Tuesday, Mar 19th

Last update12:36:22 PM GMT

Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:29

Εκπαίδευση και φορολογική συνείδηση

Εκπαίδευση και φορολογική συνείδηση

 

Μακεδονία, Κυριακή 28.02.2010, σ. 61.
του Ηλία Ι. Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων


Για την κρίση που βιώνει η χώρα μας ευθυνόμαστε, λίγο ή πολύ, οι περισσότεροι. Κι αυτό γιατί, συνήθως, θεωρούμε σωστό να διεκδικούμε και να ασκούμε τα δικαιώματά μας, χωρίς προηγουμένως να ανταποκρινόμαστε στις υποχρεώσεις μας. Ξεχνάμε, δηλαδή, ότι κάθε δικαίωμα και η άσκησή του προϋποθέτει ή στηρίζεται σε μία υποχρέωση: η ελευθερία, εθνική και ατομική, το δικαίωμα στην εκπαίδευση, στην υγεία, στη σύνταξη, στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό και στην υποχρέωση του πολίτη να συνεισφέρει ανάλογα με τις δυνατότητές του. Έχουμε διαμορφώσει και διαμορφώνουμε μία κοινωνία που στηρίζεται αποκλειστικά στην ιδέα των δικαιωμάτων και των κεκτημένων!

Η όποια αλλαγή επιχειρείται με στόχο την αντιμετώπιση της κρίσης, για να είναι μακροπρόθεσμα βιώσιμη, θα πρέπει να στηρίζεται και σε αλλαγή νοοτροπίας. Γι' αυτό, πέραν των όποιων μέτρων ληφθούν προς αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης, μεσοπρόθεσμα η αντιμετώπιση των προβλημάτων της Ελληνικής κοινωνίας βρίσκεται στην εκπαίδευση των παιδιών μας. Βρίσκεται στη δημιουργία συνείδησης υποχρεώσεων προς το σύνολο.

Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, κάθε κράτος και κάθε πολίτευμα στη Γη θεραπεύει μέσω της εκπαίδευσης τον εαυτό του. Ισχύει το ίδιο και στη χώρα μας; Ως ένα βαθμό, ναι. Πράγματι, τα παιδιά μας, ξεκινώντας από τον παιδικό σταθμό ή το νηπιαγωγείο, εντάσσονται σε σύνολα και κοινωνικοποιούνται, μαθαίνουν για την πατρίδα και εθνικοποιούνται, μαθαίνουν για τη δημοκρατία και πολιτικοποιούνται. Όμως, εκτιμώ, ότι η συγκεκριμένη διαδικασία, από την τυπική έναρξή της, από τη στιγμή δηλαδή που λαμβάνει τη μορφή μαθήματος στο σχολείο, δεν ανταποκρίνεται πλέον στις ανάγκες των καιρών.

Παράδειγμα αποτελούν τα πρώτα σχετικά βιβλία που παίρνουν οι μαθητές στα χέρια τους, στην Ε' και την ΣΤ' Δημοτικού, με τίτλο Κοινωνική και Πολιτική Αγωγή. Μελετώντας τα κανείς διαπιστώνει εύκολα ότι ενώ γίνεται συχνά αναφορά σε δικαιώματα και υποχρεώσεις, η λέξη δικαίωμα όχι μόνο προηγείται πάντα της λέξης υποχρέωση, όχι μόνο χρησιμοποιείται περισσότερες φορές, αλλά και προβάλλεται συστηματικά.

Μέχρι εδώ καλά. Όμως, ενώ ορθά υπάρχουν ξεχωριστά, ειδικά κεφάλαια για την προστασία του περιβάλλοντος, για το σεβασμό της διαφορετικότητας και για συγκεκριμένες κατηγορίες δικαιωμάτων, δεν υπάρχει κεφάλαιο για τις υποχρεώσεις ή, τουλάχιστον, για συγκεκριμένη κατηγορία υποχρεώσεων, όπως αυτών προς το κοινωνικό σύνολο. Σε αυτό το πλαίσιο, η αναφορά στις φορολογικές μας υποχρεώσεις είναι μόνο έμμεση, σχεδόν ανύπαρκτη. Είναι κατά την άποψή μου προφανές ότι σε μια χώρα με τέτοια ροπή προς τη φοροδιαφυγή θα έπρεπε να υπογραμμίζεται με κάθε μέσο και σε κάθε ευκαιρία η υποχρέωση του πολίτη να πληρώνει τους φόρους του, ως σημαντική κοινωνική διαδικασία συμμετοχής στα κοινά.

Θεωρώ ότι πρέπει να παύσουμε να ανατρέφουμε μία κοινωνία που θα στηρίζεται αποκλειστικά στην αντίληψη ύπαρξης μόνο δικαιωμάτων, χωρίς αίσθηση υποχρεώσεων και χωρίς φορολογική συνείδηση. Πρέπει ισόρροπα και παράλληλα με την εκμάθηση των δικαιωμάτων να καλλιεργηθεί η αίσθηση της ευθύνης απέναντι στο κοινωνικό σύνολο. Και τούτο διότι ποτέ και καμία κοινωνία δεν πέτυχε και δεν μπορεί να πετύχει να σέβονται οι πολίτες τους νόμους και να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους στηριζόμενη αποκλειστικά ή κυρίως σε καταναγκαστικούς μηχανισμούς (αστυνομία, εφορία, κλπ.).

Έτσι, όπως τα παιδιά μας μαθαίνουν πλέον στο σχολείο να σέβονται τη διαφορετικότητα (φύλλο, φυλή, θρησκεία), όπως μαθαίνουν για την ανάγκη προστασίας του περιβάλλοντος και την ανάγκη να κάνουν ανακύκλωση, πρέπει να μάθουν ότι οι υποχρεώσεις συνιστούν την απαραίτητη και αναγκαία προϋπόθεση ύπαρξης και άσκησης των δικαιωμάτων μας. Πρέπει να μάθουν, μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος και, κυρίως, του παραδείγματός μας, ότι εργαζόμαστε με συνέπεια, ότι η ανάληψη δημοσίων θέσεων συνιστά λειτούργημα και όχι μέσο πλουτισμού, ότι πρέπει ευσυνείδητα να συνεισφέρουμε ανάλογα με τις δυνατότητές μας και, ενδεχομένως, ότι οι κατά τον Θουκυδίδη «άτιμοι» δεν είναι μόνο όσοι δεν συμμετέχουν στα κοινά, αλλά και οι φοροφυγάδες. Κυρίως δε, ότι μόνο έτσι τα δικαιώματά τους θα αποκτήσουν την απαραίτητη ισχυρή βάση και δεν πρόκειται ποτέ να απειληθούν.

Ίσως είναι ευκαιρία, τώρα που συζητείται και ενδεχομένως θα επιχειρηθεί η βελτίωση της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, να αναζητηθούν τρόποι ώστε να δημιουργήσουμε κοινωνική συνείδηση ευθύνης και καλύτερους νέους πολίτες. Αυτοί είναι η συνέχειά μας και από αυτούς θα εξαρτηθεί το μέλλον της κοινωνίας μας.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Ελλάδα
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:28

Η εξωτερική πολιτική είναι πάντα δύσκολη

Η εξωτερική πολιτική είναι πάντα δύσκολη

 

Αγγελιοφόρος, Κυριακή 3.01.2010, σ. 16
του Ηλία Ι. Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων
Πρύτανη Πανεπιστημίου Μακεδονίας


Τα θέματα που θα κυριαρχήσουν το 2010 στην εξωτερική πολιτική θα είναι πάλι τα ίδια: τα Ελληνοτουρκικά, το Κυπριακό και το Σκοπιανό.

Στα Ελληνοτουρκικά δεν αναμένω εξελίξεις. Οι σχέσεις Ερντογάν και στρατιωτικών περνούν από μία νέα περίοδο τριβών, ενώ η εξωτερική πολιτική Νταβούτογλου, που επιζητά ρόλο για την Τουρκία στα ανατολικά της, φαίνεται να προβληματίζει τους φίλους της. Τούτο ενδέχεται να δημιουργήσει την ευκαιρία να προωθήσουμε τις απόψεις μας προς ισχυρές πρωτεύουσες, με στόχο τη δημιουργία κλίματος προς μελλοντική επίλυση ζητημάτων.

Οι εξελίξεις στο Κυπριακό εξαρτώνται και αυτές από την Άγκυρα. Αν υπάρξει ευκαιρία, ο Πρόεδρος Χριστόφιας θα την αξιοποιήσει, θέτοντας ως κόκκινη γραμμή τη συνέχεια του κράτους, την αποχώρηση των στρατευμάτων κατοχής και τη λειτουργικότητα της λύσης.

