Tuesday, Jun 19th

Last update05:25:07 AM GMT

Στις 18 Απριλίου 2018 ο Έρντογαν, μέσα σε ένα πολιτικό και νομικό κλίμα εντεινόμενης ανελευθερίας και αυταρχισμού που σηματοδοτεί ένα κατ'επίφαση δημοκρατικό πολίτευμα, προκήρυξε πρόωρες προεδρικές και βουλευτικές «εκλογές» για τις 24 Ιουνίου. Οι λόγοι που τον οδήγησαν σε αυτήν την απόφαση είναι πέντε.

Ο πρώτος είναι ότι η σύντομη προεκλογική περίοδος ευνοεί τα ήδη υπάρχοντα κόμματα, κυρίως δε το δικό του AKP, ενώ λειτουργεί αρνητικά για τα υπόλοιπα, που μάλλον αιφνιδιάστηκαν. Τούτο ισχύει, κυρίως, για εκείνα τα κόμματα που μπορεί να του κόψουν ψήφους, είτε από τα δεξιά, όπως το «Καλό Κόμμα» της Άκσενερ ή το «Κόμμα Ευτυχίας» του Καραμολάογλου, είτε από τα αριστερά, όπως το φιλοκουρδικό κόμμα, του οποίου, άλλωστε, ο φυσικός ηγέτης, ο Ντεμιρτάς, βρίσκεται εδώ και πολύ καιρό στη φυλακή.

Ο δεύτερος λόγος είναι για να μην συμπέσουν οι προεδρικές και βουλευτικές εκλογές με τις δημοτικές του 2019, στις οποίες η ψήφος είναι πιο χαλαρή. Προφανώς, μία τέτοια διάθεση, σε συνδυασμό με τις έντονες τοπικές διαφοροποιήσεις, θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις επιδόσεις του ιδίου και του κόμματός του στις άλλες δύο.

Τρίτος λόγος φυσικά είναι η επιδεινούμενη τουρκική οικονομία της οποίας το μέλλον καθίσταται αβέβαιο και η κατάστασή της επηρεάζει όλο και περισσότερο τα πολιτικά πράγματα της Τουρκίας. Ακόμη και τώρα, με λιγότερες από είκοσι μέρες για τις εκλογές, τίποτε δεν αποκλείει την ραγδαία επιδείνωσή της, στοιχείο που καθιστά το Έρντογαν εξαιρετικά ευάλωτο για τους αντιπάλους του.

Τέταρτος, ότι το κυβερνών κόμμα ευνοείται σημαντικά από την κατάσταση έκτακτης ανάγκης, η οποία, την ίδια μέρα που αποφασίζονταν οι εκλογές, παρατάθηκε για τρεις ακόμη μήνες. Συνεπώς, οι εκλογές θα διεξαχθούν υπό το ίδιο καθεστώς ανελευθερίας, όπως το δημοψήφισμα του 2017.

Τέλος, ο Έρντογαν ευνοείται από την πρόσκαιρη ύφεση της δράσης του PKK στο εσωτερικό, την προβληθείσα στο εσωτερικό ως «νίκη» του στο Αφρίν, μετά την εισβολή των τουρκικών στρατευμάτων στη Συρία, αλλά και την όποια ενίσχυση του ηγετικού του προφίλ, το οποίο, εκτός των καλά οργανωμένων λαϊκών συγκεντρώσεων, φρόντισε να καλλιεργήσει μέσω συναντήσεων με ηγέτες μεγάλων δυνάμεων, όπως των ΗΠΑ, Ρωσίας, Γερμανίας, Ηνωμένου Βασιλείου, κλπ.

Αν αυτοί είναι οι λόγοι για το πρόωρο των εκλογών, ποιος είναι ο στόχος του; Ο κυρίαρχος – αν όχι μοναδικός – στόχος του Έρντογαν είναι να επανεκλεγεί Πρόεδρος και, ει δυνατόν, να κερδίσει την πλειοψηφία στην τουρκική Εθνοσυνέλευση. Με βάση την κατάσταση στην χώρα και τις μετρήσεις, αν και θα πρέπει να είμαστε επιφυλακτικοί με αυτές, ο Έρντογαν μπορεί να πετύχει και του δύο στόχους, με τον πρώτο να φαίνεται πιο εφικτός από τον δεύτερο. Υπάρχει δηλαδή και το ενδεχόμενο ο Έρντογαν να επανεκλεγεί Πρόεδρος, αλλά να μην διαθέτει την πλειοψηφία των βουλευτών, γεγονός που θα λειτουργήσει ως τροχοπέδη στην υλοποίηση των όποιων και πολλών μεγαλεπήβολων σχεδιασμών του.

Ωστόσο, τα πάντα παραμένουν ανοιχτά. Η έκβαση των εκλογών, παρά τους μηχανισμούς του κράτους και του κυβερνώντος κόμματος, εξαρτάται από παράγοντες εξωτερικούς, όπως τις σχέσεις του Έρντογαν με την Δύση και το αν καταφέρει να βρίσκει χρήμα στις διεθνείς αγορές κατά τις αμέσως επόμενες μέρες. Εξαρτάται επίσης και από εσωτερικούς παράγοντες, όπως την στρατηγική που θα ακολουθήσουν τα διαφορετικά κόμματα της αντιπολίτευσης και την αποτελεσματικότητα της συνεργασίας τους.

Και η επόμενη μέρα; Αν τελικά ο Έρντογαν κερδίσει τα δύο εκλογικά στοιχήματα, θα συνεχίσει το νεο-οθωμανικό του όνειρο, προσπαθώντας να ισλαμοποιήσει ακόμη περισσότερο την κοινωνία, να εξαπλώσει την Τουρκία προς τα νότια, να εγείρει διεκδικήσεις στα δυτικά, να υλοποιήσει τα φαραωνικά του σχέδια για μεγάλα έργα (τεχνητή ζεύξη Μαύρης Θάλασσας-Βοσπόρου, πυρηνικά εργοστάσια), να αποκτήσει στρατηγικά όπλα και, εν τέλει, να μετατρέψει την Τουρκία σε παίκτη παγκόσμιου επιπέδου. Με λίγα λόγια, να γίνει αυτός ο πατέρας του Έθνους στη θέση του Κεμάλ ή αντίστοιχης αξίας ηγέτης με τον Μωάμεθ, όπως υποσυνείδητα παρακινούσαν τους θεατές τους να σκεφτούν τα πρόσφατα εορταστικά για την άλωση της Πόλης βίντεο.

Ασφαλώς, είτε πετύχει τους εκλογικούς του στόχους είτε όχι, το μεγάλο του πρόβλημα είναι η οικονομία, της οποίας την επιδείνωση δεν μπορεί να σταματήσει. Η οικονομία είναι η «αχίλλειος πτέρνα» του. Ό,τι και αν γίνει στις 24 Ιουνίου, όποιος και αν εκλεγεί, θα έχει το μεγάλο βάρος να αποτρέψει την επιδείνωση της οικονομίας – γεγονός που θα ανατρέψει υφιστάμενους πολιτικούς σχεδιασμούς ή μεγαλεπήβολα σχέδια.

Τι θα σημάνει κάτι τέτοιο για την εξωτερική συμπεριφορά της Τουρκίας; Σίγουρα θα οδηγήσει τους όποιους κυβερνώντες να αναζητήσουν χρήματα στην Δύση, μακριά από κράτη όπως η Ρωσία, και, ενδεχομένως, σε πιο συνεπείς με την Δύση σχέσεις. Επίσης, μία τέτοια κατάσταση μειώνει ακόμη περισσότερο τις πιθανότητες να επιχειρήσει η Τουρκία να εξάγει την κρίση στο εξωτερικό, όπως προς την Ελλάδα ή και την Κύπρο. Και τούτο διότι με δεδομένους τους δύο πολέμους που έχει στα νότια σύνορα και το Κουρδικό στο εσωτερικό, μία τέτοια επιλογή θα είναι ακόμη πιο δαπανηρή σε κόστος (οικονομικό, πολιτικό και στρατιωτικό), αφού, πολύ απλά, η Ελλάδα δεν είναι ούτε Συρία, ούτε Ιράκ, ούτε Αφρίν...

