Wednesday, Jan 23rd

Last update10:36:22 AM GMT

Σάββατο, 05 Μάρτιος 2016 17:45

Το παιχνίδι της Τουρκίας

Γιατί όλοι αιφνιδιάζονται με τα προβλήματα που δημιουργεί η Τουρκία στην αντιμετώπιση του προσφυγικού και με τη συμπεριφορά της έναντι των συμμάχων της; Τι περίμεναν; Ότι επειδή έκαναν μία συμφωνία, η Τουρκία θα την τηρούσε χωρίς να προσπαθήσει να μεγιστοποιήσει σε επιμέρους ζητήματα και χωρίς να προσπαθήσει να χρησιμοποιήσει το προσφυγικό για τον κεντρικό της στόχο; Ή ότι επειδή βρίσκονται οι σύμμαχοι στο Αιγαίο και υπάρχουν ελληνο-τουρκικές συναντήσεις σε υψηλό επίπεδο θα σταματούσαν οι παραβιάσεις του εθνικούς μας εναέριου χώρου;

Η Τουρκία εξαρχής παίζει ένα πολιτικό «παιχνίδι» με τους πρόσφυγες και με όλους τους συμμάχους της, τους οποίους, με πρώτες τις Η.Π.Α., και καταγγέλλει επειδή δεν της κάνουν την χάρη στη Συρία έναντι των Κούρδων. Έτσι, αφού δεν μπόρεσε να τους εγκαταστήσει στα νότια σύνορά της για να δημιουργήσει την περίφημη ουδέτερη ζώνη και να αποτρέψει τον έλεγχο της περιοχής από τους Κούρδους τής Συρίας, αποφάσισε να τους χρησιμοποιήσει για να πιέσει τους Ευρωπαίους, δημιουργώντας ταυτοχρόνως προβλήματα στην Ελλάδα.

Είναι απορίας άξιο γιατί δεν υπάρχουν πρόσφυγες οι οποίοι να προσπαθούν να περάσουν μέσω των χερσαίων συνόρων Ελλάδας ή Βουλγαρίας, στα σύνορα της οποίας, σημειωτέον, δεν υπάρχει φράχτης. Προφανώς, κάποιος τους σταματάει. Ποιος άλλος μπορεί να είναι αυτός εκτός από το τουρκικό κράτος;

Είναι επίσης απορίας άξιο το πώς ένα αστυνομοκρατούμενο κράτος, που συλλαμβάνει πολίτες κάθε ηλικίας επειδή ασκούν δημοσίως κριτική στον Ερντογάν, δεν μπορεί να συλλάβει τους διακινητές, να σταματήσει την πώληση λέμβων και ελαττωματικών σωσιβίων και οι άνθρωποι να πνίγονται κατά εκατοντάδες στο Αιγαίο. Ποιος δεν τους σταματάει; Προφανώς το τουρκικό κράτος!

Η Τουρκία πήρε από την ΕΕ μία συμφωνία την οποία δεν εφαρμόζει και σε μεγάλο βαθμό δεν θα το κάνει ούτε στο μέλλον, παρά την αισιοδοξία που φαίνεται να αναπτύσσεται στις Βρυξέλλες μετά την επίσκεψη Τουσκ στην Τουρκία. Και τούτο διότι ο τελικός της σκοπός είναι να χρησιμοποιεί και το προσφυγικό για την προώθηση των σκοπών της στη Συρία ή, ακριβέστερα, για να περισώσει ότι μπορεί από την τραγικά αποτυχημένη και αιματοβαμμένη ανάμειξή της στη Συρία.

Η Τουρκία έχει φθάσει στο σημείο να εμπαίζει ακόμη και το ΝΑΤΟ, πολύ δε περισσότερο την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το μόνο που απομένει – σε εμάς και σε εκείνους από τους εταίρους μας που τυχόν ενδιαφέρονται ειλικρινά – είναι να έρθει πλέον το προσφυγικό στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, στο οποίο η Τουρκία όχι μόνο δεν έχει πια καλούς φίλους, αλλά έχει και αντιπάλους... Μόνο εκεί μπορεί να «σπάσει» η διασύνδεση που επιχειρεί μεταξύ προσφυγικού και διευθετήσεων στη Συρία.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στις 05.03.2016 στο OnAlert.gr

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Η διαχείριση της προηγούμενης κρίσης δεν τελειώνει παρά μόνο με τη διαχείριση της επόμενης.Οι βασικοί λόγοι είναι τρεις.

Πρώτον, όπως στη ζωή των ανθρώπων, έτσι, πολύ περισσότερο, στη ζωή των κρατών, είναι βέβαιο ότι θα υπάρξει η επόμενη κρίση. Δεύτερον, όλες οι κρίσεις έχουν κάποια κοινά χαρακτηριστικά: πρόκειται για ξαφνικά γεγονότα, εξελίσσονται ταχύτατα, απειλούν συμφέροντα μεγάλης σημασίας, η πιθανότητα σύγκρουσης ή υψηλού κόστους είναι μεγάλη και απαιτούν δύσκολες αποφάσεις σε εξαιρετικά περιορισμένο χρόνο. Τρίτον, πέρα από την κατάσταση πραγμάτων που μπορεί να διαμόρφωσε η προηγούμενη κρίση, η εμπειρία διαχείρισής της και η μελέτη των λαθών συνιστά το κυρίαρχο μέσο στην προετοιμασία για τη διαχείριση της επομένης.

Με την παραπάνω λογική η διαχείριση της κρίσης των Υμίων δεν έληξε! Θα έπρεπε να συνεχίζεται και σήμερα υπό την έννοια της προετοιμασίας μας για τη διαχείριση της επομένης. Ασφαλώς ο βαθμός ή οι λεπτομέρειες της όποιας προετοιμασίας δεν είναι γνωστά και ούτε πρέπει να είναι. Είναι όμως απολύτως βέβαιο ότι η προετοιμασία είναι ο μέγιστος παράγων στη διαχείριση της όποιας κρίσης.

Αυτή είναι η κατασταλαγμένη γνώση αιώνων. Πηγάζει από τον Θουκυδίδη, ο οποίος, διά στόματος Αρχιδάμου, ανδρός «συνετού και σώφρονα» (1.79), μας προσκαλεί:

«ας ετοιμαζόμαστε πραγματικά σαν να είχαμε πάντα να αντιμετωπίσουμε αντιπάλους που σκέφτονται ορθά· και δεν πρέπει να στηρίζουμε τις ελπίδες μας στα λάθη που θα κάνουν εκείνοι, αλλά στη προνοητικότητα για την δική μας ασφάλεια. .. κράτιστος είναι όποιος εκπαιδεύεται για τις μεγάλες ανάγκες» (1.84.4).

Ποια πρέπει να είναι η δική μας προετοιμασία; Είναι προφανής, αν θυμηθούμε τα βασικά αίτια της αποτυχίας των Υμίων: ελάχιστη γνώση εκ μέρους σημαντικών τμημάτων της πολιτικής ηγεσίας ακόμη και της έννοιας της διαχείρισης κρίσεων, έλλειψη στρατηγικής (υπό την έννοια της ανυπαρξίας στόχων), έλλειψη συντονισμού μεταξύ πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας, αλλά και μεταξύ των δυνάμεών μας.

Το στάδιο και το επίπεδο της προετοιμασίας μας δεν είναι γνωστά. Είναι όμως γνωστό ότι τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων έχουν εξοικειωθεί με την έννοια και τις αρχές της διαχείρισης κρίσεων μέσα από την εκπαιδευτική διαδικασία, στην οποία και εγώ είχα την ευκαιρία να συμμετάσχω. Είναι επίσης ασφαλές να υποθέσουμε ότι, είκοσι χρόνια μετά, το πολιτικό προσωπικό της χώρας είναι εξοικειωμένο με τη συγκεκριμένη λογική. Ωστόσο, και πάλι, η κατασταλαγμένη γνώση αιώνων μας προειδοποιεί πως πρέπει να ετοιμαζόμαστε όχι μόνο σε επίπεδο σχεδιασμού, αλλά και σε επίπεδο εφαρμογής:

«κανείς δεν δείχνει τόση αυτοπεποίθηση κατά την εκτέλεση ενός σχεδίου όση κατά την σύλληψή του. Διότι συλλαμβάνουμε σχέδια όταν είμαστε ασφαλείς, υστερούμε όμως κατά την εκτέλεση τους εξ αιτίας του φόβου» (1.120.5).

