των Δημοκρατικών, στις οποίες οι λευκοί ψηφοφόροι επλήγησαν από την αποβιομηχανοποίησή τους.
  • ενδεχομένως, σε κάποιες πολιτείες, όπως στη Φλώριδα, η λεγόμενη «ισπανική» ψήφος δεν ήταν τόσο συμπαγής, ίσως και λόγω αντίδρασης των Κουβανών εξόριστων στην πρόσφατη συμφωνία με την Κούβα.
  • οι ανακοινώσεις και οι έρευνες, ειδικά η τελευταία, του FBI την έβλαψαν ανεπανόρθωτα.

Η δεύτερη, η αβεβαιότητα, είναι ότι ξέρουμε πολύ λίγα για τον νέο Πρόεδρο, ο οποίος, ήδη, στον πρώτο του μετεκλογικό λόγο, τοποθετήθηκε με διαφορετικό ύφος και περιεχόμενο από ότι προεκλογικά. Στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, πέραν του φράχτη με το Μεξικό και του περιορισμού της μετανάστευσης, είχε δηλώσει ότι θα έχει καλύτερες σχέσεις με τη Ρωσία, ότι οι σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ θα πρέπει να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους, ενώ έχει ταχθεί και κατά της συμφωνίας των Παρισίων (2015) για το περιβάλλον.

Σε ό,τι αφορά εμάς και την Κύπρο, δεν φαίνεται να υπάρχει κάποια αλλαγή. Ο Τραμπ είχε συναντηθεί με τους Νετανιάχου και Μόρσι πριν τις εκλογές, και φαίνεται πως με αυτούς θα μιλήσει για την πολιτική του στη ΝΑ Μεσόγειο. Αν κρίνουμε δε από την στάση των Ρεπουμπλικανών στο Κογκρέσο, φαίνεται πως (και λόγω Νετανιάχου) η συμφωνία για τα πυρηνικά του Ιράν μπορεί να είναι βραχύβια.

Όσο για τους πανηγυρισμούς που ακούσθηκαν στην Άγκυρα, θεωρώ ότι βιάζονται..! Ξεχνώντας ότι ο Τραμπ αρνήθηκε να συναντήσει τον Ερντογάν στη Νέα Υόρκη, πιστεύουν ότι οι Ρεπουμπλικάνοι δεν θα υποστηρίζουν τους Κούρδους της Συρίας, ότι θα τους επιτραπεί να συμμετάσχουν στον διαμελισμό ή στην όποια συμφωνία για τη Συρία, και ότι θα τους παραδοθεί ο Γκιουλέν... Αν όμως τελικά η προσέγγιση ΗΠΑ-Ρωσίας πραγματοποιηθεί, τότε το ζήτημα της Συρίας θα λυθεί κατά το πώς θα κρίνει η «ισχυρή» Αμερική τα συμφέροντά της, σε συνδυασμό με εκείνα της Ρωσίας. Και σε κάθε περίπτωση, αν η νέα κυβέρνηση ακούσει κάποιους στην περιοχή θα είναι ο Νετανιάχου και ο Σίσι, που δεν είναι οι καλύτεροι φίλοι του Ερντογάν.

Τέλος, για όσους τυχόν ανησυχούν, υπάρχει μία ακόμη βεβαιότητα: ότι το αμερικανικό πολιτικό σύστημα είναι το κατ'εξοχήν σύστημα των θεσμικών αντίβαρων ("checks and balances"). Και με δεδομένες τις προεκλογικές συγκρούσεις επιφανών μελών του με τον Τραμπ, ίσως το ρεπουμπλικανικό Κονγκρέσο να μην είναι και τόσο πρόθυμο απέναντι στο νέο Πρόεδρο ή φιλικό στις πολιτικές του.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Απόψε θα εξετάσω δύο θέματα: πρώτον, γιατί έγινε ο πόλεμος, υπό τη μορφή της ιταλικής επίθεσης, και, δεύτερον,. γιατί νίκησαν οι Έλληνες.

