Sunday, May 28th

Last update05:25:07 AM GMT

Ο κίνδυνος θερμού επεισοδίου δεν μειώθηκε, αλλά και δεν αυξήθηκε, σε σχέση με την περίοδο πριν το δημοψήφισμα. Κατά την άποψή μου, ο κίνδυνος ήταν σχετικά χαμηλός, παρά την ρητορική του Ερντογάν.

Εξηγούμαι. Ο Ερντογάν και πριν και τώρα έχει να αντιμετωπίσει μία σειρά μεγάλων προβλημάτων. Στο εσωτερικό, το πρώτο είναι το Κουρδικό, το δεύτερο είναι οι τζιχαντιστές που έχουν διεισδύσει σε διαφορετικά τμήματα του κρατικού μηχανισμού (όπως ο δολοφόνος του Ρώσου πρέσβη), και το τρίτο είναι η οικονομία. Η Τουρκία είχε ρυθμό ανάπτυξης περί το 9% και τώρα είναι περίπου στο 2.5%. Οι ξένες επενδύσεις φεύγουν, νέες δεν έρχονται και (λόγω και αυτών) η λίρα πέφτει διαρκώς. Ο τουρισμός βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση. Σε όλα αυτά πρέπει να προστεθεί και τέταρτο ζήτημα: η αντίδραση που θα υπάρχει από τους υποστηρικτές του «όχι».

Ας θυμηθούμε και τα προβλήματα στο εξωτερικό. Έχει πρόβλημα στο Ιράκ με την προοπτική δημιουργίας ανεξάρτητου Κουρδικού κράτους. Στην Συρία, η τουρκική εισβολή δεν πέτυχε τους στόχους της, ενώ και εκεί οι Κούρδοι επιδιώκουν αυτονομία. Τέλος, οι σχέσεις της Τουρκίας με την Δύση, ειδικά με την ΕΕ, δεν είναι οι καλύτερες.

Γιατί λοιπόν στα τόσα προβλήματα να προσθέσει και ένα ακόμη με ένα κράτος της ΕΕ, έτοιμο να αμυνθεί (η άμυνα ευκολότερη της επίθεσης), το οποίο παρά τα οικονομικά δεινά του, διατηρεί μία αξιοπρεπή αποτρεπτική ισχύ;

Τέλος, το σημαντικότερο. Ο Ερντογάν, μετά το πραξικόπημα, αποδυνάμωσε τις Ένοπλες Δυνάμεις και ιδιαίτερα την τουρκική Πολεμική Αεροπορία. Μέχρι και αγγελία έβαλαν για να βρούνε νέους πιλότους..! Επιπλέον, ποιον θα αντιμετωπίσουν πρώτον οι δυνάμεις του; Το ΡΚΚ, τους Κούρδους της Συρίας, τους τζιχαντιστές ή και μία επιπλέον σοβαρή πολεμική μηχανή; Και αν κάνει γενική κινητοποίηση, δεν έχει τον φόβο μήπως στραφούν εναντίον του;

Ο μόνος κίνδυνος είναι ένα ατύχημα στον αέρα ή στην θάλασσα. Αλλά αυτός υπήρχε και πριν το πραξικόπημα, όπως και πριν το δημοψήφισμα...

Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Documento στις 23.4.2017

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Άρθρα Γνώμης

 

1. Το παρελθόν

Η τελευταία δεκαπενταετία, η οποία ταυτίζεται με την άνοδο και την κυβέρνηση της χώρας από τον Ερντογάν, μπορεί να θεωρηθεί ως μία περίοδος αύξησης της ισχύος της Τουρκίας. Η χώρα πέτυχε να βελτιώσει την οικονομία της, να θεωρηθεί από τη Δύση ως ένα παράδειγμα δημοκρατίας με μουσουλμανικό άρωμα που άξιζε να προωθηθεί στη Μέση Ανατολή, ενώ για κάποιο χρονικό διάστημα αύξησε την επιρροή της στην περιοχή.

Ο Ερντογάν και το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΚΔΑ) ενίσχυσαν συστηματικά τα εξοπλιστικά προγράμματα, επιδιώκοντας, όπως και οι Κεμαλιστές, την απόκτηση πυραυλικών συστημάτων, αεροπλανοφόρου, ακόμη και πυρηνικών όπλων, ώστε να μετατρέψουν την Τουρκία σε περιφερειακή υπερδύναμη. Επίσης, όχι μόνο δεν συνέβαλαν στο να τερματισθεί η παράνομη κατοχή της Κύπρου, αλλά, επειδή οσμίζονταν ενεργειακούς πόρους, δημιούργησαν νέα κρίση τη στιγμή που η Κύπρος επιβεβαίωνε την ύπαρξη υδρογονανθράκων στην ΑΟΖ της, αυξάνοντας και τις απαιτήσεις της Τουρκίας στις όποιες διαπραγματεύσεις. Τέλος, το καλοκαίρι του 2015 δημιούργησαν την προσφυγική κρίση – κάποιοι επιμένουν πως αφορούσε πρωταρχικά την Ευρώπη – η οποία έπληξε σε μεγάλο βαθμό την Ελλάδα.

Η κυριαρχία του Ερντογάν και του ΚΔΑ οδήγησε στην αποκάλυψη του πραγματικού προγράμματος ή επιδιώξεών του για την Τουρκία και το εξωτερικό. Προοδευτικά, στο εσωτερικό, ο Ερντογάν άρχισε να περνάει μέτρα ισλαμοποίησης της κοινωνίας, να περιορίζει την ελευθερία έκφρασης με πρώτη εκείνη του Τύπου, να εφαρμόζει το σχέδιό του για συγκέντρωση εξουσιών διά της μετάβασής του στο προεδρικό αξίωμα και της προσπάθειάς του για μετατροπή του πολιτικού συστήματος σε προεδρικό. Η ενίσχυση του συγκεντρωτισμού και οι εκλογικές σκοπιμότητες οδήγησαν και στην αποτυχία της όποιας πολιτικής είχε αρχικά εξαγγελθεί για το Κουρδικό.

Στο εξωτερικό η Τουρκία άρχισε να συμπεριφέρεται ως η άλλοτε οθωμανική αυτοκρατορική δύναμη. Αναμείχθηκε στο θέμα των Παλαιστινίων και συγκρούσθηκε με το Ισραήλ, καταστρέφοντας μία προνομιακή εικοσαετή σχέση. Στην Αίγυπτο υποστήριξε τους Αδελφούς Μουσουλμάνους και επιχείρησε το πολιτικό τους πατρωνάρισμα. Διατήρησε κατά την περίοδο του εμπάργκο μία αμφιλεγόμενη στάση έναντι του Ιράν και συνδέθηκε ενεργά με το Κουβέιτ και τη Σαουδική Αραβία, φθάνοντας να την υποστηρίξει ακόμη και στην εισβολή στην Υεμένη. Συνέβαλε στη δημιουργία του Ισλαμικού Κράτους, επιτρέποντας την μέσω του εδάφους της διακίνηση μουτζαχεντίν, όπλων, αλλά και λαθραίου πετρελαίου, που συνέβαλε στην οικονομική ενίσχυση του Ι.Κ. (ενδεχομένως και της οικογένειας Ερντογάν). Τέλος, παρά τις προνομιακές ακόμη και σε οικογενειακό επίπεδο σχέσεις με τον Άσαντ, αναμείχθηκε ενεργά στην υποκίνηση, επέκταση και μετατροπή μίας πολιτειακής κρίσης στον εμφύλιο πόλεμο της Συρίας, του οποίου, μετά την κατάρριψη του ρωσικού αεροσκάφους και την εισβολή των τουρκικών δυνάμεων, έγινε μέρος.