Τέλος, στο Σκοπιανό, μετά το Βουκουρέστι και την πρόσφατη Σύνοδο της ΕΕ, η πίεση διαρκώς αυξάνεται για τη Σκοπιανή κυβέρνηση. Έτσι, είναι θέμα αντοχής στο χρόνο των θέσεων των δύο πλευρών. Η πάγια εκτίμησή μου είναι ότι, υπό προϋποθέσεις, ο χρόνος τρέχει υπέρ μας.

Δεν είναι χρήσιμο να κρίνω αν το 2010 θα είναι δυσκολότερο από το 2009. Η εξωτερική πολιτική πάντα είναι δύσκολη. Πάντα χρειάζεται σχεδιασμό, σκληρή δουλειά και εξυπνάδα. Η Ελλάδα είναι διεθνώς ένα μικρό κράτος. Έχει όμως αποδείξει ότι μπορεί να είναι και έξυπνο και αποτελεσματικό!

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:27

Η Πολιτική Επιστήμη στα σχολεία

Η Πολιτική Επιστήμη στα σχολεία

 

Μακεδονία, Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2009
του Ηλία Ι. Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων


Τα τελευταία χρόνια μιλούμε για κρίση του πολιτικού συστήματος, της Δημοκρατίας, για αποστασιοποίηση των πολιτών και ειδικά των νέων από την πολιτική. Παρατηρούμε ότι οι νέοι προτιμούν είτε να είναι αδιάφοροι, είτε να εκφράζονται μέσω από ομαδοποιήσεις εκτός πολιτικής, είτε ακόμη να εκτρέπονται σε βίαιη και παραβατική συμπεριφορά. Αποστρέφονται την πολιτική και το πολιτικό σύστημα και επιλέγουν είτε να απέχουν, είτε να εναντιωθούν σ' αυτό. Το ερώτημα αν φταίει το πολιτικό σύστημα και η πολιτική που διαψεύδει τις προσδοκίες τους ή αν φταίνε οι ίδιοι που αποστασιοποιημένοι, αποσυρόμενοι ή ενάντιοι δεν συμβάλλουν, ώστε να αλλάξει η κατάσταση, μοιάζει με το ερώτημα για το αυγό και την κότα.

Η ευθύνη είναι αμοιβαία και αμφίδρομη. Μια τέτοια διαπίστωση καταδεικνύει την αλληλεξάρτηση στη σχέση πολιτών και πολιτικής. Αλληλεξάρτηση σημαίνει αμοιβαία κόστη και οφέλη. Ορθολογικά σκεπτόμενοι, λοιπόν, προκειμένου να αντιμετωπίσουμε την κρίση θα πρέπει να ελαχιστοποιήσουμε τα κόστη και να αυξήσουμε τα οφέλη από τη σχέση πολιτών και πολιτικής. Θα πρέπει με άλλα λόγια η πολιτική να γίνει περισσότερο ωφέλιμη για τους πολίτες και οι πολίτες για την πολιτική. Απαραίτητη προϋπόθεση για μια τέτοια εξέλιξη αποτελεί η διαπαιδαγώγηση των πολιτών. Θα πρέπει οι πολίτες να γνωρίζουν τις αρχές τής πολιτικής, για να συμμετέχουν σ' αυτήν είτε ως άρχοντες είτε ως αρχόμενοι. Τούτο μας συμβουλεύει και ο Αριστοτέλης στα Πολιτικά. Γράφει:

«Και το σημαντικότερο για τη διατήρηση των πολιτευμάτων, που όλοι παραγνωρίζουν, είναι ότι οι πολίτες πρέπει να διαπαιδαγωγούνται με βάση τις αρχές του πολιτεύματος. Γιατί και οι χρησιμότεροι νόμοι, έστω κι αν ψηφίζονται απ' όλους τους πολίτες, δεν ωφελούν, αν οι πολίτες δεν είναι εθισμένοι και εκπαιδευμένοι σύμφωνα με τις πολιτειακές αρχές...»

Υπό τις παρούσες συνθήκες ο καλύτερος τρόπος πολιτικής διαπαιδαγώγησης των νέων είναι η διδασκαλία Αρχών της Πολιτικής Επιστήμης από ειδικούς πολιτικούς επιστήμονες στα σχολεία. Μπορεί να υπάρχουν μαθήματα, όπως η Πολιτική Αγωγή ή τα Στοιχεία Δημοκρατικού Πολιτεύματος σε μεγαλύτερες τάξεις, αλλά δεν τους αποδίδεται η δέουσα σημασία. Επιπλέον, μπορεί να διδάσκονται ο Αριστοτέλης, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων ή οι Διαφωτιστές, αλλά τούτο γίνεται είτε από την φιλολογική, είτε από την ιστορική πλευρά, που αν και χρήσιμες δεν μπορούν από μόνες τους να αναπτύξουν τις δεξιότητες του καλού πολίτη.

Η πολιτική θα πρέπει να προσεγγίζεται με γνώση, με αναλυτικό και κριτικό πνεύμα και για αυτό οι νέοι θα πρέπει να διδάσκονται τόσο αρχαία και σύγχρονη πολιτική θεωρία, όσο και σύγχρονα ζητήματα πολιτικής υπό την οπτική της Πολιτικής Επιστήμης. Χρειάζονται γνώσεις για το κράτος, τη Δημοκρατία, τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις, τις λειτουργίες, τις αρχές, του πολιτεύματος, τους θεσμούς, το κοινωνικό συμβόλαιο, τις διαφορετικές θεωρίες επί της πολιτικής, αλλά και για ζητήματα, όπως οι Διεθνείς Σχέσεις, η Διεθνής Πολιτική Οικονομία, η Ευρωπαϊκή Ένωση, που θα επιτρέψουν στους νέους να έχουν καλύτερη αντίληψη όχι μόνο της Ελληνικής, αλλά και της διεθνούς πολιτικής πραγματικότητας. Τούτο το έργο θα μπορέσει να επιτελέσει η εισαγωγή της Πολιτικής Επιστήμης στα σχολεία και η διδασκαλία της από ειδικούς πολιτικούς επιστήμονες.

Μόνο η γνώση μπορεί να θεραπεύσει τις παθογένειες του πολιτικού συστήματος, να γίνει ασπίδα στο λαϊκισμό, στην παραπληροφόρηση, στην προπαγάνδα, στην αποστασιοποίηση. Η γνώση θα οξύνει το ενδιαφέρον και το ενδιαφέρον θα ενθαρρύνει τη συμμετοχή. Ακόμη και εάν κάποιος επιλέξει να ακολουθήσει τις Φυσικές Επιστήμες, την Ιατρική, τις Καλές Τέχνες ή κάποιο άλλο τεχνικό επάγγελμα, θα πρέπει να γνωρίζει πώς να είναι καλός πολίτης, να ξέρει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του, να αποκτήσει έναν ορθολογικό τρόπο σκέψης περί των πολιτικών ζητημάτων. Με τον ίδιο τρόπο και για τους ίδιους λόγους που αποκτούν τα παιδιά μας βασικές γνώσεις για τις επιστήμες, τη γλώσσα, τη λογοτεχνία, την οικονομία, θα πρέπει να αποκτήσουν και βασική γνώση για την πολιτική. Άλλωστε τούτη είναι η διαδικασία που απαιτεί τη συνδρομή όλων για να μπορέσει η κοινωνία να επιτύχει την ευημερία και θα πρέπει να κατέχουμε τις απαραίτητες γνώσεις για να την προσφέρουμε.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Παιδεία
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:26

Η επιστήμη των Διεθνών Σχέσεων

Συνέντευξη του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων
Μακεδονία, Πέμπτη, 05.11.2009, σ. 16-17.

 

1. Η Επιστήμη των Διεθνών Σχέσεων στην Ελλάδα γνωρίζει άνθιση. Πού το στηρίζετε αυτό;

Η δημιουργία νέων Τμημάτων, η αύξηση των διδασκόντων και ερευνητών που ασκούν σημαντικό έργο σε όλα τα Τμήματα, η δημιουργικότητα των νέων συναδέλφων και η εμπειρία, ημών των παλαιότερων, έδωσαν νέα δυναμική στον κλάδο των Διεθνών Σχέσεων. Επιπλέον, λόγω του επιπέδου σπουδών προσελκύουμε στα Τμήματα μας αξιόλογους προπτυχιακούς και μεταπτυχιακούς φοιτητές, που συνεισφέρουν με τον τρόπο τους στην πρόοδο της Επιστήμης. Θα προσέθετα, όμως, ότι αυτή η τάση είναι διεθνής και όχι μόνο ελληνική. Το ενδιαφέρον που παρουσιάζουν οι διεθνείς εξελίξεις και η σημασία τους στην καθημερινή μας ζωή έχουν καταστήσει την επιστήμη των Διεθνών Σχέσεων από τη μια ένα γοητευτικό πεδίο έρευνας και από την άλλη ένα απαραίτητο εργαλείο για την άσκηση υπεύθυνης πολιτικής, εσωτερικής και εξωτερικής.


