Wednesday, Jun 26th

Last update12:36:22 PM GMT

Σάββατο, 05 Μάρτιος 2016 17:45

Το παιχνίδι της Τουρκίας

Γιατί όλοι αιφνιδιάζονται με τα προβλήματα που δημιουργεί η Τουρκία στην αντιμετώπιση του προσφυγικού και με τη συμπεριφορά της έναντι των συμμάχων της; Τι περίμεναν; Ότι επειδή έκαναν μία συμφωνία, η Τουρκία θα την τηρούσε χωρίς να προσπαθήσει να μεγιστοποιήσει σε επιμέρους ζητήματα και χωρίς να προσπαθήσει να χρησιμοποιήσει το προσφυγικό για τον κεντρικό της στόχο; Ή ότι επειδή βρίσκονται οι σύμμαχοι στο Αιγαίο και υπάρχουν ελληνο-τουρκικές συναντήσεις σε υψηλό επίπεδο θα σταματούσαν οι παραβιάσεις του εθνικούς μας εναέριου χώρου;

Η Τουρκία εξαρχής παίζει ένα πολιτικό «παιχνίδι» με τους πρόσφυγες και με όλους τους συμμάχους της, τους οποίους, με πρώτες τις Η.Π.Α., και καταγγέλλει επειδή δεν της κάνουν την χάρη στη Συρία έναντι των Κούρδων. Έτσι, αφού δεν μπόρεσε να τους εγκαταστήσει στα νότια σύνορά της για να δημιουργήσει την περίφημη ουδέτερη ζώνη και να αποτρέψει τον έλεγχο της περιοχής από τους Κούρδους τής Συρίας, αποφάσισε να τους χρησιμοποιήσει για να πιέσει τους Ευρωπαίους, δημιουργώντας ταυτοχρόνως προβλήματα στην Ελλάδα.

Είναι απορίας άξιο γιατί δεν υπάρχουν πρόσφυγες οι οποίοι να προσπαθούν να περάσουν μέσω των χερσαίων συνόρων Ελλάδας ή Βουλγαρίας, στα σύνορα της οποίας, σημειωτέον, δεν υπάρχει φράχτης. Προφανώς, κάποιος τους σταματάει. Ποιος άλλος μπορεί να είναι αυτός εκτός από το τουρκικό κράτος;

Είναι επίσης απορίας άξιο το πώς ένα αστυνομοκρατούμενο κράτος, που συλλαμβάνει πολίτες κάθε ηλικίας επειδή ασκούν δημοσίως κριτική στον Ερντογάν, δεν μπορεί να συλλάβει τους διακινητές, να σταματήσει την πώληση λέμβων και ελαττωματικών σωσιβίων και οι άνθρωποι να πνίγονται κατά εκατοντάδες στο Αιγαίο. Ποιος δεν τους σταματάει; Προφανώς το τουρκικό κράτος!

Η Τουρκία πήρε από την ΕΕ μία συμφωνία την οποία δεν εφαρμόζει και σε μεγάλο βαθμό δεν θα το κάνει ούτε στο μέλλον, παρά την αισιοδοξία που φαίνεται να αναπτύσσεται στις Βρυξέλλες μετά την επίσκεψη Τουσκ στην Τουρκία. Και τούτο διότι ο τελικός της σκοπός είναι να χρησιμοποιεί και το προσφυγικό για την προώθηση των σκοπών της στη Συρία ή, ακριβέστερα, για να περισώσει ότι μπορεί από την τραγικά αποτυχημένη και αιματοβαμμένη ανάμειξή της στη Συρία.

Η Τουρκία έχει φθάσει στο σημείο να εμπαίζει ακόμη και το ΝΑΤΟ, πολύ δε περισσότερο την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το μόνο που απομένει – σε εμάς και σε εκείνους από τους εταίρους μας που τυχόν ενδιαφέρονται ειλικρινά – είναι να έρθει πλέον το προσφυγικό στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, στο οποίο η Τουρκία όχι μόνο δεν έχει πια καλούς φίλους, αλλά έχει και αντιπάλους... Μόνο εκεί μπορεί να «σπάσει» η διασύνδεση που επιχειρεί μεταξύ προσφυγικού και διευθετήσεων στη Συρία.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στις 05.03.2016 στο OnAlert.gr

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Η προσφυγική κρίση δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί παρά μόνο σε συνεργασία με τους εταίρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Άρα θα πρέπει να βρούμε απαντήσεις, όλοι μαζί, πρώτα εντός της ΕΕ και μετά με τους γείτονες και τους συμμάχους. Πρέπει γρήγορα να γίνει μία συζήτηση και να καταλήξουμε σε μία Ευρωπαϊκή πολιτική, αφού απαντήσουμε όλοι μαζί σε κάποια ερωτήματα:

Ποια είναι τα συμφωνηθέντα μεταξύ εταίρων στην τελευταία Σύνοδο Κορυφής για το προσφυγικό;

• Ποιος είναι ο στόχος μας και ποιο είναι το σωστό; Τί θέλουμε τελικά ως ΕΕ; Διότι δεν χαράζεις πολιτική ούτε κάνεις συμφωνίες αν δεν ξέρεις τι θέλεις...

• Ποια είναι τα συμφωνηθέντα με την Τουρκία; Τα τηρεί;

Πώς θα αντιμετωπίσουμε το ίδιο θέμα στο μέλλον, ιδιαίτερα όταν γνωρίζουμε ότι θα έχουμε και άλλες συγκρούσεις, αλλά και περιβαλλοντικούς πρόσφυγες για πολλά χρόνια στο μέλλον;

• Μπορεί η ΕΕ να διεθνοποιήσει το ζήτημα, για παράδειγμα, με μία διεθνή συνδιάσκεψη για τους πρόσφυγες και για την οικονομική ενίσχυση της ΥΑ;

Όσον αφορά την Ελλάδα, αφού τηρηθούν τα συμφωνηθέντα και από την ΕΕ και από εμάς, πρέπει:

να προβληθεί διεθνώς το Ελληνικό, δηλαδή το ανθρωπιστικό μοντέλο αντιμετώπισης του προσφυγικού.