Σε αυτά θα απαντήσω χρησιμοποιώντας ως βάση και εργαλείο τις θεωρίες της επιστήμης των Διεθνών Σχέσεων.

Ωστόσο, ένας πανηγυρικός, όσο επιστημονικός και αν επιδιώκει να είναι, δεν μπορεί να είναι συναισθηματικά και ιδεολογικά ουδέτερος, αφού είναι ταυτόχρονα "επιτάφιος" και λόγος πολιτικός, ο οποίος επιτελεί κοινωνικές και πολιτικές λειτουργίες. Όσοι έχουν διαβάσει τον «Επιτάφιο», θα πρέπει να έχουν εύκολα καταλήξει σε αυτήν την παρατήρηση.

Ταυτόχρονα, θα έχουν αντιληφθεί ότι η σημερινή τελετή είναι μία συνήθεια είκοσι πέντε και πλέον αιώνων, που είναι φυσικό να τηρείται, καθώς τα θεμέλιά μας ως λαού βρίσκονται πολύ βαθιά στο χρόνο. Όπως γράφει ο ποιητής:

"Τα θεμέλιά μου στα βουνά
και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους
και πάνω τους η μνήμη καίει άκαυτη βάτος.
Μνήμη του λαού μου σε λένε Πίνδο και σε λένε Άθω".

Κι όσοι έχουν αυτήν τη μνήμη, τη μνήμη του λαού μας, ίσως να τη νιώθουν μέσα τους να λέει:

"Εντολή σου, ..., αυτός ο κόσμος
και γραμμένος μες στα σπλάχνα σου είναι
Διάβασε και προσπάθησε και πολέμησε"...
"Ο καθείς και τα όπλα του".

Σήμερα θα ασχοληθώ με τον πόλεμο, με το έπος του '40, και φυσικά με τα όπλα. Αλλά τα δικά μου όπλα για να ανταπεξέλθω στην τιμή και το βάρος του πανηγυρικού είναι τα γράμματα, η επιστήμη. Αυτά θεραπεύω.

Ξεκινώ λοιπόν να απαντήσω στα δύο ερωτήματα, πρώτον, γιατί έγινε ο πόλεμος, και, δεύτερον, γιατί νίκησαν οι Έλληνες, με εργαλεία τις θεωρίες των Διεθνών Σχέσεων.
Α. Τα αίτια του πολέμου
Οι θεωρίες περί πολέμου (που εξηγούν γιατί γίνεται πόλεμος) αναπτύχθηκαν από την επιστήμη των Διεθνών Σχέσεων στη βάση τριών ρευμάτων σκέψης ή θεωρήσεων ή παραδειγμάτων: τον ρεαλισμό (κλασσικό και νεορεαλισμό), τον πλουραλισμό και τον μαρξισμό.

Η πρώτη στη βάση του ρεαλισμού θεωρία ερμηνεύει τον πόλεμο ως αποτέλεσμα του ανταγωνισμού της ισχύος. Η άποψη αυτή μπορεί να ερμηνεύσει εν μέρει τη γενικότερη σύρραξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου (τη σύγκρουση μεταξύ Γερμανίας, αφενός, και Γαλλίας και Ηνωμένου Βασιλείου, αφετέρου), όμως δεν ερμηνεύει σίγουρα την ιταλική επίθεση εναντίον της Ελλάδας, καθώς δεν υπήρχε ανταγωνισμός μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας.

Η ίδια η θεωρία, σε βελτιωμένη μορφή, προβλέπει τον πόλεμο για τη διατήρηση της ισορροπίας της ισχύος. Σε αυτήν την εκδοχή της η θεωρία μπορεί να ερμηνεύσει τη συμπεριφορά της Ιταλίας, καθώς στην εξέλιξη του πολέμου, η Ελλάδα βρισκόταν όλο και πιο κοντά στην Αγγλία, και μία πιθανή έξοδός της στον πόλεμο υπέρ αυτής, θα σήμαινε αλλαγή των ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο.

