Tuesday, Mar 19th

Last update12:36:22 PM GMT

Την περασμένη Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2011, ολοκληρώθηκε η ακροαματική διαδικασία στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, μετά από την προσφυγή των Σκοπίων κατά της Ελλάδας.

Αγόρευσαν διαδοχικά η Μαρία Τελαλιάν, ο Καθηγητής του Yale, W. Michael Riesman, και ο Καθηγητής του Cambridge, James Crawford. Για το περιεχόμενο των αγορεύσεών τους υπήρξε ανάρτηση από την περασμένη Τετάρτη το βράδυ.

Προσπάθησα όλες αυτές τις ημέρες που κράτησε η διαδικασία στη Χάγη να ενημερώσω, εσάς τους αναγνώστες της ιστοσελίδας, σε ζητήματα τεχνικά (νομικά), μίας διαδικασίας για την οποία μόνο προς το τέλος υπήρξε κάποια περιορισμένη ενημέρωση από τους συνήθεις διαύλους. Αυτός είναι και ο λόγος που επέλεξα τον δημοσιογραφικού ύφους λόγο και γραφή. Για να υπάρξει, λοιπόν, η πλήρης ενημέρωση ως προς τα επιχειρήματα της χώρας μας, παρουσιάζω εν περιλήψει και τις απόψεις που ανέπτυξαν οι άλλοι τρεις αγορητές.

Ο Καθηγητής Alain Pellet υπενθύμισε ότι το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης δεν έχει αρμοδιότητα να κρίνει την υπόθεση, προσθέτοντας ότι ακόμη και αν κρίνει ότι έχει, τότε θα πρέπει να δικαιώσει την Ελλάδα.

Αντέκρουσε τον ισχυρισμό των Σκοπίων ότι τα επιχειρήματα της Ελλάδας είναι ήσσονος σημασίας (“trivial”) και κατήγγειλε την προσπάθεια των Σκοπίων να παρουσιάσουν τη χώρα μας ως έναν περίεργο και κακό γείτονα. Και αναρωτήθηκε αν οι παραβιάσεις της ενδιάμεσης συμφωνίας και των κανόνων καλής γειτονίας εκ μέρους των Σκοπίων είναι ήσσονος σημασίας.

Χαρακτηριστικά υπενθύμισε την επίθεση διαδηλωτών στο Γραφείο Συνδέσμου της Ελλάδας στην κεντρική πλατεία των Σκοπίων, την εκ μέρους της κυβέρνησης της FYROM χρηματοδότησης ακραίων εθνικιστικών ομάδων, την παρουσία του ίδιου του πρωθυπουργού σε εκδηλώσεις με έντονο ανθελληνικό και αλυτρωτικό χαρακτήρα και, κυρίως, το επί 16 χρόνια συστηματικό σαμποτάζ των διαπραγματεύσεων και την ανυπαρξία της όποιας προσπάθειας για συμβιβασμό («le moindre pas vers un compromis»). Ανέπτυξε διεξοδικά το επιχείρημα ότι η επίσημη πρόταση των Σκοπίων για «διπλή ονομασία» (“double formule”) συνιστά παραβίαση της Ενδιάμεσης Συμφωνίας και μπλοκάρισμα της διαδικασίας των διαπραγματεύσεων, αφού δεν μένει στην Ελλάδα κάτι για να διαπραγματευτεί. Προκάλεσε τους νομικούς της άλλης πλευρά λέγοντας ότι η «σιωπή» τους επ’αυτών των ζητημάτων είναι «εκκωφαντική» («criant») και κανένα από τα παρατιθέμενα στοιχεία δεν είναι «ήσσονος σημασίας».

Τόνισε, ακόμη, ότι από τότε που τα Σκόπια εντάχθηκαν στον ΟΗΕ, με την προσωρινή ονομασία, παραβίασαν μαζικά (“massivement”) τις υποχρεώσεις τους έναντι της Ελλάδας. Δεν μπορεί λοιπόν ένα κράτος που δεν τηρεί τις υποχρεώσεις του να επικαλείται και να επωφελείται των υποχρεώσεων του άλλου.

Ο Αιγύπτιος Καθηγητής του Πανεπιστημίου του Καΐρου, Georges Abi-Saab, επικέντρωσε την αγόρευσή του σε τρία σημεία. Πρώτον, ότι τα Σκόπια έκαναν φρενήρεις (frénétiques) προσπάθειες να αποσυνδέσουν την υπόθεση της ένταξής τους στο ΝΑΤΟ από τις απορρέουσες εκ της Ενδιάμεσης Συμφωνίας υποχρεώσεις τους. Δεύτερον, υπενθύμισε την αρχή του Διεθνούς Δικαίου pacta sunt servanda (οι συμφωνίες τηρούνται), σχολιάζοντας ότι πρέπει να βλέπουμε το σύνολο των υποχρεώσεων κάθε πλευράς και όχι ένα μέρος τους, σαν να βλέπουμε την πραγματικότητα από μία κλειδαρότρυπα (“par une cerrure”). Τρίτον, ότι η Ενδιάμεση Συμφωνία συνήφθη για να επιτελέσει τρεις λειτουργίες: να υπάρχει ένα modus vivendi μεταξύ των μερών, να οδηγήσει τα μέρη σε επίλυση της διαφοράς τους μέσω διαπραγματεύσεων και, τρίτον, να διατηρηθούν στο ακέραιο τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των μερών στην κατάσταση του 1995. Τα Σκόπια με τη συμπεριφορά τους παραβίασαν και τις τρεις αυτές λειτουργίες.

Τέλος, ο εκπρόσωπος της Ελλάδας πρέσβης Σαββαΐδης έκλεισε τον κύκλο των αγορητών της Ελλάδας. Επανέφερε το επιχείρημα ότι το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα σε μια υπόθεση που αφορά το ΝΑΤΟ. Ακόμη κι αν το Δικαστήριο θεωρήσει ότι έχει, τότε αφενός δεν υπάρχει πουθενά η σαφής υποχρέωση της Ελλάδας να υποστηρίζει την ένταξη των Σκοπίων σε διεθνείς οργανισμούς, αφετέρου, η σκοπιανή πλευρά, κατά τη διαδικασία, δεν απέδειξε παραβίαση (“breach”) της Συμφωνίας. Είπε ότι η Ελλάδα, απέναντι σε τόσα κράτη του ΝΑΤΟ, δεν είχε τη δυνατότητα να σταματήσει την ένταξη των Σκοπίων σε αυτό∙ αλλά ακόμη κι αν είχε, η μακρόχρονη πρακτική των Σκοπίων θα της έδινε το δικαίωμα να το κάνει.

Τόνισε ότι επί 16 χρόνια η Ελλάδα έδειξε καλή πίστη και διάθεση να λυθεί η διαφορά στα πλαίσια του ΟΗΕ και με βάση την Ενδιάμεση Συμφωνία. Αντίθετα, στόχος των Σκοπίων είναι να παρακάμψουν (“short cut”) την Ενδιάμεση Συμφωνία. Πολύ δε περισσότερο, επιτυγχάνοντας μία καταδίκη της Ελλάδας στο θέμα του ΝΑΤΟ, να χρησιμοποιήσουν την εν λόγω απόφαση για να προωθήσουν χωρίς υποχώρηση στο όνομα τις προσπάθειες ένταξής τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Κλείνοντας, ζήτησε από το Δικαστήριο να θεωρήσει εαυτό αναρμόδιο να κρίνει τη διαφορά, άλλως να απαλλάξει την Ελλάδα από την κατηγορία των Σκοπίων

 

http://taxalia.blogspot.com/2011/04/blog-post_5014.html

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Μέρος Α'

Σήμερα, Τετάρτη 30 Μαρτίου 2011, συνεχίσθηκε, για τελευταία μέρα, η ακροαματική διαδικασία στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, μετά από την προσφυγή των Σκοπίων κατά της Ελλάδας.

Πρώτη η Μαρία Τελαλιάν έθεσε την κεντρική γραμμή των αγορεύσεων των συνηγόρων τής χώρας μας: ότι, πρώτον, τα Σκόπια, προσπάθησαν να λήξουν τη διαφορά για το όνομα εκτός της Ενδιάμεσης Συμφωνίας και, δεύτερον, ότι προσπαθούν τώρα να καταδικασθεί η Ελλάδα για να χρησιμοποιήσουν αυτήν την καταδίκη στην υπόθεση της διαπραγμάτευσης για το όνομα.

Υποστήριξε και υπενθύμισε ότι για πολλά χρόνια τα Σκόπια προσπάθησαν να υποσκάψουν την Ενδιάμεση Συμφωνία και την απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας, παραβιάζοντας ταυτοχρόνως την ενδιάμεση Συμφωνία. Αυτό αποδεικνύεται από χάρτες, εγκυκλοπαίδειες, δημοσιεύματα, δηλώσεις, με σαφές αλυτρωτικό περιεχόμενο, που θέτει σε κίνδυνο την περιφερειακή ειρήνη και τη σταθερότητα.