• να εκτιμηθούν και να γνωστοποιηθούν οι ανάγκες και οι δυσχέρειες που αντιμετωπίζει και να ζητηθεί περαιτέρω τεχνική βοήθεια.


• να προβληθεί το άμεσο κόστος για την Ελλάδα, που, σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσει του Διοικητή της ΤτΕ, είναι ήδη 700 εκ., αλλά και να υπολογισθεί και το έμμεσο.


• να εφαρμοσθούν τα συμφωνηθέντα από την Τουρκία και να παρακολουθείται συστηματικά η εφαρμογή τους εκ μέρους της δύναμης του ΝΑΤΟ, αλλά και της FRONTEX.


• να προταθεί η απευθείας μετακίνηση προσφύγων από την Τουρκία στα κράτη υποδοχής, όπως έγινε με συμφωνία των Περιφερειών, από τη Ρόδο στη Βαλένθια.


• να ενταθεί το κυνήγι των δουλεμπόρων, να επιβληθούν παραδειγματικές ποινές και να δημοσιοποιηθούν.


• να οργανωθούν οι υπηρεσίες στα νησιά και να υπάρξει καταγραφή ακόμη και με βιομετρικά στοιχεία.


• να δημιουργήσει η Ελλάδα παρατηρητήριο τήρησης των συμφωνηθέντων από την Τουρκία, να παρακολουθείται η διαχείριση των ευρωπαϊκών πόρων και να υπάρξει ανάλογη δημοσιοποίηση.


να βελτιωθεί η πληροφόρηση ως προς την κατάσταση και τον αριθμό των προσφύγων στην Τουρκία, σε συνεργασία και με διεθνείς οργανισμούς, ώστε να εξορθολογισθεί η βοήθεια αλλά και να διασφαλισθεί η χορήγησή της σε αυτούς.


• Τέλος, αν τα πράγματα συνεχίσουν στην ίδια κατεύθυνση, η Ελλάδα πρέπει να φέρει το θέμα, εκτός από την προγραμματισμένη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ, στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. Και τούτο διότι οι μεγάλες προσφυγικές ροές έχουν ήδη θεωρηθεί από το ίδιο όργανο ως «απειλές για την Ειρήνη».

Η άνοιξη σχεδόν έφθασε και εκατοντάδες χιλιάδες περιμένουν στη Μικρά Ασία για να περάσουν απέναντι. Τα περισσότερα από αυτά πρέπει να γίνουν εξαιρετικά πολύ γρήγορα, τόσο στην ΕΕ όσο και στην Ελλάδα. Διότι όπως λέει ο Θουκυδίδης «κράτιστος είναι όποιος προετοιμάζεται για τις μεγάλες ανάγκες» (1.84.4).

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στον Φιλελεύθερο στις 29 Φεβρουαρίου 2016

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Η διαχείριση της προηγούμενης κρίσης δεν τελειώνει παρά μόνο με τη διαχείριση της επόμενης.Οι βασικοί λόγοι είναι τρεις.

Πρώτον, όπως στη ζωή των ανθρώπων, έτσι, πολύ περισσότερο, στη ζωή των κρατών, είναι βέβαιο ότι θα υπάρξει η επόμενη κρίση. Δεύτερον, όλες οι κρίσεις έχουν κάποια κοινά χαρακτηριστικά: πρόκειται για ξαφνικά γεγονότα, εξελίσσονται ταχύτατα, απειλούν συμφέροντα μεγάλης σημασίας, η πιθανότητα σύγκρουσης ή υψηλού κόστους είναι μεγάλη και απαιτούν δύσκολες αποφάσεις σε εξαιρετικά περιορισμένο χρόνο. Τρίτον, πέρα από την κατάσταση πραγμάτων που μπορεί να διαμόρφωσε η προηγούμενη κρίση, η εμπειρία διαχείρισής της και η μελέτη των λαθών συνιστά το κυρίαρχο μέσο στην προετοιμασία για τη διαχείριση της επομένης.

Με την παραπάνω λογική η διαχείριση της κρίσης των Υμίων δεν έληξε! Θα έπρεπε να συνεχίζεται και σήμερα υπό την έννοια της προετοιμασίας μας για τη διαχείριση της επομένης. Ασφαλώς ο βαθμός ή οι λεπτομέρειες της όποιας προετοιμασίας δεν είναι γνωστά και ούτε πρέπει να είναι. Είναι όμως απολύτως βέβαιο ότι η προετοιμασία είναι ο μέγιστος παράγων στη διαχείριση της όποιας κρίσης.

Αυτή είναι η κατασταλαγμένη γνώση αιώνων. Πηγάζει από τον Θουκυδίδη, ο οποίος, διά στόματος Αρχιδάμου, ανδρός «συνετού και σώφρονα» (1.79), μας προσκαλεί:

«ας ετοιμαζόμαστε πραγματικά σαν να είχαμε πάντα να αντιμετωπίσουμε αντιπάλους που σκέφτονται ορθά· και δεν πρέπει να στηρίζουμε τις ελπίδες μας στα λάθη που θα κάνουν εκείνοι, αλλά στη προνοητικότητα για την δική μας ασφάλεια. .. κράτιστος είναι όποιος εκπαιδεύεται για τις μεγάλες ανάγκες» (1.84.4).

Ποια πρέπει να είναι η δική μας προετοιμασία; Είναι προφανής, αν θυμηθούμε τα βασικά αίτια της αποτυχίας των Υμίων: ελάχιστη γνώση εκ μέρους σημαντικών τμημάτων της πολιτικής ηγεσίας ακόμη και της έννοιας της διαχείρισης κρίσεων, έλλειψη στρατηγικής (υπό την έννοια της ανυπαρξίας στόχων), έλλειψη συντονισμού μεταξύ πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας, αλλά και μεταξύ των δυνάμεών μας.