Ας προετοιμαζόμαστε λοιπόν και στον σχεδιασμό αντιμετώπισης της επόμενης κρίσης και στην εφαρμογή του, αλλά και στο τι μπορούμε να πετύχουμε μέσω μίας πετυχημένης διαχείρισης. Η γειτονική μας χώρα μπορεί να αντιμετωπίζει ζητήματα στο εσωτερικό και στα νότια σύνορά της, ωστόσο παραμένει μία χώρα με επιθετική διάρθρωση δυνάμεων, η οποία, αν και δίνω μικρή πιθανότητα για το άμεσο μέλλον, μπορεί και πάλι να επιχειρήσει να εξάγει τα προβλήματά της.

Η προετοιμασία για την καλύτερη διαχείριση της επόμενης κρίσης είναι, τέλος, και η καλύτερη τιμή σ'αυτούς που πρόσφεραν τη ζωή τους πριν από είκοσι χρόνια στα Ύμια. Άλλωστε και πάλι ο Θουκυδίδης μας διδάσκει (2.35.1) ότι:

«άνδρες που με τα έργα τους αναδείχθηκαν γενναίοι, με έργα πρέπει και να τους τιμάμε»!

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο OnAlert.gr

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Την προηγούμενη εβδομάδα είχα τη χαρά να συμμετέχω στην παρουσίαση του βιβλίου των δύο εκλεκτών συναδέλφων μου, Θανάση Πλατιά και Κωνσταντίνου Κολιόπουλου, Η Τέχνη του Πολέμου του Σουν Τσου. Παρακάτω μπορείτε να διαβάσετε το κείμενο της ομιλίας μου που θα σας δώσει μια καλή ιδέα για το βιβλίο. 

 

Eπέλεξα να κάνω δύο πράγματα. 

Πρώτον, θα σας παρουσιάσω τη δουλειά των δύο συναδέλφων, ώστε να έχετε την όσο δυνατόν ακριβέστερη εικόνα, και, δεύτερον, θα διατυπώσω ορισμένες σκέψεις ως προς την προσήκουσα προσέγγισή μας, οικουμενική ή κινεζική, στη μελέτη της Τέχνης του Πολέμου

 

1. Το έργο

Στον πρόλογο οι συγγραφείς αναφέρονται στην ταυτότητα της Τέχνης του Πολέμου. Δέχονται και υποστηρίζουν ότι ο Σουν Τσου δεν υπήρξε ως άτομο, ότι το έργο είναι προϊόν περισσότερων του ενός συγγραφέως και μάλλον τοποθετείται στον 4ο π.Χ. αιώνα. Αναφέρονται επίσης στον αποφθεγματικό χαρακτήρα του έργου και παρουσιάζουν τα πλεονεκτήματα του συγκεκριμένου τρόπου γραφής, τον οποίο στη συνέχεια συγκρίνουν με εκείνον του Clausewitz και του Θουκυδίδη. Διευκρινίζουν ακόμη πως η μετάφρασή τους στηρίζεται στη μετάφραση του Giles, αλλά και άλλων εννέα μεταφράσεων, κυρίως αγγλικών.

 

Ακολουθεί το 1ο Κεφάλαιο, το οποίο συνθέτει και παρουσιάζει τη «θεωρία νίκης» του Σουν Τσου. Τα διαγράμματα/πίνακες που χρησιμοποιούνται για να περιγραφεί κάθε προϋπόθεση της «θεωρίας νίκης», αλλά και η συνολική της παρουσίαση στον πίνακα 8, συμβάλλουν στην καλύτερη κατανόηση του κειμένου. 

 

Στο 2ο κεφάλαιο οι Πλατιάς και Κολιόπουλος προσπαθούν να συνδέσουν την Τέχνη του Πολέμου με την στρατηγική σκέψη, εν γένει. Είναι προφανές ότι αποδέχονται την μία άποψη (από τις 2 που υπάρχουν στη διεθνή βιβλιογραφία), αυτήν περί οικουμενικότητας της στρατηγικής σκέψης, βγάζοντας τον Σουν Τσου από το κινεζικό του πλαίσιο. Με αυτόν το σκοπό, αλλά και ως συνέπεια της επιλογής τους, συγκρίνουν την Τέχνη του Πολέμου με το Περί Πολέμου του Clausewitz και τον Πόλεμο του Θουκυδίδη (1). Καταλήγουν βεβαίως ότι τα τρία κείμενα είναι εξίσου σημαντικά, συνιστούν βάσεις ή εμφορούνται από τον Κλασσικό Ρεαλισμό, ωστόσο, έχω την αίσθηση πως, δικαίως, φαίνεται να αναδεικνύουν ως νικητή, έστω και στα σημεία, τον Θουκυδίδη.

 

Στο ίδιο κεφάλαιο, που είναι και το εκτενέστερό τους, οι συγγραφείς αναδεικνύουν συγκεκριμένες διαστάσεις της σκέψης του Σουν Τσου, πάντα σε συνάρτηση με το σήμερα και τη δυτική σκέψη. Οι θεματικές αυτές είναι, σε υποκεφάλαια: «υψηλή στρατηγική», «σχέση πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας», «τύχη, προβλεψιμότητα και γνώση στον πόλεμο», «άμεση και έμμεση προσέγγιση, παραπλάνηση και αιφνιδιασμός», κ.α. Θα τα διαβάσετε.

 

Στο 3ο κεφάλαιο οι συγγραφείς επιχειρούν να μελετήσουν την «κληρονομιά του Σουν Τσου», ξεκινώντας από την Ανατολική Ασία και εστιάζοντας στις στρατηγικές που υιοθέτησε ο Μάο Τσε-τουνγκ. Κατ’αντιστοιχία με το έργο του John Boyd, οι συγγραφείς ερευνούν τη σχέση των διδαγμάτων της Τέχνης του Πολέμου με την αεροπορική στρατηγική. Εν συνεχεία, σχολιάζουν τη σχέση της με την πυρηνική στρατηγική, ενώ, ορθώς, δεν παραλείπουν, στο προτελευταίο υποκεφάλαιο, τον ανταρτοπόλεμο.

 

Στο τελευταίο κεφάλαιο της δουλειάς των δύο συγγραφέων σχολιαστών – που κατά την άποψή μου είναι και το πλέον ενδιαφέρον – βρίσκονται τα προβλήματα της Τέχνης του Πολέμου.  Ποια είναι αυτά; Πρώτον, η υπερτίμηση του πνευματικού-ηθικού-παράγοντα και η υποτίμηση του υλικού. Οι συγγραφείς αναδεικνύουν το συγκεκριμένο θέμα μέσα από το κείμενο και επικαλούνται ιστορικά παραδείγματα από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετέπειτα, όπως την ήττα των Γάλλων στο Dien Bien Phu, για να καταδείξουν το ρόλο των υπέρτερων δυνάμεων στο θέατρο των επιχειρήσεων. 

 

Στο σημείο αυτό θα επιστρέψω για λίγο στο προηγούμενο κεφάλαιο και στο ζήτημα της πυρηνικής αποτροπής. Διότι, όντως, η πυρηνική αποτροπή εμπεριέχει το ψυχολογικό στοιχείο του εκβιασμού του αντιπάλου. Ωστόσο, εμπεριέχει και το υλικό στοιχείο. Και αν φθάσουμε σε αυτό το σημείο, που φυσικά όλοι το απεύχονται, τότε τόσο η Κίνα, ακόμη δε περισσότερο η Βόρεια Κορέα, που αναφέρεται επίσης ως παράδειγμα, υστερούν. Η μεν πρώτη, αριθμητικά, σε μία κατηγορία όπλων που η καταστροφική τους ικανότητα αυξάνεται με γεωμετρική πρόοδο, η δε Βόρεια Κορέα για τον ίδιο λόγο, αλλά και, όπως υπογραμμίζει ο Raymond Aron, στο Le Grand Débat, διότι δεν διαθέτει “capacité d’encaissement”.

 

Δεύτερο πρόβλημα είναι η ότι η Τέχνη του Πολέμου καθιστά αυτοσκοπό την αποφυγή κόστους είτε στις φίλιες δυνάμεις είτε στις εχθρικές. Σε αυτό το σημείο αναφέρονται στην αντίφαση που υπάρχει μεταξύ του εκμεταλλεύσου τις αδυναμίες του αντιπάλου και άφησε τον αδύναμο και υποχωρούντα αντίπαλο να φύγει. Εδώ, στο κεφάλαιο 4.2, θα αναδειχθεί – με τρόπο και με μία αναλογία που μού αρέσουν – το ζήτημα του τι θα είχε συμβεί αν οι Συρακούσιοι, ο Κολοκοτρώνης και οι Σοβιετικοί είχαν αφήσει τους Αθηναίους, τον Δράμαλη ή τους Ναζί στο Στάλινγκραντ να αποχωρήσουν ανενόχλητοι. Είναι επίσης στο σημείο αυτό που οι συγγραφείς αναφέρονται στη σχέση της Τέχνης του Πολέμου με τον Ταοϊσμό, την φιλοσοφία της αρμονίας και της τάξης στον κόσμο, η οποία εμφανίζει τον πόλεμο ως αναγκαίο κακό και οδηγεί στη διεξαγωγή του με το μικρότερο κόστος. «Η μέριμνα για την αποφυγή του κόστους είναι εμφανέστατη» στο χωρίο VI.3, γράφουν οι Πλατιάς και Κολιόπουλος (σελ. 153). Και εδώ μπορεί να αναρωτηθεί κανείς αν και κατά πόσο, στο ζήτημα της πυρηνικής αποτροπής, η στρατηγική των Κινεζικών δυνάμεων, που κατά ίδιους, αλλά και άλλους συγγραφείς επηρεάζεται από την Τέχνη του Πολέμου, είναι προετοιμασμένη να αναλάβει το τεράστιο κόστος σε μία προοπτική ή ένα ενδεχόμενο πυρηνικής ανταλλαγής.