Μία δεύτερη θεωρία υποστηρίζει ότι ο πόλεμος είναι αποτέλεσμα των αυξητικών, επεκτατικών ή ιμπεριαλιστικών τάσεων των κρατών. Στην πιο εξελιγμένη της μορφή η θεωρία αναφέρεται στις επεκτατικές τάσεις και στους πολέμους που διεξάγουν οι ήδη υπάρχουσες μεγάλες δυνάμεις ή οι αναθεωρητικές δυνάμεις. Βεβαίως είτε με την πρώτη, είτε, κυρίως, με τις άλλες της μορφές, η εν λόγω θεωρία μπορεί να εξηγήσει εν μέρει την ιταλική εναντίον της Ελλάδας επίθεση. Η Ιταλία ήταν ήδη μία μεγάλη και αναθεωρητική δύναμη, η οποία είχε ήδη δείξει ιμπεριαλιστικές και αναθεωρητικές διαθέσεις, π.χ., στην Αβησσυνία και στη Λιβύη.

Η τρίτη θεωρία, και αυτή του ρεαλισμού, αναφέρεται στο διεθνές σύστημα και αντιλαμβάνεται τον πόλεμο ως απόρροια της δομής, της κατανομής και των συσχετισμών ισχύος δηλαδή, στο διεθνές σύστημα. Η εν λόγω θεωρία εμφανίζεται κατά την άποψή μου να εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τόσο τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο όσο και την επίθεση της Ιταλίας εναντίον της Ελλάδας.

Το διεθνές σύστημα το οποίο δημιουργήθηκε μετά τον Α' παγκόσμιο πόλεμο ήταν ασταθές, καθώς ούτε κάποια ή κάποιες μεγάλες δυνάμεις ικανές να το στηρίξουν και να το σταθεροποιήσουν υπήρχαν, ούτε, βέβαια, το συλλογικό σύστημα ασφαλείας της Κοινωνίας των Εθνών ήταν αποτελεσματικό. Πόσο μάλλον που οι ρυθμίσεις των Συνθηκών Ειρήνης δημιουργούσαν όλες τις προϋποθέσεις ώστε η Γερμανία και η Ιταλία να επιχειρήσουν να ανατρέψουν την αγγλο-γαλλική τάξη πραγμάτων. Είναι γνωστή η άποψη ότι ο Λόϋντ Τζορτζ και ο Κλεμανσό έσπειραν τους σπόρους του Β' παγκοσμίου πολέμου.

Η επίθεση της Ιταλίας εναντίον της Ελλάδας οφείλεται λοιπόν στην πόλωση που είχε επέλθει στο ευρωπαϊκό σύστημα κρατών και στην εξ αυτής προσχώρηση της Ελλάδας στον έναν από τους δύο σχηματισμούς. Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο πόλεμος επεκτάθηκε συστημικά. Δηλαδή, μετά την αποτυχία της ναζιστικής Γερμανίας στη Μάχη της Αγγλίας, αυτή αποφάσισε να αναπτύξει μία περιφερειακή στρατηγική και να χτυπήσει την Αγγλία στην περιφέρεια. Στην περιφέρεια βρισκόταν και η Ελλάδα, άρρηκτα συνδεδεμένη με την Ανατολική Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή και τη Βόρειο Αφρική, περιοχές αγγλικών συμφερόντων. Η περιφέρεια αυτή ήταν ταυτόχρονα, ακόμη πριν από τον πόλεμο, περιοχή αρμοδιότητας της Ιταλίας, η οποία ανέλαβε να διεκπεραιώσει την αποστολή.