Ο Καθηγητής Riesman υποστήριξε ότι η Ενδιάμεση Συμφωνία πρέπει να ερμηνεύεται στο σύνολό της και όχι κατά τμήματα και όπως επιθυμούν τα Σκόπια. Αποκάλυψε τη δικαστική στρατηγική των Σκοπίων: να αποφασίσει το Δικαστήριο για το θέμα της ένταξης στο ΝΑΤΟ, σαν να ήταν αποκομένο από την υπόθεση του ονόματος και, στη συνέχεια, να μη διαπραγματευτούν στο θέμα του ονόματος. Επέμεινε στην κακή πίστη (bad faith) των Σκοπίων κατά την εφαρμογή της Ενδιάμεσης Συμφωνίας και υπογράμμισε ότι η συμπεριφορά αυτή ήταν αντίθετη προς την Απόφαση 817 του Συμβουλίου Ασφαλείας, την οποία άλλωστε τα Σκόπια έφτασαν στο σημείο να αμφισβητήσουν το 2005.

Επέμεινε στο ότι η απόφαση του ΝΑΤΟ ήταν συλλογική και με consensus (όχι με ψηφοφορία), ενώ απέρριψε την εκφρασθείσα από τα Σκόπια άποψη ότι η υπό εκδίκαση υπόθεση δεν αφορά το ΝΑΤΟ. Μάλιστα ρώτησε: πώς θα αποφασίσει το Δικαστήριο χωρίς εν τέλει να κρίνει το ΝΑΤΟ;

Τρίτος αγορητής ήταν ο Καθηγητής του Cambridge, James Crawford, ο οποίος υποστήριξε ότι η Ενδιάμεση Συμφωνία είναι μία συμφωνία status quo. Δηλαδή ότι τα κράτη συμφώνησαν τα πράγματα να παραμείνουν ως έχουν, χωρίς το ένα ή το άλλο να υποσκάπτει τη συμφωνία.

Για την απροσδόκητη περίπτωση που το Δικαστήριο δεν θα κάνει δεκτή την ένσταση της Ελλάδας ως προς την αναρμοδιότητά του και φθάσει να δεχθεί ότι η Ελλάδα παρεμπόδισε τα Σκόπια να μπουν στο ΝΑΤΟ, ο Καθηγητής υπογράμμισε ότι αν το ένα μέρος παραβιάζει τη συμφωνία, τούτο συνεπάγεται ότι και το άλλο δικαιούται σε συγκεκριμένες περιπτώσεις να τροποποιεί τη συμπεριφορά του, χωρίς να συνεπάγεται ότι καταγγέλλει τη συμφωνία.

Επιπλέον, ανέπτυξε το επιχείρημα ότι πουθενά στο σχετικό με τις διεθνείς συμφωνίες δίκαιο δεν είναι γραμμένο ότι οι υποχρεώσεις της μίας πλευράς ερμηνεύονται ευρέως (της Ελλάδας), ενώ της άλλης πλευράς στενά και γραμματικά (των Σκοπίων).

Απέρριψε το επιχείρημα των Σκοπίων ότι το ΝΑΤΟ δεν έχει ή δεν είχε κριτήρια στη διαδικασία ένταξης των Σκοπίων, ενώ με έξυπνο τρόπο καυτηρίασε την τακτική των δικηγόρων των Σκοπίων να αποστασιοποιούνται (semi-detached), να αγνοούν, δηλαδή, τα αποδεικτικά στοιχεία.

Θα ακολουθήσει ενημέρωση για τα επιχειρήματα που ανέπτυξαν οι Alain Pellet, Georges Abi-Saab και ο Πρέσβης Σαββαϊδης.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Σήμερα, Παρασκευή 25 Μαρτίου 2011, συνεχίσθηκε η διαδικασία στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, μετά από την προσφυγή των Σκοπίων κατά της Ελλάδας.  Μετά τη χθεσινή ανάρτηση, αντιλαμβανόμενος το μεγάλο ενδιαφέρον των φοιτητών μου και του κοινού για το θέμα, προσκάλεσα τον συνάδελφο Νίκο Ζάϊκο, Επίκουρο Καθηγητή Διεθνούς Δικαίου στο Τμήμα Βαλκανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, να παρακολουθήσει τις Συνεδριάσεις και να μας ενημερώσει.  Ο συνάδελφος, με γνωστό συγγραφικό έργο στο θέμα, είχε την καλοσύνη να το κάνει.

Μαζί και με άλλους συναδέλφους, θα συνεχίσουμε να παρακολουθούμε το θέμα.

Ακολουθεί το κείμενο του Νίκου Ζάϊκου:

«Κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου την 25η Μαρτίου 2011, τον λόγο έλαβε η νομική ομάδα της Ελλάδας.  Ειδικότερα, η επιχειρηματολογία της Ελληνικής πλευράς βασίστηκε σε μία συνδυασμένη ερμηνεία των άρθρων 11 και 22 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας του 1995.

Υπενθυμίζεται καταρχάς ότι το άρθρο 11 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας προβλέπει πως η Ελλάδα «συμφωνεί να μην προβάλλει αντιρρήσεις στην αίτηση ή τη συμμετοχή» τής ΠΓΔΜ «σε διεθνείς, πολυμερείς και περιφερειακούς οργανισμούς και θεσμούς, των οποίων είναι μέλος».  Παράλληλα, η Ελλάδα διατηρεί το δικαίωμα «να προβάλει αντιρρήσεις στην περίπτωση που η ΠΓΔΜ αναφέρεται στους ανωτέρω οργανισμούς ή θεσμούς διαφορετικά απ’ ότι στην παράγραφο 2 της απόφασης 817 (1993) του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών», όπου προβλέπεται η εισδοχή της στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών ακριβώς με το όνομα ΠΓΔΜ.  Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 22, η Ενδιάμεση Συμφωνία «δεν καταπατά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από ήδη ισχύουσες διμερείς και πολυμερείς συμφωνίες», ανάμεσα στις οποίες συμπεριλαμβάνεται βέβαια και το Βορειοατλαντικό Σύμφωνο.

Όπως επεσήμανε ο Μάικλ Ρήσμαν απαντώντας στους ισχυρισμούς της ΠΓΔΜ, εφόσον το Διεθνές Δικαστήριο αποφανθεί ότι έχει δικαιοδοσία να αποφανθεί επί της ουσίας της επίδικης υπόθεσης, τότε θα πρέπει να δεχθεί και ότι το άρθρο 22 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας εισάγει μία σαφή νομική υποχρέωση για τα δύο συμβαλλόμενα κράτη. Πραγματοποιώντας μία λεπτομερή και διεξοδική ανάλυση των άρθρων 11 και 22 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, σε συνάρτηση με το άρθρο 8 του Βορειοατλαντικού Συμφώνου, που προβλέπει τα κριτήρια εισόδου νέων κρατών στο ΝΑΤΟ, ο καθηγητής Ρήσμαν επισήμανε εύστοχα ότι αν και η Ελλάδα καταρχήν υποχρεώνεται να μην αντιτίθεται στην είσοδο της ΠΓΔΜ σε διεθνείς οργανισμούς, εφόσον αναφέρεται ως ΠΓΔΜ, αυτό δεν σημαίνει ότι δεσμεύεται να μην αντιτίθεται ακόμη και όταν η ΠΓΔΜ δεν συγκεντρώνει τα προβλεπόμενα κριτήρια εισόδου σε διεθνείς οργανισμούς, όπως αυτά έχουν ήδη καθοριστεί από τους ίδιους τους διεθνείς οργανισμούς.

Ειδικότερα, σε μία στρατιωτική συμμαχία με κλειστή συμμετοχή, όπως είναι το ΝΑΤΟ, τα κριτήρια και οι διαδικασίες εισόδου νέων μελών είναι ιδιαίτερα αυστηρά. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, πρόκειται για κριτήρια που καθορίζονται στο Membership Action Plan του ΝΑΤΟ και κάθε κράτος μέλος έχει ιδιαίτερη ευθύνη για την τήρησή τους, εφόσον έτσι συμβάλλει στην προώθηση των σκοπών του ΝΑΤΟ.

Στο παρελθόν – και ειδικότερα κατά την περίοδο αμέσως μετά το 1995 – η Ελλάδα δεν είχε προβάλλει αντιρρήσεις στην είσοδο της ΠΓΔΜ σε διεθνείς οργανισμούς, επειδή την εποχή εκείνη βασιζόταν στην καλόπιστη τήρηση των διεθνών δεσμεύσεων της ΠΓΔΜ.  Ωστόσο, μετά τις αλλεπάλληλες παραβιάσεις της Ενδιάμεσης Συμφωνίας από την πλευρά της ΠΓΔΜ, ενεργοποιήθηκαν πια οι ρυθμίσεις των άρθρων 22 και 11 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας.