2. Ποιες είναι οι σύγχρονες τάσεις στις Διεθνείς Σχέσεις;

Για την επιστήμη των Διεθνών Σχέσεων, θα έλεγα ότι καθώς πολλαπλασιάζονται τα ερευνητικά προγράμματα, οι ερευνητές, τα Τμήματα Διεθνών Σχέσεων διακρίνω όλο και περισσότερο χαρακτηριστικά εντοπιότητας και επικαιρότητας. Τούτα απορρέουν από την ερευνητική κουλτούρα των Πανεπιστημίων και των τμημάτων που θεραπεύουν την επιστήμη, αλλά και από τις εκάστοτε ανάγκες και εξελίξεις κάθε χώρας. Για παράδειγμα, η ανάπτυξη της «Αγγλικής Σχολής» στην Αγγλία ανταποκρινόταν σε συγκεκριμένες ανάγκες, όπως και τα ερευνητικά προγράμματα για τις Μεγάλες Δυνάμεις που αναπτύχθηκαν στις ΗΠΑ. Μια ανάλογη τάση είναι η στροφή προς τη μελέτη της Μέσης Ανατολής και του Ισλάμ, μετά την 11η Σεπτεμβρίου, όπως και η σημασία που δίνεται στη μελέτη των μικρών κρατών και της Ε.Ε. μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Διαχρονικές και οικουμενικές τάσεις παραμένουν η μελέτη του διεθνούς συστήματος, του έθνους κράτους, των μεγάλων δυνάμεων, του Πολέμου. Σταθερά ανερχόμενος είναι ο κλάδος της διεθνούς πολιτικής οικονομίας. Εάν περάσουμε τώρα στην πράξη θα έλεγα ότι η σημασία του έθνους-κράτους ως πρωταρχικού δρώντος στο διεθνές σύστημα, η επιβίωση και η μεγιστοποίηση της ασφάλειας ως ύψιστο εθνικό συμφέρον και προτεραιότητα κάθε έθνους-κράτους, καθώς και η τάση της υπερδύναμης προς την ηγεμονία χαρακτήρισαν την τελευταία εικοσαετία, από την πτώση του τοίχους του Βερολίνου μέχρι και την παγκόσμια οικονομική κρίση.

 

3. Υπάρχει δια-Τμηματική συνεργασία και σε ποιους τομείς;

Γίνονται προσπάθειες και έχουμε αποκτήσει διαύλους επικοινωνίας και συνεργασίας για παράδειγμα σε ερευνητικά προγράμματα.. Όπως κάθε επιστημονική κοινότητα που επιδιώκει την ανάπτυξή της, γνωρίζουμε ότι μόνο μέσα από το συνεχή επιστημονικό διάλογο και την ανταλλαγή απόψεων μπορούμε να επιτύχουμε τους στόχους μας. Στη γνώση δεν υπάρχουν μονοπώλια. Με αυτό το σκεπτικό αποφασίσαμε να διοργανώσουμε στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας αυτή τη Διημερίδα, προκειμένου να συνευρεθούν και τα τέσσερα Τμήματα Διεθνών Σχέσεων, που υπάρχουν στη χώρα μας. Ελπίζουμε η πρωτοβουλία μας να βρει συνεχιστές και είμαστε διατεθειμένοι να τη στηρίξουμε, με σκοπό τη δημιουργία μιας ελληνικής σχολής σκέψης. Θα πρέπει να επισημάνω ότι οι Έλληνες έχουμε παράδοση στις Διεθνείς Σχέσεις από την εποχή του Θουκυδίδη. Πιστεύω ότι αυτή η διαπίστωση αναφέρεται στο πρώτο μάθημα Διεθνών Σχέσεων σε κάθε σχολή στον κόσμο.

 

4. Πως απορροφάται, πως αξιοποιεί η Πολιτεία το δυναμικό αυτό;

Το επίπεδο των σπουδών και η σημασία των διεθνών σχέσεων προσελκύουν στα Τμήματα μας αριστούχους και πολύ καλούς φοιτητές, σε προπτυχιακό και μεταπτυχιακό επίπεδο. Οι γνώσεις, οι αναλυτικές και οι κριτικές ικανότητες που αποκτούν οι σπουδαστές των Διεθνών Σχέσεων τους εξασφαλίζουν εξαιρετικές προοπτικές για περεταίρω σπουδές και εργασία. Ένα πτυχίο Διεθνών Σχέσεων προσφέρει πολλές διεξόδους. Πολλοί από τους φοιτητές μου έχουν διακριθεί στα καλύτερα Πανεπιστήμια του κόσμου, άλλοι εργάζονται ή εργάστηκαν στην Ε.Ε. και σε άλλους διεθνείς οργανισμούς και ερευνητικά κέντρα, σε Μ.Μ.Ε. Κάποιοι επιλέγουν την έρευνα. Κάποιοι βρίσκουν διέξοδο στον ιδιωτικό τομέα και τις επιχειρήσεις σε Ελλάδα και εξωτερικό. Κάποιοι άλλοι κατευθύνονται στη Διπλωματική Ακαδημία ή τη Σχολή Δημόσιας Διοίκησης και κάποιοι διεκδικούν μια θέση στον δημόσιο τομέα. Οι απόφοιτοί μας δεν έχουν καμία προνομιακή μεταχείριση παρ' όλο που ήδη έχουν διδαχθεί πολλά από τα μαθήματα που εξετάζονται ή διδάσκονται. Θέλω να προσθέσω ότι η πολιτεία ακόμη δεν μας έχει αναγνωρίσει το επαγγελματικό δικαίωμα του πολιτικού επιστήμονα. Αυτό είναι ένα από τα θέματα που θα αναδειχθούν στη Διημερίδα.

 

5. Πρόκειται για μία επιστήμη που βρίσκεται σε διαρκή εξέλιξη. Πώς επιμορφώνονται οι διπλωμάτες, για παράδειγμα, ή οι ειδικοί των Διεθνών Σχέσεων;

Οι διεθνείς σχέσεις είναι από μόνες τους δυναμικές και αυτό κατά συνέπεια αποτελεί χαρακτηριστικό και της επιστήμης των Διεθνών Σχέσεων. Αυτό είναι και ένα από τα στοιχεία που καθιστούν την επιστήμη μας γοητευτική. Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο οι διεθνείς σχέσεις βρίσκονται στο πρωτοσέλιδο των εφημερίδων καθημερινά. Έχετε δίκιο, λοιπόν, χρειάζεται διαρκής ενημέρωση και επιμόρφωση. Για παράδειγμα στο Τμήμα ΔΕΣ του Πανεπιστημίου Μακεδονίας έχουμε αναλάβει την επιμόρφωση των διπλωματών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ωστόσο, το πιο σημαντικό, και αυτό στο οποίο επενδύουμε, είναι η ανάπτυξη των αναλυτικών και κριτικών ικανοτήτων που προσφέρει η ενασχόληση με την επιστήμη μας, έτσι ώστε οι σπουδαστές μας μετά την αναχώρησή τους από το Πανεπιστήμιο να έχουν τη δυνατότητα της ανάλυσης και της σύνθεσης της γνώσης και της πληροφορίας, να μπορούν να προχωρούν σε ορθές και επιστημονικά τεκμηριωμένες κρίσεις.