Τα παραπάνω βεβαίως δεν σημαίνουν ότι η Τουρκία δεν θα συνεχίσει τις μικροεντάσεις και δεν θα στείλει το ερευνητικό της σκάφος στην ΑΟΖ της Κύπρου. Το παρόν μέγεθος και ισχύς της, καθώς και η κυρίαρχη εθνικιστική ιδεολογία που διαπερνά κυβέρνηση και αντιπολίτευση, δεν αφήνουν πολλά περιθώρια από την επιλογή τού να είμαστε προετοιμασμένοι, αλλά και πάντα νηφάλια αποφασιστικοί.

Δημοσιεύτηκε στο ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΑΠΕ ΜΠΕ

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Η επιθετική και προκλητική συμπεριφορά της Τουρκίας στο διεθνές σύστημα και η εχθρική ρητορική του Προέδρου της Ταγίπ Ερντογάν, αλλά και ανώτερων κυβερνητικών στελεχών, έχουν προκαλέσει ανησυχία στην Ελλάδα με δύο ερωτήματα να κυριαρχούν: το αν θα γίνει πόλεμος και το ποια πρέπει να είναι η στάση της χώρας μας απέναντι στην γείτονα.

Όσο και αν είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς για το μέλλον, η απάντηση στην πρώτη ερώτηση, με βάση τα ισχύοντα σήμερα και χωρίς την επέλευση κάποιου τυχαίου ή απρόβλεπτου γεγονότος, θα πρέπει να είναι αρνητική. Και τούτο διότι η ηγεσία της Τουρκίας, ακόμη και αν επιθυμούσε την σύγκρουση, από το μια γνωρίζει ότι θα υποστεί πολύ μεγάλο κόστος και, κυρίως, από την άλλη έχει μία σειρά προβλημάτων να αντιμετωπίσει στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, καθώς και άλλες πολιτικές και ιδεολογικές προτεραιότητες.

 

Στο εσωτερικό, το πρώτο και σημαντικότερο πρόβλημά της, που ονομάζω και «αχίλλειο πτέρνα», είναι η οικονομία της, η οποία τελεί σε «υπερθέρμανση» και διαρκώς επιδεινώνεται. Το δεύτερο, γνωστό από παλιά, είναι το Κουρδικό και η δράση του PKK, το τρίτο, που φαίνεται να έχει κοπάσει, είναι η ισλαμιστική τρομοκρατία, και το τέταρτο η εσωτερική διαμάχη λόγω της εκκαθάρισης των πολιτικών αντιπάλων του Ερντογάν. Στο εξωτερικό η Τουρκία έχει εμπλακεί στον πόλεμο της Συρίας, θεωρεί απειλή την οργάνωση και τυχόν αυτονόμηση των εκεί Κούρδων, ενώ, ασφαλώς υπάρχει και το ζήτημα του ιρακινού Κουρδιστάν.

 

Αυτά τα ζητήματα ή ανάγκες προσδιορίζουν τις προτεραιότητες για τον Ερντογάν, ο οποίος, επιπλέον, έχει επωμισθεί και την υλοποίηση του ιδεολογικού προτάγματος του νεο-οθωμανισμού στο εσωτερικό, με κοινωνικές εκ των άνω κατευθυνόμενες αλλαγές, αλλά κυρίως στο εξωτερικό. Πρόκειται για την ιδεολογία ανασύστασης της επιρροής της Τουρκίας στην ευρύτερη περιοχή, όπως παλαιότερα των Οθωμανών, που οδηγεί διαρκώς και ακατάπαυστα την Τουρκία σε διαμάχες με τους γείτονές της, αλλά και πιο πέρα με χώρες όπως η Αίγυπτος, η Σαουδική Αραβία, το Ισραήλ, τα κράτη της ΕΕ, ακόμη και τις ΗΠΑ, που απειλήθηκαν με «οθωμανικό χαστούκι».

 

Όλα τα παραπάνω, σε συνδυασμό, με τις επερχόμενες εκλογές του 2019, οδηγούν την τουρκική ηγεσία σε νευρικότητα και σε τριβές με τους περισσότερους γείτονες, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας. Από εμάς η Τουρκία επιζητεί την ικανοποίηση περιστασιακών αιτημάτων, την επιβολή κόστους διά της φθοράς, αλλά και την επίτευξη αλλαγών σε ζητήματα που αφορούν το Αιγαίο ή άλλα, χωρίς όμως να είναι έτοιμη να υποστεί το κόστος που θα σήμαινε μία ανοιχτή σύγκρουση με την Ελλάδα. Διότι πάρα πολύ απλά, γνωρίζουν οι Τούρκοι ότι η Ελλάδα δεν είναι Αφρίν, που ακόμη και αυτό έκαναν, εναντίον ατάκτων στρατιωτικών μονάδων, πενήντα οκτώ μέρες για να ελέγξουν. Με δεδομένη την ισχύ της χώρας μας, ακόμη και σε αυτήν την δύσκολη οικονομική συγκυρία, γνωρίζει η γείτων πως το κόστος στην ξηρά, στην θάλασσα και στον αέρα θα είναι πολύ μεγάλο αν αναλάβει την οποιαδήποτε εναντίον μας προσπάθεια.

 

Και εμείς; Εμείς πρέπει να μάθουμε να ζούμε με την απρόβλεπτη γείτονα και να την αντιμετωπίσουμε με νηφάλια αποφασιστικότητα. Τι σημαίνει όμως «νηφάλια αποφασιστικότητα»;

 

Σημαίνει ότι, χωρίς κατευνασμό, δεν παρασυρόμαστε από δηλώσεις του οποιουδήποτε αξιωματούχου ή από προκλήσεις και, σε κάθε περίπτωση, αντιδρούμε, μόνο εφόσον κρίνουμε ότι πρέπει, αναλογικά, προοδευτικά και κλιμακωτά. Σημαίνει ότι απαντούμε στον τόπο, στον χρόνο, με τα μέσα (πολιτικά ή οικονομικά ή στρατιωτικά ή συνδυασμό) και με τον τρόπο που εμείς διαλέγουμε, μάλιστα δε, γνωρίζοντας ότι έχουμε το πλεονέκτημα και την πρωτοβουλία στις συγκεκριμένες κινήσεις, οι οποίες θα επιφέρουν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Σημαίνει ότι της επιβάλλουμε κόστος διαφόρων μορφών, ξεκινώντας από τα πεδία της πολιτικής, της οικονομίας και της επικοινωνίας (εικόνας), χωρίς όμως να αποκρύπτουμε και το στρατιωτικό. Σημαίνει επίσης ότι κάθε κίνηση θα πρέπει να υπακούει σε μία επιμέρους ή γενικότερη πολιτική απέναντι στην Τουρκία, την οποία θα πρέπει να εκπονήσουμε και όλοι να συμφωνήσουμε. Διότι, για να θυμηθούμε τον Κλαούζεβιτς, ο πόλεμος και γενικότερα η χρήση των στρατιωτικών μέσων δεν είναι και δεν πρέπει να είναι τίποτε άλλο παρά η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα. Σημαίνει τέλος ότι δηλοποιούμε στην αντίπαλη πλευρά την ικανότητά μας και την απόφασή μας να δράσουμε, ώστε να μην υπάρχουν περιθώρια παρερμηνείας των προθέσεών μας και των ικανοτήτων μας.

 

Η νηφαλιότητα είναι κρίσιμη γιατί, όπως προειδοποίησε ο Θουκυδίδης, μία πολεμική σύγκρουση είναι άγνωστο το πώς θα εξελιχθεί (ἄδηλα γὰρτὰ τῶν πολέμων, 2.11). Ο ίδιος όμως υπογράμμισε ότι και η αποφασιστικότητα είναι απαραίτητη, καθώς τον όποιο επιδρομέα αποτρέπουν εκείνοι που είτε δρουν προληπτικά είτε δεν του αφήνουν καμία αμφιβολία ότι θα αντισταθούν (6.24).

Δημοσιεύτηκε στο ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΑΠΕ ΜΠΕ

 

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Η συμπεριφορά της Τουρκίας και ακόμη περισσότερο η παραληρηματική συμπεριφορά του Ερντογάν, με αποκορύφωμα το ερώτημα αν οι ΗΠΑ έχουν «φάει οθωμανικό χαστούκι», προκαλεί προβληματισμό και αμηχανία, ενώ για πολλούς είναι και δυσεξήγητη. Οι περισσότερες «αναλύσεις» που βλέπουν το φως της δημοσιότητας σπεύδουν να δώσουν μία ερμηνεία που συνδέεται με την συγκυρία, δηλαδή την αποτυχία των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων (ΤΕΔ) στην Συρία.