2. Το παρόν

Οι παραπάνω πολιτικές στο εσωτερικό και στο εξωτερικό οδήγησαν κατά την τελευταία διετία σε μία σειρά οξυμένων προβλημάτων. Το αντάρτικο των Κούρδων προοδευτικά αναγεννήθηκε, στον πόλεμο της Συρίας οι τουρκικές πολιτικές ηττήθηκαν και δημιουργήθηκε (με την υποστήριξη και των ΗΠΑ) ένα ακόμη κουρδικό μόρφωμα, το Ι.Κ. κατέταξε τον Ερντογάν, που πιέσθηκε από τη Δύση να αλλάξει στάση, μεταξύ των αντιπάλων του και απάντησε με τρομοκρατικές επιθέσεις, οι Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις δυσαρεστήθηκαν, τμήματα του πληθυσμού δυσανασχέτησαν με την προοπτική ισλαμοποίησης κράτους και κοινωνίας, ενώ η οικονομία άρχισε να καταγράφει σοβαρές απώλειες.

Η πύρρεια νίκη του Ερντογάν κατά των πραξικοπηματιών δεν έλυσε κανένα από τα παραπάνω προβλήματα, αλλά ήρθε να προσθέσει και νέα: τις διώξεις, την καταρράκωση του κύρους και την συνεπαγόμενη μείωση του αξιόμαχου των Ενόπλων Δυνάμεων, τη διάκριση της κοινωνίας σε τουλάχιστον τέσσερις ομάδες (ισλαμιστές, κεμαλιστές, γκιουλενιστές, Κούρδους), την διαπόμπευση όλων εκείνων που καθ’ υποψία συμμετείχαν ή θα μπορούσαν να συμμετάσχουν στο πραξικόπημα, με λίγα λόγια, πρόσθεσε τον εσωτερικό διχασμό. Κυρίως δε ενίσχυσε τις αυταρχικές, σουλτανικές τάσεις του Ερντογάν, σε μία στιγμή που η χώρα θα χρειαζόταν μία ηγεσία συμφιλιωτική και όχι εκδικητική.

Πρόσθεσε όμως και κάτι ακόμη. Την απώλεια της όποιας υποστήριξης και εμπιστοσύνης των Δυτικών προς τον Ερντογάν, των οποίων η υπομονή φαίνεται πως είχε εξαντληθεί εδώ και καιρό. Βεβαίως, μπορεί η Τουρκία να αποκατέστησε τις διπλωματικές της σχέσεις με το Ισραήλ και να επιχειρεί να αναθερμάνει τις αντίστοιχες με τη Ρωσία, ωστόσο οι σχέσεις της με τις ΗΠΑ θα χειροτερεύουν συστηματικά όσο ο Ερντογάν τις κατηγορεί ότι είχαν ανάμειξη στο εναντίον του πραξικόπημα, όσο πιέζει με ανορθόδοξο τρόπο να πετύχει την έκδοση του Γκιουλέν, όσο δημιουργεί προβλήματα στη λειτουργία του Ιντσιρλίκ και στις επιχειρήσεις κατά του Ι.Κ, όσο δεν συμβάλλει στην επίτευξη λύσης στη Συρία, όσο εντείνει την αυταρχική του συμπεριφορά και όσο πλησιάζει τη Ρωσία.

3. Το μέλλον

Τι μπορεί να συμβεί από εδώ και πέρα; Είναι προφανές ότι οι ΗΠΑ βρίσκονται σε μεταβατική περίοδο. Είναι επίσης προφανές ότι τα κράτη της ΕΕ είναι εξαιρετικά δύσπιστα απέναντί του λόγω του προσφυγικού, του αυταρχισμού και της επιθετικότητας κατά των γειτόνων του, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας. Είναι επίσης φανερό ότι άρχισαν να στέλνονται τα πρώτα διπλωματικά προειδοποιητικά μηνύματα προς την Τουρκία.. Ήδη ο (απερχόμενος) επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας χρησιμοποίησε μετά από πολλά χρόνια τον όρο «εισβολή» για την Κύπρο, ενώ η ΕΕ διέκοψε τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις.

Τα εν λόγω μηνύματα σημαίνουν ότι ο Ερντογάν θα πιεστεί και θα υποχωρήσει στο Κυπριακό ή σε άλλα θέματα, όπως στο Συριακό ή στον πόλεμο κατά του Ι.Κ; Ασφαλώς και όχι! Θα μπορούσαν όμως να θεωρηθούν ως δείγμα υποχώρησης των διπλωματικών ερεισμάτων του στη Δύση και, κυρίως, έλλειψης πολιτικής υποστήριξης ή έλλειψης της συνήθους ανοχής της Δύσης σε μία σειρά προβλημάτων που δημιούργησε ή δημιουργεί ο Ερντογάν. Ακόμη δε περισσότερο, αδιαφορία για το πολιτικό του μέλλον ή, μεσοπρόθεσμα, και το μέλλον της χώρας του, τώρα που οι σχέσεις της Δύσης με το Ιρακινό Κουρδιστάν έχουν σχεδόν επισημοποιηθεί και οι σχέσεις των ΗΠΑ με τους Κούρδους της Συρίας επιτρέπουν μεγαλύτερο ρόλο και λόγο στο μέλλον της Συρίας.

Η πιθανολογούμενη αδιαφορία για το πολιτικό του μέλλον ή της χώρας του δεν σημαίνει ότι η Δύση θα παύσει να διαχειρίζεται διπλωματικά τον Ερντογάν. Μπορεί όμως να σημαίνει ότι δεν θα σταματήσει την εισαγωγή στην Τουρκία της οποιαδήποτε κρίσης από το εξωτερικό και, ακόμη περισσότερο, δεν θα πράξει οτιδήποτε να εμποδίσει την οποιαδήποτε εξέλιξη στο εσωτερικό της. Τούτο ίσως είναι το κρισιμότερο, καθώς όλα δείχνουν πως τα προβλήματα και οι αντιφάσεις έχουν οξυνθεί και η Τουρκία και πάλι, ενάμισι αιώνα αργότερα, προφανώς ασθενεί.

Το ποια θα είναι η τύχη της εξαρτάται από την αρχή ενός και μόνο ανδρός, του οποίου οι δυνατότητες και οι πολιτικές φαίνεται να έχουν αγγίξει τα όριά τους. Οι χειρισμοί του στις σχέσεις του με τη Δύση θα είναι κρίσιμοι και στην εσωτερική πολιτική σκηνή κρισιμότεροι.

Μέχρι τότε θα πρέπει να είμαστε ψύχραιμοι και νηφάλιοι. Ο Ερντογάν έχει τόσα πραγματικά μέτωπα και έχει δημιουργήσει τόσους εικονικούς και πραγματικούς εχθρούς στο εσωτερικό και στο εξωτερικό που δεν έχει την πολυτέλεια ή την αξιόμαχη στρατιωτική ικανότητα να εξάγει κρίση δυτικά ή νότια. Όμως, θα πρέπει να προετοιμαζόμαστε και να μην βιαζόμαστε, αποφεύγοντας λάθη και διολισθήσεις, σε κρίσιμα θέματα όπως οι συστηματικές προκλήσεις κατά της Ελλάδας ή το Κυπριακό, το οποίο, άλλωστε, δεν είναι και στις προτεραιότητες του Ερντογάν.