 

Το τρίτο πρόβλημα είναι η απόσταση θεωρίας και πράξης, κάτι που οι συγγραφείς θεωρούν «χαρακτηριστικό που εμφανίζεται συχνά στην κινεζική στρατιωτική σκέψη». Από τον σχολιασμό τους, αλλά και τη μελέτη της Τέχνης του Πολέμου, πολλές από τις συμβουλές για να εφαρμοσθούν χρειάζονται ένα ιδανικό περιβάλλον, ιδανικούς ανθρώπους και όλα να λειτουργήσουν «ρολόι»…

 

Προσωπικά, στο σημείο αυτό, θα προσέθετα και ένα τέταρτο πρόβλημα ή θα αναδείκνυα περισσότερο το ζήτημα του αποφθεγματικού λόγου. Είναι το ίδιο πρόβλημα με τα βιβλία-οδηγούς του καλού μάνατζερ ή του ορθού τρόπου για να αποφασίζει κάποιος. Ασφαλώς είναι χρήσιμο να έχει κάποιος καταλόγους με προϋποθέσεις ή με δράσεις για επιτυχία που προέρχονται κατευθείαν από τα κείμενα της στρατηγικής, όπως στο παράρτημα του βιβλίου. Τουλάχιστον, σε αυτήν την περίπτωση, οι στρατιωτικοί ή οι μάνατζερς έχουν ένα πρώτο οδηγό ή μία πυξίδα ή μία βάση εκκίνησης για τη μελέτη και την ανάπτυξη, στη συνέχεια, ικανοτήτων (“skills”) στρατηγικής σκέψης. Ωστόσο, αναρωτιέμαι, κατά πόσο στην εξέλιξη του πολέμου ή της μάχης έχει το χρόνο ο ηγέτης να σκέφτεται τα συγκεκριμένα πρέπει του Σουν Τσου ή του οποιουδήποτε αντίστοιχού του. Ίσως βέβαια είναι θέμα δυτικόστροφης εκπαίδευσης ή συγκρότησής μου, αλλά προτιμώ τις προσεγγίσεις του Clausewitz και, ακόμη περισσότερο, του Θουκυδίδη, στις οποίες το συμπέρασμα και η γενίκευση είναι αποτέλεσμα μίας πνευματικής αναζήτησης και διεργασίας, η οποία σου επιτρέπει να δημιουργήσεις τους απαραίτητους πνευματικούς μηχανισμούς ή και αυτοματισμούς της απόφασης, όπως περιγράφεται και αναδεικνύεται από το μοντέλο διαδικασίας απόφασης της Κυβερνητικής (Cybernetics).

 

Τέλος, κλείνοντας το κεφάλαιο και ουσιαστικά την εισαγωγή τους, οι συγγραφείς καταλήγουν ορθώς στο «μηδέν άγαν», ότι η χρησιμότητα της Τέχνης του Πολέμου φθάνει μέχρι ενός σημείου και, ακόμη περισσότερο, στην ακροτελεύτια παράγραφο, με αναφορά στον Collin Grey, ότι τα τρία έργα, ο Πόλεμος, η Τέχνη του Πολέμου και το Περί Πολέμου, κατά κάποιο τρόπο αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν τη σταθερή βάση της στρατηγικής σκέψης.

 

 

 

Θα περάσω τώρα στο ίδιο το έργο, την Τέχνη του Πολέμου.

 

Η θεωρία του Sun Tzu είναι μια γενική θεωρία του ελέγχου. Αποτελείται από δύο σκέλη. Το πρώτο διδάσκει τον έλεγχο της πολυπλοκότητας του πολέμου στο σύνολό της. Μέσω του αποτελεσματικού ελέγχου της διδάσκει το πώς να νικάς. Όποιος μπορέσει να ελέγξει την πολυπλοκότητα του πολέμου είναι σχεδόν κατά κανόνα ο νικητής. Το δεύτερο σκέλος, διδάσκει τον έλεγχο επί του εχθρού, καθώς ο πόλεμος είναι ένα πολύπλοκο σύστημα, με κυρίαρχη την ανθρώπινη διάσταση. Με τον αποτελεσματικό έλεγχο της ανθρώπινης διάστασης μπορεί κανείς να πετύχει τον έλεγχο του συστήματος, δηλαδή του πολέμου.

 

Η εν λόγω άποψη είναι παρόμοια με εκείνη του Joseph Wylie, αλλά και του John Boyd που ανεξάρτητα καταλήγουν σε παρόμοια συμπεράσματα με εκείνα του Sun Tzu. Η εν λόγω σύγκλιση, σύμφωνα με κάποιους μελετητές, επιβεβαιώνει τις προτάσεις του Handel ότι η βασική λογική της στρατηγικής είναι καθολική και ότι δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα όπως μία αποκλειστικά «δυτική» ή «ανατολική» («ασιατική») προσέγγιση στη στρατηγική (2).

 

Αυτή είναι, όπως ήδη ανέφερα, η υφέρπουσα παραδοχή και στην συγγραφή του κειμένου των Πλατιά και Κολιόπουλου. Ωστόσο υπάρχει και η άλλη άποψη, η οποία με προβληματίζει και η οποία, αφενός σε μία ακαδημαϊκή συζήτηση δεν πρέπει να παραβλεφθεί, αφετέρου, μπορεί να έχει πρακτικές συνέπειες.

 

Η άλλη άποψη υποστηρίζει ότι η Τέχνη του Πολέμου έχει περισσότερες φορές αναφερθεί παρά μελετηθεί, και ακόμη λιγότερο έχει γίνει κατανοητή. Και τούτο, διότι οι περισσότεροι αναγνώστες βλέπουν την Τέχνη του Πολέμου ως ένα εγχειρίδιο του πολέμου και όχι ως ένα έργο φιλοσοφίας. Στην πραγματικότητα είναι και στρατιωτικό εγχειρίδιο και φιλοσοφικό κείμενο, έκφραση του ταοϊκού κανόνα ή της αντίληψης του «τρόπου» ή του «δρόμου» προς την τάξη της αρμονίας. Όπως σημειώνει o Coker, «ακριβώς επειδή είναι ένα έργο φιλοσοφίας, η μελέτη του καθίσταται δύσκολη. Όπως πολλά φιλοσοφικά έργα (ανατολικά και δυτικά) τα σημαντικά διδάγματά του βρίσκονται κάτω από την επιφάνεια». (3)

 

Και το ερώτημα που ακολουθεί είναι: έχουμε το γνωσιολογικό και το βιωματικό υπόβαθρο για να διεισδύσουμε «κάτω από την επιφάνεια» και να αντιληφθούμε το συγκεκριμένο έργο; Διότι αν η συγκεκριμένη άποψη είναι λανθασμένη, τότε, έχοντας υιοθετήσει την περί οικουμενικότητας της στρατηγικής σκέψης άποψη, έχουμε κάνει σωστά τη δουλειά μας και οι προτάσεις μας επί συγκεκριμένων ζητημάτων δεν στηρίζονται σε λανθασμένες παραδοχές. Αν όμως όχι, τότε οι  εξ αιτίας της λανθασμένης προσέγγισης εσφαλμένες μας εκτιμήσεις και προτάσεις, μπορούν να έχουν σημαντικές συνέπειες. Ειλικρινά, δεν μπορώ να απαντήσω, καθώς δεν είμαι ειδικός ούτε στην Κίνα, ούτε στην κινεζική σκέψη.

 

Τούτο βεβαίως δεν σημαίνει ότι η προσέγγιση της οικουμενικής αντίληψης της θεωρίας του πολέμου δεν είναι κυρίαρχη ή χρήσιμη. Κάθε άλλο. Ωστόσο, και αυτό θέλω να αναδείξω, θα πρέπει στις αναλύσεις μας να λαμβάνεται υπόψη και η αντίθετη, μειοψηφούσα, προσέγγιση.