Στη συνέχεια, τον λόγο πήρε ο Τζέιμς Κρώφορντ, ο οποίος ξεκαθάρισε ότι το άρθρο 11 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας δεν εισάγει γενική, αόριστη και απεριόριστη υποχρέωση της Ελλάδας να δέχεται την είσοδο της ΠΓΔΜ σε διεθνείς οργανισμούς «άνευ ετέρου».  Τα σχόλια της τότε Υπουργού Εξωτερικών κ. Ντόρας Μπακογιάννη και του τότε Πρωθυπουργού της Ελλάδας κ. Κ. Καραμανλή σχετικά με την ανάπτυξη σχέσεων καλής γειτονίας μεταξύ Ελλάδας και ΠΓΔΜ ή για επίλυση του θέματος του ονόματος πριν από την είσοδο της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ – τα οποία επικαλέστηκε η ΠΓΔΜ στην προσφυγή της – πραγματοποιήθηκαν ενώπιον δημοσιογράφων, κοινοβουλευτικών ομάδων ή της Βουλής και όχι στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ.  Συνεπώς, δεν πρόκειται για νομικά αξιολογήσιμες δηλώσεις.  Σε κάθε περίπτωση, οι αξιωματούχοι της Ελλάδας δεν πρόβαλαν αντίρρηση στην είσοδο της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ, αλλά απλώς επαναλάμβαναν τα κριτήρια εισόδου στο ΝΑΤΟ, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και οι «σχέσεις καλής γειτονίας».

Όπως προκύπτει από το ισχύον νομικό πλαίσιο, η είσοδος ενός νέου μέλους στο ΝΑΤΟ τελικά αποτελεί ζήτημα consensus των κρατών μελών της στρατιωτικής αυτής συμμαχίας.  Εξάλλου, σύμφωνα με τον Γ.Γ. ΝΑΤΟ κ. Σέφερ (19.2.2009), στο ΝΑΤΟ δεν υφίσταται καν η έννοια του veto.  Η δήλωση του κ. Κ. Καραμανλή ότι «η ΠΓΔΜ δεν εισήλθε στο ΝΑΤΟ εξαιτίας του veto της Ελλάδας», την οποία επικαλέστηκε η ΠΓΔΜ, έγινε για εσωτερικούς πολιτικούς λόγους και δεν αντανακλά τη νομική ακριβολογία και διαδικασία εισόδου στο ΝΑΤΟ.

Στη συνέχεια, ο κ. Κρώφορντ αναφέρθηκε στη στρατηγική της ΠΓΔΜ να επιδιώκει την αναγνώριση του κράτους αυτού με το συνταγματικό όνομά του από τρίτα κράτη, η οποία κατά ρητή δήλωση του τότε Προέδρου της ΠΓΔΜ κ. Τσερβενκόβσκι θα επιτύγχανε να υλοποιήσει το σχέδιο της ΠΓΔΜ να επιβάλλει το συνταγματικό όνομα του κράτους αυτού σε πολυμερές επίπεδο.  Με τον τρόπο αυτό, η διαδικασία τής διαπραγμάτευσης με σκοπό την ανεύρεση κοινά αποδεκτής λύσης για το ζήτημα του ονόματος, που εισάγεται στην Ενδιάμεση Συμφωνία, καθίσταται γράμμα νεκρό και εκτός αντικειμένου.  Πρόκειται για καταστρατήγηση διεθνών δεσμεύσεων της ΠΓΔΜ.  Ο κ. Κρώφορντ επισήμανε ότι η Ελλάδα διαπίστωσε το σχέδιο της καταστρατήγησης και παραβίασης της Ενδιάμεσης Συμφωνίας και διαθέτει το νομικό δικαίωμα να αντιδρά σε περίπτωση που παραβιάζεται η Ενδιάμεση Συμφωνία. Συνεπώς, η αντίδραση αυτή, ακόμη και αν θεωρηθεί ως παραβίαση του άρθρου 11, εντούτοις θεραπεύεται βάσει του άρθρου 22 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας.

Κατά την αγόρευσή του ο κ. Αλαίν Πελέ επισήμανε ότι η απόφαση του Βουκουρεστίου σχετικά με τη μη είσοδο της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ δεν ήταν ξαφνική, αλλά το αποτέλεσμα συνεχών παραβιάσεων της Ενδιάμεσης Συμφωνίας από την ΠΓΔΜ (π.χ. των άρθρων 5, 6, 7) και της αρχής της καλής γειτονίας, που συμπεριλαμβάνεται στα κριτήρια εισόδου νέων μελών στο ΝΑΤΟ.  Ο κ. Πελέ αναφέρθηκε στην υποχρέωση διαπραγμάτευσης μεταξύ της ΠΓΔΜ και της Ελλάδας, όπως προβλέπεται σε διάφορες διεθνείς πράξεις, για να την αντιπαραβάλει κατόπιν με τη συστηματική, κυνική και μαζική παραβίαση των συγκεκριμένων νομικών δεσμεύσεων από την πλευρά της ΠΓΔΜ.  Ο κ. Πελέ εξήγησε ότι το όνομα το οποίο θα πρέπει να συμφωνηθεί στις διαπραγματεύσεις μεταξύ Ελλάδας και ΠΓΔΜ δεν αφορά τις διμερείς σχέσεις των δύο κρατών, αλλά προορίζεται να έχει γενική, πολυμερή χρήση. Αναφέρθηκε σε δήλωση του Πρωθυπουργού της ΠΓΔΜ κ. Γκρούεβσκι από το 2007, όπου διαφαίνεται η απόλυτη άρνηση της ΠΓΔΜ να διαπραγματευτεί κατά παραβίαση των διεθνών υποχρεώσεών της, καθώς και η εμμονή τής ΠΓΔΜ για ανεύρεση λύσης που θα αφορά μόνο το διμερές επίπεδο.  Πρόκειται βέβαια για κατάφωρη παραβίαση των διεθνών υποχρεώσεων της ΠΓΔΜ και η οποία χαράσσει μία  προσεκτική στρατηγική με σκοπό να διαμορφωθεί μία τετελεσμένη πολιτική κατάσταση σχετικά με το όνομα, που αποδεικνύεται και από σχετικές θριαμβευτικές δηλώσεις της πολιτικής ηγεσίας της ΠΓΔΜ.  Ο κ. Πελέ αναφέρθηκε διεξοδικά στο ισχύον νομικό πλαίσιο σχετικά με τις διαπραγματεύσεις, καθώς και στις συνεχείς σχετικές παραβιάσεις της Ενδιάμεσης Συμφωνίας από την ΠΓΔΜ.

Η κ. Μαρία Τελαλιάν, που  έλαβε τον λόγο κατά την απογευματινή διαδικασία, αναφέρθηκε διεξοδικά στις αλυτρωτικές βλέψεις της ΠΓΔΜ.»

 
Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Σήμερα αργά το απόγευμα πέτυχα να συνδεθώ διαδικτυακά και να παρακολουθήσω εξ ολοκλήρου δύο πολύ καλές αγορεύσεις νομικών της χώρας μας.

Ο W. Michael Reisman, Καθηγητής στη Νομική Σχολή του Yale, ανέπτυξε ένα κύριο ζήτημα, καθαρά δικονομικό, το αν δηλαδή το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης έχει την αρμοδιότητα να δικάσει και να αποφασίσει για τη συγκεκριμένη διαφορά, δηλαδή την κατά τους Σκοπιανούς παραβίαση της Ενδιάμεσης Συμφωνίας με την παρεμπόδιση των Σκοπιανών να ενταχθούν στο ΝΑΤΟ.  

Σύμφωνα με τον δικηγόρο της χώρας μας όλα τα θέματα που προέκυψαν ανάγονται στο όνομα και γι’ αυτό το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να επιληφθεί της υπόθεσης.  Επιπλέον, απέρριψε με νομικά επιχειρήματα την άποψη που ανέπτυξαν τα Σκόπια ότι η απόφαση 817 του Συμβουλίου Ασφαλείας του 1993 δεν είναι δεσμευτική για τα Σκόπια.  

Ο Καθηγητής υπογράμμισε ότι η υποχρέωση των Σκοπίων με βάση τις αποφάσεις ένταξης στον ΟΗΕ και την Ενδιάμεση Συμφωνία είναι η χρήση του προσωρινού ονόματος μέχρι τη συμφωνία μεταξύ των δύο πλευρών και, κυρίως, να διαπραγματευτούν για το όνομα με καλή πίστη.  Και αυτό, χρησιμοποιώντας δηλώσεις Σκοπιανών ηγετών, συμπεριλαμβανομένου και του Τσερβένκοφσκι, ο Reisman απέδειξε ότι τα Σκόπια δεν το έπραξαν.

Τελευταίος για σήμερα το απόγευμα αγόρευσε ο Γάλλος Alain Pellet (Αλαίν Πελέ), Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Paris Ouest, Nanterre/La Défense, ο οποίος λόγω χρόνου δεν ολοκλήρωσε την τοποθέτησή του.  Έθεσε και αυτός θέμα αρμοδιότητας του Δικαστηρίου, στη βάση του επιχειρήματος, ότι το Δικαστήριο υπεισέρχεται σε ένα κατ’εξοχήν πολιτικό ζήτημα.  Συγκεκριμένα, υποστήριξε πως αν το Δικαστήριο αποφασίσει για το αν τα Σκόπια έπρεπε ή δεν έπρεπε να εμποδιστούν να ενταχθούν στο ΝΑΤΟ, τότε αυτό θα σήμαινε ότι: πρώτον, το Δικαστήριο θα παρενέβαινε σε μία καθαρά πολιτική διαδικασία και, δεύτερον, το Δικαστήριο θα υποκαθιστούσε το ΝΑΤΟ, δηλαδή τον φορέα που αποφασίζει για το αν και ποια χώρα θα ενταχθεί.