Ασφαλώς και το μέλλον είναι αβέβαιο και κανείς μας δεν μασάει φύλλα δάφνης, ούτε ερμηνεύει τα σφάγια. Ωστόσο, η πολιτική, πολύ δε περισσότερο η διεθνής, έχει απρόσμενα γυρίσματα και μας διδάσκει πως εκείνος που είναι κατάλληλα προετοιμασμένος, έχοντας ήδη προνοήσει για τις κατάλληλες και εναλλακτικές στρατηγικές, μπορεί να δικαιωθεί από την Ιστορία.

Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο Πολιτικό Ημερολόγιο 2017 που επιμελείται ο δημοσιογράφος Βαγγέλης Πλάκας. 

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Οι θιασώτες της όποιας «λύσης» – λύση νάναι κι ό,τι νάναι – επιμένουν ότι πρέπει οπωσδήποτε να γίνει «κάτι» τώρα και, ταυτοχρόνως, κινδυνολογούν, ισχυριζόμενοι ότι θα υπάρξουν αρνητικές συνέπειες για την Κυπριακή Δημοκρατία.

Αν θυμάμαι καλά το ίδιο ακριβώς έκαναν πριν 13 σχεδόν χρόνια με το Σχέδιο Ανάν...  Τώρα απλά ανακυκλώνονται!!Μας είπαν ήδη ότι αυτή θα είναι η μοναδική και τελευταία ευκαιρία, διότι δεν θα υπάρχουν σε λίγο καιρό πραγματικοί Τουρκοκύπριοι και ότι η Τουρκία θα ενσωματώσει τα κατεχόμενα. Επιπλέον, ήδη χαρακτήρισαν την εξέλιξη της κατάθεσης των χαρτών ως ιστορική!

Ας βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους!

Η συγκεκριμένη κίνηση, η όλη διάσκεψη ή η όποια συμφωνία προκύψει δεν είναι ιστορική. Ιστορικά είναι εκείνα τα γεγονότα που οδήγησαν την ανθρωπότητα ή τα έθνη να αλλάξουν τη μοίρα τους.  Τέτοιες είναι οι μεγάλες επαναστάσεις, οι ανακατονομές ισχύος στο διεθνές σύστημα, όπως αυτή του 1989· ή, αντιστοίχως, η ανεξαρτησία ή η καταστροφή των εθνών.  Στο πλαίσιο των Ελληνοτουρκικών σχέσεων θα μπορούσε να θεωρηθεί ιστορικές στιγμές το 1821, το 1912, το 1922, το 1960..

Η όποια «λύση» βρεθεί δεν μπορεί να είναι μοναδική.  Το Σχέδιο Ανάν είχε φθάσει τον αριθμό «5», ενώ έχουν υπάρξει ισάριθμα σχέδια που φέρουν το όνομα προηγούμενων ΓΓ του ΟΗΕ. Και δεν μπορεί να είναι μοναδική, αφού το όλο πνεύμα της στηρίζεται σε αρχές αντίθετες με τη λειτουργία της εσωτερικής και της διεθνούς πολιτικής.

Η όποια «λύση» προκύψει – αν προκύψει – προφανώς και δεν θα είναι η τελευταία. Η ιστορία εξελίσσεται επιβεβαιώνοντας το «τά πάντα ρεῖ» του Ηρακλείτου. Όμως στη ζωή των λαών ή των πολιτισμών ο χρόνος είναι διαφορετικός και δεν μετριέται με βάση τα μεγέθη της ζωής ενός ανθρώπου. Ρωτάω. Ήταν μεγάλη ή μικρή η διάρκεια της Ρωμαϊκής, της Βυζαντινής ή της Βρετανικής αυτοκρατορίας;  Ήταν πολλά τα 45 χρόνια που διήρκεσε η διαίρεση της Γερμανίας;  Ή, ήταν πολλά τα 400 ή τα 700 χρόνια που κατά περιοχές κράτησε ο οθωμανικός ζυγός στην Ελλάδα;

Απέναντι στην κινδυνολογία που καλλιεργείται χρειάζεται ψυχραιμία και νηφαλιότητα. Ας μην ξεχνάμε:

  1. Αντιμετωπίζουμε μία εισβολή και κατοχή και όχι ένα «πρόβλημα»!
  2. Η Κύπρος και μέλος είναι της ΕΕ και φιλίες εκτός αυτής διαθέτει.
  3. Κανένα κράτος της ΕΕ δεν μπορεί να αναγνωρίσει το ψευδοκράτος, έχοντας προηγουμένως επικυρώσει τη Συνθήκη προσχώρησης της Κ.Δ. στην ΕΕ.
  4. Θα θελήσει ο Σουλτάνος μετά τα δύο εξωτερικά και τα δύο εσωτερικά μέτωπα, και μετά την υποχώρηση της οικονομίας, να ανοίξει ένα ακόμη; Εκείνο μάλιστα με το μεγαλύτερο κόστος..;

 

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Παρασκευή, 18 Νοέμβριος 2016 20:11

Πυραυλική απειλή εξ ανατολών...

Με αφορμή την σημερινή πληροφορία ότι οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις παρέλαβαν τους πρώτους πυραύλους μικρού βεληνεκούς τουρκικής κατασκευής, αναδημοσιεύω κείμενο-ανάλυσή μου τού 2002 σχετικό με το θέμα. Δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στην Απογευματινή, 22.06.2002, σ. 15

Τα τελευταία χρόνια, η ελληνική εξωτερική αλλά και η αμυντική πολιτική έναντι της Τουρκίας έχουν βασισθεί στην υπόθεση εργασίας ότι η συμπεριφορά τού στρατοκρατικού καθεστώτος της Τουρκίας έχει αλλάξει ή μπορεί να αλλάξει. Προσθέτουν μάλιστα ότι θα αλλάξει η Τουρκία λόγω της ευρωπαϊκής της πορείας (ωσάν αυτή η πορεία να είναι μονόδρομος...) και λόγω των τεράστιων οικονομικών προβλημάτων της.

Η εν λόγω υπόθεση εργασίας είναι, πρώτον, αντίθετη με τους από την εποχή του Θουκυδίδη διαπιστωμένους νόμους λειτουργίας του διεθνούς συστήματος: του ανταγωνισμού της ισχύος και της μεγιστοποίησης της ασφάλειας κάθε κράτους. Είναι, δεύτερον, μεθοδολογικά λανθασμένη, καθώς εκφράζει ένα ευνοϊκό για την Ελλάδα σενάριο, ενώ είναι γνωστό πως η εξωτερική και κυρίως η αμυντική πολιτική χαράσσονται με βάση το χειρότερο πιθανό ενδεχόμενο. Και, τρίτον, ακυρώνεται από την συμπεριφορά της Τουρκίας κατ' αυτήν την ίδια την περίοδο της περίφημης Ελληνοτουρκικής «φιλίας».

Η Τουρκία, λοιπόν, μετά από πενταετείς προσπάθειες να αποκτήσει τα μυστικά τής πυρηνικής ενέργειας με την κατασκευή στο Ακούγιου ενός εργοστασίου παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από πυρηνική, έκανε και το επόμενο βήμα: αποκτά βαλλιστικούς πυραύλους. Όπως πληροφορούμαστε, τον Δεκέμβριο του 2001 η Τουρκία δοκίμασε επιτυχώς έναν κινεζικής τεχνολογίας αλλά δικής της κατασκευής βαλλιστικό πύραυλο 150 χιλιομέτρων βεληνεκούς.