Ωστόσο τα πράγματα είναι πιο σύνθετα, τα αίτια πολλαπλά και απαιτούν μία συνολική θεώρηση:


1. Η αύξηση του μεγέθους της Τουρκίας και ιδιαίτερα της στρατιωτικής της ισχύος, της επιτρέπουν να διεκδικεί θέση κύρους στο διεθνές σύστημα υψηλότερο από αυτό που μέχρι αυτήν τη στιγμή της αναγνωρίζουν. Γι' αυτό ο Ερντογάν προσπαθεί να εμφανίζεται ως ισότιμος συνομιλητής ηγετών των πλέον ισχυρών κρατών, όπως των ΗΠΑ και της Ρωσίας, και να μην διστάζει να στρέφεται ακόμη και κατά του ΝΑΤΟ ή των ΗΠΑ (απόκτηση S400, πόλεμος κατά του ISIS).


2. Η ικανότητα προβολής ισχύος τού επιτρέπει να επιχειρεί να αποκομίσει οφέλη στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο έναντι της Ελλάδας και των υπολοίπων κρατών, χωρίς ωστόσο να φθάνει στην πολεμική σύγκρουση. Τούτο δεν σημαίνει ότι η τουρκική ηγεσία δεν είναι έτοιμη να φθάσει ως εκεί, αφού η αίσθηση του κόστους για μία αυταρχική ηγεσία και για έναν λαό που τρέφεται εδώ και καιρό με τα όνειρα της οθωμανικής αυτοκρατορίας είναι διαφορετική από εκείνην σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα.


3. Τούτο οδηγεί και στο συγκυριακό αίτιο, δηλαδή την αποτυχία των επιχειρήσεων στην Συρία. Όμως, αντίθετα με αυτό που εκτιμούν πολλοί «αναλυτές» στον τόπο μας, δεν είναι τόσο οι απώλειες στρατιωτών στην Συρία, αλλά το κύρος των ΤΕΔ και της ίδιας της χώρας που επηρεάζουν την συμπεριφορά της ηγεσίας της. Η Τουρκία βρυχάται σαν το λιοντάρι, αλλά είναι ανίκανη να πετύχει τους στόχους της παράνομης εισβολής της στην Συρία, απέναντι στην μικρή στρατιωτική δύναμη των Κούρδων.


4. Ο Ερντογάν έχει εκλογές το αργότερο το 2019. Και ναι μεν έχει εξουδετερώσει μέσω διώξεων σχεδόν όλους τους αντιπάλους του, ωστόσο μία εκλογική αναμέτρηση δεν παύει να κρύβει εκπλήξεις. Με εργαλείο την αντιπαράθεσή του με την Ελλάδα, την Κύπρο, την ΕΕ και τις ΗΠΑ, επιχειρεί την συσπείρωση των πολιτών, η οποία μπορεί να του είναι χρήσιμη την οποιαδήποτε στιγμή, ακόμη και αν γίνουν εκλογές νωρίτερα.


5. Σε κάθε περίπτωση, η συσπείρωση του είναι χρήσιμη και για άλλους λόγους. Πρώτον διότι η Τουρκική οικονομία, που πάσχει από ρευστότητα, μπορεί να επιδεινωθεί. Δεύτερον, διότι οι σχέσεις με την ΕΕ θα επιδεινωθούν και αυτές. Και τρίτο, σημαντικότερο, ότι από την άνοιξη και μετά αναμένεται η δραστηριοποίηση του ΡΚΚ στο εσωτερικό της Τουρκίας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.


6. Τέλος, ο Ερντογάν έχει μπει σε μία λογική τριβών με τη Δύση και φθοράς της Ελλάδας ειδικότερα, καθώς σε κάποια ζητήματα, όπως αυτό των πολιτικών προσφύγων, κανένα Δυτικό κράτος δεν ικανοποίησε τα αιτήματα για παράδοσή τους. Ειδικά για την Ελλάδα γνωρίζει ότι η φθορά λόγω αμυντικών δαπανών και η αστάθεια στο Αιγαίο, μπορεί να έχει σημαντικές συνέπειες στην συνολικότερη αντιμετώπιση των οικονομικών ζητημάτων της χώρας και στην έξοδό της από τα μνημόνια.

Τι κάνουμε λοιπόν απέναντι στην επιθετικότητα της Τουρκίας; Το σημαντικότερο είναι ότι δεν πρέπει να πέσουμε στις παγίδες που μας στήνουν οι γείτονες. Παραμένουμε αποφασισμένοι και αποφασιστικοί, εφόσον χρειασθεί, ταυτοχρόνως δε και υπομονετικοί, αφού οι εξελίξεις για την Τουρκία θα προκύψουν από τα Νοτιοανατολικά. Κυρίως όμως διατηρούμε την νηφαλιότητα και την ψυχραιμία μας.
Ωστόσο, νηφαλιότητα και ψυχραιμία δεν σημαίνουν ούτε συνεπάγονται αδράνεια. Σημαίνουν αφενός προετοιμασία για κάθε ενδεχόμενο, αφετέρου δραστηριοποίηση σε όλα τα μήκη και τα πλάτη, σε όλα τα πολιτικά, στρατιωτικά και οικονομικά fora, ώστε η γειτονική χώρα, στο βαθμό που συνεχίζει αυτήν την τακτική, να υφίσταται το κόστος της συμπεριφοράς της. Μέχρι να το καταλάβει...

Δημοσιεύτηκε στη Huffington Post

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Ελλάδα

Ο κίνδυνος θερμού επεισοδίου δεν μειώθηκε, αλλά και δεν αυξήθηκε, σε σχέση με την περίοδο πριν το δημοψήφισμα. Κατά την άποψή μου, ο κίνδυνος ήταν σχετικά χαμηλός, παρά την ρητορική του Ερντογάν.

Εξηγούμαι. Ο Ερντογάν και πριν και τώρα έχει να αντιμετωπίσει μία σειρά μεγάλων προβλημάτων. Στο εσωτερικό, το πρώτο είναι το Κουρδικό, το δεύτερο είναι οι τζιχαντιστές που έχουν διεισδύσει σε διαφορετικά τμήματα του κρατικού μηχανισμού (όπως ο δολοφόνος του Ρώσου πρέσβη), και το τρίτο είναι η οικονομία. Η Τουρκία είχε ρυθμό ανάπτυξης περί το 9% και τώρα είναι περίπου στο 2.5%. Οι ξένες επενδύσεις φεύγουν, νέες δεν έρχονται και (λόγω και αυτών) η λίρα πέφτει διαρκώς. Ο τουρισμός βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση. Σε όλα αυτά πρέπει να προστεθεί και τέταρτο ζήτημα: η αντίδραση που θα υπάρχει από τους υποστηρικτές του «όχι».

Ας θυμηθούμε και τα προβλήματα στο εξωτερικό. Έχει πρόβλημα στο Ιράκ με την προοπτική δημιουργίας ανεξάρτητου Κουρδικού κράτους. Στην Συρία, η τουρκική εισβολή δεν πέτυχε τους στόχους της, ενώ και εκεί οι Κούρδοι επιδιώκουν αυτονομία. Τέλος, οι σχέσεις της Τουρκίας με την Δύση, ειδικά με την ΕΕ, δεν είναι οι καλύτερες.

Γιατί λοιπόν στα τόσα προβλήματα να προσθέσει και ένα ακόμη με ένα κράτος της ΕΕ, έτοιμο να αμυνθεί (η άμυνα ευκολότερη της επίθεσης), το οποίο παρά τα οικονομικά δεινά του, διατηρεί μία αξιοπρεπή αποτρεπτική ισχύ;

Τέλος, το σημαντικότερο. Ο Ερντογάν, μετά το πραξικόπημα, αποδυνάμωσε τις Ένοπλες Δυνάμεις και ιδιαίτερα την τουρκική Πολεμική Αεροπορία. Μέχρι και αγγελία έβαλαν για να βρούνε νέους πιλότους..! Επιπλέον, ποιον θα αντιμετωπίσουν πρώτον οι δυνάμεις του; Το ΡΚΚ, τους Κούρδους της Συρίας, τους τζιχαντιστές ή και μία επιπλέον σοβαρή πολεμική μηχανή; Και αν κάνει γενική κινητοποίηση, δεν έχει τον φόβο μήπως στραφούν εναντίον του;

Ο μόνος κίνδυνος είναι ένα ατύχημα στον αέρα ή στην θάλασσα. Αλλά αυτός υπήρχε και πριν το πραξικόπημα, όπως και πριν το δημοψήφισμα...

Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Documento στις 23.4.2017

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Άρθρα Γνώμης

 

1. Το παρελθόν

Η τελευταία δεκαπενταετία, η οποία ταυτίζεται με την άνοδο και την κυβέρνηση της χώρας από τον Ερντογάν, μπορεί να θεωρηθεί ως μία περίοδος αύξησης της ισχύος της Τουρκίας. Η χώρα πέτυχε να βελτιώσει την οικονομία της, να θεωρηθεί από τη Δύση ως ένα παράδειγμα δημοκρατίας με μουσουλμανικό άρωμα που άξιζε να προωθηθεί στη Μέση Ανατολή, ενώ για κάποιο χρονικό διάστημα αύξησε την επιρροή της στην περιοχή.

Ο Ερντογάν και το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΚΔΑ) ενίσχυσαν συστηματικά τα εξοπλιστικά προγράμματα, επιδιώκοντας, όπως και οι Κεμαλιστές, την απόκτηση πυραυλικών συστημάτων, αεροπλανοφόρου, ακόμη και πυρηνικών όπλων, ώστε να μετατρέψουν την Τουρκία σε περιφερειακή υπερδύναμη. Επίσης, όχι μόνο δεν συνέβαλαν στο να τερματισθεί η παράνομη κατοχή της Κύπρου, αλλά, επειδή οσμίζονταν ενεργειακούς πόρους, δημιούργησαν νέα κρίση τη στιγμή που η Κύπρος επιβεβαίωνε την ύπαρξη υδρογονανθράκων στην ΑΟΖ της, αυξάνοντας και τις απαιτήσεις της Τουρκίας στις όποιες διαπραγματεύσεις. Τέλος, το καλοκαίρι του 2015 δημιούργησαν την προσφυγική κρίση – κάποιοι επιμένουν πως αφορούσε πρωταρχικά την Ευρώπη – η οποία έπληξε σε μεγάλο βαθμό την Ελλάδα.

Η κυριαρχία του Ερντογάν και του ΚΔΑ οδήγησε στην αποκάλυψη του πραγματικού προγράμματος ή επιδιώξεών του για την Τουρκία και το εξωτερικό. Προοδευτικά, στο εσωτερικό, ο Ερντογάν άρχισε να περνάει μέτρα ισλαμοποίησης της κοινωνίας, να περιορίζει την ελευθερία έκφρασης με πρώτη εκείνη του Τύπου, να εφαρμόζει το σχέδιό του για συγκέντρωση εξουσιών διά της μετάβασής του στο προεδρικό αξίωμα και της προσπάθειάς του για μετατροπή του πολιτικού συστήματος σε προεδρικό. Η ενίσχυση του συγκεντρωτισμού και οι εκλογικές σκοπιμότητες οδήγησαν και στην αποτυχία της όποιας πολιτικής είχε αρχικά εξαγγελθεί για το Κουρδικό.

Στο εξωτερικό η Τουρκία άρχισε να συμπεριφέρεται ως η άλλοτε οθωμανική αυτοκρατορική δύναμη. Αναμείχθηκε στο θέμα των Παλαιστινίων και συγκρούσθηκε με το Ισραήλ, καταστρέφοντας μία προνομιακή εικοσαετή σχέση. Στην Αίγυπτο υποστήριξε τους Αδελφούς Μουσουλμάνους και επιχείρησε το πολιτικό τους πατρωνάρισμα. Διατήρησε κατά την περίοδο του εμπάργκο μία αμφιλεγόμενη στάση έναντι του Ιράν και συνδέθηκε ενεργά με το Κουβέιτ και τη Σαουδική Αραβία, φθάνοντας να την υποστηρίξει ακόμη και στην εισβολή στην Υεμένη. Συνέβαλε στη δημιουργία του Ισλαμικού Κράτους, επιτρέποντας την μέσω του εδάφους της διακίνηση μουτζαχεντίν, όπλων, αλλά και λαθραίου πετρελαίου, που συνέβαλε στην οικονομική ενίσχυση του Ι.Κ. (ενδεχομένως και της οικογένειας Ερντογάν). Τέλος, παρά τις προνομιακές ακόμη και σε οικογενειακό επίπεδο σχέσεις με τον Άσαντ, αναμείχθηκε ενεργά στην υποκίνηση, επέκταση και μετατροπή μίας πολιτειακής κρίσης στον εμφύλιο πόλεμο της Συρίας, του οποίου, μετά την κατάρριψη του ρωσικού αεροσκάφους και την εισβολή των τουρκικών δυνάμεων, έγινε μέρος.

2. Το παρόν

Οι παραπάνω πολιτικές στο εσωτερικό και στο εξωτερικό οδήγησαν κατά την τελευταία διετία σε μία σειρά οξυμένων προβλημάτων. Το αντάρτικο των Κούρδων προοδευτικά αναγεννήθηκε, στον πόλεμο της Συρίας οι τουρκικές πολιτικές ηττήθηκαν και δημιουργήθηκε (με την υποστήριξη και των ΗΠΑ) ένα ακόμη κουρδικό μόρφωμα, το Ι.Κ. κατέταξε τον Ερντογάν, που πιέσθηκε από τη Δύση να αλλάξει στάση, μεταξύ των αντιπάλων του και απάντησε με τρομοκρατικές επιθέσεις, οι Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις δυσαρεστήθηκαν, τμήματα του πληθυσμού δυσανασχέτησαν με την προοπτική ισλαμοποίησης κράτους και κοινωνίας, ενώ η οικονομία άρχισε να καταγράφει σοβαρές απώλειες.

Η πύρρεια νίκη του Ερντογάν κατά των πραξικοπηματιών δεν έλυσε κανένα από τα παραπάνω προβλήματα, αλλά ήρθε να προσθέσει και νέα: τις διώξεις, την καταρράκωση του κύρους και την συνεπαγόμενη μείωση του αξιόμαχου των Ενόπλων Δυνάμεων, τη διάκριση της κοινωνίας σε τουλάχιστον τέσσερις ομάδες (ισλαμιστές, κεμαλιστές, γκιουλενιστές, Κούρδους), την διαπόμπευση όλων εκείνων που καθ’ υποψία συμμετείχαν ή θα μπορούσαν να συμμετάσχουν στο πραξικόπημα, με λίγα λόγια, πρόσθεσε τον εσωτερικό διχασμό. Κυρίως δε ενίσχυσε τις αυταρχικές, σουλτανικές τάσεις του Ερντογάν, σε μία στιγμή που η χώρα θα χρειαζόταν μία ηγεσία συμφιλιωτική και όχι εκδικητική.

Πρόσθεσε όμως και κάτι ακόμη. Την απώλεια της όποιας υποστήριξης και εμπιστοσύνης των Δυτικών προς τον Ερντογάν, των οποίων η υπομονή φαίνεται πως είχε εξαντληθεί εδώ και καιρό. Βεβαίως, μπορεί η Τουρκία να αποκατέστησε τις διπλωματικές της σχέσεις με το Ισραήλ και να επιχειρεί να αναθερμάνει τις αντίστοιχες με τη Ρωσία, ωστόσο οι σχέσεις της με τις ΗΠΑ θα χειροτερεύουν συστηματικά όσο ο Ερντογάν τις κατηγορεί ότι είχαν ανάμειξη στο εναντίον του πραξικόπημα, όσο πιέζει με ανορθόδοξο τρόπο να πετύχει την έκδοση του Γκιουλέν, όσο δημιουργεί προβλήματα στη λειτουργία του Ιντσιρλίκ και στις επιχειρήσεις κατά του Ι.Κ, όσο δεν συμβάλλει στην επίτευξη λύσης στη Συρία, όσο εντείνει την αυταρχική του συμπεριφορά και όσο πλησιάζει τη Ρωσία.

3. Το μέλλον

Τι μπορεί να συμβεί από εδώ και πέρα; Είναι προφανές ότι οι ΗΠΑ βρίσκονται σε μεταβατική περίοδο. Είναι επίσης προφανές ότι τα κράτη της ΕΕ είναι εξαιρετικά δύσπιστα απέναντί του λόγω του προσφυγικού, του αυταρχισμού και της επιθετικότητας κατά των γειτόνων του, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας. Είναι επίσης φανερό ότι άρχισαν να στέλνονται τα πρώτα διπλωματικά προειδοποιητικά μηνύματα προς την Τουρκία.. Ήδη ο (απερχόμενος) επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας χρησιμοποίησε μετά από πολλά χρόνια τον όρο «εισβολή» για την Κύπρο, ενώ η ΕΕ διέκοψε τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις.