Το στάδιο και το επίπεδο της προετοιμασίας μας δεν είναι γνωστά. Είναι όμως γνωστό ότι τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων έχουν εξοικειωθεί με την έννοια και τις αρχές της διαχείρισης κρίσεων μέσα από την εκπαιδευτική διαδικασία, στην οποία και εγώ είχα την ευκαιρία να συμμετάσχω. Είναι επίσης ασφαλές να υποθέσουμε ότι, είκοσι χρόνια μετά, το πολιτικό προσωπικό της χώρας είναι εξοικειωμένο με τη συγκεκριμένη λογική. Ωστόσο, και πάλι, η κατασταλαγμένη γνώση αιώνων μας προειδοποιεί πως πρέπει να ετοιμαζόμαστε όχι μόνο σε επίπεδο σχεδιασμού, αλλά και σε επίπεδο εφαρμογής:

«κανείς δεν δείχνει τόση αυτοπεποίθηση κατά την εκτέλεση ενός σχεδίου όση κατά την σύλληψή του. Διότι συλλαμβάνουμε σχέδια όταν είμαστε ασφαλείς, υστερούμε όμως κατά την εκτέλεση τους εξ αιτίας του φόβου» (1.120.5).

Ας προετοιμαζόμαστε λοιπόν και στον σχεδιασμό αντιμετώπισης της επόμενης κρίσης και στην εφαρμογή του, αλλά και στο τι μπορούμε να πετύχουμε μέσω μίας πετυχημένης διαχείρισης. Η γειτονική μας χώρα μπορεί να αντιμετωπίζει ζητήματα στο εσωτερικό και στα νότια σύνορά της, ωστόσο παραμένει μία χώρα με επιθετική διάρθρωση δυνάμεων, η οποία, αν και δίνω μικρή πιθανότητα για το άμεσο μέλλον, μπορεί και πάλι να επιχειρήσει να εξάγει τα προβλήματά της.

Η προετοιμασία για την καλύτερη διαχείριση της επόμενης κρίσης είναι, τέλος, και η καλύτερη τιμή σ'αυτούς που πρόσφεραν τη ζωή τους πριν από είκοσι χρόνια στα Ύμια. Άλλωστε και πάλι ο Θουκυδίδης μας διδάσκει (2.35.1) ότι:

«άνδρες που με τα έργα τους αναδείχθηκαν γενναίοι, με έργα πρέπει και να τους τιμάμε»!

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο OnAlert.gr

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

 

Ο Ερντογάν είναι ο ξεκάθαρος νικητής στις σημερινές τουρκικές εκλογές, επιτυγχάνοντας το 49% και θα σχηματισθεί κυβέρνηση του AKP. Ωστόσο, δεν πέτυχε τον αριθμό των 330 (τα 3/5 των 550) βουλευτών που απαιτούνται για την αναθεώρηση του Συντάγματος.

Τα άλλα κόμματα έχουν συρρικνωθεί. Οι ψηφοφόροι μετακινήθηκαν από το κεμαλικό CHP και το εθνικιστικό ΜΗΡ προς το AKP. Το HDP (φιλοκουρδικό κόμμα) έχασε ψηφοφόρους, αλλά αντιστάθηκε στην τεράστια πίεση που δέχτηκε και πέρασε το όριο του 10%. Είναι το τέταρτο σε ψήφους, αλλά καθώς είναι πρώτο σε αρκετές εκλογικές περιφέρειες, έχει κερδίσει περισσότερους εκπροσώπους από το ΜΗΡ. Έτσι, καθίσταται το τρίτο κόμμα στο Κοινοβούλιο.

Είναι προφανές ότι οι τρομοκρατικές επιθέσεις λειτούργησαν υπέρ του Ερντογάν και του κόμματός του. Ίσως, επίσης, η πρόσφατη επίσκεψη της Γερμανίδας Καγκελάριου στην Τουρκία έπαιξε ρόλο στην ενίσχυση του διεθνούς προφίλ του Ερντογάν. Αναμφίβολα, η φίμωση των διαφόρων μέσων ενημέρωσης της αντιπολίτευσης συνέβαλε στη νίκη του.

Το ΑΚΡ θα σχηματίσει μονοκομματική κυβέρνηση και θα παράσχει στην Τουρκία έναν ορισμένο βαθμό σταθερότητας. Όμως η αντιπολίτευση φοβάται ότι αυτό θα αυξήσει τον αυταρχισμό του Ερντογάν, με την ελευθερία του Τύπου να είναι το πρώτο θύμα του. Επιπλέον, εφεξής, ο Ερντογάν θα αυξήσει την πίεση και τις απαιτήσεις του έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών, ζητώντας όλο και περισσότερα σε αντάλλαγμα για την βοήθεια της Τουρκίας προς τους πρόσφυγες και την υποστήριξή του στον αγώνα κατά του ISIS. Ακόμη, η θέση του στις διαπραγματεύσεις για τη Συρία και την Κύπρο θα σκληρύνει.

Τελευταίο αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, για την εφαρμογή τού μεγάλου του σχεδίου, να γίνει ένας πανίσχυρος Πρόεδρος, ο Ερντογάν θα χρειαστεί περίπου 15 ακόμη βουλευτές. Δεν είναι αδύνατο, αλλά είναι δύσκολο να τους πάρει από άλλα κόμματα Πριν από τις εκλογές, υπήρχε η εντύπωση ότι θα μπορούσαν να βρεθούν από το εθνικιστικό ΜΗΡ. Ωστόσο, δεδομένου του μικρού πλέον αριθμού των βουλευτών του MHP, αυτό φαίνεται μάλλον δύσκολο να συμβεί.