 

Τέτοια παραδείγματα, παρά το ότι είναι λίγα, υπάρχουν, όπως στην χαρακτηριστική περίπτωση του πολύ γνωστού μας John Mearsheimer (4), στο κείμενό του Can China Rise Peacefully? Ο Mearsheimer, υιοθετώντας την  περί οικουμενικότητας της στρατηγικής (και της πολιτικής) αντίληψη, καταρχάς αναρωτιέται: “Why should we expect China to act differently than the United States? Are the Chinese more principled than we are? More ethical? Are they less nationalistic? Less concerned about their survival? They are none of these things, of course, which is why China is likely to follow basic realist logic and attempt to become a regional hegemon in Asia.”

 

Στη συνέχεια, σε ένα υποκεφάλαιο που θυμίζει έντονα τα διδάγματα της Τέχνης του Πολέμου και δείχνει ότι ο ίδιος τα λαμβάνει υπόψη του, θέτει το ζήτημα: “Why China Cannot Disguise Its Rise”. Απαντάει: “One might argue that, yes, China is sure to attempt to dominate Asia, but there is a clever strategy it can pursue to achieve that end peacefully. Specifically, it should follow Deng Xiaoping’s famous maxim that China keep a low profile and avoid becoming embroiled in international conflicts as much as possible. His exact words were ‘Hide our capacities and bide our time, but also get some things done’…”

 

Τέλος, εξετάζει και την πιθανότητα του να αναπτυχθεί η Κίνα σε ηγεμονική δύναμη ειρηνικά, για δύο λόγους, μεταξύ των οποίων τον έναν αποκαλεί: “Confucian Pacifism” (ο άλλος είναι η οικονομική αλληλεξάρτηση). Γράφει: “An especially popular claim among Chinese is that their country can rise peacefully because it has a deeply Confucian culture. Confucianism, they argue, not only promotes moral virtue and harmony but also explicitly rules out acting aggressively toward neighboring countries. Instead, the emphasis is on self-defense. China, so the argument goes, has historically acted in accordance with the dictates of Confucianism and has not behaved like the European great powers, Japan, or the United States, which have launched offensive wars in pursuit of hegemony and generally acted according to the dictates of realism. China, in contrast, has behaved much more benignly toward other states: it has eschewed aggression and pursued “humane authority” instead of “hegemonic authority.” …”  Σε αυτό λοιπόν το κείμενο βλέπουμε τον Mearsheimer να υιοθετεί ως κεντρική γραμμή ανάλυσης τη δυτικόστροφη προσέγγιση, να μην απορρίπτει ωστόσο χωρίς εξέταση και την αντίθετης φιλοσοφίας μεθοδολογία. Τούτη η προσέγγιση είναι θεωρώ το καλύτερο αλλά και το περισσότερο που μπορούμε να κάνουμε μπροστά σε κείμενα ενός διαφορετικού φιλοσοφικού και πολιτισμικού ιδιώματος.

 

Προς αυτό πάντως το ιδίωμα η εργασία των Πλατιά και Κολιόπουλου και η δική τους, νέα, μετάφραση του έργου του Σουν Τσου, ανοίγουν ένα καινούργιο και με ακρίβεια χαραγμένο δρόμο, που αξίζει, κατά την άποψή μου, να δημοσιευθεί και στα Αγγλικά, με την ευχή να έχει την ίδια επιτυχία που είχε η αγγλική έκδοση της δουλειάς τους στον Θουκυδίδη (Thucydides on Strategy).

----

1. Την επιχειρηματολογία μου επί του θέματος, δηλαδή γιατί «Πόλεμος» και όχι «Πελοπονησιακός πόλεμος», δες στο Ηλίας Κουσκουβέλης, Θεωρία απόφασης στον Θουκυδίδη, Εκδόσεις Πανεπιστημίου Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 2015.

2.  Βλ. Yuen, Derek M. C. (2008), “Deciphering Sun Tzu”, Comparative Strategy, 27: 2, 183-200.

 Ibid.

 3. Christopher Coker (2003), What would Sun Tzu say about the war on terrorism?, The RUSI Journal, 148:1, 17.

4.  The National interest, October 25, 2014, http://nationalinterest.org/commentary/can-china-rise-peacefully-10204.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Κουσκουβέλης ΜΚΟ αλβανία 3

Πιστεύω ακράδαντα ότι η ζωή μας χαρακτηρίζεται από τις πράξεις μας και όχι από τα λόγια. Ωστόσο, δεν μπορώ να μην παραβιάσω την αρχή μου και να μην εκφράσω την χαρά και την ικανοποίησή μου για το ότι το Δημοτικό Σχολείο των εκπαιδευτηρίων «Όμηρος» στην Κορυτσά ολοκλήρωσε φέτος μία δεκαετία λειτουργίας, ενώ το παρακείμενο Γυμνάσιο τουλάχιστον μία εξαετία. Εκατοντάδες παιδιά έμαθαν (ελληνικά) γράμματα και η ελληνική μειονότητα, ενισχυμένη πλέον, πήρε τον δρόμο της πολιτιστικής και οικονομικής ανάπτυξης.

Η προσπάθεια δημιουργίας των σχολείων ήταν δύσκολη, ακόμη δε περισσότερο η συνέχεια. Διάφοροι μη ελληνικοί κύκλοι, αλλά και εκείνοι που χωρίς να έχουν ιδέα ή άθελα ή από εμπάθεια τους ακολουθούν, επιχείρησαν πρώτα να αμαυρώσουν και στη συνέχεια να σταματήσουν την ανάπτυξη της ελληνικής εκπαίδευσης και του πολιτισμού μας εκτός Ελλάδας.

 Το ότι η όλη προσπάθεια είχε ολοκληρωθεί ταχύτατα και με κόστος περίπου στο ένα τρίτο αντίστοιχων εγχειρημάτων στην περιοχή ήταν εξ αρχής γνωστά στην αρμόδια διπλωματική αρχή. Τώρα πλέον το γνωρίζουν τόσο οι υπηρεσίες οικονομικού ελέγχου όσο και οι δικαστικές αρχές που, μετά από ψευδεπώνυμες και ανυπόστατες κατηγορίες, έκριναν με τον πιο επίσημο τρόπο.

κουσκουβέλης ΜΚΟ αλβανία 2 

Συνεπώς, μετά από μία δεκαετία, το σίριαλ λάσπης Κουσκουβέλης και ΜΚΟ φθάνει στο τέλος του. Βέβαια ήταν εύκολο για κάποιους να κάθονται πάνω από ένα πληκτρολόγιο και να λασπολογούν, χωρίς στοιχεία, χωρίς να σκέφτονται την αξία ενός τέτοιου έργου και τη σημασία του. Σίγουρα φαντάζομαι τα χέρια θα ήταν πιο βαριά, αν αναλογιζόταν κάποιος ότι μιλάμε για μία αποστολή που ξεπερνά το εκπαιδευτικό ενδιαφέρον. Σε κάθε περίπτωση, δυσκολεύομαι να αντιληφθώ το μένος, αλλά και τη στάση ζωής όλων εκείνων που συνήθως κρυμμένοι στην ανωνυμία τους ή απλώς τυφλωμένοι από δικά τους συμφέροντα, σπιλώνουν υπολήψεις με την ευκολία που τους δίνει το διαδίκτυο.

 Όμως η πραγματικότητα χαμογελάει, διότι το σχολείο που κάποιοι έλεγαν ότι δεν έγινε ποτέ, φέτος γίνεται 10 χρονών. Και διότι, άσχετα από την προσωπική ταλαιπωρία, όσοι προσπάθησαν δεν πέτυχαν ούτε τη λειτουργία των σχολείων να σταματήσουν, ούτε τα εκατοντάδες παιδιά να μην αποφοιτήσουν, ούτε φυσικά εμένα να με κάνουν να αλλάξω δρόμο και «να βάλω μυαλό», όπως μού συνέστησαν.

κουσκουβέλης ΜΚΟ αλβανία

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Ενδιαφέροντα
Κυριακή, 11 Οκτώβριος 2015 11:43

Βόμβες... και στο βάθος αναβολή εκλογών;

 

Τα σχέδια του Ερντογάν να μετατρέψει το πολιτικό σύστημα της Τουρκίας σε προεδρικό και, ενισχύοντας τις εξουσίες του, να μετεξελιχθεί σε «σουλτάνο» σταμάτησαν στις 7 Ιουνίου 2015, όταν το κόμμα του, το ΑΚΡ, κατέγραψε μία από τις χαμηλότερες εκλογικές του επιδόσεις με 40.7, εννέα ολόκληρες μονάδες κάτω από τις εκλογές της 12ης Ιουνίου 2011. Ως κύρια αιτία και εμπόδιο της εκλογικής αποτυχίας θεωρήθηκε από τον Ερντογάν και το κόμμα του η άνοδος και είσοδος στη Βουλή του φιλοκουρδικού κόμματος HDP, που ξεπέρασε άνετα το όριο του 10% και πέτυχε 13%.