Τα εν λόγω μηνύματα σημαίνουν ότι ο Ερντογάν θα πιεστεί και θα υποχωρήσει στο Κυπριακό ή σε άλλα θέματα, όπως στο Συριακό ή στον πόλεμο κατά του Ι.Κ; Ασφαλώς και όχι! Θα μπορούσαν όμως να θεωρηθούν ως δείγμα υποχώρησης των διπλωματικών ερεισμάτων του στη Δύση και, κυρίως, έλλειψης πολιτικής υποστήριξης ή έλλειψης της συνήθους ανοχής της Δύσης σε μία σειρά προβλημάτων που δημιούργησε ή δημιουργεί ο Ερντογάν. Ακόμη δε περισσότερο, αδιαφορία για το πολιτικό του μέλλον ή, μεσοπρόθεσμα, και το μέλλον της χώρας του, τώρα που οι σχέσεις της Δύσης με το Ιρακινό Κουρδιστάν έχουν σχεδόν επισημοποιηθεί και οι σχέσεις των ΗΠΑ με τους Κούρδους της Συρίας επιτρέπουν μεγαλύτερο ρόλο και λόγο στο μέλλον της Συρίας.

Η πιθανολογούμενη αδιαφορία για το πολιτικό του μέλλον ή της χώρας του δεν σημαίνει ότι η Δύση θα παύσει να διαχειρίζεται διπλωματικά τον Ερντογάν. Μπορεί όμως να σημαίνει ότι δεν θα σταματήσει την εισαγωγή στην Τουρκία της οποιαδήποτε κρίσης από το εξωτερικό και, ακόμη περισσότερο, δεν θα πράξει οτιδήποτε να εμποδίσει την οποιαδήποτε εξέλιξη στο εσωτερικό της. Τούτο ίσως είναι το κρισιμότερο, καθώς όλα δείχνουν πως τα προβλήματα και οι αντιφάσεις έχουν οξυνθεί και η Τουρκία και πάλι, ενάμισι αιώνα αργότερα, προφανώς ασθενεί.

Το ποια θα είναι η τύχη της εξαρτάται από την αρχή ενός και μόνο ανδρός, του οποίου οι δυνατότητες και οι πολιτικές φαίνεται να έχουν αγγίξει τα όριά τους. Οι χειρισμοί του στις σχέσεις του με τη Δύση θα είναι κρίσιμοι και στην εσωτερική πολιτική σκηνή κρισιμότεροι.

Μέχρι τότε θα πρέπει να είμαστε ψύχραιμοι και νηφάλιοι. Ο Ερντογάν έχει τόσα πραγματικά μέτωπα και έχει δημιουργήσει τόσους εικονικούς και πραγματικούς εχθρούς στο εσωτερικό και στο εξωτερικό που δεν έχει την πολυτέλεια ή την αξιόμαχη στρατιωτική ικανότητα να εξάγει κρίση δυτικά ή νότια. Όμως, θα πρέπει να προετοιμαζόμαστε και να μην βιαζόμαστε, αποφεύγοντας λάθη και διολισθήσεις, σε κρίσιμα θέματα όπως οι συστηματικές προκλήσεις κατά της Ελλάδας ή το Κυπριακό, το οποίο, άλλωστε, δεν είναι και στις προτεραιότητες του Ερντογάν.

Ασφαλώς και το μέλλον είναι αβέβαιο και κανείς μας δεν μασάει φύλλα δάφνης, ούτε ερμηνεύει τα σφάγια. Ωστόσο, η πολιτική, πολύ δε περισσότερο η διεθνής, έχει απρόσμενα γυρίσματα και μας διδάσκει πως εκείνος που είναι κατάλληλα προετοιμασμένος, έχοντας ήδη προνοήσει για τις κατάλληλες και εναλλακτικές στρατηγικές, μπορεί να δικαιωθεί από την Ιστορία.

Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο Πολιτικό Ημερολόγιο 2017 που επιμελείται ο δημοσιογράφος Βαγγέλης Πλάκας. 

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Οι θιασώτες της όποιας «λύσης» – λύση νάναι κι ό,τι νάναι – επιμένουν ότι πρέπει οπωσδήποτε να γίνει «κάτι» τώρα και, ταυτοχρόνως, κινδυνολογούν, ισχυριζόμενοι ότι θα υπάρξουν αρνητικές συνέπειες για την Κυπριακή Δημοκρατία.

Αν θυμάμαι καλά το ίδιο ακριβώς έκαναν πριν 13 σχεδόν χρόνια με το Σχέδιο Ανάν...  Τώρα απλά ανακυκλώνονται!!Μας είπαν ήδη ότι αυτή θα είναι η μοναδική και τελευταία ευκαιρία, διότι δεν θα υπάρχουν σε λίγο καιρό πραγματικοί Τουρκοκύπριοι και ότι η Τουρκία θα ενσωματώσει τα κατεχόμενα. Επιπλέον, ήδη χαρακτήρισαν την εξέλιξη της κατάθεσης των χαρτών ως ιστορική!

Ας βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους!

Η συγκεκριμένη κίνηση, η όλη διάσκεψη ή η όποια συμφωνία προκύψει δεν είναι ιστορική. Ιστορικά είναι εκείνα τα γεγονότα που οδήγησαν την ανθρωπότητα ή τα έθνη να αλλάξουν τη μοίρα τους.  Τέτοιες είναι οι μεγάλες επαναστάσεις, οι ανακατονομές ισχύος στο διεθνές σύστημα, όπως αυτή του 1989· ή, αντιστοίχως, η ανεξαρτησία ή η καταστροφή των εθνών.  Στο πλαίσιο των Ελληνοτουρκικών σχέσεων θα μπορούσε να θεωρηθεί ιστορικές στιγμές το 1821, το 1912, το 1922, το 1960..

Η όποια «λύση» βρεθεί δεν μπορεί να είναι μοναδική.  Το Σχέδιο Ανάν είχε φθάσει τον αριθμό «5», ενώ έχουν υπάρξει ισάριθμα σχέδια που φέρουν το όνομα προηγούμενων ΓΓ του ΟΗΕ. Και δεν μπορεί να είναι μοναδική, αφού το όλο πνεύμα της στηρίζεται σε αρχές αντίθετες με τη λειτουργία της εσωτερικής και της διεθνούς πολιτικής.

Η όποια «λύση» προκύψει – αν προκύψει – προφανώς και δεν θα είναι η τελευταία. Η ιστορία εξελίσσεται επιβεβαιώνοντας το «τά πάντα ρεῖ» του Ηρακλείτου. Όμως στη ζωή των λαών ή των πολιτισμών ο χρόνος είναι διαφορετικός και δεν μετριέται με βάση τα μεγέθη της ζωής ενός ανθρώπου. Ρωτάω. Ήταν μεγάλη ή μικρή η διάρκεια της Ρωμαϊκής, της Βυζαντινής ή της Βρετανικής αυτοκρατορίας;  Ήταν πολλά τα 45 χρόνια που διήρκεσε η διαίρεση της Γερμανίας;  Ή, ήταν πολλά τα 400 ή τα 700 χρόνια που κατά περιοχές κράτησε ο οθωμανικός ζυγός στην Ελλάδα;

Απέναντι στην κινδυνολογία που καλλιεργείται χρειάζεται ψυχραιμία και νηφαλιότητα. Ας μην ξεχνάμε:

  1. Αντιμετωπίζουμε μία εισβολή και κατοχή και όχι ένα «πρόβλημα»!
  2. Η Κύπρος και μέλος είναι της ΕΕ και φιλίες εκτός αυτής διαθέτει.
  3. Κανένα κράτος της ΕΕ δεν μπορεί να αναγνωρίσει το ψευδοκράτος, έχοντας προηγουμένως επικυρώσει τη Συνθήκη προσχώρησης της Κ.Δ. στην ΕΕ.
  4. Θα θελήσει ο Σουλτάνος μετά τα δύο εξωτερικά και τα δύο εσωτερικά μέτωπα, και μετά την υποχώρηση της οικονομίας, να ανοίξει ένα ακόμη; Εκείνο μάλιστα με το μεγαλύτερο κόστος..;

 

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Παρασκευή, 18 Νοέμβριος 2016 20:11

Πυραυλική απειλή εξ ανατολών...