Photo Source: WikiMedia Commons

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

 

Κατά την πρόσφατη επίσκεψη της Καγκελαρίου Μέρκελ στην Τουρκία προτάθηκε, εκτός των άλλων παροχών και de facto υποχωρήσεων σε θέματα βασικών ελευθεριών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η χρηματοδότηση της Τουρκίας από την ΕΕ, ώστε να αντιμετωπίσει το ανθρωπιστικό ζήτημα των προσφύγων.

Το ζήτημα βέβαια που τίθεται δεν είναι αν θα πληρώσει η ΕΕ ή η Ελλάδα που, αν και σε οικονομική ύφεση, έχει συνεισφέρει υπερ- πολλαπλάσια της μηδενικής της ευθύνης για τον πόλεμο.

Το ζήτημα είναι αν, με βάση την αρχή του δικαίου κατά την οποία πληρώνει όποιος ευθύνεται, θα αναλάβουν μέρος τουλάχιστον του κόστους και τα κράτη που συνέβαλαν τα μέγιστα στον συριακό εμφύλιο και στη δημιουργία του ISIS.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Μέχρι τις αρχές του 2011, οι σχέσεις Τουρκίας και Συρίας ήταν άψογες. Ο Ερντογάν είχε φιλοξενήσει τον Άσαντ στο εξοχικό του και έκαναν μαζί διακοπές. Η Τουρκία είχε αυξήσει σημαντικά τις εξαγωγές της προς τη Συρία, ενώ τα φορτηγά της περνούσαν ανενόχλητα προς την αραβική χερσόνησο. Την ίδια όμως εποχή, παράλληλα, ένας μεγάλος αριθμός τζιχαντιστών διακινούνταν, μέσω Τουρκίας, προς τη Συρία και το Ιράκ.

Με αφορμή τα γεγονότα της Αραβικής Άνοιξης στη Βόρειο Αφρική, ξέσπασαν, στα τέλη Ιανουαρίου 2011, διαδηλώσεις και στη Συρία, τις οποίες το καθεστώς Άσαντ αντιμετώπισε βιαίως.

Με αυτό ως αφορμή, ο Ερντογάν στράφηκε προοδευτικά κατά του Άσαντ, στην αρχή ρητορικά και, στη συνέχεια, εμπράκτως, με την ξεκάθαρη υλική υποστήριξή του προς τους Σουνίτες διαφωνούντες. Έτσι, και ενώ μέχρι τότε κρατούσε τα προσχήματα και ήταν η διακριτική δίοδος για την τροφοδοσία των «αντικαθεστωτικών» δυνάμεων, η Τουρκία κατέστη η λεωφόρος και ο οδηγός της εξοπλιστικής προσπάθειας των Σουνιτών στη Συρία και στη Μέση Ανατολή. Ποιοι όμως ήταν οι χρηματοδότες;

Όπως έγινε γνωστό από μεγάλες και έγκυρες ειδησεογραφικές πηγές, χρηματοδότες των ενόπλων Σουνιτών στη Συρία και στο Ιράκ ήταν η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ και, φυσικά, η ίδια η Τουρκία. Η τελευταία, μάλιστα, ήταν η πρώτη που ανέλαβε να οργανώσει και να εκπαιδεύσει, τον Ιούλιο 2011, τον «Ελεύθερο Συριακό Στρατό» και, ταυτόχρονα, να φιλοξενεί τις οικογένειες των στρατιωτικών και πολιτικών εκείνων που εγκατέλειπαν τον Άσαντ.

Έτσι, αντίθετα με τη συνήθη πρακτική τους, στην περίπτωση της Συρίας, οι μεγάλες Δυτικές Δυνάμεις δεν είχαν ούτε την πρωτοβουλία, ούτε ήταν οι πρώτες που εξόπλισαν τους αντάρτες. Τούτο βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν το ανέχτηκαν ή δεν το έκαναν και αυτές στη συνέχεια, όπως το ίδιο έπραξαν η Ρωσία και το Ιράν, που εξόπλιζαν και εξοπλίζουν τον Άσαντ.

Συνεπώς, μεταξύ των πρώτων που ευθύνονται για τη σύγκρουση και τα εκατομμύρια των προσφύγων που ακολούθησαν είναι η Τουρκία, η Σαουδική Αραβία και το Κατάρ. Μάλιστα, η Τουρκία χρησιμοποίησε τους πρόσφυγες ως «εργαλείο» ή «όπλο», πρώτα εναντίον του Άσαντ, μετά για να πιέσει τη Δύση ώστε να δημιουργήσει προς όφελός της και εντός της Συρίας μία «ουδέτερη» ζώνη και μετά, για να πάρει οικονομικά και πολιτικά ανταλλάγματα από την ΕΕ.

Τέλος, για να διεκδικήσει κοινές περιπολίες, δήθεν για αστυνόμευση, στο Αιγαίο, θαρρείς και δεν γνωρίζουν οι τουρκικές αρχές ασφαλείας ποιοι είναι οι διακινητές ή εμείς δεν γνωρίζουμε ότι η αξιοπιστία του Ερντογάν είναι μηδενική, αφού οι δήθεν βομβαρδισμοί κατά του Άσαντ στράφηκαν τελικά εναντίον των Κούρδων.

Από τα παραπάνω, προκύπτουν κάποιες κρίσιμες ερωτήσεις προς κάθε διεθνή παράγοντα. Ως προς τα Αραβικά κράτη: Ποια είναι η συμμετοχή τους στις τεράστιες δαπάνες της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες της Συρίας; Απάντηση: Μηδενική! Πόσους πρόσφυγες έχουν φιλοξενήσει ή πρόκειται να φιλοξενήσουν; Η απάντηση: Κανέναν!