Έκτοτε σχηματίσθηκε υπηρεσιακή κυβέρνηση και ορίσθηκαν επαναληπτικές εκλογές στις 1 Νοεμβρίου 2015. Ωστόσο, οι επερχόμενες εκλογές, όπως και οι προηγούμενες, γίνονται σε ένα κλίμα αστάθειας, αβεβαιότητας, οξυμένου ανταγωνισμού, καθώς και πολεμικών συγκρούσεων στο εσωτερικό και στο εξωτερικό (Συρία). Στο εσωτερικό και πριν την 7η Ιουνίου, μετά από επιθέσεις παρακρατικών οργανώσεων εναντίον Κούρδων, το PKK εγκατέλειψε τη δίχρονη εκεχειρία και ξεκίνησε νέο γύρο επιθέσεων, με αποτέλεσμα η βία να γίνει καθημερινό φαινόμενο.

Η τρομοκρατική επίθεση της 10ης Οκτωβρίου, που προκάλεσε τόσα θύματα, έρχεται ως συνέχεια αυτού του κλίματος βίας. Η επίθεση έγινε εναντίον προσυγκέντρωσης οπαδών του φιλοκουρδικού HDP, οι οποίοι θα συμμετείχαν σε πορεία ειρήνης που διοργάνωναν εργατικά σωματεία και μεγάλοι συνδικαλιστικοί φορείς της χώρας. Και έγινε μία μέρα μετά την διάδοση της πληροφορίας ότι οι κουρδικές οργανώσεις θα ανακοίνωναν ανακωχή...

Το πρώτο ερώτημα είναι τι προκάλεσε αυτήν την επίθεση. Είναι φανερό ότι το γεγονός σχετίζεται με τις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου, με την αμετροεπή φιλοδοξία του Ερντογάν για αυτοδυναμία και αλλαγή του πολιτικού συστήματος, με τον διαρκώς αυξανόμενο αυταρχισμό του (διώξεις δημοσιογράφων, δικαστικών, κλπ.), με την αποτυχία της πολιτικής του στο Κουρδικό, αλλά και της αντίστοιχης στη Συρία.

Το δεύτερο ερώτημα είναι τι συνεπάγεται το χτύπημα και ποιες θα είναι οι συνέπειες. Είναι βέβαιο ότι τέτοιου είδους χτυπήματα λειτουργούν περίεργα σε προεκλογικές περιόδους και έχει μεγάλη σημασία να παρακολουθήσουμε πώς κάθε πλευρά θα επιχειρήσει να το διαχειρισθεί. Αν αποδοθεί σε κουρδική οργάνωση, τότε εκείνος που θα χάσει θα είναι το HDP και, αντίστροφα, εκείνος που θα ωφεληθεί θα είναι ο Ερντογάν. Ίσως για αυτόν τον λόγο το συντονιστικό των κουρδικών οργανώσεων κάλεσε τα μέλη του να προβούν σε κατάπαυση πυρός (ανακωχή), ώστε να μην κατηγορηθούν ως οι αυτουργοί και συνεχιστές των τρομοκρατικών επιθέσεων. Αν, από την άλλη, αποδοθεί σε παρακρατική ή εθνικιστική οργάνωση, τότε το κόστος για το κόμμα του Ερντογάν, τον ίδιο, αλλά και τη χώρα θα είναι πολύ μεγάλο.

Όμως, όπως έχουν τα πράγματα και όπως δείχνουν οι δημοσκοπήσεις, το AKP δύσκολα θα πετύχει την πολυπόθητη για τον Ερντογάν αυτοδυναμία, οι αλλαγές στο Σύνταγμα δεν θα γίνουν και θα υπάρξει κυβερνητική αστάθεια. Εκτός αν, όπως φοβόνταν ορισμένοι πολιτικοί κύκλοι και κατεγράφη αρκετά νωρίς στον Τύπο (βλ. Today's Zaman), ο Ερντογάν και η κυβέρνηση, υλοποιώντας μία από τις προειδοποιήσεις του, αναβάλουν τις εκλογές βάσει του άρθρου 78 του Συντάγματος, επικαλούμενοι «πόλεμο», είτε δηλαδή τις τρομοκρατικές επιθέσεις στο εσωτερικό, είτε τις συγκρούσεις στη Συρία.

Σε αυτήν την περίπτωση, ο Ερντογάν θα κερδίσει χρόνο, αναζητώντας την πρόσφορη στιγμή για να προκηρύξει εκ νέου εκλογές. Ίσως αυτή να είναι η μόνη διέξοδος που βλέπει τούτη την ώρα ένας πολιτικός που αυτοπαγιδεύτηκε εξαιτίας της αλαζονείας και των φιλοδοξιών του. Ωστόσο, ο φαύλος κύκλος στον οποίο βρέθηκε δεν θα σπάσει: η αβεβαιότητα θα αυξηθεί, η δράση αστυνομίας και κατασταλτικών μηχανισμών θα ενταθεί και οι εσωτερικές συγκρούσεις θα περάσουν σε νέα φάση. Και όλα αυτά ενώ ο πόλεμος στη Συρία θα συνεχίζεται, οι κουρδικοί φορείς εκτός συνόρων θα ενισχύονται και η τουρκική οικονομία θα αρχίσει να υφίσταται όλο και περισσότερο τις συνέπειες της πολιτικής αστάθειας...

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Ο Φιλελεύθερος της Κυριακής 14.6.2015 φιλοξένησε σε άρθρο του αποσπάσματα από τη μελέτη μου για την «έξυπνη» ηγεσία στο μικρό κράτος και την περίπτωση της Κύπρου. Η μελέτη δημοσιεύτηκε στα αγγλικά ως Kouskouvelis Ilias, (2015) «'Smart' leadership in a small state: The case of Cyprus» στον συλλογικό τόμο Spyridon N. Litsas & Aristotle Tziampiris (eds.), The Eastern Mediterranean in Transition: Multipolarity, Power and Politics, London: Ashgate Publishing (ISBN: 978-1-4724-4039-6). Παρακάτω μπορείτε να διαβάσετε μερικά αποσπάσματα. Εδώ μπορείτε να βρείτε το άρθρο όπως δημοσιεύτηκε στον Φιλεύθερο. Σημειώνεται ότι πρόκειται για επιστημονικό κείμενο και η πλήρης εικόνα αναδεικνύεται μόνο από το σύνολο του κειμένου.

Από την εισαγωγή:

H θεωρία των Διεθνών Σχέσεων για τα μικρά κράτη υποστηρίζει ότι τα μικρά κράτη επιδεικνύουν σοφία, ανταπεξέρχονται στις αλλαγές ευφυώς και ότι, δεδομένης της ευελιξίας και της προσαρμοστικότητάς τους σε νέες προκλήσεις, «στη μεταψυχροπολεμική εποχή, το μικρό μπορεί να είναι συνώνυμο της έννοιας του έξυπνου». ... Πιο συγκεκριμένα, καθώς η «εξυπνάδα» συνήθως αποδίδεται σε πρόσωπα ή σε αποφάσεις, έτσι θα πρέπει να αποδώσουμε τη συγκεκριμένη ιδιότητα σε μία ικανή και αποφασιστική ηγεσία που επιτρέπει στο μικρό κράτος «να τα βάζει με μεγαλύτερά του» («to punch above its weight»), να επιδιώκει τους σκοπούς του και να μπορεί να ικανοποιεί τα συμφέροντά του απέναντι σε εκείνα ισχυρότερων δρώντων.

... Η μελέτη εστιάζει σε δύο διαφορετικές αλλά και αντίθετες περιπτώσεις ηγεσίας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η πρώτη είναι οι προσπάθειες ανακάλυψης και εκμετάλλευσης των ενεργειακών πόρων της Μεσογείου· πρόκειται για μία ιστορία επιτυχίας, η οποία αποδεικνύει ότι ένα μικρό κράτος έχει τη δυνατότητα να φέρει σε πέρας δράσεις που ξεπερνούν κατά πολύ το επίπεδο της ισχύος του. Η δεύτερη περίπτωση, όμως, είναι εκείνη της λανθασμένης διαχείρισης της οικονομικής κρίσης του 2013. ...