Με αφορμή την σημερινή πληροφορία ότι οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις παρέλαβαν τους πρώτους πυραύλους μικρού βεληνεκούς τουρκικής κατασκευής, αναδημοσιεύω κείμενο-ανάλυσή μου τού 2002 σχετικό με το θέμα. Δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στην Απογευματινή, 22.06.2002, σ. 15

Τα τελευταία χρόνια, η ελληνική εξωτερική αλλά και η αμυντική πολιτική έναντι της Τουρκίας έχουν βασισθεί στην υπόθεση εργασίας ότι η συμπεριφορά τού στρατοκρατικού καθεστώτος της Τουρκίας έχει αλλάξει ή μπορεί να αλλάξει. Προσθέτουν μάλιστα ότι θα αλλάξει η Τουρκία λόγω της ευρωπαϊκής της πορείας (ωσάν αυτή η πορεία να είναι μονόδρομος...) και λόγω των τεράστιων οικονομικών προβλημάτων της.

Η εν λόγω υπόθεση εργασίας είναι, πρώτον, αντίθετη με τους από την εποχή του Θουκυδίδη διαπιστωμένους νόμους λειτουργίας του διεθνούς συστήματος: του ανταγωνισμού της ισχύος και της μεγιστοποίησης της ασφάλειας κάθε κράτους. Είναι, δεύτερον, μεθοδολογικά λανθασμένη, καθώς εκφράζει ένα ευνοϊκό για την Ελλάδα σενάριο, ενώ είναι γνωστό πως η εξωτερική και κυρίως η αμυντική πολιτική χαράσσονται με βάση το χειρότερο πιθανό ενδεχόμενο. Και, τρίτον, ακυρώνεται από την συμπεριφορά της Τουρκίας κατ' αυτήν την ίδια την περίοδο της περίφημης Ελληνοτουρκικής «φιλίας».

Η Τουρκία, λοιπόν, μετά από πενταετείς προσπάθειες να αποκτήσει τα μυστικά τής πυρηνικής ενέργειας με την κατασκευή στο Ακούγιου ενός εργοστασίου παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από πυρηνική, έκανε και το επόμενο βήμα: αποκτά βαλλιστικούς πυραύλους. Όπως πληροφορούμαστε, τον Δεκέμβριο του 2001 η Τουρκία δοκίμασε επιτυχώς έναν κινεζικής τεχνολογίας αλλά δικής της κατασκευής βαλλιστικό πύραυλο 150 χιλιομέτρων βεληνεκούς.

Το συγκεκριμένο γεγονός πρέπει να μας ανησυχεί λόγω των πολύ αρνητικών συνεπειών που θα έχει για την Ελλάδα η εντός ολίγου βέβαιη απόκτηση από την Τουρκία του συγκεκριμένου οπλικού συστήματος. Ας εξετάσουμε τα βραχυπρόθεσμα στρατιωτικά πλεονεκτήματα για την Τουρκία, με την υπόθεση εργασίας ότι το βεληνεκές των Τουρκικών πυραύλων θα περιορισθεί μόνο σε 150 χλμ. και θα φέρουν συμβατική γόμωση.

Η Τουρκία:
1. θα έχει στο έλεος των πυραύλων της ολόκληρη τη Θράκη, την πλειοψηφία των νησιών του Αιγαίου, αλλά και την Κύπρο.
2. θα διαθέτει ένα ασφαλές πρώτο χτύπημα, καθώς αποτελεσματική άμυνα εναντίον βαλλιστικών πυραύλων δεν υπάρχει.
3. θα διαθέτει το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού λόγω της μικρού χρόνου διάρκειας πτήσης των πυραύλων και, γενικότερα, την πρωτοβουλία των στρατιωτικών κινήσεων.

Στο διπλωματικό επίπεδο αυτό συνεπάγεται:
1. αύξηση διεθνώς του κύρους της Τουρκίας, καθώς θα επιχειρήσει να προβάλει την πυραυλική της ικανότητα ως πλεονέκτημα έναντι κάποιων γειτόνων της (π.χ., Ιράκ).
2. αύξηση της ισχύος της Τουρκίας έναντι της Ελλάδας και μεγαλύτερη αξιοπιστία στο Τουρκικό casus belli.
3. σημαντική βελτίωση των διαθεσίμων συντελεστών ισχύος σε περίοδο κρίσης ή σε διαπραγματεύσεις.

Η Ελλάδα από την πλευρά της θα πρέπει, λογικά πράττοντας, να εξισορροπήσει την Τουρκική απειλή:
1. αποκτώντας μία αντίστοιχη πυραυλική απειλή ή δημιουργώντας μία άλλη στρατιωτική απειλή ή αποκτώντας μεγάλο αριθμό αντιβαλλιστικών συστημάτων· σε κάθε περίπτωση δηλαδή, αυξάνοντας τις αμυντικές της δαπάνες.
2. αναθεωρώντας το αμυντικό της δόγμα και την από μέρους μας στοχοθέτηση των Τουρκικών δυνάμεων.
3. επανεξετάζοντας το θέμα του στρατηγικού της βάθους.
4. επιβάλλοντας διπλωματικό κόστος στην Τουρκία και ιδιαίτερα στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Όμως οι πλέον δυσάρεστες συνέπειες θα εμφανισθούν μεσοπρόθεσμα όταν, όπως αποδεικνύεται από την ιστορία όλων των πυραυλικών προγραμμάτων, το βεληνεκές των Τουρκικών πυραύλων θα διπλασιασθεί, θα τριπλασιασθεί, κ.ο.κ., και ολόκληρη η Ελλάδα θα καλύπτεται από την ακτίνα δράσης τους. Για να ολοκληρωθεί δε η εικόνα, ας σκεφθεί ο οιοσδήποτε τι μπορεί να συμβεί αν τελικά η Τουρκία καταφέρει (επιστημονικά και πολιτικά) να αποκτήσει έστω και μικρής ισχύος πυρηνικά όπλα, τα οποία θα τοποθετηθούν στους βαλλιστικούς της πυραύλους.

Η Τουρκία έχει συνεπώς διαβεί τον Ρουβίκωνα της πυραυλικής και της πυρηνικής τεχνολογίας. Σύντομα θα βρίσκεται ante portas. Υπάρχει ελάχιστος χρόνος για να αντιδράσουμε τόσο στο διπλωματικό όσο και στο επίπεδο των εξοπλισμών. Τούτο πρέπει να συνειδητοποιηθεί σε πείσμα της όποιας περιρρέουσας συβαριτικής νοοτροπίας και έχοντας στο νου τη διδαχή του Θουκυδίδη (Δ92) ότι «την ελευθερία του απέναντι στους γείτονες εξασφαλίζει κανείς μόνο αν είναι έτοιμος να αντισταθεί».

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Οι πολίτες της Ελληνικής και της Κυπριακής Δημοκρατίας ακούνε από το 1974 για «λύση» του Κυπριακού. Και όσο περνάνε τα χρόνια τόσο πιο πολύ η συγκεκριμένη υπόθεση εκλαμβάνεται ως βάρος που πρέπει να ξεφορτωθούν, τόσο πιο πολύ η έννοια του «προβλήματος» κυριαρχεί, και τόσο πιο πολύ αγνοούν ή και δεν ενδιαφέρονται να μάθουν ότι πρόκειται για μία παράνομη στρατιωτική εισβολή και αντιστοίχως παράνομη κατοχή...!

Η κατάσταση αυτή της κόπωσης στο μυαλό και στην ψυχοσύνθεση, ειδικά στην Κύπρο, αυξάνει αφενός την πίεση προς τους εκάστοτε πολιτικούς ηγέτες, οι οποίοι σε κάθε εκλογική αναμέτρηση πρέπει να δεσμευτούν ότι θα αγωνιστούν για τη λύση του «προβλήματος», αφετέρου και αντίστροφα, κατά έναν περίεργο τρόπο, τους δίνει και τη δυνατότητα να κινούνται στις διαπραγματεύσεις με νοοτροπία που θέλει να στρογγυλεύει τα ζητήματα και να οδηγεί, χωρίς πολλά-πολλά, στον σκοπό, δηλαδή στην «λύση».