Ο Αλαίν Πελέ επίσης απέδειξε, χρησιμοποιώντας δηλώσεις διπλωματών (μάλιστα φιλικά προσκειμένων κατά τη Σύνοδο του Βουκουρεστίου στα Σκόπια, όπως του πρεσβευτή της Τσεχίας) ότι η μη ένταξη των Σκοπίων ήταν απόφαση του ΝΑΤΟ και δεν έγινε ποτέ ψηφοφορία για την ένταξη των Σκοπίων, ώστε να μπορεί οποιοσδήποτε να επιχειρηματολογήσει ότι αποδεδειγμένα κάποια χώρα ήταν αντίθετη στην ένταξη των Σκοπίων.  Η απόφαση ήταν του ΝΑΤΟ και γι αυτό αν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη διαφορά επί του θέματος, τότε αυτή θα έπρεπε να είναι μεταξύ των Σκοπίων και του ΝΑΤΟ και όχι με την Ελλάδα.


Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Πέμπτη, 17 Μάρτιος 2011 11:13

Η Ελλάδα σε πυρηνικό κλοιό...!

Μετά τα πυρηνικά ατυχήματα στην Ιαπωνία, «ξυπνήσαμε» και στην Ελλάδα, συνειδητοποιώντας ότι περιβαλλόμαστε από χώρες που επιδίδονται στη χρήση πυρηνικής ενέργειας ή σε προσπάθειες απόκτησης πυρηνικών όπλων.  Και, ως εκ θαύματος, ήρθαν και πάλι στην επιφάνεια της επικαιρότητας τα σχέδια της Τουρκίας να κατασκευάσει πυρηνικό εργοστάσιο στο Ακούγιου, πάνω σε σεισμικό ρήγμα και απέναντι από την Κύπρο.  Όμως το σχέδιο για το Ακούγιου υπάρχει προ του 2000, όπως και οι προσπάθειες της Άγκυρας για πυρηνικά όπλα.  Άλλωστε και το κόμμα του Ερντογάν, το AKP, στο κυβερνητικό του πρόγραμμα, πριν έρθει για πρώτη φορά στην εξουσία, αναφερόταν στη χρήση πυρηνικής ενέργειας.

Tα σχέδια της Άγκυρας με οδήγησαν, το 2000, στη συγγραφή και έκδοση του βιβλίου Αποτροπή και Πυρηνική Στρατηγική στον Ψυχρό Πόλεμο.

Επιλέγω τρεις παραγράφους από την εισαγωγή του βιβλίου:

“Τα πυρηνικά οπλικά συστήματα δεν έπαψαν όμως να υπάρχουν και να διαδίδονται.  Οι πυρηνικές δοκιμές χωρών όπως η Ινδία και το Πακιστάν - απόρροια της οριζόντιας πυρηνικής διασποράς - ήρθαν να μας θυμίσουν το 1998 και το 1999 ότι τα πυρηνικά παραμένουν ένας σημαντικός συντελεστής ισχύος στη διεθνή σκακιέρα, ότι ο αριθμός των κατεχόντων ή των εν δυνάμει κατεχόντων πυρηνικά αυξάνεται και, συνεπώς, ότι το πρόβλημα των πυρηνικών και της διάδοσής τους θα έπρεπε να εξετασθεί πολιτικά και επιστημονικά κάτω από ένα νέο πρίσμα, στα πλαίσια, δηλαδή, του μονοπολικού συστήματος και των σχέσεων όχι πλέον μόνον των υπερδυνάμεων, αλλά και των περιφερειακών και συχνά γειτονικών δυνάμεων”.

……..

“… ύστατος αλλά ίσως και πλέον σημαντικός λόγος, είναι ότι στην Ελλάδα θα πρέπει να αρχίσουμε να σκεπτόμαστε συστηματικά σε επίπεδο πυρηνικής στρατηγικής για την περίπτωση που η γείτων χώρα - της οποίας το ενδιαφέρον είναι και δεδομένο και γνωστό -  αποκτήσει πυρηνικά όπλα.  …”

……..

“… παρά το ότι η Ελλάδα δεν είναι πυρηνική δύναμη και το πιθανότερο είναι ότι δεν σκέφτεται να γίνει (κάτι που φυσικά στα πλαίσια μίας σχέσης δράσης-αντίδρασης εξαρτάται από τις κινήσεις της Τουρκίας), στόχος από τη μελέτη της αποτρεπτικής πυρηνικής στρατηγικής είναι να γίνουν κάποιες αρχές των διεθνών σχέσεων κατανοητές και να βρουν εφαρμογή στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.  Αυτές βέβαια, όπως επανειλημμένα έχει τονισθεί, είναι γνωστές από την εποχή του Θουκυδίδη: η ισχύς αντιμετωπίζεται ή αποτρέπεται με ισχύ και συμφωνίες γίνονται μόνο στη βάση ισορροπίας της ισχύος.  Όμως, ίσως να είναι χρήσιμο για τους νεοέλληνες, ειδικά για εκείνους με την εξωελληνική νοοτροπία, να μελετήσουν την κατά γράμμα εφαρμογή των θεμελιωδών αυτών αρχών των διακρατικών σχέσεων στη στρατηγική των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ.  Σε κάθε περίπτωση, η μελέτη τής αποτρεπτικής πυρηνικής στρατηγικής θα οδηγήσει στον περιορισμό τού φαινομένου της υποτίμησης των ελληνικών δυνατοτήτων, το οποίο οφείλεται, κατά τους Ήφαιστο και Πλατιά, στην "άγνοια και την ημιμάθεια των μηχανισμών και των λειτουργιών του φαινομένου της αποτροπής και την έλλειψη περιβάλλοντος γνώσης γύρω από το θέμα αυτό"”.
Τέλος, μιλώντας για την πυρηνική αποτροπή θα πρέπει να έχουμε πάντα κατά νου τα λόγια Γλαύκωνα, που παραθέτω και στο προοίμιο του βιβλίου μου, έτσι, όπως διατυπώνονται στην Πολιτεία του Πλάτωνα: “τὸ μὲν ἀδικεῖν ἀγαθόν, τὸ δὲ ἀδικεῖσθαι κακόν”, δηλαδή “Είναι καλό πράγμα να αδικεί κανείς, αλλά κακό να αδικείται”. Οι κάτοχοι πυρηνικών όπλων δηλοποιούν ότι θα “αδικήσουν” τον αντίπαλό τους. Καθένας, όμως, θεωρεί μέγιστό κακό να “αδικηθεί”, να δεχθεί δηλαδή ένα πυρηνικό πλήγμα... Τούτο, όμως, δεν μπορεί να συμβεί μεταξύ αντιπάλων κατόχων πυρηνικών όπλων, καθώς και οι δύο κινδυνεύουν ταυτόχρονα και να “αδικήσουν” και να “αδικηθούν”. Η ταυτόχρονη ύπαρξη των δύο ενδεχομένων οδηγεί στην αδυναμία να πληγεί ο αντίπαλος, χωρίς να υποστεί πλήγμα ο επιτιθέμενος, οδηγεί, δηλαδή, στην αυτοσυγκράτηση και στη συνύπαρξη. Κατά τον Γλαύκωνα: “τοῖς μὴ δυναμένοις τὸ μὲν (ἀδικεῖσθαι) ἐκφεύγειν τὸ δὲ (ἀδικεῖν) αἱρεῖν δοκεῖ λυσιτελεῖν συνθέσθαι ἀλλήλοις μήτ’ ἀδικεῖν μήτ’ ἀδικεῖσθαι”. Δηλαδή εκείνοι που κατάλαβαν “ότι δεν μπορούν να αποφεύγουν τις αδικίες των άλλων, ούτε και οι ίδιοι να αδικούν κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι είναι συμφερότερο να συμφωνήσουν μεταξύ τους μήτε να αδικούν μήτε να αδικούνται”.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Σάββατο, 26 Φεβρουάριος 2011 12:40

Σχέσεις Ελλάδας & Αρμενίας

Συνέντευξη στην Αρμενική εφημερίδα ΑΖΑΤ ΟΡ,  24 Φεβρουαρίου 2011

 

Κε καθηγητά, σε μια περίοδο κατά την οποία επιτείνονται τα πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα της χώρας, προφανώς απαιτείται επαναπροσδιορισμός του ρόλου της εκπαίδευσης των νέων. Ποιές είναι οι προϋποθέσεις για μια σωστή εκπαίδευση που να ανταποκρίνεται στις προκλήσεις της σύγχρονης εποχής στην Ελλάδα;

Η άποψή μου είναι κλασσική.  Η εκπαίδευση ξεκινά από το δημοτικό και, περισσότερο ως πολίτης και ως πατέρας, θεωρώ ότι τα παιδιά χρειάζεται να μάθουν καλά δύο βασικά πράγματα: γράμματα και αριθμούς∙ όλα τα άλλα θα έρθουν μόνα τους.  Επιπλέον, στον τομέα της παιδείας, χρειάζεται να τους εμφυσήσουμε επίσης δύο πράγματα: τη συνείδηση ότι τα δικαιώματα στηρίζονται και πηγαίνουν μαζί με υποχρεώσεις, και την πίστη ότι υπηρετώντας το σύνολο, υπηρετούμε τον εαυτό μας.  Τέλος, χρειάζεται να επαναλάβουμε και να διδάξουμε με το παράδειγμά μας την κλασσική αλήθεια, ότι τα αγαθά κόποις κτώνται. 