Το συγκεκριμένο γεγονός πρέπει να μας ανησυχεί λόγω των πολύ αρνητικών συνεπειών που θα έχει για την Ελλάδα η εντός ολίγου βέβαιη απόκτηση από την Τουρκία του συγκεκριμένου οπλικού συστήματος. Ας εξετάσουμε τα βραχυπρόθεσμα στρατιωτικά πλεονεκτήματα για την Τουρκία, με την υπόθεση εργασίας ότι το βεληνεκές των Τουρκικών πυραύλων θα περιορισθεί μόνο σε 150 χλμ. και θα φέρουν συμβατική γόμωση.

Η Τουρκία:
1. θα έχει στο έλεος των πυραύλων της ολόκληρη τη Θράκη, την πλειοψηφία των νησιών του Αιγαίου, αλλά και την Κύπρο.
2. θα διαθέτει ένα ασφαλές πρώτο χτύπημα, καθώς αποτελεσματική άμυνα εναντίον βαλλιστικών πυραύλων δεν υπάρχει.
3. θα διαθέτει το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού λόγω της μικρού χρόνου διάρκειας πτήσης των πυραύλων και, γενικότερα, την πρωτοβουλία των στρατιωτικών κινήσεων.

Στο διπλωματικό επίπεδο αυτό συνεπάγεται:
1. αύξηση διεθνώς του κύρους της Τουρκίας, καθώς θα επιχειρήσει να προβάλει την πυραυλική της ικανότητα ως πλεονέκτημα έναντι κάποιων γειτόνων της (π.χ., Ιράκ).
2. αύξηση της ισχύος της Τουρκίας έναντι της Ελλάδας και μεγαλύτερη αξιοπιστία στο Τουρκικό casus belli.
3. σημαντική βελτίωση των διαθεσίμων συντελεστών ισχύος σε περίοδο κρίσης ή σε διαπραγματεύσεις.

Η Ελλάδα από την πλευρά της θα πρέπει, λογικά πράττοντας, να εξισορροπήσει την Τουρκική απειλή:
1. αποκτώντας μία αντίστοιχη πυραυλική απειλή ή δημιουργώντας μία άλλη στρατιωτική απειλή ή αποκτώντας μεγάλο αριθμό αντιβαλλιστικών συστημάτων· σε κάθε περίπτωση δηλαδή, αυξάνοντας τις αμυντικές της δαπάνες.
2. αναθεωρώντας το αμυντικό της δόγμα και την από μέρους μας στοχοθέτηση των Τουρκικών δυνάμεων.
3. επανεξετάζοντας το θέμα του στρατηγικού της βάθους.
4. επιβάλλοντας διπλωματικό κόστος στην Τουρκία και ιδιαίτερα στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Όμως οι πλέον δυσάρεστες συνέπειες θα εμφανισθούν μεσοπρόθεσμα όταν, όπως αποδεικνύεται από την ιστορία όλων των πυραυλικών προγραμμάτων, το βεληνεκές των Τουρκικών πυραύλων θα διπλασιασθεί, θα τριπλασιασθεί, κ.ο.κ., και ολόκληρη η Ελλάδα θα καλύπτεται από την ακτίνα δράσης τους. Για να ολοκληρωθεί δε η εικόνα, ας σκεφθεί ο οιοσδήποτε τι μπορεί να συμβεί αν τελικά η Τουρκία καταφέρει (επιστημονικά και πολιτικά) να αποκτήσει έστω και μικρής ισχύος πυρηνικά όπλα, τα οποία θα τοποθετηθούν στους βαλλιστικούς της πυραύλους.

Η Τουρκία έχει συνεπώς διαβεί τον Ρουβίκωνα της πυραυλικής και της πυρηνικής τεχνολογίας. Σύντομα θα βρίσκεται ante portas. Υπάρχει ελάχιστος χρόνος για να αντιδράσουμε τόσο στο διπλωματικό όσο και στο επίπεδο των εξοπλισμών. Τούτο πρέπει να συνειδητοποιηθεί σε πείσμα της όποιας περιρρέουσας συβαριτικής νοοτροπίας και έχοντας στο νου τη διδαχή του Θουκυδίδη (Δ92) ότι «την ελευθερία του απέναντι στους γείτονες εξασφαλίζει κανείς μόνο αν είναι έτοιμος να αντισταθεί».

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Οι πολίτες της Ελληνικής και της Κυπριακής Δημοκρατίας ακούνε από το 1974 για «λύση» του Κυπριακού. Και όσο περνάνε τα χρόνια τόσο πιο πολύ η συγκεκριμένη υπόθεση εκλαμβάνεται ως βάρος που πρέπει να ξεφορτωθούν, τόσο πιο πολύ η έννοια του «προβλήματος» κυριαρχεί, και τόσο πιο πολύ αγνοούν ή και δεν ενδιαφέρονται να μάθουν ότι πρόκειται για μία παράνομη στρατιωτική εισβολή και αντιστοίχως παράνομη κατοχή...!

Η κατάσταση αυτή της κόπωσης στο μυαλό και στην ψυχοσύνθεση, ειδικά στην Κύπρο, αυξάνει αφενός την πίεση προς τους εκάστοτε πολιτικούς ηγέτες, οι οποίοι σε κάθε εκλογική αναμέτρηση πρέπει να δεσμευτούν ότι θα αγωνιστούν για τη λύση του «προβλήματος», αφετέρου και αντίστροφα, κατά έναν περίεργο τρόπο, τους δίνει και τη δυνατότητα να κινούνται στις διαπραγματεύσεις με νοοτροπία που θέλει να στρογγυλεύει τα ζητήματα και να οδηγεί, χωρίς πολλά-πολλά, στον σκοπό, δηλαδή στην «λύση».

Με άλλα λόγια, εξ αρχής, από την εκκίνηση των διαπραγματεύσεων, το εύρος και η ένταση των επιχειρημάτων είναι μειωμένα, αφού και πάλι σκοπός είναι η «λύση»..., την οποία επιθυμεί – ποιος άλλος; – η ελληνοκυπριακή πλευρά. Η οποία πλευρά, όμως, πάντα με αυτήν την αγχωτική επιδίωξη της «λύσης» – διότι «πέρασαν τόσα χρόνια» και όλα τα γνωστά ... – υποσκάπτει και τα εναπομείναντα διαπραγματευτικά πλεονεκτήματα που μπορεί να διαθέτει: την ιδιότητα του μέλους της ΕΕ, την έξοδό της από την κρίση και την προοδευτικά – και πάλι – εύρωστη οικονομική κατάσταση, τέλος δε, τα οφέλη των όποιων υδρογονανθράκων.