Με άλλα λόγια, εξ αρχής, από την εκκίνηση των διαπραγματεύσεων, το εύρος και η ένταση των επιχειρημάτων είναι μειωμένα, αφού και πάλι σκοπός είναι η «λύση»..., την οποία επιθυμεί – ποιος άλλος; – η ελληνοκυπριακή πλευρά. Η οποία πλευρά, όμως, πάντα με αυτήν την αγχωτική επιδίωξη της «λύσης» – διότι «πέρασαν τόσα χρόνια» και όλα τα γνωστά ... – υποσκάπτει και τα εναπομείναντα διαπραγματευτικά πλεονεκτήματα που μπορεί να διαθέτει: την ιδιότητα του μέλους της ΕΕ, την έξοδό της από την κρίση και την προοδευτικά – και πάλι – εύρωστη οικονομική κατάσταση, τέλος δε, τα οφέλη των όποιων υδρογονανθράκων.

Καταλήξαμε δηλαδή, λόγω του άγχους της «λύσης», και τα πλεονεκτήματα της ιδιότητας του μέλους της ΕΕ να αμβλύνουμε, και να περιέλθουμε στη γωνία του ρινγκ των διαπραγματεύσεων ως προς τους υδρογονάνθρακες. Είχα προειδοποιήσει ως προς την λεγόμενη στη διεθνή βιβλιογραφία «κατάρα» των φυσικών πηγών πλούτου. Ότι, δηλαδή, η ανεύρεσή τους ανοίγει ορέξεις από μικρούς και μεγάλους και δημιουργεί κινδύνους. Έτσι βλέπουμε, πως η αδυναμία μεταφοράς των υδρογονανθράκων διά της Μεσογείου, και, ακόμη περισσότερο, η αδυναμία ή η καθυστέρηση κατασκευής σταθμού LNG στην Κύπρο – κάτι που η διεθνής τάση φαίνεται να ευνοεί – οδηγεί στην αύξηση των πιέσεων από πολύ σημαντικούς παράγοντες του διεθνούς συστήματος για «λύση». Η οποία «λύση» θα πρέπει να φέρει συγκεκριμένο αποτέλεσμα: να περάσει ο αγωγός από την Κύπρο στην Τουρκία και να γράψει η Ιστορία – για να ικανοποιηθεί και η φιλοδοξία ορισμένων – όχι το ποιο ήταν το περιεχόμενο, αλλά ότι ο τάδε και ο τάδε «έλυσαν» το Κυπριακό...

Μπορεί κάποιος να ρωτήσει: εσύ που από την ασφάλεια του γραφείου σου μάς τα γράφεις όλα αυτά, δεν θέλεις «λύση»; Η απάντηση είναι ότι προτείνω ανατροπή της εισβολής και της κατοχής.

Προτείνω πρώτα να φύγουν τα στρατεύματα του Αττίλα και μετά να συζητήσουμε, γιατί δεν είναι δυνατό να διαπραγματεύεται κάποιος με το πιστόλι στον κρόταφο. Προτείνω να υπάρχει βιώσιμη συνέχεια της Κυπριακής Δημοκρατίας και όχι ένα απίθανο μόρφωμα που κάποιος δευτεροκλασάτος γραφειοκράτης πρότεινε στον πολιτικό του προϊστάμενο, που είναι αντίθετο στις ευρωπαϊκές αξίες δημοκρατίας και δικαίου, και που, από την επόμενη μέρα, θα δημιουργήσει τριβές... και, μετά, ξανά τα ίδια από την αρχή... Τέλος, πρέπει να φύγουν οι εγγυήτριες δυνάμεις. Με άλλα λόγια δεν χρειάζεται να κρατήσουμε τον λύκο στο μαντρί! Δεν είναι καλύτερα να είναι απέξω και να πιέζεται και αυτός;

Η ανατροπή της εισβολής και της κατοχής – για να προλάβω κάποιους – δεν χρειάζεται πόλεμο! Χρειάζεται μυαλό, στρατηγική και αντίστοιχο σχεδιασμό! Ίσως βέβαια και ανιδιοτέλεια, ψυχή, αίσθηση της Ιστορίας, αλλά και της σημασίας της αντοχής στον χρόνο!

Δημοσιεύτηκε στον Φιλελεύθερο στις 3 Οκτωβρίου 2016

 

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Με αφορμή το πραξικόπημα στην Τουρκία επανήλθε στο προσκήνιο από διάφορες κατηγορίες αναλυτών – πανεπιστημιακούς, πολιτικούς, δημοσιογράφους – η βασική πλάνη ή αξίωμα στην ανάλυση των τεκταινομένων στην Τουρκία και ιδιαίτερα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις: ότι οι στρατιωτικοί-Κεμαλιστές είναι πιο επικίνδυνοι από τον Ερντογάν και το σύστημα εξουσίας του.

Σε ενίσχυση του συγκεκριμένου αξιώματος επικαλούνται ότι στην περίοδο Ερντογάν δεν υπήρξε μείζων κρίση όπως το 1996 (Ύμια), το 1987 ή το 1976.

Τούτο δεν ισχύει. Θα θυμίσω απλά ότι ο Ερντογάν όχι μόνο συνέχισε τα εξοπλιστικά προγράμματα, αλλά τα ενίσχυσε και επιδιώκει και αυτός την απόκτηση πυραυλικών συστημάτων και πυρηνικών όπλων. Θα θυμίσω επίσης ότι δεν υπήρξε καμία πρόοδος στο Κυπριακό, όπως επίσης ότι προκάλεσε την περυσινή προσφυγική κρίση, η οποία είχε διαφορετικό μεν, τεράστιο δε κόστος στην Ελλάδα και στην ΕΕ.

Η Τουρκία είτε υπό τον Ερντογάν είτε υπό τους στρατιωτικούς είναι πλέον μία ισχυρή δύναμη, με αναθεωρητικές και επεκτατικές επιδιώξεις, όπως απέδειξε η εμπλοκή της στη Συρία και στο Ιράκ. Το αν η επιθετικότητά της δεν εκδηλώθηκε προς τα δυτικά, οφείλεται κυρίως στην εκτίμηση του AKP και του Νταβούτογλου, ότι η Τουρκία δεν πρέπει να χάνει χρόνο με την Ελλάδα και με τους μικρότερους παίκτες της περιοχής, αλλά να συνδιαλέγεται με τις μεγάλες δυνάμεις του διεθνούς συστήματος.

Η δεύτερη πλάνη, σχετική με το πραξικόπημα, είναι ότι «νίκησε» η Δημοκρατία. Ας είμαστε συγκρατημένοι και πιο προσεκτικοί. Είναι γεγονός ότι ο Ερντογάν είναι λαοφιλής ηγέτης, ωστόσο έχει επανειλημμένα παραβιάσει βασικές δημοκρατικές αρχές και σε τελική ανάλυση δεν είναι βέβαιο ότι οι πολίτες βγήκαν στους δρόμους εξαιτίας του και όχι εξαιτίας των ιμάμηδων που κάλεσαν τους πιστούς σε «προσευχή» πολύ νωρίτερα από την προβλεπόμενη ώρα. Και είναι επίσης γεγονός ότι πέρα από τους στρατιωτικούς που συνελήφθησαν, την επομένη του πραξικοπήματος – ως δείγμα σεβασμού της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης – απολύθηκαν 2745 δικαστές... Τέλος, για τον σεβασμό του Δικαίου, ο Πρωθυπουργός αναφέρθηκε στην επαναφορά της θανατικής ποινής για τους στασιαστές! Δηλαδή ποινές και τιμωρία μέσω νόμων με αναδρομική ισχύ...

Η τρίτη πλάνη είναι ότι ο Ερντογάν εξήλθε ισχυρότερος από το πραξικόπημα. Τούτο είναι ίσως αλήθεια προς στιγμή, καθώς πράγματι ανατράπηκε μία κατάσταση, έστω και στην παράταση του αγώνα... Όμως ο Σουλτάνος βρέθηκε ταπεινωμένος, να παρακαλάει για στήριξη από δημοσιογράφους που δίωκε, να αναζητά σενάρια φυγής του στο εξωτερικό, και να υποστηρίζεται τόσο από παλαιούς συνοδοιπόρους του, όπως ο Γκιούλ και ο Νταβούτογλου, όσο και από στρατηγούς που είχαν παρακαμφθεί από ανώτερους αξιωματικούς. Αυτή η στήριξη γεννά υποχρεώσεις... Ωστόσο το πιο σημαντικό είναι ότι υπήρξαν νεκροί, ότι κατηγορήθηκαν και πάλι ο Γκιουλέν και οι οπαδοί του, αλλά και οι στρατιωτικοί. Αυτές είναι πληγές που δύσκολα θα επουλωθούν, και η περαιτέρω προσφυγή του Ερντογάν στον αυταρχισμό θα δημιουργήσει νέες αντιδράσεις.