Στην τέταρτη θέση θα χρησιμοποιήσω τις πλουραλιστικής έμπνευσης θεωρίες της απόφασης, οι οποίες συχνά ερμηνεύουν την έκρηξη του πολέμου. Η αξία τους έγκειται - κατά την εκτίμησή μου - στο να ερμηνεύουν κυρίως τα αίτια που επιτάχυναν ή που δεν απέτρεψαν τον πόλεμο, καθώς και τα αίτια της λανθασμένης έναρξης ή και διεξαγωγής ενός πολέμου.

Μεταξύ αυτών, οι θεωρίες περί παρανόησης υποστηρίζουν ότι πόλεμοι προκύπτουν από λανθασμένες συνεννοήσεις ή από κακές εκτιμήσεις. Τα ιστορικά δεδομένα μπορούν πράγματι να στηρίξουν την κακή εκτίμηση από πλευράς Ιταλών επιτελών και πολιτικών ως προς το βαθμό αντίστασης της Ελλάδας. Η κακή αυτή εκτίμηση μπορεί να επιτάχυνε ή να μην απέτρεψε την ιταλική επίθεση, είναι δύσκολο να υποστηριχθεί όμως ότι βρίσκεται στη ρίζα της ιταλικής επιθετικής συμπεριφοράς.

Παράλληλα, μπορεί κάποιος να σταθεί και στις ψυχολογικές θεωρίες για την απόφαση, ειδικά ως προς τον αυταρχισμό και την επιθετικότητα των ηγετών του Άξονα, που οφείλονται στην ψυχολογική προσωπικότητα και τα σύνδρομά τους. Η εν λόγω προσέγγιση μπορεί να είναι χρήσιμη στην ερμηνεία της συμπεριφοράς και των αποφάσεων του Χίτλερ και του Μουσολίνι, τόσο ως προς τη διεξαγωγή του Β' παγκοσμίου πολέμου, όσο και των επιμέρους μαχών, όπως της επίθεσης κατά της Ελλάδας. Υπάρχουν πολλά γεγονότα που τεκμηριώνουν την βίαιη και αλαζονική συμπεριφορά των δύο ηγετών, η οποία δεν μπορεί να εξηγηθεί με άλλες θεωρίες παρά μόνο ψυχολογικές. Σε αυτές μπορεί να ενταχθεί και η άποψη ότι ο Μουσολίνι αποφάσισε να δραστηριοποιηθεί στην Ελλάδα για να μην υστερεί σε επιτυχίες έναντι του Χίτλερ, αλλά και επειδή ο Χίτλερ πήρε πρωτοβουλίες στο θέατρο του πολέμου χωρίς προηγουμένως να συνεννοηθεί με τον Μουσολίνι.

Αντίστροφα, με αυτές μπορεί να εξηγηθεί εν μέρει και η συμπεριφορά του Μεταξά, ο οποίος, πέρα από τα καθεστωτικά συμφέροντα εξουσίας και αντίληψης περί κατανομής ισχύος που είχε στην Αγγλία, κινήθηκε και στη βάση ενός δικού του κώδικα τιμής, ο οποίος οδήγησε στην απόρριψη των ιταλικών αιτημάτων.

Η πέμπτη θεωρητική προσέγγιση ερμηνεύει σημαντικά τη συμπεριφορά της Γερμανίας και της Ιταλίας στον Β' παγκόσμιο πόλεμο. Πρόκειται την άποψη που διασυνδέει τον πόλεμο με τη μορφή του πολιτεύματος μίας χώρας: τα αυταρχικά και τα ολοκληρωτικά καθεστώτα κάνουν πόλεμο.