 

Για την κρίση που αντιμετωπίζει η ελληνική κοινωνία θεωρούμε, ως επί το πλείστον, υπεύθυνες τις εκάστοτε κυβερνήσεις. Πέραν της γενικής δυσαρέσκειας που έχει καταλάβει όλους τους πολίτες της χώρας για την παρούσα κατάσταση, οι απόψεις που διατυπώνονται ως προς τα αίτια της κρίσης, καθώς και οι προτεινόμενες λύσεις για έξοδο από αυτήν, ποικίλλουν δραματικά. Έτσι, άλλοι μιλούν για λανθασμένες πολιτικές επιλογές, άλλοι για έλλειψη αποφασιστικότητας, άλλοι για έλλειψη κοιινωνικής ευαισθησίας, και ούτω καθ'εξής. Θα μας ενδιέφερε να γνωρίζουμε, πως αξιολογείτε εσείς την παρούσα κατάσταση; 

Ασφαλώς και υπάρχει πολιτική ευθύνη των ανθρώπων που τιμήθηκαν και εξελέγησαν να κυβερνήσουν.  Όμως εξελέγησαν από κάποιους και κλήθηκαν να υπηρετήσουν ή και να ευχαριστήσουν αυτούς που τους εξέλεξαν.  Εξ αυτού, η ευθύνη διαχέεται και προς τους πολίτες.  Θεωρώ ότι είναι άδικο και ζημιώνει το πολιτικό σύστημα και τη δημοκρατία - δηλαδή, το κλαδί που πάνω του όλοι καθόμαστε - να ισχυριζόμαστε ότι φταίνε μόνο οι πολιτικοί ή το πολιτικό σύστημα.  Σε μία δημοκρατία υπεύθυνων πολιτών, όλοι πρέπει να κάνουμε την αυτοκριτική μας και να αποδεχόμαστε το μερίδιο των ευθυνών που μας αναλογεί, φυσικά σε άλλους πολύ περισσότερο και σε άλλους πολύ λιγότερο.  Διαφορετικά ισοπεδώνουμε και μηδενίζουμε τα πάντα. 


Ας έρθουμε σε ειδικότερα θέματα που αφορούν την Ελλάδα και την Αρμενία. Ως καθηγητής διεθνών σχέσεων, ποιά θεωρείτε πως είναι τα κυρίαρχα στοιχεία για τη βελτίωση και περαιτέρω ανάπτυξη της καλής συνεργασίας μεταξύ των δυο χωρών;

Νομίζω ότι δεν χρειάζεται να είναι κανείς καθηγητής Διεθνών Σχέσεων για να γνωρίζει τις ισχυρότατες σχέσεις μεταξύ των δύο λαών που για πολύ μεγάλο διάστημα είχαν ουσιαστικά ενωθεί και που η ιστορία χώρισε σε δύο διαφορετικές γωνιές της περιοχής μας.  Επίσης χρειάζεται κοινός νους για να αντιληφθεί κανείς τα κοινά συμφέροντα.  Άρα, οι προϋποθέσεις υπάρχουν.  Εκείνο το οποίο απαιτείται - και αυτό υποστηρίζω σταθερά ως Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων - είναι να χαραχθεί, με σοβαρότητα και με πίστη στην κοινή στόχευση, μία στρατηγική για το μέλλον.  Χωρίς κοινή στρατηγική και χωρίς πίστη στην εφαρμογή της τα πράγματα θα μείνουν ως έχουν.  Αν μείνουν ως έχουν όχι μόνο οι δύο πλευρές δεν θα ωφεληθούν, αλλά, μεσοπρόθεσμα, καθώς άλλοι θα προχωρούν, θα καταγράψουν τις αρνητικές συνέπειες της αδράνειάς τους.

 

Τι προοπτικές ανάπτυξης συνεργασίας υπάρχουν μεταξύ των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων των χωρών (στην προκειμένη περίπτωση ιδιαίτερα μεταξύ Ελλάδας και Αρμενίας) και πού εξυπηρετεί η θέσπιση κοινών προγραμμάτων ή ανταλλαγής των φοιτητών;

Ασφαλώς οι δυνατότητες είναι μεγάλες και, μάλλον, ανεξερεύνητες.  Αναφερόμενος μόνο στο δικό μου κλάδο, θεωρώ ότι έχουμε τεχνογνωσία στον τομέα της επιστήμης των Διεθνών Σχέσεων και των Ευρωπαϊκών σπουδών.  Αντιστοίχως, από την πλευρά της Αρμενίας έχουμε να μάθουμε πολλά για τον Καύκασο, τη Ρωσία, την Κεντρική Ασία.  Όμως, πέρα από τη γνώση, η ανταλλαγή φοιτητών συμβάλλει στο να γνωριστούν καλύτερα οι νέοι, να καταγράψουν τα κοινά του παρελθόντος και να αντιληφθούν την πρόκληση των κοινών συμφερόντων και ευκαιριών του μέλλοντος. 

 

Η Ελλάδα και η Αρμενία έχουν υπoγράψει αρκετά μνημόνια συνεργασίας σε πολλούς τομείς. Τι είδους συνεργασία και σε ποιούς τομείς ειδικότερα θα προτείνατε εσείς για το μέλλον;

Εγώ δεν έχω να προτείνω περαιτέρω συμφωνίες, όχι γιατί δεν θα μπορούσαν να γίνουν και άλλες.  Πιστεύω όμως ότι πρώτα πρέπει να ενεργοποιηθούν οι υφιστάμενες και να αποδώσουν καρπούς.  Να δώσω ένα παράδειγμα. Κάθε Ελληνικό πανεπιστήμιο έχει υπογράψει δεκάδες συμφωνίες συνεργασίας με πανεπιστήμια απανταχού της γης∙ από αυτές ελάχιστες είναι ενεργές και χρήσιμες.  Θα ήθελα όμως να προσθέσω ότι για την ενεργοποίηση αυτών των συμφωνιών τεράστιο ρόλο παίζουν οι πολίτες των δύο χωρών και, εν προκειμένω, τεράστιο ρόλο μπορούν να παίξουν και οι Αρμενικής καταγωγής Έλληνες.  Επιτρέψτε μου ακόμη ένα παράδειγμα ή πρόταση: δεν θα ήταν καλό να οργανώνονται εκδηλώσεις, ομιλίες, ημερίδες, στα Πανεπιστήμια ώστε οι νέοι μας να γνωρίσουν περισσότερα για την Αρμενία; 


Όπως γνωρίζετε η Τουρκία κρατά κλειστά τα σύνορά της με την Αρμενία, ενώ συγχρόνως προσπαθεί να επιδείξει δυναμική και ηγεμονική παρουσία στην ευρύτερη περιοχή. Ομοίως συνεχίζει την κατοχή της Βόρειας Κύπρου και παραβιάζει συνεχώς τον εναέριο χώρο της Ελλάδας. Ενώ δείχνει πως θέλει να αναβαθμίσει τις σχέσεις της με τα γειτονικά κράτη, παρ' όλα αυτά, δεν οπισθοχωρεί ούτε χιλιοστό από τις θέσεις της. Πως συνάδουν όλα αυτά;

Αυτά, όπως ευλόγως υπονοείτε, δεν συνάδουν με μία πολιτική καλής γειτονίας.  Η πολιτική της Τουρκίας, όπως ο ίδιος ο Νταβούτογλου την έχει ονομάσει και επιχειρεί να εφαρμόσει, είναι μία πολιτική «μηδενικών προβλημάτων» με τους γείτονες.  Και τούτο με στόχο να κερδίσει χρόνο, να πετύχει την εσωτερική ενδυνάμωση και, όπως εύστοχα παρατηρείτε, να συμπεριφερθεί εν συνεχεία ως ο ηγεμόνας της περιοχής.  Όμως στην προσπάθεια αυτή, των «μηδενικών προβλημάτων» και της αναζήτησης νέων οριζόντων στην Ανατολή, η Τουρκία αφενός δεν κάνει υποχωρήσεις (Γιατί να ανοίξει τα σύνορα με την Αρμενία; Γιατί να τερματίσει την κατοχή στην Κύπρο;) και εκτίθεται αποκαλύπτοντας τις στοχεύσεις της, αφετέρου ενοχλεί άλλους, σημαντικούς παίκτες του διεθνούς συστήματος.  Γι αυτό, όπως έχω προσφάτως επιχειρηματολογήσει, θεωρώ ότι η Τουρκία βραχυπρόθεσμα θα καταγράψει αποτυχίες.Ήδη οι σχέσεις της με το Ιράν και τη Συρία και οι ανακολουθίες της απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν τρώσει την αξιοπιστία της στη Δύση, ενώ οι τριβές της με το Ισραήλ έχουν ήδη ζημιώσει τα στρατηγικά της συμφέροντα∙ εκτιμώ δε πως σύντομα θα ζημιώσουν και τα οικονομικά της.  
Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Κυριακή, 30 Ιανουάριος 2011 16:10