Καταλήξαμε δηλαδή, λόγω του άγχους της «λύσης», και τα πλεονεκτήματα της ιδιότητας του μέλους της ΕΕ να αμβλύνουμε, και να περιέλθουμε στη γωνία του ρινγκ των διαπραγματεύσεων ως προς τους υδρογονάνθρακες. Είχα προειδοποιήσει ως προς την λεγόμενη στη διεθνή βιβλιογραφία «κατάρα» των φυσικών πηγών πλούτου. Ότι, δηλαδή, η ανεύρεσή τους ανοίγει ορέξεις από μικρούς και μεγάλους και δημιουργεί κινδύνους. Έτσι βλέπουμε, πως η αδυναμία μεταφοράς των υδρογονανθράκων διά της Μεσογείου, και, ακόμη περισσότερο, η αδυναμία ή η καθυστέρηση κατασκευής σταθμού LNG στην Κύπρο – κάτι που η διεθνής τάση φαίνεται να ευνοεί – οδηγεί στην αύξηση των πιέσεων από πολύ σημαντικούς παράγοντες του διεθνούς συστήματος για «λύση». Η οποία «λύση» θα πρέπει να φέρει συγκεκριμένο αποτέλεσμα: να περάσει ο αγωγός από την Κύπρο στην Τουρκία και να γράψει η Ιστορία – για να ικανοποιηθεί και η φιλοδοξία ορισμένων – όχι το ποιο ήταν το περιεχόμενο, αλλά ότι ο τάδε και ο τάδε «έλυσαν» το Κυπριακό...

Μπορεί κάποιος να ρωτήσει: εσύ που από την ασφάλεια του γραφείου σου μάς τα γράφεις όλα αυτά, δεν θέλεις «λύση»; Η απάντηση είναι ότι προτείνω ανατροπή της εισβολής και της κατοχής.

Προτείνω πρώτα να φύγουν τα στρατεύματα του Αττίλα και μετά να συζητήσουμε, γιατί δεν είναι δυνατό να διαπραγματεύεται κάποιος με το πιστόλι στον κρόταφο. Προτείνω να υπάρχει βιώσιμη συνέχεια της Κυπριακής Δημοκρατίας και όχι ένα απίθανο μόρφωμα που κάποιος δευτεροκλασάτος γραφειοκράτης πρότεινε στον πολιτικό του προϊστάμενο, που είναι αντίθετο στις ευρωπαϊκές αξίες δημοκρατίας και δικαίου, και που, από την επόμενη μέρα, θα δημιουργήσει τριβές... και, μετά, ξανά τα ίδια από την αρχή... Τέλος, πρέπει να φύγουν οι εγγυήτριες δυνάμεις. Με άλλα λόγια δεν χρειάζεται να κρατήσουμε τον λύκο στο μαντρί! Δεν είναι καλύτερα να είναι απέξω και να πιέζεται και αυτός;

Η ανατροπή της εισβολής και της κατοχής – για να προλάβω κάποιους – δεν χρειάζεται πόλεμο! Χρειάζεται μυαλό, στρατηγική και αντίστοιχο σχεδιασμό! Ίσως βέβαια και ανιδιοτέλεια, ψυχή, αίσθηση της Ιστορίας, αλλά και της σημασίας της αντοχής στον χρόνο!

Δημοσιεύτηκε στον Φιλελεύθερο στις 3 Οκτωβρίου 2016

 

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Με αφορμή το πραξικόπημα στην Τουρκία επανήλθε στο προσκήνιο από διάφορες κατηγορίες αναλυτών – πανεπιστημιακούς, πολιτικούς, δημοσιογράφους – η βασική πλάνη ή αξίωμα στην ανάλυση των τεκταινομένων στην Τουρκία και ιδιαίτερα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις: ότι οι στρατιωτικοί-Κεμαλιστές είναι πιο επικίνδυνοι από τον Ερντογάν και το σύστημα εξουσίας του.

Σε ενίσχυση του συγκεκριμένου αξιώματος επικαλούνται ότι στην περίοδο Ερντογάν δεν υπήρξε μείζων κρίση όπως το 1996 (Ύμια), το 1987 ή το 1976.

Τούτο δεν ισχύει. Θα θυμίσω απλά ότι ο Ερντογάν όχι μόνο συνέχισε τα εξοπλιστικά προγράμματα, αλλά τα ενίσχυσε και επιδιώκει και αυτός την απόκτηση πυραυλικών συστημάτων και πυρηνικών όπλων. Θα θυμίσω επίσης ότι δεν υπήρξε καμία πρόοδος στο Κυπριακό, όπως επίσης ότι προκάλεσε την περυσινή προσφυγική κρίση, η οποία είχε διαφορετικό μεν, τεράστιο δε κόστος στην Ελλάδα και στην ΕΕ.

Η Τουρκία είτε υπό τον Ερντογάν είτε υπό τους στρατιωτικούς είναι πλέον μία ισχυρή δύναμη, με αναθεωρητικές και επεκτατικές επιδιώξεις, όπως απέδειξε η εμπλοκή της στη Συρία και στο Ιράκ. Το αν η επιθετικότητά της δεν εκδηλώθηκε προς τα δυτικά, οφείλεται κυρίως στην εκτίμηση του AKP και του Νταβούτογλου, ότι η Τουρκία δεν πρέπει να χάνει χρόνο με την Ελλάδα και με τους μικρότερους παίκτες της περιοχής, αλλά να συνδιαλέγεται με τις μεγάλες δυνάμεις του διεθνούς συστήματος.

Η δεύτερη πλάνη, σχετική με το πραξικόπημα, είναι ότι «νίκησε» η Δημοκρατία. Ας είμαστε συγκρατημένοι και πιο προσεκτικοί. Είναι γεγονός ότι ο Ερντογάν είναι λαοφιλής ηγέτης, ωστόσο έχει επανειλημμένα παραβιάσει βασικές δημοκρατικές αρχές και σε τελική ανάλυση δεν είναι βέβαιο ότι οι πολίτες βγήκαν στους δρόμους εξαιτίας του και όχι εξαιτίας των ιμάμηδων που κάλεσαν τους πιστούς σε «προσευχή» πολύ νωρίτερα από την προβλεπόμενη ώρα. Και είναι επίσης γεγονός ότι πέρα από τους στρατιωτικούς που συνελήφθησαν, την επομένη του πραξικοπήματος – ως δείγμα σεβασμού της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης – απολύθηκαν 2745 δικαστές... Τέλος, για τον σεβασμό του Δικαίου, ο Πρωθυπουργός αναφέρθηκε στην επαναφορά της θανατικής ποινής για τους στασιαστές! Δηλαδή ποινές και τιμωρία μέσω νόμων με αναδρομική ισχύ...

Η τρίτη πλάνη είναι ότι ο Ερντογάν εξήλθε ισχυρότερος από το πραξικόπημα. Τούτο είναι ίσως αλήθεια προς στιγμή, καθώς πράγματι ανατράπηκε μία κατάσταση, έστω και στην παράταση του αγώνα... Όμως ο Σουλτάνος βρέθηκε ταπεινωμένος, να παρακαλάει για στήριξη από δημοσιογράφους που δίωκε, να αναζητά σενάρια φυγής του στο εξωτερικό, και να υποστηρίζεται τόσο από παλαιούς συνοδοιπόρους του, όπως ο Γκιούλ και ο Νταβούτογλου, όσο και από στρατηγούς που είχαν παρακαμφθεί από ανώτερους αξιωματικούς. Αυτή η στήριξη γεννά υποχρεώσεις... Ωστόσο το πιο σημαντικό είναι ότι υπήρξαν νεκροί, ότι κατηγορήθηκαν και πάλι ο Γκιουλέν και οι οπαδοί του, αλλά και οι στρατιωτικοί. Αυτές είναι πληγές που δύσκολα θα επουλωθούν, και η περαιτέρω προσφυγή του Ερντογάν στον αυταρχισμό θα δημιουργήσει νέες αντιδράσεις.