Και ως προς την Τουρκία: Δεν θα έπρεπε να υποστεί τις συνέπειες της νέο- οθωμανικής της πολιτικής; Γιατί να πληρώνει η ΕΕ για τα τραγικά λάθη των ηγεμονικών της φιλοδοξιών στη Μέση Ανατολή; Γιατί η Τουρκία δεν εφαρμόζει το νόμο και δεν σταματά τους διακινητές; Δεν ισχυρίζεται πως είναι κράτος δικαίου που θέλει να ενταχθεί στην ΕΕ;

Και σε ό,τι μας αφορά, ερωτώνται οι εταίροι μας: Αν πρόκειται η Τουρκία, που και για τον πόλεμο ευθύνεται και δεν εφαρμόζει τους νόμους της, να λάβει την τεράστια βοήθεια των 3 δισεκ. ευρώ, γιατί να μην χαλαρώσει η σκληρή δημοσιονομική πολιτική στην Ελλάδα;

Όλα τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι η ΕΕ δεν έχει ευθύνες ή ότι δεν πρέπει να βοηθήσει όσο μπορεί τους πρόσφυγες. Ωστόσο, δεν επιτρέπεται οι υπεύθυνοι, εκμεταλλευόμενοι τη συγκυρία και τα λάθη πολιτικής κρατών της ΕΕ, να έχουν απαιτήσεις ώστε αφενός να απαλλαγούν των τεράστιων ευθυνών τους και να αποκομίσουν εκλογικά οφέλη, αφετέρου να κερδίσουν πολιτικά και οικονομικά πλεονεκτήματα σε βάρος του δικαίου και των λαών της Ευρώπης.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ
Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Κυριακή, 11 Οκτώβριος 2015 11:43

Βόμβες... και στο βάθος αναβολή εκλογών;

 

Τα σχέδια του Ερντογάν να μετατρέψει το πολιτικό σύστημα της Τουρκίας σε προεδρικό και, ενισχύοντας τις εξουσίες του, να μετεξελιχθεί σε «σουλτάνο» σταμάτησαν στις 7 Ιουνίου 2015, όταν το κόμμα του, το ΑΚΡ, κατέγραψε μία από τις χαμηλότερες εκλογικές του επιδόσεις με 40.7, εννέα ολόκληρες μονάδες κάτω από τις εκλογές της 12ης Ιουνίου 2011. Ως κύρια αιτία και εμπόδιο της εκλογικής αποτυχίας θεωρήθηκε από τον Ερντογάν και το κόμμα του η άνοδος και είσοδος στη Βουλή του φιλοκουρδικού κόμματος HDP, που ξεπέρασε άνετα το όριο του 10% και πέτυχε 13%.

Έκτοτε σχηματίσθηκε υπηρεσιακή κυβέρνηση και ορίσθηκαν επαναληπτικές εκλογές στις 1 Νοεμβρίου 2015. Ωστόσο, οι επερχόμενες εκλογές, όπως και οι προηγούμενες, γίνονται σε ένα κλίμα αστάθειας, αβεβαιότητας, οξυμένου ανταγωνισμού, καθώς και πολεμικών συγκρούσεων στο εσωτερικό και στο εξωτερικό (Συρία). Στο εσωτερικό και πριν την 7η Ιουνίου, μετά από επιθέσεις παρακρατικών οργανώσεων εναντίον Κούρδων, το PKK εγκατέλειψε τη δίχρονη εκεχειρία και ξεκίνησε νέο γύρο επιθέσεων, με αποτέλεσμα η βία να γίνει καθημερινό φαινόμενο.

Η τρομοκρατική επίθεση της 10ης Οκτωβρίου, που προκάλεσε τόσα θύματα, έρχεται ως συνέχεια αυτού του κλίματος βίας. Η επίθεση έγινε εναντίον προσυγκέντρωσης οπαδών του φιλοκουρδικού HDP, οι οποίοι θα συμμετείχαν σε πορεία ειρήνης που διοργάνωναν εργατικά σωματεία και μεγάλοι συνδικαλιστικοί φορείς της χώρας. Και έγινε μία μέρα μετά την διάδοση της πληροφορίας ότι οι κουρδικές οργανώσεις θα ανακοίνωναν ανακωχή...

Το πρώτο ερώτημα είναι τι προκάλεσε αυτήν την επίθεση. Είναι φανερό ότι το γεγονός σχετίζεται με τις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου, με την αμετροεπή φιλοδοξία του Ερντογάν για αυτοδυναμία και αλλαγή του πολιτικού συστήματος, με τον διαρκώς αυξανόμενο αυταρχισμό του (διώξεις δημοσιογράφων, δικαστικών, κλπ.), με την αποτυχία της πολιτικής του στο Κουρδικό, αλλά και της αντίστοιχης στη Συρία.

Το δεύτερο ερώτημα είναι τι συνεπάγεται το χτύπημα και ποιες θα είναι οι συνέπειες. Είναι βέβαιο ότι τέτοιου είδους χτυπήματα λειτουργούν περίεργα σε προεκλογικές περιόδους και έχει μεγάλη σημασία να παρακολουθήσουμε πώς κάθε πλευρά θα επιχειρήσει να το διαχειρισθεί. Αν αποδοθεί σε κουρδική οργάνωση, τότε εκείνος που θα χάσει θα είναι το HDP και, αντίστροφα, εκείνος που θα ωφεληθεί θα είναι ο Ερντογάν. Ίσως για αυτόν τον λόγο το συντονιστικό των κουρδικών οργανώσεων κάλεσε τα μέλη του να προβούν σε κατάπαυση πυρός (ανακωχή), ώστε να μην κατηγορηθούν ως οι αυτουργοί και συνεχιστές των τρομοκρατικών επιθέσεων. Αν, από την άλλη, αποδοθεί σε παρακρατική ή εθνικιστική οργάνωση, τότε το κόστος για το κόμμα του Ερντογάν, τον ίδιο, αλλά και τη χώρα θα είναι πολύ μεγάλο.