Η εν λόγω ερμηνεία βρίσκει ένα σημαντικό όγκο δεδομένων που την στηρίζουν. Ειδικότερα στην περίπτωση της Ιταλίας, ο πόλεμος είχε μετατραπεί σε επίσημη ιδεολογία του κράτους. Ο φασισμός είχε καλλιεργήσει ουσιαστικά μία λατρεία του πολέμου στη βάση ενός περίεργου αμαλγάματος θεωριών, όπως του κοινωνικού δαρβινισμού, περί επικρατήσεως του ισχυρότερου, της θεωρίας του Μάλθους περί μειώσεως των πόρων που μπορούν να συντηρήσουν την ανθρωπότητα (η οποία εξ αυτού θα οδηγηθεί σε σύγκρουση), και απόψεων περί κοινωνικής και πολιτικής ανισότητας, οι οποίες στις διεθνείς σχέσεις έβρισκαν εφαρμογή στην ανωτερότητα των Ιταλών έναντι των υπολοίπων. Οι ιταλοί φασίστες που θεωρούσαν τον πόλεμο ως κάτι το ευγενές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι αυτός ήταν αναπόφευκτος και, συνεπώς, ήταν σκόπιμο αυτοί να αναλάβουν το πλεονέκτημα της πρωτοβουλίας. Η επίθεση και εναντίον της Ελλάδας ήταν ένα λογικό επακόλουθο.

Τέλος, υπάρχει και η μαρξιστική-λενινιστική θεωρία περί ιμπεριαλισμού, κατά την οποία ο πόλεμος είναι αποτέλεσμα του ανταγωνισμού των καπιταλιστών και του ελέγχου ή της κατάκτησης νέων αγορών. Μόνο αν δεχθούμε τις δογματικές προϋποθέσεις της θεωρίας, ότι ο ιμπεριαλισμός είναι το ανώτατο στάδιο εξέλιξης του καπιταλισμού και ότι η Γερμανία και η Ιταλία βρισκόταν σε τέτοιο στάδιο, τότε μόνο μπορούμε να καταλήξουμε στο ότι η ιταλική επίθεση εναντίον της Ελλάδας ήταν μοιραία. Επιπλέον, είναι δύσκολο να τεκμηριώσουμε με στοιχεία ότι η Ελλάδα αποτελούσε ενδιαφέρουσα αγορά για την Ιταλία. Ο μόνος τρόπος για να ευσταθήσει εν μέρει η παραπάνω θεωρία, είναι να υποστηριχθεί ότι η Ελλάδα βρισκόταν στο δρόμο προς τη Μέση Ανατολή, στο δρόμο προς τα πετρέλαια.

Συνεπώς, ο πόλεμος ήτα αποτέλεσμα του ανταγωνισμού και της κατανομής ισχύος μεταξύ ολοκληρωτικών και άλλων κρατών στο διεθνές σύστημα της εποχής, καθώς και λανθασμένων, προσωπικών υπολογισμών της ιταλικής ηγεσίας.

Θα περάσω τώρα στα

Β. Τα αίτια της νίκης
Δεν υπάρχει μία θεωρία περί διεξαγωγής του πολέμου η οποία να κρίνει το γιατί η μία πλευρά ή η άλλη νίκησε σε έναν πόλεμο. Σε κάθε περίπτωση όμως, η ελληνική νίκη είναι δυσεξήγητη και τούτο διότι η πλειοψηφία των συντελεστών ισχύος απουσίαζαν από την Ελλάδα.

Η Ελλάδα ήταν μία χώρα μικρότερη, φτωχότερη και ασθενέστερη από την Ιταλία. Επιπλέον παρουσίαζε τα εξής μειονεκτήματα:

1. Ένα πολιτικό καθεστώς το οποίο ποτέ δεν απέκτησε νομιμοποίηση ή ιδιαίτερη απήχηση στη λαϊκή μάζα. Επιπλέον, όσο πλησίαζε η στιγμή του πολέμου, τόσο και τα αίτια της λαϊκής δυσαρέσκειας αυξανόταν. Το καθεστώς λόγω των συμμαχικών του επιλογών είχε χάσει την αγορά της Γερμανίας, χωρίς να μπορέσει να την αντικαταστήσει με την Αγγλική, ενώ ταυτόχρονα το ιταλικό ναυτικό συνέβαλε στο να δυσκολέψει το εμπόριο και να διαφανούν οι πρώτες ελλείψεις αγαθών στην αγορά.