Το να φθάσει η Κυπριακή Δημοκρατία ακόμη και στην ανακάλυψη των ενεργειακών πόρων ήταν ιδιαίτερα δύσκολο να επιτευχθεί, με δεδομένα την εχθρότητα της Τουρκίας, το ανταγωνιστικό περιφερειακό περιβάλλον, το μέγεθός της αλλά και την κατάσταση στην οποία βρίσκεται από το 1974. Τούτο ήταν αποτέλεσμα διαδοχικών και επιτυχημένων δράσεων τριών παλαιών και έμπειρων πολιτικών, οι οποίες ξεκίνησαν από τον Πρόεδρο Γλαύκο Κληρίδη, αναπτύχθηκαν και εφαρμόστηκαν από τον Πρόεδρο Τάσσο Παπαδόπουλο και ολοκληρώθηκαν από τον Πρόεδρο Δημήτρη Χριστόφια. ....

Στο σώμα του κειμένου παρουσιάζεται ο ρόλος της ηγεσίας στα μικρά κράτη, όπως αυτός εμφανίζεται από τη βιβλιογραφία των Διεθνών Σχέσεων. Στη συνέχεια παρουσιάζεται το πώς η ηγεσία της Δημοκρατίας εφήρμοσε επιτυχώς την ενεργειακή της πολιτική, προετοίμασε δηλαδή το κράτος θεσμικά, βρήκε ισχυρούς συμμάχους εκτός περιοχής, αντιμετώπισε τις απειλές της γείτονος, αλλά και δημιούργησε περιφερειακές συμμαχίες. Τέλος, σε αντιδιαστολή με την προαναφερθείσα επιτυχή προσπάθεια, παρουσιάζεται η αδυναμία της ηγεσίας να εμποδίσει αφενός το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης αλλά και να την διαχειριστεί.

Από τα συμπεράσματα:

Ήταν το 2003 όταν η ηγεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας άρχισε να διαμορφώνει στρατηγική για την ανακάλυψη και εκμετάλλευση των ενεργειακών πόρων τής τότε μη οριοθετημένης ΑΟΖ. Και ήταν το 2006 όταν, υπό τον Πρόεδρο Παπαδόπουλο, αυτή η στρατηγική και οι τακτικές της Δημοκρατίας εφαρμόστηκαν σε όλη τους την έκταση. Η Δημοκρατία, αν και μικρό κράτος, αποτελεί το πρώτο κράτος της Ανατολικής Μεσογείου που επιδίωξε την ανακάλυψη και εκμετάλλευση των θαλασσίων ενεργειακών της πόρων, ανοίγοντας έτσι τον δρόμο σε παρόμοιες πολιτικές άλλων παραθαλάσσιων και ισχυρότερων στην περιοχή κρατών, όπως η Αίγυπτος και το Ισραήλ.

.....................

Οι διαδοχικοί ηγέτες της Κυπριακής Δημοκρατίας, σε λιγότερο από δέκα χρόνια, οδήγησαν τη χώρα πολύ κοντά στην εκμετάλλευση των ενεργειακών της πόρων. Επιπλέον, κατάφεραν: να αναβαθμίσουν το κύρος της διεθνώς με το να προσελκύσουν ισχυρές δυνάμεις· να ενισχύσουν τη σχετική θέση της εντός της ΕΕ ως ενός από τους πιθανούς παραγωγούς φυσικού αερίου· να αυξήσουν την ασφάλειά της λόγω του ενδιαφέροντος ξένων παραγόντων για επενδύσεις· να ενισχύσουν την άμυνά της, ειδικά μετά την εμπλοκή του Ισραήλ και τη μεταξύ τους συμφωνία· τούτο είχε ως αποτέλεσμα να βρει πολύτιμους συμμάχους στις ΗΠΑ και να καλυτερεύσει τις σχέσεις της με την υπερδύναμη· και να αντιμετωπίσει τις απειλές και την επιθετική συμπεριφορά της Τουρκίας.

... Η μελέτη αναζήτησε τις αιτίες της επιτυχούς στρατηγικής... Κατέληξε στο ότι η επιτυχία αυτή οφείλεται στον παράγοντα ηγεσία του (μικρού) κράτους. Τρεις διαδοχικά πρόεδροι, προερχόμενοι από τρία διαφορετικά κόμματα, διαχειρίστηκαν το ζήτημα και, σε διαφορετικό βαθμό, και οι τρεις κράτησαν την ίδια στάση αναφορικά με την ολοκλήρωση της στρατηγικής του κράτους. Στον Κληρίδη πιστώνεται η απαρχή των συμφωνιών οριοθέτησης, ακριβώς στη τέλος της θητείας του. Στον Παπαδόπουλο αποδίδεται η μερίδα του λέοντος ως προς τα επιτευχθέντα της ενεργειακής στρατηγικής. Κατά την πενταετή θητεία του διαμορφώθηκε λεπτομερώς η στρατηγική, υπογράφηκε μία συμφωνία οριοθέτησης και ξεκίνησαν άλλες δύο, υιοθετήθηκαν τα απαραίτητα νομοθετήματα, ολοκληρώθηκε η γεωλογική έρευνα και ο πρώτος γύρος αδειοδοτήσεων, ενώ κλήθηκαν να συμμετάσχουν ισχυροί παγκοσμίως παίκτες. Ο Χριστόφιας, ένας πρόεδρος με κομμουνιστική ιδεολογία, επέδειξε πραγματισμό, πιστώνεται με τη συνέχιση της πολιτικής τού προκατόχου του, οριοθέτησε την ΑΟΖ με το Ισραήλ και σύναψε αμυντικές συμφωνίες, διαχειρίστηκε την επιθετικότητα της Τουρκίας, καθώς και την ολοκλήρωση του δεύτερου γύρου των αδειοδοτήσεων.

Το «έξυπνο» της ηγεσίας ήταν να δράσει αποφασιστικά στη βάση μίας στρατηγικής, να είναι αποφασισμένη να μην επηρεαστεί από όποια εξωτερική αντίδραση, να δρα διακριτικά και ευέλικτα, όπου δει, αλλά και χωρίς προκατάληψη εξαιτίας αντιλήψεων ή διαφορών του παρελθόντος με τους μεσογειακούς γείτονες. Οι κυριότερες δράσεις της ηγεσίας ήταν τέσσερις: να ανταποκριθεί γρήγορα και αποτελεσματικά απέναντι σε οποιοδήποτε εσωτερική ή διεθνή θεσμική αναγκαιότητα από την οποία εξαρτιόνταν το κυβερνητικό έργο· να προσελκύσει και τελικά να βάλει στο παιχνίδι ισχυρούς παράγοντες του ενεργειακού τομέα και της διεθνούς πολιτικής· να χρησιμοποιήσει τη διπλωματία και τη θέση της ως μέλους διεθνών θεσμών, με σκοπό να κερδίσει υποστήριξη απέναντι στην τουρκική επιθετικότητα· να δημιουργήσει πολιτικές, οικονομικές και στρατιωτικές συμμαχίες (εξωτερική ενδυνάμωση) με εκείνους τους γείτονες που ήταν ενεργοί στην αναζήτηση ενεργειακών πόρων, με κυριότερο το Ισραήλ.

Τα αποτελέσματα αυτών των δράσεων και, κυρίως, η συνεργασία με εταιρεία αμερικανικών συμφερόντων, η υποστήριξη των ΗΠΑ, του ΗΒ και της ΕΕ στο ζήτημα αυτό, αλλά και η πολύπλευρη συνεργασία με το Ισραήλ στην αναζήτηση των ενεργειακών πόρων της Μεσογείου, σηματοδοτούν μία στροφή της εξωτερικής πολιτικής της Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία, από την ανεξαρτητοποίησή της, διέκειτο φιλικά προς τα αραβικά κράτη της περιοχής και απέφευγε μία φιλοδυτική πολιτική. Σαφέστατα, αυτή η στροφή διαμορφώνει τη βάση για περαιτέρω αναδιατάξεις στην περιοχή, με τη συμμαχία Ελλάδος-Ισραήλ να αποτελεί απλά μία από αυτές.

... Το τελευταίο ζητούμενο της μελέτης ήταν να καταδείξει a contrario τη σημασία της έλλειψης δράσης εκ μέρους της ηγεσίας ενός μικρού κράτους... Τούτο επετεύχθη με την παρουσίαση των αιτιών που προοδευτικά οδήγησαν στην οικονομική κρίση και στο πρόγραμμα διάσωσης της κυπριακής οικονομίας και, κυρίως, στην αποτυχία διαχείρισης των ανωτέρω καταστάσεων. Σε αυτήν την περίπτωση, η δυνατότητα ελιγμού που είχε η κυπριακή ηγεσία καθοριζόταν από τις ανάγκες του ίδιου του κράτους και του τραπεζικού τομέα... Όμως, αυτές οι ανάγκες ήταν γνωστές και ήταν μικρότερες το καλοκαίρι του 2012, ενώ προηγουμένως ήταν σχεδόν ανύπαρκτες. Ωστόσο, η κυπριακή ηγεσία, αντίθετα με τον τρόπο που διαχειρίστηκε την ενεργειακή της πολιτική, δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα αμέσως και ως όφειλε, δεν αναζήτησε συμμάχους όταν και όπου έπρεπε και δεν διέθετε διαπραγματευτική στρατηγική ή εναλλακτικό σχέδιο σε περίπτωση που τα πράγματα δεν πήγαιναν όπως τα ανέμενε.