 

6. Θεωρητικά φαίνεται ότι βρισκόμαστε σε πολύ καλό επίπεδο. Πως όμως εξηγείτε το γεγονός ότι στην πράξη η Ελλάδα πολλές φορές έχει χάσει στον τομέα των Διεθνών Σχέσεων;

Διαφωνώ με όσους βλέπουν το ποτήρι της εξωτερικής πολιτικής μισοάδειο. Συχνά παρασυρόμαστε από μύθους και έναν επικίνδυνο λαϊκισμό που προσπαθεί να παρουσιάσει την Ελλάδα ως θύμα στη διεθνή πολιτική. Μπορεί να έχουν γίνει λάθη και παραλείψεις. Η χώρα μας, όμως, έχει καταφέρει σημαντικές «νίκες». Αρκεί να σας υπενθυμίσω το Βουκουρέστι, όπου η Ελληνική κυβέρνηση στάθηκε απέναντι στην υπερδύναμη, ή την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή τη στρατηγική μας στη διπλωματία των αγωγών. Θα πρέπει επίσης να υπογραμμίσω τις υψηλές επιδόσεις που είχε τα τελευταία χρόνια η εξωτερική μας πολιτική στον τομέα της αναπτυξιακής βοήθειας. Ακόμη και στα Ελληνοτουρκικά ζητήματα η Ελληνική θέση για τη συμμόρφωση της Τουρκίας με τις επιταγές της Ε.Ε. έχει γίνει Ευρωπαϊκή θέση. Πιστεύω ότι όταν υπάρχει ρεαλισμός, σχέδιο και συναίνεση η χώρα μας μπορεί να τα καταφέρνει. Χρειάζεται, όμως, διαρκής εγρήγορση και μια έξυπνη και ολιστική προσέγγιση στην εξωτερική πολιτική.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Άρθρα Γνώμης
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:25

Μετά το 1989: διεθνές σύστημα και ηγεμονία

Μετά το 1989: διεθνές σύστημα και ηγεμονία

 

Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 01.11.2009, σ. 26, 39
του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων


Για εμάς, τους μελετητές των Διεθνών Σχέσεων, οι σημαντικές ημερομηνίες συνδέονται με τη γένεση ή τις μεταβολές στην κατανομή ισχύος τού κρατικογενούς διεθνούς συστήματος και είναι ελάχιστες: 1648, 1815, 1945 και, φυσικά, 1989. Για εμάς, η τελευταία συμβολίζει, πρωτευόντως, την κατάρρευση ενός εκ των δύο πόλων του διεθνούς συστήματος, δευτερευόντως, την υποχώρηση ενός ισχυρού κράτους και, τριτευόντως, αυτήν ενός πολιτικού συστήματος.

Η υποχώρηση της Ε.Σ.Σ.Δ. δημιούργησε ένα τεράστιο κενό ισχύος, το οποίο μοιραία ήρθαν να καλύψουν οι Η.Π.Α. Έτσι, αμέσως μετά το 1989, στο διεθνές σύστημα εμφανίζονται: μία, σύμφωνα με όλα τα κριτήρια, υπερδύναμη, οι Η.Π.Α.• μία άλλη, στρατιωτική μόνο, λόγω των πυρηνικών της, υπερδύναμη, η Ρωσία• δύο πιθανώς αναδυόμενες μεγάλες δυνάμεις, η Κίνα και η Ινδία• και μία οικονομική υπερδύναμη, η Ε.Ε. Με δεδομένους τους ευρωατλαντικούς δεσμούς, την αδυναμία αντισυσπείρωσης των υπολοίπων, καθώς και το γεγονός ότι μόνο οι Η.Π.Α. μπορούν να αναλαμβάνουν την όποια πρωτοβουλία, το διεθνές σύστημα θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως ηγεμονικό/μονοπολικό.

Στη «νέα» παγκόσμια τάξη, οι Η.Π.Α. έθεσαν ως προτεραιότητα τον «εκδημοκρατισμό» και τη σταθεροποίηση της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, των Βαλκανίων και του χώρου τής πρώην Ε.Σ.Σ.Δ., ενώ η Ρωσία έπρεπε να χάσει τα όποια στηρίγματα θα της επέτρεπαν να ξαναπαίξει σημαντικό διεθνή ρόλο. Το ΝΑΤΟ - η μακροβιότερη και ισχυρότερη ηγεμονική συμμαχία ποτέ - παύει να έχει περιφερειακό αμυντικό χαρακτήρα. Αναδεικνύεται σε φορέα επεμβάσεων, αλλά και φορέα υπερεθνικής προσέγγισης. Οι Η.Π.Α., μέσω της συμμαχίας ή/και σε συνεργασία με άλλα κράτη και φορείς (Ε.Ε., ΟΑΣΕ), εστιάζουν, επίσης, την προσοχή τους, στο βόρειο τμήμα της Ευρασίας, παραμελώντας σχεδόν τα τεράστια προβλήματα που παρουσιάζει το νότιο ημισφαίριο.

Το 2001, όταν επανήλθαν στην εξουσία οι Ρεπουμπλικάνοι, η εξωτερική πολιτική των Η.Π.Α. προμηνυόταν λιγότερο παρεμβατική, χωρίς όμως, να αποκλείονται οι ανοιχτές επεμβάσεις, αν κρινόταν αναγκαίο για λόγους ασφαλείας. Παράλληλα αναμενόταν, η προσέγγιση με τη Ρωσία και ήταν έκδηλη η έμφαση που έδιδε η νέα κυβέρνηση στο θέμα των διαστημικών εξοπλισμών.

Αυτή περίπου ήταν η μετά το 1989 εικόνα του διεθνούς συστήματος και του ρόλου της μοναδικής υπερδύναμης, όταν στις 11.9.2001 έλαβε χώρα η τρομοκρατική επίθεση εναντίον της. Ήταν το πρώτο πλήγμα που υπέστησαν οι Η.Π.Α. στο εσωτερικό τους. Ό,τι δεν συνέβη, λόγω της πυρηνικής αποτροπής, στον ψυχρό πόλεμο, συνέβη σε μία στιγμή ηγεμονικής υπεροχής τους.

Οι Η.Π.Α. υιοθετούν τότε το δόγμα «ενάντια στον τρόμο» και διεξάγουν δύο πολέμους κατά καθεστώτων που φέρονται να υποστηρίζουν ή ανέχονται την τρομοκρατία. Εμμέσως, επιχειρούν δύο επιπλέον πράγματα. Πρώτο, να εδραιωθούν στη Μέση Ανατολή και να δημιουργήσουν προγεφύρωμα προς την Κεντρική Ασία. Δεύτερο, να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα που ταλανίζει κάθε ηγεμονική δύναμη, την εμφάνιση του μικρού κράτους με εχθρικό πολίτευμα ή παράτολμη ηγεσία που αποκτά (Βόρεια Κορέα) ή επιδιώκει να αποκτήσει (Ιράκ, Ιράν) όπλα μαζικής καταστροφής.

Από την άλλη πλευρά, η Ρωσία αρχίζει να αναζητεί νέο ρόλο. Το πυρηνικό της οπλοστάσιο, η ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης από αυτήν και οι σαφείς ενδείξεις για τον ηγεμονικό ρόλο που επιθυμεί να παίξει στην περιοχή, καθιστούν την Ρωσία ισχυρό παίκτη. Βεβαίως, δύσκολα θα επιστρέψουμε σε μια διπολική εκδοχή του συστήματος• είναι, όμως, πάντα πιθανό να επικρατήσει η λογική των σφαιρών επιρροής.

Εν τω μεταξύ, η ευρωπαϊκή ενοποίηση προχώρησε. Ωστόσο, οι εσωτερικές διαιρέσεις δεν επιτρέπουν στην Ε.Ε. να αναλάβει διεθνώς δυναμικό ρόλο. Η μόνη πιθανότητα για να διαδραματίσει η Ε.Ε. κάποιο ρόλο, εκτός της οικονομικής σφαίρας, φαίνεται να είναι η ενοποίηση διαφορετικών ταχυτήτων, με την «Ευρώπη του πυρήνα» να αναλαμβάνει τις ευθύνες της και τις πρωτοβουλίες.

Σήμερα, είκοσι χρόνια μετά, φαίνεται πως οι Η.Π.Α. θα διατηρήσουν και θα συνεχίσουν την ηγεμονία τους. Στην Ιστορία, καμία δύναμη δεν εγκατέλειψε την ηγεμονία. Ο μόνος τρόπος απαγκίστρωσής της από αυτήν είναι, στο πλήρωμα του χρόνου, είτε η εξουθένωσή της είτε η ανατροπή της από άλλη ηγεμονική δύναμη. Η μη άσκηση ή εγκατάλειψη της ηγεμονίας μπορεί να λειτουργήσει αποσταθεροποιητικά για το σύστημα και, κυρίως, μπορεί να έχει αρνητικές συνέπειες για τον ίδιο τον ηγεμόνα: «από την ηγεμονία σας αυτή να παραιτηθείτε σήμερα δεν μπορείτε• το να την αποκτήσει κανείς θεωρείται άδικο, αλλά το να την αφήσει επικίνδυνο» (Θουκυδίδης, Β.63).