2. Οι ένοπλες δυνάμεις της χώρας ήταν αδύναμες και με εξαίρεση το ορεινό πυροβολικό - το οποίο απεδείχθη ιδιαιτέρως χρήσιμο - δεν διέθεταν σύγχρονο εξοπλισμό. Το ναυτικό ήταν πεπαλαιωμένο και μικρό, ενώ η αεροπορία, συγκριτικά, ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Το πρόβλημα της αεροπορίας επιτεινόταν περισσότερο από το ότι, η Ελλάδα δεν διέθετε αεροδρόμια και αντιαεροπορική άμυνα, που θα επέτρεπαν την ανάπτυξη ξένων αεροπορικών ενισχύσεων, όπως λ.χ. αγγλικών.

3. Ο κύριος όγκος των ενόπλων δυνάμεων βρισκόταν στα βόρεια και ανατολικά, καθώς ως υπ'αριθμόν ένα κίνδυνος για την εθνική ασφάλεια θεωρούνταν η Βουλγαρία. Όσες επενδύσεις για οχυρωματικά έργα είχαν γίνει, αυτές αφορούσαν οχυρωματικά έργα στα σύνορα με αυτήν. Τέλος, όλα τα επιτελικά σχέδια ήταν και αυτά προσανατολισμένα προς μία επίθεση από την ίδια χώρα. Έπρεπε η Ιταλία να καταλάβει την Αλβανία, για να τροποποιηθούν τα επιτελικά σχέδια και να μεταφερθούν κάποιες λίγες δυνάμεις στα βορειοδυτικά.

Τα σχέδια του Γενικού Επιτελείου ήταν κατά βάση αμυντικά. Ως στόχο είχαν, με λίγες δυνάμεις, να μπορέσουν να επιβραδύνουν, έστω και υποχωρώντας, την πιθανή ιταλική επίθεση μέχρι που να φθάσουν οι υπόλοιπες εξ εφέδρων δυνάμεις.

4. Η Ελλάδα, παρά τις διαρκείς προκλήσεις από του Ιταλούς και παρά την επαναλαμβανόμενη εκδήλωση της πίστης της προς την Αγγλία, δεν έλαβε την αναμενόμενη στρατιωτική πολεμική βοήθεια. Και τούτο διότι, όπως τεκμηριώνεται από ιστορικούς, η Αγγλία, αρχικά, δεν επιθυμούσε την έξοδο της Ελλάδας στον πόλεμο και τη δημιουργία ενός βαλκανικού μετώπου, και για αυτόν το λόγο απέφευγε να προκαλέσει την Ιταλία. Η αγγλική πολεμική βοήθεια στην Ελλάδα άρχισε να φθάνει από το Δεκέμβριο του 1940 και μετά.

Ωστόσο, η Ελλάδα παρουσίαζε και κάποια πλεονεκτήματα:

1. Ο πόλεμος για τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις ήταν αρχικά αμυντικός. Αν λάβει κανείς υπόψη ότι οι ελληνικές δυνάμεις αμύνονταν μέσα στο ίδιο το έδαφός τους και είχαν έναν σημαντικό λόγο να το πράξουν όσο το δυνατόν πιο αποτελεσματικά, τότε σαφώς αυτό συνιστά ένα σημαντικό πλεονέκτημα έναντι των Ιταλών.

2. Το θέατρο των επιχειρήσεων τοποθετούνταν σε εξαιρετικά δύσκολο και δύσβατο έδαφος. Τούτο επίσης έδινε ένα σημαντικό πλεονέκτημα στις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις, υπό την έννοια ότι οι Ιταλοί δεν μπορούσαν να αναπτύξουν πλήρως τις δικές τους, οι οποίες ήταν πολυπληθέστερες. Σε ένα δύσβατο, ορεινό έδαφος, που δεν επιτρέπει μεγάλες κινήσεις όγκου στρατευμάτων, ο πόλεμος, έστω και μεταξύ επισήμων συμβατικών τακτικών δυνάμεων, μετατρέπεται σε ένα είδος ανταρτοπολέμου.