Συμπερασματικά, υπάρχουν δύο όψεις στο ίδιο μικρό κράτος, μία επιτυχούς και μία ανεπιτυχούς διαχείρισης. Ωστόσο, το ίδιο το μικρό κράτος δεν άλλαξε. Αυτό που άλλαξε είναι ο τρόπος που διαδοχικοί ηγέτες διαχειρίστηκαν τα δύο θέματα. ...

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

 

Η κατάσταση γίνεται όλο και πιο περίπλοκη στη Μέση Ανατολή καθώς διαμορφώνονται τρία μέτωπα για τη Σαουδική Αραβία: Ιράν, Σιίτες του Ιράκ, Σιίτες της Υεμένης  και, μέχρι στιγμής, οι ΗΠΑ στην Υεμένη υπέρ των Σιιτών. Σίγουρα οι εξελίξεις που ακολουθήσουν απαιτούν γερούς παίκτες σε αυτό το παζλ. Με αφορμή τα τελευταία γεγονότα παρακάτω παραθέτω μια σύντομη ανάλυση που καταλήγει στο συμπέρασμα ότι είναι λανθασμένο να βλέπουμε όσα συμβαίνουν στη Μέση Ανατολή υπό το πρίσμα της σύγκρουσης των πολιτισμών, καθώς όλα δείχνουν ότι πρόκειται για έναν ενδο-μουσουλμανική σύγκρουση. 

Η Υεμένη, στο «μαλακό υπογάστριο» της Σαουδικής Αραβίας, δεσπόζει στα στενά του Άντεν. Άλλοτε ήταν χωρισμένη σε δύο κράτη, βόρεια και νότια Υεμένη (που ήταν «λαϊκή δημοκρατία»). Από τη δεκαετία του 1990 είναι ενωμένη και πολύ πρόσφατα, μετά από εξέγερση, ένα μεγάλο μέρος της χώρας, συμπεριλαμβανομένης και της πρωτεύουσας, υπό σιϊτικό έλεγχο.

 Αυτό άλλαξε τα πράγματα, καθώς σημαίνει πως ένας ακόμη σύμμαχος προστίθεται για το Ιράν και ένας αντίπαλος για τη Σαουδική Αραβία. Άλλαξε τα πράγματα γιατί από κοιτίδα τζιχαντιστών (με σουνιτική προέλευση), τώρα εξελίσσεται σε αντίπαλό τους. Έτσι τουλάχιστον βλέπουν τα πράγματα οι ΗΠΑ και η Δύση, γενικότερα.

 Ωστόσο η δυναμική αυξήθηκε μετά τη βομβιστική επίθεση Σουνιτών κατά τεμένους Σιϊτών και, κυρίως, προχθές, με το αεροπορικό χτύπημα της Σαουδικής Αραβίας στην Υεμένη. Η κατάσταση είναι περίπλοκη, καθώς η Σαουδική Αραβία έχει να αντιμετωπίσει τρία μέτωπα: το Ιράν, ακριβώς απέναντι από τα στενά του Ορμούζ, τους Σιίτες του Ιράκ, που βρίσκονται στην εξουσία και πολεμούν κατά του Ισλαμικού Κράτους, και, πλέον, τους Σιΐτες της Υεμένης. Έτσι η Σαουδική Αραβία, εκεί που υποστήριζε Σουνίτες στο Ιράκ ενάντια στα συμφέροντα του Ιράν, τώρα πρέπει να σκεφθεί τα μετόπισθέν της. Η δε Τουρκία, σύμμαχος της Σαουδικής Αραβίας κατά του Άσαντ, κατηγορεί το Ιράν για επεκτατισμό, όταν αυτή ήταν που, σπάζοντας το εμπάργκο, συναλλασσόταν μαζί του και για τα πυρηνικά και για τη Συρία.

 Για να γίνει ακόμη πιο πολύπλοκη, μέχρι στιγμής, οι ΗΠΑ, μακροχρόνιος σύμμαχος της Σαουδικής Αραβίας, στην υπόθεση της Υεμένης τάσσονται μεν κατά των επαναστατών Σιιτών, αλλά υπογραμμίζουν ότι οι Σουνίτες επέτρεπαν την εγκατάσταση και εκπαίδευση της Αλ Κάιντα στη χώρα. Είναι αυτή η πολιτική με τις διαπραγματεύσεις της Ελβετίας σχετικά με το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, που όλο και πιο πιθανή φαίνεται και που θα έχει ως αποτέλεσμα να διακοπεί η απομόνωση του Ιράν;

 Τέλος, από τη δική της πλευρά η Σαουδική Αραβία αντιδρά και προχωρά σε συμμαχία σουνιτικών μουσουλμανικών κρατών. Βλέπουμε δηλαδή να αναπτύσσεται όλο και περισσότερο μία σύγκρουση ανάμεσα σε Σουνίτες και Σιΐτες, η οποία απέχει από τη «σύγκρουση των πολιτισμών» που τόσο πολύ προσπάθησαν να προκαλέσουν οι Τζιχαντιστές, και να εξελίσσεται σε μία ενδο-μουσουλμανική σύγκρουση, αντίστοιχη των θρησκευτικών πολέμων του 17ου αιώνα στην Ευρώπη.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Σήμερα τιμάται η μνήμη του αγωνιστή της ΕΟΚΑ Γρηγόρη Αυξεντίου. Στις 3 Μαρτίου του 1957 οι Άγγλοι, ύστερα από προδοσία πληροφορήθηκαν το κρησφύγετό του κοντά στο Μαχαιρά. Το περικύκλωσαν με αυτοκίνητα και ελικόπτερα, μετά από πολύωρη μάχη και αρκετούς νεκρούς Άγγλους έριξαν βενζίνη στο κρησφύγετο και τον έκαψαν ζωντανό. Με αφορμή αυτη την ημέρα παραθέτω αποσπάσματα από ομιλία μου που εκφώνησα ως  "λόγο μνήμης και τιμής στον Γρηγόρη Αυξεντίου" το 2010.  Το ερώτημα που έθεσα τότε παραμένει: Τι μέλλον, λοιπόν, θέλουμε σήμερα στην Κύπρο;

Βρισκόμαστε σήμερα εδώ σε αυτήν την τελετή μνήμης, προφανώς διότι δεν ξεχνούμε τα ιδανικά και τις αξίες που ο Γρηγόρης Αυξεντίου τίμησε με τον αγώνα και τη θυσία του. Δεν ξεχνούμε όσα οι μάχες των ηρώων μας στην Ελλάδα και την Κύπρο δεν μας επιτρέπουν να ξεχάσουμε. Οι ήρωές μας, και ανάμεσα τους ο Γρηγόρης Αυξεντίου, μας υπενθυμίζουν την αξία, αλλά και τη σχετικότητα του χρόνου.

Ο Γρηγόρης Αυξεντίου έζησε κουβαλώντας ένα μακρύ και ιστορικό παρελθόν, το παρελθόν του Ελληνισμού, έζησε ένα σύντομο παρόν και διασφάλισε ένα διαχρονικό μέλλον, αφού ... αποτελεί και θα αποτελεί σύμβολο αγώνα, θυσίας, αυταπάρνησης.

Τιμώντας λοιπόν το παρελθόν και ζώντας το παρόν, προετοιμάζουμε το μέλλον. Αυτό είναι το μήνυμα της σημερινής μου ομιλίας.

Ο Ελληνισμός της Κύπρου, μετά από πολλούς αιώνες σκλαβιάς, κατόρθωσε, αφού δεν του επετράπη να ενωθεί με την Ελλάδα, να αποτινάξει τον αποικιοκρατικό ζυγό και να ολοκληρωθεί σε κράτος, σε μία ώριμη πλέον Δημοκρατία.

Στον αγώνα για την ελευθερία, η θυσία υπήρξε ανυπολόγιστη. Όμως, για τη νεότευκτη Κυπριακή Δημοκρατία προκαθορίστηκαν από τη διεθνή πολιτική πολλές και ταυτόχρονες πορείες προς την τραγωδία: η εμφυτευμένη στο σύστημά της πολιτική τού «διαίρει και βασίλευε», η εγγύτητα ενός ιμπεριαλιστικού γείτονα, η πόλωση του διεθνούς συστήματος, αλλά και η απόσταση, η αδυναμία... της Ελλάδας. Το αποτέλεσμα δεν άργησε στις 20 Ιουλίου 1974.