Η μόνη δυνατότητα του Ερντογάν να επιβιώσει είναι να μοιρασθεί την εξουσία, να υποχωρήσει σε ζητήματα αναθεώρησης του Συντάγματος, να σεβασθεί τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους, με άλλα λόγια να είναι ένας διαφορετικός Ερντογάν από αυτόν που γνωρίσαμε τα τελευταία χρόνια. Με άλλα λόγια, ο Ερντογάν χρειάζεται έναν άλλο Ερντογάν, κι αυτό είναι το δύσκολο...

Πηγη

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Κυριακή, 03 Απρίλιος 2016 08:00

Turkiye dividenda est! Παραμένει επίκαιρο

Screen Shot 2016-04-03 at 11.10.18 AM

Μετά το 1947 οι ΗΠΑ αποφάσισαν να αναλάβουν τα ηνία του διεθνούς συστήματος και, για να αντιμετωπίσουν την τότε ΕΣΣΔ, εκπόνησαν το δόγμα του περιορισμού ή της ανάσχεσής της (containment). Στο πλαίσιο υλοποίησης του εν λόγω δόγματος, οι ΗΠΑ πέτυχαν να δημιουργήσουν μέσω συμμαχιών ένα μεγάλο αριθμό στρατιωτικών βάσεων γύρω από την ΕΣΣΔ.

Οι συμμαχίες με κράτη νοτίως της ΕΣΣΔ, όπως η Τουρκία, η Συρία, το Ιράκ ή το Ιράν, απέφεραν ταυτοχρόνως την προστασία των πετρελαϊκών κοιτασμάτων και των αντίστοιχων συμφερόντων στην Μέση Ανατολή. Παραλλήλως, επήλθε η ενιαία, από πλευράς στρατηγικής, αντιμετώπιση του χώρου Ελλάδος – Τουρκίας (συμπεριλαμβανομένου και του μεταξύ αυτών Αιγαίου πελάγους, υπέρ τον έλεγχο της Ελλάδος) και η δημιουργία άποψης περί του αδιαιρέτου της Τουρκίας.
Οι καιροί όμως άλλαξαν. Το Ιράν, το Ιράκ, η Συρία απωλέσθησαν ως σύμμαχοι για τη Δύση και κυρίως, τις ΗΠΑ με σημαντικές πολιτικές, οικονομικές και στρατηγικές συνέπειες για αυτές. Απέμεινε μόνον η Τουρκία στην περιοχή, της οποίας η στρατηγική σημασία δεν έχει ακόμα μειωθεί, παρά το ότι η ΕΣΣΔ δεν υφίσταται πια. Και τούτο διότι η Τουρκία αποτελεί προγεφύρωμα προς τα ανεξάρτητα πλέον κράτη του νότου της πρώην ΕΣΣΔ, τα οποία παρουσιάζουν δύο πλεονεκτήματα: αφ'ενός συνορεύουν ή γειτνιάζουν με την ασιατική κυρίως Ρωσία, στην οποία καταγράφονται φυγόκεντρες δυνάμεις και ακόμα πιο πέρα με το Πακιστάν, την Ινδία και την Κίνα, αφ'ετέρου διαθέτουν τεράστια κοιτάσματα πετρελαίου.

Το προγεφύρωμα όμως της Δύσης πάσχει από προχωρημένη και μη αναστρέψιμη διάβρωση, καθώς παρουσιάζει όλο και περισσότερα προβλήματα και από «παραγωγός ασφάλειας» («security producer») για τη Δύση έχει γίνει «καταναλωτής» («security consumer»). Το προγεφύρωμα έχει κατ'αρχήν εσωτερικά προβλήματα: πολιτικά (δημιουργία του πολιτεύματος, διαφθορά, σεβασμός ανθρωπίνων δικαιωμάτων), οικονομικά (πληθωρισμός, ελλείμματα), κοινωνικά (φτώχεια, άνιση κατανομή του εισοδήματος, θέση της γυναίκας) και θρησκευτικά (ισλαμιστές, αλαουϊτες). Σε όλα αυτά προστίθεται το κυρίαρχο και διεθνοποιούμενο πλέον πρόβλημα του πολέμου κατά των Κούρδων, που διαρκώς επιδεινώνει πολλαπλασιαστικά τα υπόλοιπα προβλήματα της Τουρκίας.
Πώς ο άλλοτε και νυν «μεγάλος ασθενής» αντιμετωπίζει τα προβλήματα διάβρωσης; Τα εξάγει, παρουσιάζοντας μία πρωτοφανή και ακατάσχετη επιθετικότητα εναντίον όλων σχεδόν των γειτόνων ανεξαιρέτως: με τη Βουλγαρία για θέματα πληθυσμών, με την Ελλάδα για το Αιγαίο (διακυβεύοντας την ενότητα του στρατηγικού χώρου), με την Κύπρο, όπου συνεχίζει να κατέχει παράνομα ένα μεγάλο ποσοστό του εδάφους της, με τη Συρία για τα ποτάμια ύδατα και τον αραβικό πληθυσμό της Αλεξανδρέτας, με το Ιράκ του οποίου ορέγεται τα πετρέλαια, με το Ιράν για λόγους θρησκευτικούς, με την Αρμενία, λόγω του Αζερμπαϊτζάν και της γενοκτονίας, με τη Ρωσία λόγω της ανάμειξής της στην Τσετσενία. Σε όλα αυτά τα προβλήματα η Τουρκία σύρει και χρησιμοποιεί τη Δύση.

Και η Δύση; Συνεχίζει να στηρίζει την Τουρκία όλο και περισσότερο. Η Δύση συνεχίζει να «βάζει όλα της τα αυγά σε ένα καλάθι» («too many eggs in one basket») και να κλείνει τα μάτια της μπροστά στην μη αναστρέψιμη διάβρωση. Διαπράτει το ίδιο λάθος όπως και με το Ιράν. Βλέπει αλλά δεν αποδέχεται ακόμα ότι η διάβρωση δεν αναστρέφεται, και ότι η κατάρρευση του προγεφυρώματος είναι πλέον ορατή στον χρόνο.

Πρέπει να σωθεί το προγεφύρωμα; Η απάντηση είναι καταφατική. Η Τουρκία δεν πρέπει να καταστραφεί. Συμφέρει και στη Δύση και στους γείτονες της Τουρκίας.
Υπάρχει λύση; Και πάλι η απάντηση είναι καταφατική. Στο πλαίσιο μιας ελεγχόμενης μετάβασης, η Τουρκία μπορεί να αποχωρήσει από την Κύπρο και, διαιρούμενη υπό έλεγχο από το Κουρδιστάν. Μία ελεγχόμενη διαίρεση θα την απαλλάξει από το Κουρδικό, επιτρέποντάς της να επικεντρώσει τις δυνάμεις της στο εσωτερικό, ώστε να γίνει μία σύγχρονη, δυτική ευημερούσα και με ευρωπαϊκό προσανατολισμό δημοκρατία. Μόνο μία τέτοια δημοκρατία θα κερδίσει την εμπιστοσύνη και τη συνεργασία των γειτόνων της και θα προσφέρει σταθερότητα στην περιοχή και ασφάλεια στα μεγάλα εμπορικά συμφέροντα. Μόνο μία τέτοια δημοκρατία θα συμβάλει θετικά στην ασφάλεια της Δύσης και θα εισέλθει επάξια στην οικογένεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Διαφορετικά η Τουρκία κινδυνεύει να εκραγεί και να καταστραφεί, εξέλιξη από την οποία όλοι θα χάσουν: ο λαός της, η Δύση και οι γείτονές της.