Όμως, όπως έχουν τα πράγματα και όπως δείχνουν οι δημοσκοπήσεις, το AKP δύσκολα θα πετύχει την πολυπόθητη για τον Ερντογάν αυτοδυναμία, οι αλλαγές στο Σύνταγμα δεν θα γίνουν και θα υπάρξει κυβερνητική αστάθεια. Εκτός αν, όπως φοβόνταν ορισμένοι πολιτικοί κύκλοι και κατεγράφη αρκετά νωρίς στον Τύπο (βλ. Today's Zaman), ο Ερντογάν και η κυβέρνηση, υλοποιώντας μία από τις προειδοποιήσεις του, αναβάλουν τις εκλογές βάσει του άρθρου 78 του Συντάγματος, επικαλούμενοι «πόλεμο», είτε δηλαδή τις τρομοκρατικές επιθέσεις στο εσωτερικό, είτε τις συγκρούσεις στη Συρία.

Σε αυτήν την περίπτωση, ο Ερντογάν θα κερδίσει χρόνο, αναζητώντας την πρόσφορη στιγμή για να προκηρύξει εκ νέου εκλογές. Ίσως αυτή να είναι η μόνη διέξοδος που βλέπει τούτη την ώρα ένας πολιτικός που αυτοπαγιδεύτηκε εξαιτίας της αλαζονείας και των φιλοδοξιών του. Ωστόσο, ο φαύλος κύκλος στον οποίο βρέθηκε δεν θα σπάσει: η αβεβαιότητα θα αυξηθεί, η δράση αστυνομίας και κατασταλτικών μηχανισμών θα ενταθεί και οι εσωτερικές συγκρούσεις θα περάσουν σε νέα φάση. Και όλα αυτά ενώ ο πόλεμος στη Συρία θα συνεχίζεται, οι κουρδικοί φορείς εκτός συνόρων θα ενισχύονται και η τουρκική οικονομία θα αρχίσει να υφίσταται όλο και περισσότερο τις συνέπειες της πολιτικής αστάθειας...

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Ο Φιλελεύθερος της Κυριακής 14.6.2015 φιλοξένησε σε άρθρο του αποσπάσματα από τη μελέτη μου για την «έξυπνη» ηγεσία στο μικρό κράτος και την περίπτωση της Κύπρου. Η μελέτη δημοσιεύτηκε στα αγγλικά ως Kouskouvelis Ilias, (2015) «'Smart' leadership in a small state: The case of Cyprus» στον συλλογικό τόμο Spyridon N. Litsas & Aristotle Tziampiris (eds.), The Eastern Mediterranean in Transition: Multipolarity, Power and Politics, London: Ashgate Publishing (ISBN: 978-1-4724-4039-6). Παρακάτω μπορείτε να διαβάσετε μερικά αποσπάσματα. Εδώ μπορείτε να βρείτε το άρθρο όπως δημοσιεύτηκε στον Φιλεύθερο. Σημειώνεται ότι πρόκειται για επιστημονικό κείμενο και η πλήρης εικόνα αναδεικνύεται μόνο από το σύνολο του κειμένου.

Από την εισαγωγή:

H θεωρία των Διεθνών Σχέσεων για τα μικρά κράτη υποστηρίζει ότι τα μικρά κράτη επιδεικνύουν σοφία, ανταπεξέρχονται στις αλλαγές ευφυώς και ότι, δεδομένης της ευελιξίας και της προσαρμοστικότητάς τους σε νέες προκλήσεις, «στη μεταψυχροπολεμική εποχή, το μικρό μπορεί να είναι συνώνυμο της έννοιας του έξυπνου». ... Πιο συγκεκριμένα, καθώς η «εξυπνάδα» συνήθως αποδίδεται σε πρόσωπα ή σε αποφάσεις, έτσι θα πρέπει να αποδώσουμε τη συγκεκριμένη ιδιότητα σε μία ικανή και αποφασιστική ηγεσία που επιτρέπει στο μικρό κράτος «να τα βάζει με μεγαλύτερά του» («to punch above its weight»), να επιδιώκει τους σκοπούς του και να μπορεί να ικανοποιεί τα συμφέροντά του απέναντι σε εκείνα ισχυρότερων δρώντων.

... Η μελέτη εστιάζει σε δύο διαφορετικές αλλά και αντίθετες περιπτώσεις ηγεσίας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η πρώτη είναι οι προσπάθειες ανακάλυψης και εκμετάλλευσης των ενεργειακών πόρων της Μεσογείου· πρόκειται για μία ιστορία επιτυχίας, η οποία αποδεικνύει ότι ένα μικρό κράτος έχει τη δυνατότητα να φέρει σε πέρας δράσεις που ξεπερνούν κατά πολύ το επίπεδο της ισχύος του. Η δεύτερη περίπτωση, όμως, είναι εκείνη της λανθασμένης διαχείρισης της οικονομικής κρίσης του 2013. ...

Το να φθάσει η Κυπριακή Δημοκρατία ακόμη και στην ανακάλυψη των ενεργειακών πόρων ήταν ιδιαίτερα δύσκολο να επιτευχθεί, με δεδομένα την εχθρότητα της Τουρκίας, το ανταγωνιστικό περιφερειακό περιβάλλον, το μέγεθός της αλλά και την κατάσταση στην οποία βρίσκεται από το 1974. Τούτο ήταν αποτέλεσμα διαδοχικών και επιτυχημένων δράσεων τριών παλαιών και έμπειρων πολιτικών, οι οποίες ξεκίνησαν από τον Πρόεδρο Γλαύκο Κληρίδη, αναπτύχθηκαν και εφαρμόστηκαν από τον Πρόεδρο Τάσσο Παπαδόπουλο και ολοκληρώθηκαν από τον Πρόεδρο Δημήτρη Χριστόφια. ....