Εξωτερική πολιτική και κρίση

την Παρασκευή 28 Ιανουρίου

 

Σε πείσμα της εσωστρέφειας που δημιούργησε η οικονομική κρίση, τα θέματα της εξωτερικής μας πολιτικής συνεχίζουν να αυξάνονται και να επιζητούν αντιμετώπιση. Φαίνεται δε ότι, όπως δεν υπάρχει στρατηγική εξόδου από την κρίση, έτσι δεν υπάρχει και στρατηγική στην εξωτερική μας πολιτική. Χειρότερα, η εξωτερική μας πολιτική πιθανώς θυσιάζεται στο βωμό της κρίσης, ενώ αντίθετα θα μπορούσε με έξυπνες κινήσεις, όπως με την οριοθέτηση της ελληνικής ΑΟΖ, να μετατραπεί σε εργαλείο αντιμετώπισής της. Βεβαίως υπήρξαν συναντήσεις με τα Σκόπια, την Τουρκία, αλλά και το Ισραήλ. Ομως ο πολίτης δεν μπορεί να διακρίνει ποιοι είναι οι στόχοι της πολιτικής μας. Και τούτο διότι είτε αυτοί δεν έχουν δημοσιοποιηθεί, οπότε υπάρχει μυστική διπλωματία, είτε, χειρότερα, δεν υπάρχουν. Ετσι, σημαντικά ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα. Ποια είναι η κεντρική στόχευσή μας απέναντι στην Τουρκία; Είναι πολιτική επίλυσης διαφορών από θέση ίσης ισχύος, είναι πολιτική σύμπλευσης ή είναι πολιτική κατευνασμού; Ποια είναι η επιδίωξή μας και η τακτική μας στο νέο γύρο διαπραγματεύσεων για το όνομα της Μακεδονίας; Θα στηρίξουμε πραγματικά τις προσπάθειες που από βελτιωμένη πλέον θέση κάνει η Κύπρος, ώστε να λήξει η εισβολή και κατοχή; Εύλογα κάποιος θα αντέτεινε ότι όταν χρωστάς δεν μπορείς να κάνεις εξωτερική πολιτική.

ΛΑΘΟΣ. Πρώτον, διότι δεν χρωστάμε στην Τουρκία, τα Σκόπια ή σε οποιονδήποτε γείτονά μας.  Δεύτερον, διότι διαθέτουμε άλλα συγκριτικά πλεονεκτήματα απέναντί τους. Τρίτον, διότι, ακόμη και σε περίοδο ισχνών αγελάδων, η εξωτερική πολιτική είναι θέμα προτεραιοτήτων, στρατηγικής και αποφασιστικότητας. Είναι θέμα πολιτικών επιλογών. Η Κύπρος μάς διδάσκει το πώς ένα μικρό κράτος, υπό την απειλή του εισβολέα, αξιολόγησε την αναδυόμενη ενεργειακή κατάσταση της περιοχής και προχώρησε αποφασιστικά. Ισως δε οι κινήσεις της άρχισαν να αποδίδουν, κρίνοντας από την επίσκεψη Μέρκελ και τις δηλώσεις της για το Κυπριακό. Εμείς φαίνεται πως δεν έχουμε καν αξιολογήσει την κατάσταση.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Συνέντευξη στον δημοσιογράφο Κώστα Βενιζέλο Εφημερίδα Ο Φιλελεύθερος,
Λευκωσία Δευτέρα, 5 Ιουλίου 2010, σ. 6 

 

1. Η Τουρκία διανύει, όπως υποστηρίζεται από πολλούς, περίοδο αναβάθμισης σε σχέση με τα στρατηγικά της σχέδια.  Πώς επηρεάζει τους Ελληνικούς σχεδιασμούς;

Η Τουρκία έχει αναβαθμίσει κάποιους από τους συντελεστές ισχύος της και διανύει μία περίοδο έντονης δραστηριοποίησης και εμπλοκής τού Πρωθυπουργού της σε διεθνή ζητήματα.  Τούτο δεν συνεπάγεται αναγκαίως και μια αναβάθμιση του ρόλου της.  Αντιθέτως, ενδέχεται η διπλωματική ανάμειξή της σε κάποια διεθνή ζητήματα, όπως το Παλαιστινιακό ή το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, να ενοχλεί κάποια άλλα σημαντικά κράτη, μέχρι πρότινος φιλικά προς αυτήν.  Σημειώστε ότι η Τουρκία συνεχίζει να έχει εσωτερικά προβλήματα και, παρά το ότι θα το ήθελε, δεν είναι αυτή που βρίσκεται στο Ιράκ ή στην Κεντρική Ασία.  Έχω την εντύπωση ότι οι Ελληνικοί σχεδιασμοί, αργά αλλά σταθερά, θα μπορούσαν να επωφεληθούν από αυτήν την κατάσταση.

 

2. Θεωρείτε ότι είναι κατάλληλη περίοδος για επίλυση διαφορών με την Τουρκία;

Ναι, αν η ενιαία Τουρκική ηγεσία αντιλαμβανόταν ότι δεν έχει περιθώρια χρόνου.  Όχι, διότι θεωρώ ότι η όποια Τουρκική υπερεξαπλωμένη διπλωματική δραστηριοποίηση έχει αγγίξει τα όριά της και, βραχυπρόθεσμα μάλλον, θα καταγράψει περιορισμούς, αποτυχίες, ίσως και συνέπειες.  Άρα, πιστεύω, ίσως μεταξύ λίγων, ότι ο χρόνος σε αυτήν την περίοδο δεν τρέχει εναντίον μας.

 

3. Αθήνα και Λευκωσία έχουν επενδύσει στη στρατηγική της ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ.  Αυτή η στρατηγική απέδωσε;

Ασφαλώς και απέδωσε, μέχρις ενός βαθμού.  Όμως, αφενός κάθε στρατηγική έχει τα όριά της (που θα πρέπει εκ των προτέρων να τα έχουμε προσδιορίσει), αφετέρου, πρέπει η επένδυση στη στρατηγική μας να είναι ολική και να μην υποχωρεί κατά την εξέλιξη.  Ασφαλώς η Τουρκία, για δεύτερη φορά μετά την εποχή Οζάλ, στρέφει την προσοχή της προς Ανατολάς και επιχειρεί να υλοποιήσει ένα απροσδιόριστο νέο-οθωμανικό αυτοκρατορικό όνειρο.  Αν οι σκέψεις που εξέθεσα πιο πάνω είναι ορθές, τότε η συγκεκριμένη πολιτική σύντομα θα συναντήσει τα όριά της.  Διότι, επαναλαμβάνω, δεν είναι η Τουρκία που βρίσκεται στο Ιράκ και στην Κεντρική Ασία.  Τα κενά ισχύος του διεθνούς συστήματος στην Κεντρική Ασία έχουν σχεδόν πληρωθεί από τις Μεγάλες Δυνάμεις, ενώ άλλες, ίσες ή και σημαντικότερες από την Τουρκία δυνάμεις τής περιοχής, όπως το Ιράν ή το Πακιστάν, έχουν τουλάχιστον το γεωγραφικό πλεονέκτημα απέναντί της.

 

4. Θεωρείτε ότι υπάρχει ανάγκη αναθεώρησης αυτής της πολιτικής;

Δεν θεωρώ ότι επί του παρόντος υπάρχει ανάγκη αναθεώρησης της συγκεκριμένης πολιτικής.  Θεωρώ ότι όπως πάντα, στην εξωτερική ή σε όποια πολιτική, πρέπει να αναμένουμε και να επιμένουμε, παράγοντας και απολαμβάνοντας το σύνολο των ωφελημάτων της εν λόγω πολιτικής. Ταυτοχρόνως, όμως, επειδή ουδείς είναι προφήτης στα ανθρώπινα ζητήματα, πρέπει να γίνουν δύο πράγματα.  Πρώτον, ένας σχεδιασμός για την περίπτωση που η Τουρκία, τελικώς , αντίθετα με τις εκτιμήσεις μου, στραφεί κυρίως προς Ανατολάς.  Και λέω κυρίως, διότι είναι η σχέση της με τη Δύση που προσπαθεί καταρχάς να «πουλήσει» η Τουρκία στην Ανατολή· συνεπώς αυτή τη σχέση πρέπει να την διατηρήσει.  Δεύτερον, πρέπει να αντιμετωπιστούν κάποιες από τις προσπάθειες της Τουρκίας, όπως οι σχέσεις της με κράτη της Ισλαμικής Συνδιάσκεψης.  Και, τρίτον, να διεισδύσουμε με προσοχή στα κενά που δημιουργούνται εξαιτίας των δυσαρεσκειών που προκαλούν οι διπλωματικές πρωτοβουλίες της.