3. Υποστηρίζεται ότι ο εξ εφέδρων ελληνικός στρατός δεν ήταν άπειρος, αλλά ήταν εμπειροπόλεμος. Αυτή είναι μία παράμετρος που θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη, ότι δηλαδή ο τελευταίος πόλεμος για τους Έλληνες τέλειωσε το 1922, δηλαδή μόλις 18 χρόνια πριν, και πολλοί από αυτούς που βρέθηκαν στο μέτωπο της Αλβανίας είχαν εμπειρία πολέμου.

4. Σημαντικό ρόλο έπαιξε καθόλη τη διάρκεια των επιχειρήσεων ο φιλικός προς την Ελλάδα πληθυσμός της περιοχής. Η σημασία του φιλικού προς τη μία πλευρά πληθυσμού εξαίρεται από θεωρητικούς τόσο του πολέμου, όσο και του ανταρτοπολέμου, ρεαλιστές, φιλελεύθερους και μαρξιστές. Ίσως, για μία ακόμη φορά, πρέπει να αποταθεί φόρος τιμής προς τη γυναίκα της Βορείου Ηπείρου που κυριολεκτικά σήκωσε στην πλάτη της το βάρος του πολέμου.

5. Όταν τα πιο σημαντικά μετρήσιμα δεδομένα είναι κατά, και τα πλεονεκτήματα είναι λίγα, τότε είναι κανείς αναγκασμένος να στηριχθεί σε παραμέτρους οι οποίες δύσκολα ποσοτικοποιούνται. Είναι βέβαιο ότι οι καλυμμένες ιταλικές προκλήσεις καθ'όλη τη διάρκεια του 1940, καθώς και οι ταυτόχρονοι με την επίθεση στην Ήπειρο βομβαρδισμοί του άμαχου πληθυσμού (π.χ., Πάτρα, Κέρκυρα, Αθήνα, Θεσσαλονίκη) εξόργισαν τους Έλληνες και ενίσχυσαν το πάθος των ανδρών στο μέτωπο.

Συνεπώς, αν υπάρχει μία κυρίαρχη εξήγηση για τη νίκη της Ελλάδας έναντι της φασιστικής Ιταλίας σε αυτόν τον περιορισμένης διάρκειας πόλεμο - 160 ημέρες μέχρι την 5η Μαίου 1941 - αυτή είναι το αγωνιστικό φρόνημα και διάθεση των Ελλήνων πολεμιστών στο μέτωπο, αλλά και ολόκληρου του Ελληνικού λαού.

Τούτο αποδεικνύεται με στοιχεία. Οι ελληνικές δυνάμεις σε αριθμό μεραρχιών (και φυσικά στο σύνολο) ήταν καθόλη τη διάρκεια του πολέμου και λιγότερες, και κάθε μεραρχία διέθετε κατά 60% μικρότερη ισχύ από τις αντίστοιχες ιταλικές. Επιπλέον, συγκριτικά με άλλες πέντε συμμαχικές χώρες (Γαλλία, Βέλγιο, Ολλανδία, Πολωνία, και Γιουγκοσλαβία), η Ελλάδα, και αναλογικά με τον πληθυσμό της, αντιστάθηκε διπλάσιο χρόνο από όσο αντιστάθηκαν μαζί όλα τα κράτη, ενώ και απασχόλησε διπλάσιο αριθμό αντιπάλων μεραρχιών από όσο όλα μαζί τα υπόλοιπα κράτη.