Ας μη βιαστούν λοιπόν όσοι, διαβάζοντας τον τίτλο θεώρησαν ότι ή έγινε λάθος ή ότι η άποψη του Κάτωνα είναι στην περίπτωση της Τουρκίας κατ'αναλογίαν ορθή. Η Τουρκία πρέπει να διαρεθεί για να σωθεί. Turkiye non est delenda; dividenda est!

Δημοσιεύτηκε στη Μακεδονία, 04.10.1998, σ. 36

 

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Σάββατο, 05 Μάρτιος 2016 17:45

Το παιχνίδι της Τουρκίας

Γιατί όλοι αιφνιδιάζονται με τα προβλήματα που δημιουργεί η Τουρκία στην αντιμετώπιση του προσφυγικού και με τη συμπεριφορά της έναντι των συμμάχων της; Τι περίμεναν; Ότι επειδή έκαναν μία συμφωνία, η Τουρκία θα την τηρούσε χωρίς να προσπαθήσει να μεγιστοποιήσει σε επιμέρους ζητήματα και χωρίς να προσπαθήσει να χρησιμοποιήσει το προσφυγικό για τον κεντρικό της στόχο; Ή ότι επειδή βρίσκονται οι σύμμαχοι στο Αιγαίο και υπάρχουν ελληνο-τουρκικές συναντήσεις σε υψηλό επίπεδο θα σταματούσαν οι παραβιάσεις του εθνικούς μας εναέριου χώρου;

Η Τουρκία εξαρχής παίζει ένα πολιτικό «παιχνίδι» με τους πρόσφυγες και με όλους τους συμμάχους της, τους οποίους, με πρώτες τις Η.Π.Α., και καταγγέλλει επειδή δεν της κάνουν την χάρη στη Συρία έναντι των Κούρδων. Έτσι, αφού δεν μπόρεσε να τους εγκαταστήσει στα νότια σύνορά της για να δημιουργήσει την περίφημη ουδέτερη ζώνη και να αποτρέψει τον έλεγχο της περιοχής από τους Κούρδους τής Συρίας, αποφάσισε να τους χρησιμοποιήσει για να πιέσει τους Ευρωπαίους, δημιουργώντας ταυτοχρόνως προβλήματα στην Ελλάδα.

Είναι απορίας άξιο γιατί δεν υπάρχουν πρόσφυγες οι οποίοι να προσπαθούν να περάσουν μέσω των χερσαίων συνόρων Ελλάδας ή Βουλγαρίας, στα σύνορα της οποίας, σημειωτέον, δεν υπάρχει φράχτης. Προφανώς, κάποιος τους σταματάει. Ποιος άλλος μπορεί να είναι αυτός εκτός από το τουρκικό κράτος;

Είναι επίσης απορίας άξιο το πώς ένα αστυνομοκρατούμενο κράτος, που συλλαμβάνει πολίτες κάθε ηλικίας επειδή ασκούν δημοσίως κριτική στον Ερντογάν, δεν μπορεί να συλλάβει τους διακινητές, να σταματήσει την πώληση λέμβων και ελαττωματικών σωσιβίων και οι άνθρωποι να πνίγονται κατά εκατοντάδες στο Αιγαίο. Ποιος δεν τους σταματάει; Προφανώς το τουρκικό κράτος!

Η Τουρκία πήρε από την ΕΕ μία συμφωνία την οποία δεν εφαρμόζει και σε μεγάλο βαθμό δεν θα το κάνει ούτε στο μέλλον, παρά την αισιοδοξία που φαίνεται να αναπτύσσεται στις Βρυξέλλες μετά την επίσκεψη Τουσκ στην Τουρκία. Και τούτο διότι ο τελικός της σκοπός είναι να χρησιμοποιεί και το προσφυγικό για την προώθηση των σκοπών της στη Συρία ή, ακριβέστερα, για να περισώσει ότι μπορεί από την τραγικά αποτυχημένη και αιματοβαμμένη ανάμειξή της στη Συρία.

Η Τουρκία έχει φθάσει στο σημείο να εμπαίζει ακόμη και το ΝΑΤΟ, πολύ δε περισσότερο την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το μόνο που απομένει – σε εμάς και σε εκείνους από τους εταίρους μας που τυχόν ενδιαφέρονται ειλικρινά – είναι να έρθει πλέον το προσφυγικό στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, στο οποίο η Τουρκία όχι μόνο δεν έχει πια καλούς φίλους, αλλά έχει και αντιπάλους... Μόνο εκεί μπορεί να «σπάσει» η διασύνδεση που επιχειρεί μεταξύ προσφυγικού και διευθετήσεων στη Συρία.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στις 05.03.2016 στο OnAlert.gr

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Η προσφυγική κρίση δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί παρά μόνο σε συνεργασία με τους εταίρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Άρα θα πρέπει να βρούμε απαντήσεις, όλοι μαζί, πρώτα εντός της ΕΕ και μετά με τους γείτονες και τους συμμάχους. Πρέπει γρήγορα να γίνει μία συζήτηση και να καταλήξουμε σε μία Ευρωπαϊκή πολιτική, αφού απαντήσουμε όλοι μαζί σε κάποια ερωτήματα:

Ποια είναι τα συμφωνηθέντα μεταξύ εταίρων στην τελευταία Σύνοδο Κορυφής για το προσφυγικό;

• Ποιος είναι ο στόχος μας και ποιο είναι το σωστό; Τί θέλουμε τελικά ως ΕΕ; Διότι δεν χαράζεις πολιτική ούτε κάνεις συμφωνίες αν δεν ξέρεις τι θέλεις...

• Ποια είναι τα συμφωνηθέντα με την Τουρκία; Τα τηρεί;

Πώς θα αντιμετωπίσουμε το ίδιο θέμα στο μέλλον, ιδιαίτερα όταν γνωρίζουμε ότι θα έχουμε και άλλες συγκρούσεις, αλλά και περιβαλλοντικούς πρόσφυγες για πολλά χρόνια στο μέλλον;

• Μπορεί η ΕΕ να διεθνοποιήσει το ζήτημα, για παράδειγμα, με μία διεθνή συνδιάσκεψη για τους πρόσφυγες και για την οικονομική ενίσχυση της ΥΑ;

Όσον αφορά την Ελλάδα, αφού τηρηθούν τα συμφωνηθέντα και από την ΕΕ και από εμάς, πρέπει:

να προβληθεί διεθνώς το Ελληνικό, δηλαδή το ανθρωπιστικό μοντέλο αντιμετώπισης του προσφυγικού.


• να εκτιμηθούν και να γνωστοποιηθούν οι ανάγκες και οι δυσχέρειες που αντιμετωπίζει και να ζητηθεί περαιτέρω τεχνική βοήθεια.


• να προβληθεί το άμεσο κόστος για την Ελλάδα, που, σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσει του Διοικητή της ΤτΕ, είναι ήδη 700 εκ., αλλά και να υπολογισθεί και το έμμεσο.


• να εφαρμοσθούν τα συμφωνηθέντα από την Τουρκία και να παρακολουθείται συστηματικά η εφαρμογή τους εκ μέρους της δύναμης του ΝΑΤΟ, αλλά και της FRONTEX.


• να προταθεί η απευθείας μετακίνηση προσφύγων από την Τουρκία στα κράτη υποδοχής, όπως έγινε με συμφωνία των Περιφερειών, από τη Ρόδο στη Βαλένθια.