 

5. Τα πρόσφατα γεγονότα με τις νηοπομπές προς την αποκλεισμένη Γάζα δημιουργούν νέα δεδομένα στην περιοχή, αλλά και συνθήκες για νέες συμμαχίες;

Οφείλω να υπογραμμίσω ότι κάθε Έλληνας αισθάνεται αλληλέγγυος προς κάθε άνθρωπο ή λαό που δοκιμάζεται.  Οφείλω επίσης να πω ότι η Κυπριακή Κυβέρνηση έδειξε ωριμότητα και ρεαλισμό με τη στάση της προσφάτως, προστατεύοντας τα συμφέροντα της Δημοκρατίας και μη συμπλέοντας με κάποιους, αμφιβόλων δημοκρατικών φρονημάτων, Τούρκους ακτιβιστές.  Ένα γεγονός από μόνο του δεν δημιουργεί απαραιτήτως νέα δεδομένα.  Δημιουργεί, όμως, την ανάγκη να προβληματιστούμε για το αν δημιουργεί και, ίσως, προσεκτικά να ψηλαφίσουμε τα όποια ενδεχόμενα που θα προκύψουν από την ανάλυσή μας.

 

6. Έχουμε ρόλο σε αυτό το νέο τοπίο;

Ασφαλώς ναι.  Πρέπει όμως να είμαστε προσεκτικοί, να έχουμε όσο το δυνατόν καλύτερη εικόνα της κατάστασης, να αναλύσουμε και να εκτιμήσουμε τα δεδομένα, να χαράξουμε στρατηγική (βραχυπρόθεσμη;, μεσοπρόθεσμη;, μακροπρόθεσμη;) και, όταν και αν την αποφασίσουμε, να επιμείνουμε σ’ αυτήν.  Ας μην ξεχνάμε, αφενός, ότι έχουμε σταθερούς φίλους στην περιοχή και, αφετέρου, ότι κάθε νέα συνεργασία πρέπει να στηρίζεται στην αμοιβαιότητα.  Όπως δε πάντα στη διεθνή πολιτική, να αποφέρει συγκεκριμένα και αξιόλογα επιθυμητά οφέλη.

 

7. Το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας εκπαιδεύει Κύπριους διπλωμάτες.  Τι είναι αυτό που προσφέρεται στους διπλωμάτες;

Εκείνο που προσφέρεται είναι Ελληνική επιστημονική τεχνογνωσία (ναι, υφίσταται τέτοια τεχνογνωσία!) σε ένα σύνολο νέων με διαφορετική εκπαιδευτική εμπειρία.  Η θεματολογία εξαρτάται από τις ανάγκες και τις απαιτήσεις του Υπουργείου Εξωτερικών.  Μπορεί να αφορά θέματα Ευρωπαϊκής ενοποίησης, ζητήματα στρατηγικής, τεχνικές διαπραγματεύσεων, επικοινωνίας, θέματα ανάπτυξης ή ο,τιδήποτε άλλο κριθεί αναγκαίο.  Σε κάθε περίπτωση, είμαστε ένα δημόσιο Πανεπιστήμιο και επενδύουμε σε μακροπρόθεσμες και όχι ευκαιριακές συνεργασίες.  Προσεγγίζουμε τη συγκεκριμένη διαδικασία με ιδιαίτερο αίσθημα ευθύνης, δημοσιονομικής λογικής και συνέπειας.

 

8. Έχετε μακρά σχέση με την Κύπρο ως Πανεπιστήμιο. Πώς προέκυψε τούτο;

Η σχέση μας με την Κύπρο είναι μακρόχρονη και πολύ ισχυρή, αφού έμπρακτα έχουμε αποδείξει τη συμπαράστασή μας, αν θέλετε, την αγάπη μας προς τους Κυπρίους.  Οφείλεται κυρίως στους φοιτητές μας από την Κύπρο, οι οποίοι, σε αντίθεση με άλλα Ελληνικά Πανεπιστήμια, συνεχίζουν να μας επιλέγουν, αφού πρόκειται για ένα Πανεπιστήμιο το οποίο, όπως λένε οι ίδιοι οι φοιτητές, «δεν κλείνει ποτέ».  Οφείλεται επίσης σε μία σειρά ικανών Γενικών Προξένων τής Δημοκρατίας στη Θεσσαλονίκη και στην Κυπριακή κοινότητα της πόλης μας.  Ξεκινά με τις ετήσιες επισκέψεις στην Κύπρο φοιτητών τού Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών από το 2000 μέχρι το 2005, σε συνεργασία με τον Εθνικό Οργανισμό Νεολαίας.  Σε αυτές τις επισκέψεις, φοιτητές και καθηγητές γνωρίσαμε τον τότε Πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων Δημήτρη Χριστόφια, ο οποίος μάς έκανε την τιμή να δεχθεί να αναγορευτεί επίτιμος διδάκτορας του Τμήματός μας.  Οφείλω δε να πληροφορήσω ότι ο μοναδικός άλλος επίτιμος διδάκτοράς μας είναι ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας Κάρολος Παπούλιας.  Αντιλαμβάνεστε την ιδιαίτερη τιμή που αισθανόμαστε, καθώς πρόκειται για τους δύο εν ενεργεία ταγούς των Ελλήνων και όχι μόνο.  Για να επανέλθω στην ερώτησή σας, το Πανεπιστήμιό μας έχει καταστεί ο χώρος όλων των εκδηλώσεων των Κυπρίων στη Θεσσαλονίκη και αυτό φάνηκε περίτρανα κατά την προεκλογική περίοδο για την εκλογή Προέδρου.  Η εκπαιδευτική συνεργασία οφείλεται σε πρωτοβουλία του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Εξωτερικών Νίκου Αιμιλίου και στη συνεργασία μας με τον τότε Γενικό Πρόξενο στη Θεσσαλονίκη Ελπιδοφόρο Οικονόμου.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Κυριακή, 21 Νοέμβριος 2010 21:59

Ο Ελληνικός Πλούτος

Μετά από χρόνια έπεσε ξανά στα χέρια μου η παρακάτω ομιλία, την οποία ο αείμνηστος Ξενοφών Ζολώτας έκανε σε μια συνάντηση της Διεθνούς Τράπεζας Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης, στις 2 Οκτωβρίου του 1959.

 Σήμερα, μας υπενθυμίζει πολλά και κυρίως ότι σε τούτους τους δύσκολους καιρούς μπορούμε ακόμη να μιλάμε για τον ελληνικό πλούτο και να είμαστε  περήφανοι.

 Το κείμενο του Ξενοφώντα Ζολώτα παραμένει διαχρονικό και πέρα από την αξία που μπορεί να έχει για την επικαιρότητα και για τους οικονομολόγους, μας δείχνει και την κατεύθυνση στην οποία πρέπει να επενδύσει η σύγχρονη Ελλάδα, ακόμη και μέσα στην κρίση.  Μπορούμε να στηριχτούμε στην Παιδεία και στον Πολιτισμό, να τα αξιοποιήσουμε ως συντελεστές ισχύος, να τα αναδείξουμε ως συγκριτικά πλεονεκτήματα, να τα προβάλουμε με μια καλά σχεδιασμένη και οργανωμένη στρατηγική.  Να τα κάνουμε μέρος του πλούτου που χρειαζόμαστε.

 

INTERNATIONAL BANK OF RECONSTRUCTION AND DEVELOPMENT
SPEECH OF THE GREEK MINISTER OF ECONOMICS
Dr. XENOPHON ZOLOTAS
WASHINGTON, 2nd OCTOBER 1959


Kyrie,

It is Zeus’ anathema on our epoch and the heresy of our economic method and policies that we should agonize the Skylla ofnomismatic plethora and the Charybdis of economic anaemia.

It is not my idiosyncrasy to be ironic or sarcastic but my diagnosis would be that politicians are rather cryptoplethorists. Although, they emphatically stigmatize nomismatic plethora, they energize it through their tactics and practices. Our policiesshould be based more on economic and less on political criteria. Our gnomon has to be a metron between economic strategicand philanthropic scopes.

In an epoch characterized by monopoliesoligopoliesmonopolistic antagonism and polymorphous inelasticities, our policieshave to be more orthological, but this should not be metamorphosed into plethorophobia, which is endemic among academiceconomists.

Nomismatic symmetry should not antagonize economic acme. A greater harmonization between the practices of the economicand nomismatic archons is basic.

Parallel to this, we have to synchronize and harmonize more and more our economic and nomismatic policies panethnically. These scopes are more practicable now, when the prognostics of the political and economic barometer are halcyonic.

The history of our didymus organization on this sphere has been didactic and their gnostic practices will always be a tonic to the polionymous and idiomorphous ethnical economies. The genesis of the programmed organization will dynamize thesepolicies.