Στο σώμα του κειμένου παρουσιάζεται ο ρόλος της ηγεσίας στα μικρά κράτη, όπως αυτός εμφανίζεται από τη βιβλιογραφία των Διεθνών Σχέσεων. Στη συνέχεια παρουσιάζεται το πώς η ηγεσία της Δημοκρατίας εφήρμοσε επιτυχώς την ενεργειακή της πολιτική, προετοίμασε δηλαδή το κράτος θεσμικά, βρήκε ισχυρούς συμμάχους εκτός περιοχής, αντιμετώπισε τις απειλές της γείτονος, αλλά και δημιούργησε περιφερειακές συμμαχίες. Τέλος, σε αντιδιαστολή με την προαναφερθείσα επιτυχή προσπάθεια, παρουσιάζεται η αδυναμία της ηγεσίας να εμποδίσει αφενός το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης αλλά και να την διαχειριστεί.

Από τα συμπεράσματα:

Ήταν το 2003 όταν η ηγεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας άρχισε να διαμορφώνει στρατηγική για την ανακάλυψη και εκμετάλλευση των ενεργειακών πόρων τής τότε μη οριοθετημένης ΑΟΖ. Και ήταν το 2006 όταν, υπό τον Πρόεδρο Παπαδόπουλο, αυτή η στρατηγική και οι τακτικές της Δημοκρατίας εφαρμόστηκαν σε όλη τους την έκταση. Η Δημοκρατία, αν και μικρό κράτος, αποτελεί το πρώτο κράτος της Ανατολικής Μεσογείου που επιδίωξε την ανακάλυψη και εκμετάλλευση των θαλασσίων ενεργειακών της πόρων, ανοίγοντας έτσι τον δρόμο σε παρόμοιες πολιτικές άλλων παραθαλάσσιων και ισχυρότερων στην περιοχή κρατών, όπως η Αίγυπτος και το Ισραήλ.

.....................

Οι διαδοχικοί ηγέτες της Κυπριακής Δημοκρατίας, σε λιγότερο από δέκα χρόνια, οδήγησαν τη χώρα πολύ κοντά στην εκμετάλλευση των ενεργειακών της πόρων. Επιπλέον, κατάφεραν: να αναβαθμίσουν το κύρος της διεθνώς με το να προσελκύσουν ισχυρές δυνάμεις· να ενισχύσουν τη σχετική θέση της εντός της ΕΕ ως ενός από τους πιθανούς παραγωγούς φυσικού αερίου· να αυξήσουν την ασφάλειά της λόγω του ενδιαφέροντος ξένων παραγόντων για επενδύσεις· να ενισχύσουν την άμυνά της, ειδικά μετά την εμπλοκή του Ισραήλ και τη μεταξύ τους συμφωνία· τούτο είχε ως αποτέλεσμα να βρει πολύτιμους συμμάχους στις ΗΠΑ και να καλυτερεύσει τις σχέσεις της με την υπερδύναμη· και να αντιμετωπίσει τις απειλές και την επιθετική συμπεριφορά της Τουρκίας.

... Η μελέτη αναζήτησε τις αιτίες της επιτυχούς στρατηγικής... Κατέληξε στο ότι η επιτυχία αυτή οφείλεται στον παράγοντα ηγεσία του (μικρού) κράτους. Τρεις διαδοχικά πρόεδροι, προερχόμενοι από τρία διαφορετικά κόμματα, διαχειρίστηκαν το ζήτημα και, σε διαφορετικό βαθμό, και οι τρεις κράτησαν την ίδια στάση αναφορικά με την ολοκλήρωση της στρατηγικής του κράτους. Στον Κληρίδη πιστώνεται η απαρχή των συμφωνιών οριοθέτησης, ακριβώς στη τέλος της θητείας του. Στον Παπαδόπουλο αποδίδεται η μερίδα του λέοντος ως προς τα επιτευχθέντα της ενεργειακής στρατηγικής. Κατά την πενταετή θητεία του διαμορφώθηκε λεπτομερώς η στρατηγική, υπογράφηκε μία συμφωνία οριοθέτησης και ξεκίνησαν άλλες δύο, υιοθετήθηκαν τα απαραίτητα νομοθετήματα, ολοκληρώθηκε η γεωλογική έρευνα και ο πρώτος γύρος αδειοδοτήσεων, ενώ κλήθηκαν να συμμετάσχουν ισχυροί παγκοσμίως παίκτες. Ο Χριστόφιας, ένας πρόεδρος με κομμουνιστική ιδεολογία, επέδειξε πραγματισμό, πιστώνεται με τη συνέχιση της πολιτικής τού προκατόχου του, οριοθέτησε την ΑΟΖ με το Ισραήλ και σύναψε αμυντικές συμφωνίες, διαχειρίστηκε την επιθετικότητα της Τουρκίας, καθώς και την ολοκλήρωση του δεύτερου γύρου των αδειοδοτήσεων.

Το «έξυπνο» της ηγεσίας ήταν να δράσει αποφασιστικά στη βάση μίας στρατηγικής, να είναι αποφασισμένη να μην επηρεαστεί από όποια εξωτερική αντίδραση, να δρα διακριτικά και ευέλικτα, όπου δει, αλλά και χωρίς προκατάληψη εξαιτίας αντιλήψεων ή διαφορών του παρελθόντος με τους μεσογειακούς γείτονες. Οι κυριότερες δράσεις της ηγεσίας ήταν τέσσερις: να ανταποκριθεί γρήγορα και αποτελεσματικά απέναντι σε οποιοδήποτε εσωτερική ή διεθνή θεσμική αναγκαιότητα από την οποία εξαρτιόνταν το κυβερνητικό έργο· να προσελκύσει και τελικά να βάλει στο παιχνίδι ισχυρούς παράγοντες του ενεργειακού τομέα και της διεθνούς πολιτικής· να χρησιμοποιήσει τη διπλωματία και τη θέση της ως μέλους διεθνών θεσμών, με σκοπό να κερδίσει υποστήριξη απέναντι στην τουρκική επιθετικότητα· να δημιουργήσει πολιτικές, οικονομικές και στρατιωτικές συμμαχίες (εξωτερική ενδυνάμωση) με εκείνους τους γείτονες που ήταν ενεργοί στην αναζήτηση ενεργειακών πόρων, με κυριότερο το Ισραήλ.