Δεν ξεχνάμε την 20ή Ιουλίου, ημέρα ήττας και σκλαβιάς για ένα μεγάλο μέρος του νησιού. Δεν ξεχνάμε εκείνους που μας θεώρησαν και μας θεωρούν ένα πιόνι της σκακιέρας... Και, φυσικά, δεν ξεχνάμε, και, μαζί με το Γρηγόρη Αυξεντίου, σ' αυτούς αφιερώνουμε τούτη την τελετή, όλους εκείνους που πέρασαν το ποτάμι της μάχης, το σμήναρχο Συμεωνίδη, τους Ελδυκάριους, όλους εκείνους που ακόμη τους ψάχνουμε ζωντανούς ή νεκρούς και, πολύ περισσότερο, εκείνους που έπεσαν, εκείνους που για την ελευθερία πήγαν στην κρεμάλα κοιτώντας τον κουκουλοφόρο δήμιο στα μάτια.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η εισβολή και κατοχή συνεχίζεται και σήμερα
και δεν είναι, όπως κάποιοι το αποκαλούν, «πρόβλημα».
.......................
Ας μην εγκαταλείπουμε τη φυσική μας αίσθηση της Ιστορίας. Ιστορικά είναι εκείνα τα γεγονότα που οδήγησαν την ανθρωπότητα ή τα έθνη να αλλάξουν τη μοίρα τους. Και η «λύση» Ανάν δεν ήταν ούτε ιστορική, ούτε μοναδική.
......................
Ας μην απαρνιόμαστε τη φυσική μας αίσθηση του χρόνου και την άποψη – που επιβεβαιώνεται - ότι η λύση αυτή δεν θα ήταν η τελευταία. Διότι, τίποτε δεν είναι τελικό στο αέναο του χρόνου γύρισμα. ...

Να θυμόμαστε πάντα ότι στη ζωή των λαών, των κρατών ή των πολιτισμών ο χρόνος είναι διαφορετικός και σαφώς δεν καταγράφεται με βάση τα δεδομένα της προσωπικής ζωής εκάστου ανθρωπίνου όντος. Ήταν μεγάλη ή μικρή η διάρκεια της Ρωμαϊκής ή της Βυζαντινής αυτοκρατορίας; Ήταν άραγε πολλά τα 400 ή τα 700 χρόνια που κατά περιοχές κράτησε ο οθωμανικός ζυγός στην Ελλάδα ή τα 800 που κράτησε η σκλαβιά της Κύπρου;

Η αντοχή στο χρόνο είναι το πρώτο μυστικό για τη δικαίωση κάθε αγώνα για την ελευθερία. Το δεύτερο μυστικό είναι η αγάπη, το όνειρο για το μέλλον.

Ο Γρηγόρης Αυξεντίου, ως νέος και ως ήρωας, αντιμετώπιζε το μέλλον με αισιοδοξία και θάρρος. Ίσως γιατί ήξερε ότι θα μείνει αθάνατος. Ίσως γιατί είχε μεθύσει από την αγάπη για την πατρίδα και το όνειρο της ελευθερίας.

Σήμερα, η προετοιμασία του μέλλοντος απαιτεί να σκεπτόμαστε νηφάλια, λαμβάνοντας υπόψη τις συγκυρίες και τους παράγοντες του διεθνούς περιβάλλοντος, σε συνδυασμό με την προάσπιση των εθνικών μας συμφερόντων.

Τι μέλλον, λοιπόν, θέλουμε σήμερα στην Κύπρο; Ένα μέλλον με ασφάλεια, στο οποίο θα επέλθει η ανατροπή των συνεπειών τής εισβολής και κατοχής, και θα φύγουν τα στρατεύματα του κατακτητή. Ένα μέλλον με μία λύση, πιθανώς οδυνηρή, αλλά υποφερτή και αξιοπρεπή, που θα είναι δίκαιη για τις επόμενες γενιές των δύο κοινοτήτων. Ένα μέλλον με μία λύση που δεν θα καταργεί τη συνέχεια της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Ένα μέλλον με λύση που θα είναι πραγματικά βιώσιμη και λειτουργική, αφού δεν θα οδηγεί τους πολίτες της Δημοκρατίας σε συγκρούσεις και σε ένα νέο γύρο εφαρμογής του βρετανικού «διαίρει και βασίλευε» πριν στεγνώσουν οι υπογραφές. Ένα μέλλον δημιουργικό, που οι νέοι θα προκόψουν και θα μετατρέψουν τη μεγαλόνησο σε επιστημονικό και τεχνολογικό κέντρο της Μεσογείου.
...................

Στο μέλλον θα πρέπει να αξιολογήσουμε τη θέση της χώρας μας, ... και να αναπτύξουμε νέους συντελεστές ισχύος. Ελλάδα και Κύπρος μπορεί να αποτελούν μικρά κράτη, αλλά διαθέτουν, παρά τα προβλήματα, πολλά πλεονεκτήματα και έχουν δυνατότητες να αποκτήσουν ακόμη περισσότερα.

Προσπαθώ να πω ότι το μέλλον είναι πιο ευοίωνο από ό,τι φαίνεται και μπορεί να γίνει ακόμη περισσότερο. Αρκεί να αντιληφθούμε ότι η «Ένωση» με την Ευρωπαϊκή Ένωση συνέβη. Αρκεί να αντιληφθούμε ότι ένα μικρό κράτος, όπως η Ελλάδα, και ένα πολύ μικρό κράτος, η Κύπρος, μπορούν να έχουν στρατηγική για το μέλλον. ...

Κυρίες και κύριοι, ο συνδυασμός του παρελθόντος και του μέλλοντος, με ένα πολύ σύντομο, συμπυκνωμένο, παρόν, πιστεύω ότι ήταν/είναι ο πυρήνας της κοσμοθεωρίας των αγωνιστών που θυσιάστηκαν στους αγώνες για την ελευθερία. ... Το να θυσιάσει τη ζωή του στο βωμό της πατρίδας, πιστεύω ότι ο Γρηγόρης Αυξεντίου το έκανε για δύο λόγους: από τη μια, γιατί ... δεν ξεχνούσε από ποια βάθη του χρόνου έφθανε στο σήμερα, και, από την άλλη, γιατί είχε ένα όραμα για το μέλλον.

Αυτό πιστεύω είναι που θα ήθελε από εμάς, αυτός που σήμερα τιμούμε. Για αυτό επέλεξα να αναφερθώ στο παρελθόν και, κυρίως, στο μέλλον.

Να θυμόμαστε το Γρηγόρη Αυξεντίου, ... κι ακόμη περισσότερο να σχεδιάζουμε το μέλλον και να αγωνιζόμαστε...

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Ομιλίες
Τρίτη, 17 Φεβρουάριος 2015 09:18

Η κρίση με την Ρωσία θα κρατήσει χρόνια

Πριν λίγες μέρες βρέθηκα στην εκπομπή Εδώ Μακεδονία, όπου σε ερώτηση σχετικά με την κρίση στη Ρωσία απάντησα ότι η εκτίμησή μου είναι ότι θα κρατήσει χρόνια. Παρακάτω παραθέτω την άποψή μου, έτσι όπως καταγράφηκε από τους δημοσιογράφους της εκπομπής, Αντώνη Ωραήλογλου και Χρήστο Νικολαϊδη στην ιστοσελίδα τους. 

"Την εκτίμηση ότι η κρίση στην Ουκρανία και η στις σχέσεις της Ρωσίας με την ΕΕ και την Αμερική που προκαλεί θα διαρκέσει ακόμα αρκετά χρόνια έκανε ο καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και πρώην πρυτανης του ΠΑΜΑΚ Ηλίας Κουσκουβέλης, μιλώντας στην εκπομπή Εδώ Μακεδονία.

Κατά τον κ. Κουσκουβέλη οι Έλληνες αγρότες θα πρέπει να ψάξουν να βρουν άλλες αγορές γιατί λόγω της πολιτικής των κυρώσεων η Ρωσική αγορά θα μείνει κλειστή για αρκετό καιρό. "Πιστεύω ότι οι Έλληνες αγρότες θα πρέπει να ανοίξουν νέες αγορές και να διοχετεύσουν τα προϊόντα τους τόσο στην Κίνα και την Ινδία όσο και σε περιοχές της Αφρικής όπου έχουν δημιουργηθεί τα τελευταία χρόνια μεγάλες κοινότητες Ευρωπαίων και Κινέζων", σημείωσε.

Σχολιάζοντας την απάντηση της Τουρκίας στην έκκληση του κ. Τσίπρα για απομάκρυνση του Μπαρμπαρός από την Κυπριακή ΑΟΖ, ο κ. Κουσκουβέλης είπε ότι δεν θα περίμενε κανείς κάτι διαφορετικό από την Τουρκία."

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Σελίδα 3 από 14
You are here Προβολή άρθρων ανα tag: Κουσκουβέλης