Το μόνο που απομένει να δούμε είναι τι είδους θα είναι η ηγεμονία υπό τον προσφάτως τιμηθέντα με Νόμπελ ειρήνης Πρόεδρο Ομπάμα. Η μέχρι τώρα πολιτική του, υπό το βάρος της οικονομικής κρίσης και των εσωτερικών υποθέσεων, δεν επιτρέπει ασφαλείς εκτιμήσεις, πέραν της βεβαιότητας για τις προσπάθειες διατήρησης του ηγεμονικού ρόλου.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Μία ολιστική προσέγγιση στην εξωτερική πολιτική

 

Μακεδονία, 25.10.2009, σ. 75
του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων


Η εξωτερική πολιτική έχοντας άμεση σχέση με τους αέναα επιδιωκόμενους σκοπούς της επιβίωσης ενός έθνους-κράτους, της μεγιστοποίησης της ισχύος και της ασφάλειας, έχει καθοριστική σημασία για το παρόν και το μέλλον κάθε κράτους. Ο τρόπος άσκησής της καθορίζει το ρόλο του στο διεθνές σύστημα και τις σχέσεις του με τα υπόλοιπα. Αποτελεί έναν από τους πιο καίριους συντελεστές στη διαμόρφωση της ταυτότητας με την οποία κάθε χώρα πορεύεται στο διεθνές σύστημα. Επιπλέον, ενώ η εξωτερική πολιτική αφορά το σύνολο των εξωτερικών σχέσεων μιας χώρας, έχει άμεσες επιπτώσεις και στο εσωτερικό πεδίο.

Η εξωτερική πολιτική δεν ασκείται στο κενό. Δεν ασκούμε δηλαδή πολιτική έναντι άλλων, αλλά, ταυτοχρόνως, και αποδέκτες των πολιτικών τους. Η άσκηση της εξωτερικής πολιτικής είναι διαδραστική. Το γεγονός αυτό καθιστά την διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής ένα δύσκολο παζλ.

Από όλα τα παραπάνω εύκολα συμπεραίνει κάποιος ότι πρόκειται για ένα σύνθετο και γι' αυτό απαιτητικό πεδίο της πολιτικής. Άλλωστε, συχνά η εξωτερική πολιτική θεωρείται υψηλή πολιτική και η επιτυχής άσκησή της προνόμιο χαρισματικών ηγετών και ταλαντούχων διπλωματών που διαθέτουν το αλάνθαστο κριτήριο της ορθολογικής επιλογής σε δεδομένες συγκυρίες. Είναι, όμως, αυτό αρκετό;

Σ' ένα διεθνές σύστημα που χαρακτηρίζεται από υψηλά επίπεδα σύνθετης αλληλεξάρτησης ανάμεσα στα έθνη-κράτη αλλά και μεταξύ των διαφορετικών πολιτικών, η εξωτερική πολιτική αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Έχει επιπτώσεις τόσο στην καθημερινότητα της διακυβέρνησης όσο και στην καθημερινότητα του πολίτη. Η εξωτερική πολιτική δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται μόνο ως υψηλή πολιτική που μπορεί να ασκείται από λίγους και σε μία κατεύθυνση. Αντίθετα, χρήζει ολιστικής προσέγγισης.

Μια ολιστική προσέγγιση στην εξωτερική πολιτική τέμνει τη διακυβέρνηση οριζόντια και κάθετα. Ασκείται από την Προεδρία της Δημοκρατίας, την κυβέρνηση, το Κοινοβούλιο, τα ίδια τα κόμματα. Συσχετίζεται δε άμεσα με όλες τις πολιτικές. Καταρχάς, είναι στενά συνδεδεμένη με την πολιτική εθνικής άμυνας, καθώς το παραδοσιακό δίλημμα ασφάλειας δύναται να επιλυθεί μόνο μέσω των συσχετισμών ισχύος, ανάμεσα στους οποίους η αμυντική ικανότητα κατέχει τον πρωτεύοντα ρόλο.

Επιπλέον, μια σπουδαία συνιστώσα της εξωτερικής πολιτικής είναι οι διεθνείς οικονομικές σχέσεις. Τα υψηλά επίπεδα αλληλεξάρτησης της διεθνούς οικονομίας και αυτής με την πολιτική καθιστούν την καλλιέργεια και την αξιοποίηση των διεθνών οικονομικών σχέσεων αναγκαία προϋπόθεση για την ανάπτυξη και την ευημερία κάθε κράτους. Επιπροσθέτως, η οικονομική αλληλεξάρτηση μπορεί να συντελέσει στην ενίσχυση της ασφάλειας και στη διατήρηση της ειρήνης. Η άσκηση εξωτερικής πολιτικής, λοιπόν, θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις πολιτικές για την οικονομία. Στην περίπτωση της Ελλάδας ειδικά, θα πρέπει η οικονομική διπλωματία να λαμβάνει υπόψη πολιτικές που συναρτώνται του εμπορίου, των εξαγωγών, των επιχειρήσεων, της ναυτιλίας, των μεταφορών, των υποδομών, της ενέργειας, του τουρισμού.

Ένα άλλο μέχρι πρότινος περιφερειακό και τώρα κεντρικό ζήτημα στην εξωτερική πολιτική είναι το περιβάλλον. Τα ζητήματα διαχείρισης διασυνοριακών φυσικών πόρων αλλά και η σημασία που έχει και που αποδίδεται στην ασφάλεια του περιβάλλοντος διεθνώς, έχουν θέσει το περιβάλλον υψηλά στην ατζέντα της διεθνούς ασφάλειας. Ας μην ξεχνούμε ότι η υπογραφή της Συνθήκης του Κιότο αποτέλεσε σημείο τριβής στις ευρωατλαντικές σχέσεις και, επιπλέον, δεν πρέπει να λησμονούμε την έκταση των διασυνοριακών πόρων που διαθέτει η χώρα μας και τη σημασία τους.

Ακόμη, εργαλείο στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής μπορεί να είναι και ο πολιτισμός. Η δραστηριότητα της πολιτιστικής διπλωματίας εντείνεται. Τούτο έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα, μια χώρα με πλούσια πολιτιστική κληρονομιά, με σύγχρονη πολιτιστική παραγωγή και με ανάγκη προσανατολισμού της οικονομίας προς την τουριστική βιομηχανία. Επιπροσθέτως, η Ελλάδα έχει δυνατότητες να παίξει, μέσω της διασύνδεσης παιδείας και πολιτισμού, ενεργό ρόλο στο χώρο τής εκπαιδευτικής διπλωματίας, ιδιαίτερα σε τομείς στους οποίους διαθέτουμε συγκριτικά πλεονεκτήματα.

Προχωρώντας, ένα βήμα παραπέρα και βλέποντας τις επιπτώσεις της εξωτερικής πολιτικής στο εσωτερικό πεδίο θα πρέπει να δούμε ότι συνδέεται άμεσα με πολιτικές για τη μετανάστευση, τη δημόσια ασφάλεια, τη δημόσια υγεία, την κοινωνική συνοχή, αλλά και με τις πολιτικές εξελίξεις. Συνεπώς, η εξωτερική πολιτική δεν αφορά μόνο το εξωτερικό. Στις σύγχρονες κοινωνίες ένα σημαντικό μέρος ασκείται εντός των συνόρων μιας χώρας. Αυτή η ανάγκη έχει ήδη γίνει φανερή σε κοινωνίες περισσότερο πολυπολιτισμικές από την Ελληνική, όπως αυτή του Ηνωμένου Βασιλείου. Επίσης, στο εσωτερικό η εξωτερική πολιτική πέφτει συχνά θύμα του λαϊκισμού, της προπαγάνδας και της πολιτικής αντιπαράθεσης. Γι' αυτό θα πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί σε ό,τι αφορά τις προσεγγίσεις στα εθνικά θέματα.

Επιπροσθέτως, η άσκηση της εξωτερικής μας πολιτικής καθίσταται ακόμη πιο περίπλοκη λόγω της συμμετοχής μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και της αυξανόμενης σημασίας που έχουν οι Ευρωπαϊκές υποθέσεις στην καθημερινότητα μας. Η διάκριση ανάμεσα στο εξωτερικό και το εσωτερικό, στο τι είναι ζήτημα εξωτερικής πολιτικής και τι όχι, είναι πλέον δυσχερής σε πολλά από τα ευρωπαϊκά θέματα. Άλλωστε, γι' αυτό πολλά κράτη μέλη της Ένωσης διαθέτουν χαρτοφυλάκια ευρωπαϊκών υποθέσεων.