Η μόνη δυνατότητα του Ερντογάν να επιβιώσει είναι να μοιρασθεί την εξουσία, να υποχωρήσει σε ζητήματα αναθεώρησης του Συντάγματος, να σεβασθεί τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους, με άλλα λόγια να είναι ένας διαφορετικός Ερντογάν από αυτόν που γνωρίσαμε τα τελευταία χρόνια. Με άλλα λόγια, ο Ερντογάν χρειάζεται έναν άλλο Ερντογάν, κι αυτό είναι το δύσκολο...

Πηγη

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Κυριακή, 03 Απρίλιος 2016 08:00

Turkiye dividenda est! Παραμένει επίκαιρο

Screen Shot 2016-04-03 at 11.10.18 AM

Μετά το 1947 οι ΗΠΑ αποφάσισαν να αναλάβουν τα ηνία του διεθνούς συστήματος και, για να αντιμετωπίσουν την τότε ΕΣΣΔ, εκπόνησαν το δόγμα του περιορισμού ή της ανάσχεσής της (containment). Στο πλαίσιο υλοποίησης του εν λόγω δόγματος, οι ΗΠΑ πέτυχαν να δημιουργήσουν μέσω συμμαχιών ένα μεγάλο αριθμό στρατιωτικών βάσεων γύρω από την ΕΣΣΔ.

Οι συμμαχίες με κράτη νοτίως της ΕΣΣΔ, όπως η Τουρκία, η Συρία, το Ιράκ ή το Ιράν, απέφεραν ταυτοχρόνως την προστασία των πετρελαϊκών κοιτασμάτων και των αντίστοιχων συμφερόντων στην Μέση Ανατολή. Παραλλήλως, επήλθε η ενιαία, από πλευράς στρατηγικής, αντιμετώπιση του χώρου Ελλάδος – Τουρκίας (συμπεριλαμβανομένου και του μεταξύ αυτών Αιγαίου πελάγους, υπέρ τον έλεγχο της Ελλάδος) και η δημιουργία άποψης περί του αδιαιρέτου της Τουρκίας.
Οι καιροί όμως άλλαξαν. Το Ιράν, το Ιράκ, η Συρία απωλέσθησαν ως σύμμαχοι για τη Δύση και κυρίως, τις ΗΠΑ με σημαντικές πολιτικές, οικονομικές και στρατηγικές συνέπειες για αυτές. Απέμεινε μόνον η Τουρκία στην περιοχή, της οποίας η στρατηγική σημασία δεν έχει ακόμα μειωθεί, παρά το ότι η ΕΣΣΔ δεν υφίσταται πια. Και τούτο διότι η Τουρκία αποτελεί προγεφύρωμα προς τα ανεξάρτητα πλέον κράτη του νότου της πρώην ΕΣΣΔ, τα οποία παρουσιάζουν δύο πλεονεκτήματα: αφ'ενός συνορεύουν ή γειτνιάζουν με την ασιατική κυρίως Ρωσία, στην οποία καταγράφονται φυγόκεντρες δυνάμεις και ακόμα πιο πέρα με το Πακιστάν, την Ινδία και την Κίνα, αφ'ετέρου διαθέτουν τεράστια κοιτάσματα πετρελαίου.

Το προγεφύρωμα όμως της Δύσης πάσχει από προχωρημένη και μη αναστρέψιμη διάβρωση, καθώς παρουσιάζει όλο και περισσότερα προβλήματα και από «παραγωγός ασφάλειας» («security producer») για τη Δύση έχει γίνει «καταναλωτής» («security consumer»). Το προγεφύρωμα έχει κατ'αρχήν εσωτερικά προβλήματα: πολιτικά (δημιουργία του πολιτεύματος, διαφθορά, σεβασμός ανθρωπίνων δικαιωμάτων), οικονομικά (πληθωρισμός, ελλείμματα), κοινωνικά (φτώχεια, άνιση κατανομή του εισοδήματος, θέση της γυναίκας) και θρησκευτικά (ισλαμιστές, αλαουϊτες). Σε όλα αυτά προστίθεται το κυρίαρχο και διεθνοποιούμενο πλέον πρόβλημα του πολέμου κατά των Κούρδων, που διαρκώς επιδεινώνει πολλαπλασιαστικά τα υπόλοιπα προβλήματα της Τουρκίας.
Πώς ο άλλοτε και νυν «μεγάλος ασθενής» αντιμετωπίζει τα προβλήματα διάβρωσης; Τα εξάγει, παρουσιάζοντας μία πρωτοφανή και ακατάσχετη επιθετικότητα εναντίον όλων σχεδόν των γειτόνων ανεξαιρέτως: με τη Βουλγαρία για θέματα πληθυσμών, με την Ελλάδα για το Αιγαίο (διακυβεύοντας την ενότητα του στρατηγικού χώρου), με την Κύπρο, όπου συνεχίζει να κατέχει παράνομα ένα μεγάλο ποσοστό του εδάφους της, με τη Συρία για τα ποτάμια ύδατα και τον αραβικό πληθυσμό της Αλεξανδρέτας, με το Ιράκ του οποίου ορέγεται τα πετρέλαια, με το Ιράν για λόγους θρησκευτικούς, με την Αρμενία, λόγω του Αζερμπαϊτζάν και της γενοκτονίας, με τη Ρωσία λόγω της ανάμειξής της στην Τσετσενία. Σε όλα αυτά τα προβλήματα η Τουρκία σύρει και χρησιμοποιεί τη Δύση.

Και η Δύση; Συνεχίζει να στηρίζει την Τουρκία όλο και περισσότερο. Η Δύση συνεχίζει να «βάζει όλα της τα αυγά σε ένα καλάθι» («too many eggs in one basket») και να κλείνει τα μάτια της μπροστά στην μη αναστρέψιμη διάβρωση. Διαπράτει το ίδιο λάθος όπως και με το Ιράν. Βλέπει αλλά δεν αποδέχεται ακόμα ότι η διάβρωση δεν αναστρέφεται, και ότι η κατάρρευση του προγεφυρώματος είναι πλέον ορατή στον χρόνο.

Πρέπει να σωθεί το προγεφύρωμα; Η απάντηση είναι καταφατική. Η Τουρκία δεν πρέπει να καταστραφεί. Συμφέρει και στη Δύση και στους γείτονες της Τουρκίας.
Υπάρχει λύση; Και πάλι η απάντηση είναι καταφατική. Στο πλαίσιο μιας ελεγχόμενης μετάβασης, η Τουρκία μπορεί να αποχωρήσει από την Κύπρο και, διαιρούμενη υπό έλεγχο από το Κουρδιστάν. Μία ελεγχόμενη διαίρεση θα την απαλλάξει από το Κουρδικό, επιτρέποντάς της να επικεντρώσει τις δυνάμεις της στο εσωτερικό, ώστε να γίνει μία σύγχρονη, δυτική ευημερούσα και με ευρωπαϊκό προσανατολισμό δημοκρατία. Μόνο μία τέτοια δημοκρατία θα κερδίσει την εμπιστοσύνη και τη συνεργασία των γειτόνων της και θα προσφέρει σταθερότητα στην περιοχή και ασφάλεια στα μεγάλα εμπορικά συμφέροντα. Μόνο μία τέτοια δημοκρατία θα συμβάλει θετικά στην ασφάλεια της Δύσης και θα εισέλθει επάξια στην οικογένεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Διαφορετικά η Τουρκία κινδυνεύει να εκραγεί και να καταστραφεί, εξέλιξη από την οποία όλοι θα χάσουν: ο λαός της, η Δύση και οι γείτονές της.

Ας μη βιαστούν λοιπόν όσοι, διαβάζοντας τον τίτλο θεώρησαν ότι ή έγινε λάθος ή ότι η άποψη του Κάτωνα είναι στην περίπτωση της Τουρκίας κατ'αναλογίαν ορθή. Η Τουρκία πρέπει να διαρεθεί για να σωθεί. Turkiye non est delenda; dividenda est!

Δημοσιεύτηκε στη Μακεδονία, 04.10.1998, σ. 36

 

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Σελίδα 1 από 5
You are here Προβολή άρθρων ανα tag: Τουρκία