Τα γεγονότα του έπους του '40 ή του έπους της Αλβανίας, όπως είναι έχουν γίνει πλέον μύθος. Αν ήθελα απλά να σας περιγράψω τα γεγονότα, θα το έκανα με τους στίχους ενός άγνωστου σε εσάς ποιητή:

«... πριν από χρόνια μια νύχτα σαν κι αυτή
βρήκαν να μας κηρύξουν τον πόλεμο οι Ιταλοί...
Χτύπησαν για να μας τρομάξουν
για να τους πούμε να διαβούν ....
Μα λάθος λογαριάσαν ....
γιατί σαν τα άγρια θηρία
ορμήσαν της Ελλάδας τα παιδιά
και ΟΧΙ βροντοφωνήσαν ΟΧΙ
δεν θα περάσουν των φρατέλων τα φτερά.
... ...... ......
Και γράψανε και είπαν τότε το ΤΑΣ, το Μπι Μπι Σι,
πως «οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες» κι άλλα πολλά,
πως η Ελλάδα όταν τελειώσει ο πόλεμος πρέπει να δικαιωθεί
και η θυσία των παιδιών της να αναγνωρισθεί».

Πράγματι το έπος του '40 έμεινε στην Ιστορία ως μία κορυφαία και μοναδική εκείνη τη στιγμή πράξη αντίστασης ενάντια στην λαίλαπα του φασισμού και του ναζισμού. Ακολούθησαν και άλλες θυσίες, στην διάρκεια της κατοχής και της απελευθέρωσης, στην Ελλάδα, στη Μέση Ανατολή, στην Ιταλία.

Ωστόσο, η διαχρονική μας ασθένεια, αυτή του διχασμού, που τόσες φορές εμφανίστηκε σε κρίσιμες στιγμές της Ιστορίας μας, δεν επέτρεψε στην Ελλάδα να διεκδικήσει τα δίκαια αιτήματα των Ελλήνων, σχετικά με την Βόρειο Ήπειρο και την εξώτερη Μακεδονία, που είχαν απελευθερωθεί το 40-41, καθώς και την Κύπρο..

Αν κάτι πρέπει να μας μείνει είναι τα αίτια του πολέμου, των οποίων η αποφυγή, μας εγγυάται την Ειρήνη. Είναι επίσης το βασικό αίτιο της νίκης, η ενότητα και η αυτοθυσία των Ελλήνων. Είναι ακόμη περισσότερο η μάστιγα του διχασμού που οδήγησε στην ακύρωση όλων των θυσιών και ήρθε να αμαυρώσει την εποποιία του '40 και του Β' ΠΠ.

Θα μπορούσα κλείνοντας να θυμηθώ το πώς καυτηριάζει ο Διονύσιος Σολωμός στον Εθνικό μας Ύμνο, στροφές 144-147, τη διχόνοια. Όμως θα προτιμήσω τον Θουκυδίδη και την «λελογισμένη σωφροσύνη» που μας προτείνει διά στόματος Αρχιδάμου:

«εξ αιτίας της μόνοι εμείς και στις ευτυχίες δεν είμαστε αλαζόνες και στις συμφορές λιγότερο από άλλους υποχωρούμε· εάν κάποιος προσπαθεί με επαίνους να μας εξωθήσει σε κινδύνους αντίθετα στη γνώμη μας, δεν παρασυρόμαστε από την γοητεία των λόγων του· και αν κάποιος επιχειρεί να μας εξωθήσει με μομφές, ούτε οργιζόμαστε, ούτε μεταβάλλουμε για αυτό γνώμη».

Με αυτήν την άποψη ως μέτρο ας σταθμίσουμε το παρελθόν μας και κυρίως ας κινηθούμε στο μέλλον.

*Πανηγυρικός λόγος στην εκδήλωση της Εταιρίας Μακεδονικών Σπουδών για την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου. 

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Ομιλίες
Σελίδα 1 από 13
You are here Προβολή άρθρων ανα tag: Κουσκουβέλης