Κατά τη γνώμη μου είναι φανερή η ανάγκη για την υιοθέτηση μιας ολιστικής προσέγγισης στην εξωτερική πολιτική. Η εξωτερική πολιτική είναι από τη φύση της μια εξωστρεφής πολιτική, που απαιτεί δυναμισμό, όραμα και σχέδιο. Δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποσπασματικά. Μια τέτοια προσέγγιση θα πρέπει να εγγυάται την ασφάλεια από εξωτερικές και εσωτερικές απειλές και να παρέχει τις δυνατότητες για την ανάπτυξη και την ευημερία της χώρας. Οφείλει να διαμορφώνεται σε συνάρτηση με όλες τις άλλες πολιτικές και στο πλαίσιο μιας εθνικής στρατηγικής.

Τέλος, μια τέτοια ολιστική προσέγγιση στην εξωτερική πολιτική εισάγει και μια νέα αντίληψη για την πολιτική. Απορρίπτει την άποψη ότι η εξωτερική πολιτική είναι απλώς η πολιτική των πολιτικών. Αναδεικνύει, όμως, το ότι όλες οι πολιτικές είναι αλληλοεξαρτώμενες και η εξωτερική είναι η προς τα έξω έκφανσή τους. Τούτο μας υποχρεώνει να αναζητήσουμε και μια μορφή κυβέρνησης συγκοινωνούντων δοχείων, με όσο το δυνατόν καλύτερο συντονισμό.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:24

Πολιτικός Επιστήμων;

Πολιτικός Επιστήμων;

 

Αγγελιοφόρος, Σάββατο 29.10.2009
του Ηλία Ι. Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων


Φαντάζομαι ότι πολλοί έχουν βιώσει ή έχουν ακούσει από φίλους την εξής ιστορία: όταν παλαιότερα είχαν πετύχει να εισαχθούν στην Πάντειο ή, πιο πρόσφατα, σε κάποιο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης ή Διεθνών Σχέσεων, οι γονείς τους ρώτησαν: «και μετά, παιδί μου, τι δουλειά θα κάνεις;...»

Το τι δουλειές ή λειτουργήματα κάνουν οι απόφοιτοι των Τμημάτων Πολιτικής Επιστήμης ή Διεθνών Σχέσεων είναι πλέον γνωστό: πολιτικοί σύμβουλοι, αναλυτές, δημοσκόποι, διπλωμάτες, εκπαιδευτικοί, λογογράφοι, δημόσιοι υπάλληλοι, ερευνητές, κ.ά. Δυστυχώς, όμως, τίποτε από όλα αυτά δεν είναι κατοχυρωμένο.

Για να ισχύσει το γενικώς κατοχυρωμένο από το Σύνταγμα δικαίωμα στην εργασία πρέπει πρωτίστως να οικοδομηθεί, κατά περίπτωση, ένα στέρεο και σταθερό πλαίσιο θεσμικής θωράκισης του δικαιώματος αυτού. Την στιγμή που, στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης και στις ΗΠΑ ο πολιτικός επιστήμων διαθέτει αναγνωρισμένους φορείς εκπροσώπησης των επαγγελματικών του διεκδικήσεων, αναγνωρισμένα επαγγελματικά δικαιώματα σε χώρους όπως το Υπουργείο Εξωτερικών, το Υπουργείο Άμυνας, τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, κ.α., στην Ελλάδα επικρατεί σχεδόν το απόλυτο θεσμικό κενό. Ενώ σε άλλους επιστημονικούς χώρους, ορθώς, το αναγνωρισμένο επαγγελματικό δικαίωμα υφίσταται, στο χώρο της Πολιτικής Επιστήμης και των Διεθνών Σχέσεων, η αντιμετώπιση από τους επίσημους θεσμούς της πολιτείας είναι ετεροβαρής.

Το έλλειμμα αυτό ασφαλώς και δεν αποτελεί αποκλειστική ευθύνη της πολιτείας. Οι ευθύνες επιμερίζονται και στις δικές μας πλάτες που για χρόνια δεν έχουμε ανακινήσει το θέμα. Αλλά πλέον νομίζω ότι οι καιροί είναι ώριμοι για να ανοίξει η εν λόγω συζήτηση και στην Ελλάδα και να αποκατασταθεί μια εργασιακή αδικία δεκαετιών εις βάρος ενός χώρου που έχει προσφέρει λαμπρούς πανεπιστημιακούς, ερευνητές και πολιτικές προσωπικότητες.

Η θεραπεία των κλάδων της Πολιτικής Επιστήμης αποτελεί αναγκαιότητα για την ευημερία και την ασφάλεια του Ελληνικού κράτους, αλλά και ένα εφαλτήριο δημιουργίας και παραγωγής νέων ιδεών και απόψεων. Το αναγνωρισμένο επαγγελματικό δικαίωμα θα επιτρέψει σε νέους και σε έμπειρους επιστήμονες να αντιμετωπίσουν με μεγαλύτερη αισιοδοξία το μέλλον. Υπογραμμίζω ότι δεν πρόκειται για μια συντεχνιακή ανάγκη, αλλά για τη δικαίωση και την αναγνώριση ενός επιστημονικού κλάδου που συνδέεται άμεσα με την δημιουργία και την υποστήριξη ενός νέου πλαισίου ιδεών και θεσμών που έχει ανάγκη η χώρα.

Διεκδικούμε λοιπόν, όχι κάτι περισσότερο από αυτό που έχουν επιτύχει και κατοχυρώσει δικαίως και άλλοι επιστημονικοί χώροι: το αναγνωρισμένο επαγγελματικό δικαίωμα. Και προσδοκούμε από την πολιτεία – το κεντρικό αντικείμενο μελέτης μας - να ανταποκριθεί στη δίκαιη διεκδίκηση μας.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Ελλάδα

Το Πανεπιστήμιο και η πρόκληση της εξωστρέφειας

 

Μακεδονία, Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2009
 του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων

 

Το Ελληνικό Πανεπιστήμιο μπορεί να καταστεί ο πρώτος τη τάξει αρωγός στην προσπάθεια να πετύχουμε εθνικές επιδιώξεις σ’ ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο διεθνές σύστημα.  Η συμμετοχή και η ανάπτυξη του Ελληνικού Πανεπιστημίου στο διεθνοποιημένο περιβάλλον μπορεί να υπηρετεί συνάμα την ανάπτυξη και την πρόοδο της χώρας.  Δυστυχώς, αυτό δεν συμβαίνει, καθώς οι γνωστές παθογένειες του Ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, της γραφειοκρατίας και του τοπικισμού έχουν καταστήσει το Πανεπιστήμιο εσωστρεφές.  Για την ανατροπή αυτής της κατάστασης χρειαζόμαστε μια νέα, δυναμική στρατηγική.

Προαπαιτείται, να αποφασίσουμε ότι θα στηριχτούμε στις ωφέλειες που προκύπτουν από την παραγωγή γνώσης και την ανταλλαγή της σ’ ένα ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον και θα τις ενισχύσουμε.  Η διεθνοποίηση των σπουδών σημαίνει μεγαλύτερο ανταγωνισμό, αλλά και ευκαιρίες συνεργασίας.  Δημιουργεί συνθήκες που ευνοούν τη συνέργεια μεταξύ των ιδρυμάτων, τον συντονισμό των δυνάμεων, την κινητικότητα και τις ανταλλαγές φοιτητών και ερευνητών.  Σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον η επιβίωση και η διάκριση των Ελληνικών Πανεπιστημίων απαιτεί στρατηγική εξωστρέφειας.

Πρώτο βήμα είναι οι συνεργασίες με πανεπιστημιακά ιδρύματα, τμήματα, ερευνητικά κέντρα και ερευνητές του εξωτερικού.  Έτσι, τα Πανεπιστήμια θα έχουν τη δυνατότητα να συμμετέχουν στη διεθνοποίηση των σπουδών και να κοινωνικοποιηθούν στη διεθνή πανεπιστημιακή κοινότητα.  Μέσω αυτών των συνεργασιών μπορούν, επίσης, να επωφεληθούν από τις υποδομές και την τεχνογνωσία των συνεργατών τους και με αυτόν τον τρόπο, μέσω της κοινωνικοποίησης, του παραδείγματος, αλλά και της προσαρμογής να κάνουν ουσιαστικά βήματα για τον δικό τους εκσυγχρονισμό.

Δεύτερον, τα Πανεπιστήμια πρέπει να ανοίξουν τις πύλες τους και να ενθαρρύνουν την κινητικότητα των φοιτητών και των ερευνητών, στα πρότυπα των  προγραμμάτων κινητικότητας ερευνητών και του Erasmus, που ήδη λειτουργούν με μεγάλη επιτυχία.   Ωστόσο, περαιτέρω βήματα πρέπει να γίνουν για την αποδοχή αλλοδαπών φοιτητών και την υποδοχή ξένων ερευνητών και διδασκόντων.  Ωφέλιμη, επίσης, είναι η ενεργός συμμετοχή μας σε διεθνείς και Ευρωπαϊκές ενώσεις Πανεπιστημίων, αλλά και η οργάνωση των μελών ΔΕΠ σε αντίστοιχες επιστημονικές και επαγγελματικές ενώσεις.