• να ενταθεί το κυνήγι των δουλεμπόρων, να επιβληθούν παραδειγματικές ποινές και να δημοσιοποιηθούν.


• να οργανωθούν οι υπηρεσίες στα νησιά και να υπάρξει καταγραφή ακόμη και με βιομετρικά στοιχεία.


• να δημιουργήσει η Ελλάδα παρατηρητήριο τήρησης των συμφωνηθέντων από την Τουρκία, να παρακολουθείται η διαχείριση των ευρωπαϊκών πόρων και να υπάρξει ανάλογη δημοσιοποίηση.


να βελτιωθεί η πληροφόρηση ως προς την κατάσταση και τον αριθμό των προσφύγων στην Τουρκία, σε συνεργασία και με διεθνείς οργανισμούς, ώστε να εξορθολογισθεί η βοήθεια αλλά και να διασφαλισθεί η χορήγησή της σε αυτούς.


• Τέλος, αν τα πράγματα συνεχίσουν στην ίδια κατεύθυνση, η Ελλάδα πρέπει να φέρει το θέμα, εκτός από την προγραμματισμένη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ, στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. Και τούτο διότι οι μεγάλες προσφυγικές ροές έχουν ήδη θεωρηθεί από το ίδιο όργανο ως «απειλές για την Ειρήνη».

Η άνοιξη σχεδόν έφθασε και εκατοντάδες χιλιάδες περιμένουν στη Μικρά Ασία για να περάσουν απέναντι. Τα περισσότερα από αυτά πρέπει να γίνουν εξαιρετικά πολύ γρήγορα, τόσο στην ΕΕ όσο και στην Ελλάδα. Διότι όπως λέει ο Θουκυδίδης «κράτιστος είναι όποιος προετοιμάζεται για τις μεγάλες ανάγκες» (1.84.4).

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στον Φιλελεύθερο στις 29 Φεβρουαρίου 2016

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Η διαχείριση της προηγούμενης κρίσης δεν τελειώνει παρά μόνο με τη διαχείριση της επόμενης.Οι βασικοί λόγοι είναι τρεις.

Πρώτον, όπως στη ζωή των ανθρώπων, έτσι, πολύ περισσότερο, στη ζωή των κρατών, είναι βέβαιο ότι θα υπάρξει η επόμενη κρίση. Δεύτερον, όλες οι κρίσεις έχουν κάποια κοινά χαρακτηριστικά: πρόκειται για ξαφνικά γεγονότα, εξελίσσονται ταχύτατα, απειλούν συμφέροντα μεγάλης σημασίας, η πιθανότητα σύγκρουσης ή υψηλού κόστους είναι μεγάλη και απαιτούν δύσκολες αποφάσεις σε εξαιρετικά περιορισμένο χρόνο. Τρίτον, πέρα από την κατάσταση πραγμάτων που μπορεί να διαμόρφωσε η προηγούμενη κρίση, η εμπειρία διαχείρισής της και η μελέτη των λαθών συνιστά το κυρίαρχο μέσο στην προετοιμασία για τη διαχείριση της επομένης.

Με την παραπάνω λογική η διαχείριση της κρίσης των Υμίων δεν έληξε! Θα έπρεπε να συνεχίζεται και σήμερα υπό την έννοια της προετοιμασίας μας για τη διαχείριση της επομένης. Ασφαλώς ο βαθμός ή οι λεπτομέρειες της όποιας προετοιμασίας δεν είναι γνωστά και ούτε πρέπει να είναι. Είναι όμως απολύτως βέβαιο ότι η προετοιμασία είναι ο μέγιστος παράγων στη διαχείριση της όποιας κρίσης.

Αυτή είναι η κατασταλαγμένη γνώση αιώνων. Πηγάζει από τον Θουκυδίδη, ο οποίος, διά στόματος Αρχιδάμου, ανδρός «συνετού και σώφρονα» (1.79), μας προσκαλεί:

«ας ετοιμαζόμαστε πραγματικά σαν να είχαμε πάντα να αντιμετωπίσουμε αντιπάλους που σκέφτονται ορθά· και δεν πρέπει να στηρίζουμε τις ελπίδες μας στα λάθη που θα κάνουν εκείνοι, αλλά στη προνοητικότητα για την δική μας ασφάλεια. .. κράτιστος είναι όποιος εκπαιδεύεται για τις μεγάλες ανάγκες» (1.84.4).

Ποια πρέπει να είναι η δική μας προετοιμασία; Είναι προφανής, αν θυμηθούμε τα βασικά αίτια της αποτυχίας των Υμίων: ελάχιστη γνώση εκ μέρους σημαντικών τμημάτων της πολιτικής ηγεσίας ακόμη και της έννοιας της διαχείρισης κρίσεων, έλλειψη στρατηγικής (υπό την έννοια της ανυπαρξίας στόχων), έλλειψη συντονισμού μεταξύ πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας, αλλά και μεταξύ των δυνάμεών μας.

Το στάδιο και το επίπεδο της προετοιμασίας μας δεν είναι γνωστά. Είναι όμως γνωστό ότι τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων έχουν εξοικειωθεί με την έννοια και τις αρχές της διαχείρισης κρίσεων μέσα από την εκπαιδευτική διαδικασία, στην οποία και εγώ είχα την ευκαιρία να συμμετάσχω. Είναι επίσης ασφαλές να υποθέσουμε ότι, είκοσι χρόνια μετά, το πολιτικό προσωπικό της χώρας είναι εξοικειωμένο με τη συγκεκριμένη λογική. Ωστόσο, και πάλι, η κατασταλαγμένη γνώση αιώνων μας προειδοποιεί πως πρέπει να ετοιμαζόμαστε όχι μόνο σε επίπεδο σχεδιασμού, αλλά και σε επίπεδο εφαρμογής:

«κανείς δεν δείχνει τόση αυτοπεποίθηση κατά την εκτέλεση ενός σχεδίου όση κατά την σύλληψή του. Διότι συλλαμβάνουμε σχέδια όταν είμαστε ασφαλείς, υστερούμε όμως κατά την εκτέλεση τους εξ αιτίας του φόβου» (1.120.5).

Ας προετοιμαζόμαστε λοιπόν και στον σχεδιασμό αντιμετώπισης της επόμενης κρίσης και στην εφαρμογή του, αλλά και στο τι μπορούμε να πετύχουμε μέσω μίας πετυχημένης διαχείρισης. Η γειτονική μας χώρα μπορεί να αντιμετωπίζει ζητήματα στο εσωτερικό και στα νότια σύνορά της, ωστόσο παραμένει μία χώρα με επιθετική διάρθρωση δυνάμεων, η οποία, αν και δίνω μικρή πιθανότητα για το άμεσο μέλλον, μπορεί και πάλι να επιχειρήσει να εξάγει τα προβλήματά της.

Η προετοιμασία για την καλύτερη διαχείριση της επόμενης κρίσης είναι, τέλος, και η καλύτερη τιμή σ'αυτούς που πρόσφεραν τη ζωή τους πριν από είκοσι χρόνια στα Ύμια. Άλλωστε και πάλι ο Θουκυδίδης μας διδάσκει (2.35.1) ότι:

«άνδρες που με τα έργα τους αναδείχθηκαν γενναίοι, με έργα πρέπει και να τους τιμάμε»!

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο OnAlert.gr

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Σελίδα 1 από 4
You are here Προβολή άρθρων ανα tag: Τουρκία