Therefore, I sympathize, although not without criticism one or two themes with the apostles and the hierarchy of our organs in their zeal to program orthodox economic and nomismatic policies.

apologize for having tyrannized you with my Hellenic phraseology. In my epilogue, I emphasize my eulogy to thephiloxenous autochthons of this cosmopolitan metropolis, and my encomium to you, kyrie, the stenographers.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Ελλάδα
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:29

Η Διεθνής Θεσσαλονίκη

Η Διεθνής Θεσσαλονίκη

 

Μακεδονία, Κυριακή 28 Μαρτίου 2010, σ. 77.
του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων


Δύο δεκαετίες μετά την κατάρρευση του Ανατολικού μπλοκ οι πολιτικοοικονομικές ανακατατάξεις στα Βαλκάνια – δυστυχώς επώδυνες ορισμένες φορές - έχουν σχεδόν ολοκληρωθεί. Όλα αυτά τα χρόνια επαναλαμβανόταν από τους Θεσσαλονικείς, αλλά και από τις πολιτικές ηγεσίες της χώρας, η φράση φιλοδοξίας ή και αυταρέσκειας «Η Θεσσαλονίκη πρωτεύουσα των Βαλκανίων»...

Έγινε η Θεσσαλονίκη «πρωτεύουσα» των Βαλκανίων; Θα μπορούσε ή μπορεί ακόμη να γίνει; Aν ναι, τι είδους, πολιτική, οικονομική, πολιτιστική; Οφείλουμε να προσδιορίσουμε σε ποιο βαθμό το περιεχόμενο του όρου «πρωτεύουσα» ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και, εφόσον καθορισθεί ο επιθυμητός στόχος, να εξετάσουμε τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να επιτευχθεί.

Υπό τις σημερινές συνθήκες, η Θεσσαλονίκη δεν μπορεί να είναι πολιτική «πρωτεύουσα» των Βαλκανίων. Αναμφίβολα, θετικές προσπάθειες για να ενισχυθεί ο πολιτικός ρόλος της Θεσσαλονίκης έχουν γίνει. Η πόλη έχει υποδεχθεί τη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ, τη Διαβαλκανική ή συναντήσεις Υπουργών. Φιλοξενεί διεθνείς, σχετικούς με τα Βαλκάνια, φορείς (Σύμφωνο Σταθερότητας, Τράπεζα Μαύρης Θάλασσας) και ο Δήμος Θεσσαλονίκης έχει δημιουργήσει το δίκτυο πόλεων της Βαλκανικής. Εντούτοις, η προσπάθεια αναβάθμισης του πολιτικού της ρόλου έχει φθάσει στα όριά της. Σήμερα, η όποια περαιτέρω ενίσχυση εξαρτάται μόνο από τη μετεγκατάσταση κυβερνητικών υπηρεσιών στη Θεσσαλονίκη ή τη δραστηριοποίηση της αυτοδιοίκησης και της κοινωνίας των πολιτών.

Όμως, η Θεσσαλονίκη έχει τις δυνατότητες να πρωτοπορήσει στον οικονομικό, πολιτιστικό, αθλητικό και επιστημονικό τομέα. Η πόλη διαθέτει ακόμη και σήμερα ΑΕΠ τουλάχιστον ίσο με εκείνο γειτονικής χώρας, διοργανώνει σειρά διεθνών εμπορικών και πολιτιστικών εκδηλώσεων και διαθέτει τις υποδομές για μεγάλα αθλητικά γεγονότα. Τέλος, με τα δύο Πανεπιστήμιά της και τα δίκτυά τους μπορεί να συμβάλει περισσότερο στην ανάπτυξη της περιοχής. Πώς όμως θα διεκδικήσει τα πρωτεία, έχοντας χάσει πολύτιμο χρόνο;

Η απάντηση είναι απλή. Με ένα στρατηγικό σχέδιο που θα θέσει τους στόχους, τις αρμοδιότητες και τις ευθύνες. Θα καθορίσει χρονοδιαγράμματα και στο οποίο θα συμφωνήσουν κυβέρνηση, τοπική αυτοδιοίκηση και φορείς της πόλης.

Το κράτος ευθύνεται για το πλαίσιο ανάπτυξης και ειδικότερα τις διεθνείς σχέσεις. Αυτές πρέπει να είναι σχέσεις συνεργασίας που ενισχύουν τη σταθερότητα και τη Δημοκρατία, χωρίς βεβαίως, χάριν της ανάπτυξης της όποιας πόλης, να τίθενται σε δεύτερη μοίρα τα γενικότερα συμφέροντα της χώρας. Στο κράτος ανήκουν πρωτοβουλίες σε επίπεδο Ε.Ε. που σχετίζονται με την προώθηση κοινών συμφερόντων, την ενίσχυση της αναπτυξιακής βοήθειας στην περιοχή, τις υποδομές (π.χ., διευρωπαϊκά δίκτυα), κλπ.

Από το κράτος εξαρτώνται και οι υποδομές. Αναμφίβολα, τα μεγάλα αναπτυξιακά έργα, όπως η Εγνατία Οδός ή οι ενεργειακοί άξονες, αναβαθμίζουν ολόκληρη τη βόρεια Ελλάδα και τη Θεσσαλονίκη. Στην ευθύνη του κράτους ανήκουν και οι πρωτοβουλίες που μόνο αυτό μπορεί να φέρει σε πέρας. Έτσι θετικά μεν κρίνονται οι πρωτοβουλίες για καλύτερη σιδηροδρομική σύνδεση της Θεσσαλονίκης με τα Σκόπια, τη Σόφια ή την Κωνσταντινούπολη. Όμως, παραμένει μεγάλο ζήτημα η αεροπορική σύνδεση της πόλης με τις γειτονικές πρωτεύουσες και κυρίως με τις Ευρωπαϊκές. Χαρακτηριστικά αναφέρω ότι η Κύπρος είναι πολύ κοντύτερα στη Θεσσαλονίκη λόγω της πολλαπλής και καθημερινής αεροπορικής σύνδεσης με τη Λάρνακα που απέχει μόνο δύο ώρες, ενώ για τα Σκόπια χρειάζονται τρεις, για τη Σόφια έξι, για την Κωνσταντινούπολη οκτώ. Ας μη συζητάμε για τις ανύπαρκτες απευθείας συνδέσεις με τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες...

Στην ευθύνη της τοπικής αυτοδιοίκησης ανήκει συχνά η υλοποίηση αποφάσεων της κυβέρνησης και η πειθαρχία σε ένα συνολικό πολιτικό και οικονομικό σχέδιο δράσης. Πρέπει να καταστεί σαφές πως κανένας φορέας αυτοδιοίκησης δεν επιτρέπεται να ασκεί εξωτερική πολιτική, ούτε να παίρνει πρωτοβουλίες χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με την κυβέρνηση.

Κυρίως, όμως, μία πόλη (όπως και μία περιοχή) οφείλει να προσδιορίσει την ταυτότητά της και το ή τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα έναντι πιθανών ανταγωνιστών της. Η ταυτότητα της πόλης είναι η αρχή και το τέλος. Στη βάση τής συγκεκριμένης ταυτότητας θα σχεδιάσει και θα ευθύνεται για τις δημόσιες σχέσεις της, για τον έλεγχο και τις πιέσεις προς τους κυβερνητικούς φορείς στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, για τη φιλοξενία και τα μέτρα εκείνα που θα κάνουν την πόλη ευχάριστη αλλά και λειτουργική για τους κατοίκους, τους επενδυτές και τους επισκέπτες.

Για όλα τα παραπάνω και κυρίως για το μέλλον μίας πόλης ευθύνη έχουν και οι φορείς της, όπως επιμελητήρια, πανεπιστήμια, αθλητικοί σύλλογοι, κ.ά., και εν τέλει οι ίδιοι οι πολίτες. Αν αυτοί δεν είναι ενεργοί και παραγωγικοί, σε όποιον τομέα και να δραστηριοποιούνται, τότε οι όποιες προσπάθειες του κράτους ή της τοπικής αυτοδιοίκησης θα πέσουν το κενό. Συνεπώς, αυτό που χρειαζόμαστε ακόμη και περισσότερο από οποιαδήποτε διοργάνωση ή θεσμό είναι πρώτα απ' όλα να συμφωνήσουμε στη διεθνή ταυτότητα της πόλης και έπειτα σ' ένα σχέδιο που θα λαμβάνει υπόψη τις δυνατότητες και τις προκλήσεις για τη διαμόρφωσή της. Σε αυτό το πλαίσιο, η εφημερίδα «Μακεδονία» προσφέρει το forum των συζητήσεων. Καλώς άρχισε η συζήτηση και ο προβληματισμός. Εμείς οι πολίτες, ας αρχίσουμε ή ας συνεχίσουμε τις πράξεις, ο καθένας στο χώρο δράσης του.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Ελλάδα
Σελίδα 9 από 14
You are here Προβολή άρθρων ανα tag: Κουσκουβέλης