Τρίτον, παρά τα προβλήματα του, το Ελληνικό Πανεπιστήμιο έχει συγκριτικά πλεονεκτήματα.  Διαθέτει αξιόλογο ανθρώπινο δυναμικό που διακρίνεται στην έρευνα εντός και εκτός συνόρων.  Θα πρέπει, επίσης, να επενδύσουμε στα  επιστημονικά αντικείμενα που συνδέονται με την Ελληνική γλώσσα, τον πολιτισμό, την ιστορία, την πολιτική, τις καλές τέχνες και την μουσική, γιατί μπορούν να αποτελέσουν πεδία διάκρισης, αλλά και πόλους έλξης, για αλλοδαπούς φοιτητές, ερευνητές και για συνεργασίες με ιδρύματα του εξωτερικού.

Ένας άλλος παράγοντας που θα πρέπει να αξιοποιήσουμε είναι η γεωγραφική μας θέση στη Βαλκανική και η σχετική υπεροχή μας συγκριτικά με τους γείτονες μας.  Θα πρέπει να εξετάσουμε τις δυνατότητες εκπαιδευτικής παρουσίας στις γειτονικές χώρες και συνεργασίας, είτε μέσω της δημιουργίας προγραμμάτων σ’ αυτές, είτε μέσω της ενθάρρυνσης φοιτητών και ερευνητών να έρθουν για σπουδές και εργασία στη χώρα μας.  Ειδικά σε τομείς όπως, π.χ., ο αρχαίος και ο βυζαντινός πολιτισμός, οι βαλκανικές σπουδές, οι ευρωπαϊκές σπουδές, και σε αντικείμενα που άπτονται κοινά ζητήματα όπως, π.χ., διαχείριση διασυνοριακών φυσικών πόρων, διοίκηση επιχειρήσεων, διεθνείς και περιφερειακές οικονομικές σχέσεις, πολιτικές κοινωνικής συνοχής, θα πρέπει να επιζητήσουμε την από κοινού προσέγγιση, ανταλλαγή απόψεων και παραγωγή γνώσης.  Τέτοιες μορφές συνεργασίας δεν ενισχύουν μόνο το ρόλο της χώρας μας στην περιοχή, αλλά ευνοούν την ειρηνική συνύπαρξη και τη συνολική ανάπτυξη.

Ένα άλλο συγκριτικό πλεονέκτημα εκτός συνόρων είναι η παρουσία Ελληνικού ακαδημαϊκού δυναμικού στα Πανεπιστήμια του εξωτερικού.  Πολλοί Έλληνες συνάδελφοι μας διακρίνονται σε πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα στην Ευρώπη, στις ΗΠΑ και αλλού.  Αυτό το ανθρώπινο κεφάλαιο θα πρέπει να καταγραφεί και να αξιοποιηθεί με πρωτοβουλία του Υπουργείου Παιδείας ή των Ελληνικών Πανεπιστημίων.  Προς αυτήν την κατεύθυνση θα ήταν ωφέλιμη η δημιουργία ενός δικτύου Ελλήνων ακαδημαϊκών, το οποίο θα μπορούσε να αναλάβει πολλαπλό ρόλο εντός και εκτός συνόρων με στόχο την ενίσχυση της παιδείας και της έρευνας στη χώρα μας, αλλά και την παρουσία και την προβολή μας στο εξωτερικό  .

Από τα παραπάνω καθίσταται φανερό ότι η ενεργός συμμετοχή στο περιβάλλον διεθνοποίησης των σπουδών συμβάλλει στην παραγωγή γνώσης, στην απόκτηση τεχνογνωσίας, στην ενίσχυση της έρευνας, στον εκσυγχρονισμό των Πανεπιστημίων και, τελικά, στην ανάπτυξη και την προβολή της χώρας μας, με άμεσα οικονομικά και πολιτικά οφέλη.  Εξυπηρετεί, όμως, και έναν άλλον σκοπό.  Δημιουργεί επιπλέον, μέσω των εκπαιδευτικών συνεργασιών, προϋποθέσεις για πολιτιστική διπλωματία. Έτσι, βελτιώνει τις δυνατότητες της χώρας μας συνολικά.

Βεβαίως όλα αυτά απαιτούν μακροπρόθεσμη στρατηγική για την ανώτατη εκπαίδευση.  Πρέπει να είμαστε αξιόπιστοι και ανταγωνιστικοί εταίροι υπηρετώντας το διεθνές περιβάλλον παραγωγής γνώσης, αλλά και τη χώρα μας.  Για αυτό δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι χρειαζόμαστε πρώτον σταθερή εθνική στρατηγική για την παιδεία, δεύτερον, περισσότερους πόρους και, τρίτον, ένα ισχυρό θεσμικό πλαίσιο που αφήνει περιθώρια ανάπτυξης και ευελιξίας για την ενίσχυση της εξωστρέφειας και την επιτυχημένη διεθνοποίηση.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Παιδεία

Το Ελληνικό Πανεπιστήμιο στο Διεθνή Εκπαιδευτικό Χάρτη: προκλήσεις της διεθνοποίησης και πολιτιστική διπλωματία

 

Το Έθνος, Κυριακή 13.09.2009, Οδηγός Εκπαίδευσης 2009, Ειδικές Εκδόσεις, σ. 59.


Το Ελληνικό Πανεπιστήμιο καλείται να ανταποκριθεί στην πρόκληση της διεθνοποίησης των σπουδών και να αναζητήσει μια θέση στο διεθνή εκπαιδευτικό χάρτη. Οι γνωστές σε όλους μας παθογένειες του Ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, της γραφειοκρατίας και του τοπικισμού κατέστησαν το ελληνικό πανεπιστήμιο εσωστρεφές, σε μια εποχή που η εξωστρέφεια είναι ζητούμενο μέσο και σκοπός, προαπαιτούμενη ιδιότητα για την ανάπτυξη κάθε οργανισμού. Η διεθνοποίηση των σπουδών σημαίνει μεγαλύτερο ανταγωνισμό, αλλά και ευκαιρίες συνεργασίας. Δημιουργεί συνθήκες αλληλεπίδρασης που ευνοούν τη συνέργεια μεταξύ των ιδρυμάτων, τον συντονισμό των δυνάμεων, την κινητικότητα και τις ανταλλαγές φοιτητών και ερευνητών. Η επιβίωση και η διάκριση των Ελληνικών πανεπιστημίων σ' αυτό το περιβάλλον απαιτεί εξωστρέφεια και στρατηγική.

Πρώτον, τα Πανεπιστήμια είναι απαραίτητο να επενδύσουν σε συνεργασίες με πανεπιστημιακά ιδρύματα, τμήματα, ερευνητικά κέντρα και ερευνητές του εξωτερικού, προκειμένου να συμμετέχουν στη διεθνοποίηση των σπουδών και να κοινωνικοποιηθούν στη διεθνή πανεπιστημιακή κοινότητα. Μπορούν επίσης να επωφεληθούν από τις υποδομές και την τεχνογνωσία των συνεργατών τους και με αυτόν τον τρόπο μέσω της κοινωνικοποίησης, του παραδείγματος, αλλά και της προσαρμογής να κάνουν ουσιαστικά βήματα για τον δικό τους εκσυγχρονισμό.

Δεύτερον, τα Πανεπιστήμια πρέπει να ανοίξουν τις πύλες τους και να ενθαρρύνουν την κινητικότητα των φοιτητών και των ερευνητών, στα πρότυπα των προγραμμάτων κινητικότητας ερευνητών και του Erasmus, που ήδη λειτουργούν με μεγάλη επιτυχία. Ωστόσο, περαιτέρω βήματα πρέπει να γίνουν για την αποδοχή αλλοδαπών φοιτητών και την υποδοχή ξένων ερευνητών και διδασκόντων.

Ένα τρίτο βήμα είναι η ενεργός συμμετοχή μας σε Διεθνείς και Ευρωπαϊκές Ενώσεις Πανεπιστημίων, αλλά και η οργάνωση σε αντίστοιχες επαγγελματικές ενώσεις.

Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι παρά τα προβλήματα του το ελληνικό πανεπιστήμιο διαθέτει συγκριτικά πλεονεκτήματα. Εκτός από το αξιόλογο ανθρώπινο δυναμικό που διακρίνεται στην έρευνα εντός και εκτός συνόρων, τα επιστημονικά αντικείμενα που συνδέονται με την ελληνική γλώσσα, τον πολιτισμό, την ιστορία, την πολιτική, τις καλές τέχνες και τη μουσική, μπορούν να αποτελέσουν πόλους έλξης για αλλοδαπούς φοιτητές, ερευνητές και για συνεργασίες με ξένα ιδρύματα.

Ένας άλλος παράγοντας που πρέπει να λάβουμε υπόψη μας είναι η θέση μας είναι η γεωγραφική μας θέση στη βαλκανική και η σχετική υπεροχή μας συγκριτικά με τους γείτονες μας. Θα πρέπει να εξετάσουμε τις δυνατότητες εκπαιδευτικής διείσδυσης στις γειτονικές χώρες είτε μέσω της δημιουργίας προγραμμάτων σ' αυτές είτε μέσω της ενθάρρυνσης φοιτητών και ερευνητών να έρθουν για σπουδές και εργασία στη χώρα μας. Ειδικά σε τομείς όπως, π.χ., ο αρχαίος και ο βυζαντινός πολιτισμός, οι βαλκανικές σπουδές, οι ευρωπαϊκές σπουδές, και σε αντικείμενα που άπτονται κοινά ζητήματα όπως πχ διαχείριση διασυνοριακών φυσικών πόρων, διεθνείς και περιφερειακές οικονομικές σχέσεις, πολιτικές κοινωνικής συνοχής θα πρέπει να επιζητήσουμε την από κοινού προσέγγιση, ανταλλαγή απόψεων και παραγωγή γνώσης.

Ένα άλλο συγκριτικό πλεονέκτημα είναι η παρουσία δυναμικού ελληνικού ακαδημαϊκού δυναμικού στα πανεπιστήμια του εξωτερικού. Πολλοί Έλληνες συνάδελφοι μας διακρίνονται σε πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα στην Ευρώπη, στις ΗΠΑ και αλλού. Αυτό το ανθρώπινο κεφάλαιο θα πρέπει να καταγραφεί και να αξιοποιηθεί, ίσως μέσω της δημιουργίας ενός δικτύου Ελλήνων ακαδημαϊκών.

Η ενεργός συμμετοχή στο περιβάλλον διεθνοποίησης των σπουδών συμβάλλει στην παραγωγή γνώσης, στην απόκτηση τεχνογνωσίας, στην ενίσχυση της έρευνας, στον εκσυγχρονισμό των πανεπιστημίων και τελικά στη βελτίωση της θέσης της χώρας μας στον διεθνή εκπαιδευτικό χάρτη.

Εξυπηρετεί, όμως, και έναν άλλον σκοπό. Δημιουργεί συνθήκες για πολιτιστική διπλωματία μέσω ενός είδους εκπαιδευτικής διπλωματίας.

Βεβαίως όλα αυτά απαιτούν σταθερότητα, διαφάνεια και μακροπρόθεσμη στρατηγική για την ανώτατη εκπαίδευση. Πρέπει να είμαστε αξιόπιστοι εταίροι υπηρετώντας το διεθνές περιβάλλον παραγωγής γνώσης, αλλά και τη χώρα μας. Για αυτό δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι χρειαζόμαστε ένα ισχυρό θεσμικό πλαίσιο που αφήνει περιθώρια ανάπτυξης και ευελιξίας είναι απαραίτητο για την ενίσχυση της εξωστρέφειας και την επιτυχημένη διεθνοποίηση.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Παιδεία
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:23

Προτεραιότητα η Παιδεία

Προτεραιότητα η Παιδεία

 

Μακεδονία, Σάββατο 26.09.2009, σελ. 8
του Ηλία Ι. Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων


Στην τρέχουσα εκλογική αναμέτρηση η οικονομία βρίσκεται στο επίκεντρο της πολιτικής.  Χωρίς αμφιβολία τα δημοσιονομικά προβλήματα της χώρας και οι διαρθρωτικές αλλαγές είναι εκ των ων ουκ άνευ προτεραιότητες, απ’ όποια θέση και αν βλέπει κάποιος το πολιτικό σκηνικό.  Ωστόσο, σημαντικό ρόλο παίζει και η νοοτροπία, τόσο των πολιτικών όσο και των πολιτών.  Κατά τη γνώμη μου λίγα είναι αυτά που μπορούν να αλλάξουν, αν δεν αλλάξουμε νοοτροπία.

Σε αυτό το πλαίσιο, όσοι υπηρετούμε την ανώτατη εκπαίδευση και την παιδεία γενικότερα έχουμε βαρύτατη ευθύνη, καθώς η ενδεδειγμένη συνταγή προτάσσει το εξής σχήμα: άλλη παιδεία, άλλη νοοτροπία.  Το σκεπτικό, πίσω από την εν λόγω πρόταση, είναι ότι μέσω της παιδείας μπορούμε να αλλάξουμε την κοινωνία, μέσω της κοινωνίας την νοοτροπία και μέσω της νοοτροπίας την πολιτική.  Τώρα που έχει ήδη κλείσει ο κύκλος της μεταπολίτευσης και γίνεται φανερό ότι το πολιτικό σύστημα, οι δομές και τα κόμματα που ευδοκίμησαν τα τελευταία τριανταπέντε χρόνια χρήζουν ανανέωσης, είναι ανάγκη να επενδύσουμε στην παιδεία, ως το μόνο θεσμό που μακροπρόθεσμα μπορεί να μας βγάλει από την κρίση.

Μόνο μέσα από την παιδεία μπορούμε να δημιουργήσουμε κοινωνικό κεφάλαιο και να καλλιεργήσουμε το πνεύμα μιας υπεύθυνης, δυναμικής και παρεμβατικής κοινωνίας πολιτών που θα μπορεί να παίζει κομβικό ρόλο στις κοινές υποθέσεις, που θα μπορεί να διαδραματίζει το ρόλο της με ωριμότητα, χωρίς να εγκλωβίζεται σε μικροσυμφέροντα και χωρίς να αποτελεί φέουδο, δεκανίκι, ή δικαιολογία για κανέναν πολιτικό φορέα.

Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι, στη βάση μιας Εγελιανής προσέγγισης, είμαστε ελεύθεροι και ανεξάρτητοι μόνο μέσα στην κοινωνία.  Αυτό δεν σημαίνει ότι τα άτομα παραδίδουν την ανεξαρτησία τους στο σύνολο.  Αλλά, ότι όλα τα οφέλη που έχουμε απορρέουν από την ίδια την κοινωνία.  Εξαρτόμαστε από αυτήν για αγαθά και απαραίτητες σχέσεις που θα μας οδηγήσουν και θα διασφαλίσουν την ανεξαρτησία μας, την ελευθερία μας.  Επιπλέον, οφείλω να υπογραμμίσω ότι ακόμη και αν η αποτελεσματικότητα είναι υπόθεση του κράτους, αφού αυτό διαθέτει και το συγκριτικό πλεονέκτημα της ισχύος, η διεκδίκησή της, όπως και η εξασφάλιση συνθηκών κοινωνικής δικαιοσύνης είναι υπόθεση της κοινωνίας.  Συνεπώς, όσο πιο κριτικό πνεύμα, όσο πιο δυναμικό χαρακτήρα διαθέτει η κοινωνία και όσο πιο προσανατολισμένη στο δρόμο της ευημερίας, είναι τόσο πιο πιθανό να γνωρίζει και να μπορεί να διεκδικεί όσα έχει ανάγκη και όσα  είναι απαραίτητο να γίνουν.  Έτσι, γίνεται αντιληπτό ότι ακόμη και στην επικρατούσα συζήτηση για την οικονομία, η ανταπόκριση των πολιτών είναι ζήτημα νοοτροπίας και, συνεπώς, παιδείας – κάτι που μας οδηγεί πίσω στο σχήμα που προανέφερα.  Η παιδεία είναι προτεραιότητα.

Η έκταση όσων πρέπει να γίνουν, για να αναβαθμίσουμε το ρόλο της παιδείας και να επανεξετάσουμε τους στόχους του εκπαιδευτικού συστήματος, ξεπερνά τα όρια αυτού του άρθρου.  Η ανάγκη, όμως, να ιεραρχηθεί η παιδεία ως θεσμός και όχι ως εξεταστικό σύστημα  ψηλά στην πολιτική ατζέντα είναι πιο φανερή και πιο αναγκαία από ποτέ.  Η παιδεία είναι ο μόνος θεσμός που μπορεί να φέρει την επανεκκίνηση που τόσο χρειαζόμαστε σε πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Παιδεία
Σελίδα 10 από 14
You are here Προβολή άρθρων ανα tag: Κουσκουβέλης