Τα αποτελέσματα αυτών των δράσεων και, κυρίως, η συνεργασία με εταιρεία αμερικανικών συμφερόντων, η υποστήριξη των ΗΠΑ, του ΗΒ και της ΕΕ στο ζήτημα αυτό, αλλά και η πολύπλευρη συνεργασία με το Ισραήλ στην αναζήτηση των ενεργειακών πόρων της Μεσογείου, σηματοδοτούν μία στροφή της εξωτερικής πολιτικής της Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία, από την ανεξαρτητοποίησή της, διέκειτο φιλικά προς τα αραβικά κράτη της περιοχής και απέφευγε μία φιλοδυτική πολιτική. Σαφέστατα, αυτή η στροφή διαμορφώνει τη βάση για περαιτέρω αναδιατάξεις στην περιοχή, με τη συμμαχία Ελλάδος-Ισραήλ να αποτελεί απλά μία από αυτές.

... Το τελευταίο ζητούμενο της μελέτης ήταν να καταδείξει a contrario τη σημασία της έλλειψης δράσης εκ μέρους της ηγεσίας ενός μικρού κράτους... Τούτο επετεύχθη με την παρουσίαση των αιτιών που προοδευτικά οδήγησαν στην οικονομική κρίση και στο πρόγραμμα διάσωσης της κυπριακής οικονομίας και, κυρίως, στην αποτυχία διαχείρισης των ανωτέρω καταστάσεων. Σε αυτήν την περίπτωση, η δυνατότητα ελιγμού που είχε η κυπριακή ηγεσία καθοριζόταν από τις ανάγκες του ίδιου του κράτους και του τραπεζικού τομέα... Όμως, αυτές οι ανάγκες ήταν γνωστές και ήταν μικρότερες το καλοκαίρι του 2012, ενώ προηγουμένως ήταν σχεδόν ανύπαρκτες. Ωστόσο, η κυπριακή ηγεσία, αντίθετα με τον τρόπο που διαχειρίστηκε την ενεργειακή της πολιτική, δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα αμέσως και ως όφειλε, δεν αναζήτησε συμμάχους όταν και όπου έπρεπε και δεν διέθετε διαπραγματευτική στρατηγική ή εναλλακτικό σχέδιο σε περίπτωση που τα πράγματα δεν πήγαιναν όπως τα ανέμενε.

Συμπερασματικά, υπάρχουν δύο όψεις στο ίδιο μικρό κράτος, μία επιτυχούς και μία ανεπιτυχούς διαχείρισης. Ωστόσο, το ίδιο το μικρό κράτος δεν άλλαξε. Αυτό που άλλαξε είναι ο τρόπος που διαδοχικοί ηγέτες διαχειρίστηκαν τα δύο θέματα. ...

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

 

Η κατάσταση γίνεται όλο και πιο περίπλοκη στη Μέση Ανατολή καθώς διαμορφώνονται τρία μέτωπα για τη Σαουδική Αραβία: Ιράν, Σιίτες του Ιράκ, Σιίτες της Υεμένης  και, μέχρι στιγμής, οι ΗΠΑ στην Υεμένη υπέρ των Σιιτών. Σίγουρα οι εξελίξεις που ακολουθήσουν απαιτούν γερούς παίκτες σε αυτό το παζλ. Με αφορμή τα τελευταία γεγονότα παρακάτω παραθέτω μια σύντομη ανάλυση που καταλήγει στο συμπέρασμα ότι είναι λανθασμένο να βλέπουμε όσα συμβαίνουν στη Μέση Ανατολή υπό το πρίσμα της σύγκρουσης των πολιτισμών, καθώς όλα δείχνουν ότι πρόκειται για έναν ενδο-μουσουλμανική σύγκρουση. 

Η Υεμένη, στο «μαλακό υπογάστριο» της Σαουδικής Αραβίας, δεσπόζει στα στενά του Άντεν. Άλλοτε ήταν χωρισμένη σε δύο κράτη, βόρεια και νότια Υεμένη (που ήταν «λαϊκή δημοκρατία»). Από τη δεκαετία του 1990 είναι ενωμένη και πολύ πρόσφατα, μετά από εξέγερση, ένα μεγάλο μέρος της χώρας, συμπεριλαμβανομένης και της πρωτεύουσας, υπό σιϊτικό έλεγχο.

 Αυτό άλλαξε τα πράγματα, καθώς σημαίνει πως ένας ακόμη σύμμαχος προστίθεται για το Ιράν και ένας αντίπαλος για τη Σαουδική Αραβία. Άλλαξε τα πράγματα γιατί από κοιτίδα τζιχαντιστών (με σουνιτική προέλευση), τώρα εξελίσσεται σε αντίπαλό τους. Έτσι τουλάχιστον βλέπουν τα πράγματα οι ΗΠΑ και η Δύση, γενικότερα.

 Ωστόσο η δυναμική αυξήθηκε μετά τη βομβιστική επίθεση Σουνιτών κατά τεμένους Σιϊτών και, κυρίως, προχθές, με το αεροπορικό χτύπημα της Σαουδικής Αραβίας στην Υεμένη. Η κατάσταση είναι περίπλοκη, καθώς η Σαουδική Αραβία έχει να αντιμετωπίσει τρία μέτωπα: το Ιράν, ακριβώς απέναντι από τα στενά του Ορμούζ, τους Σιίτες του Ιράκ, που βρίσκονται στην εξουσία και πολεμούν κατά του Ισλαμικού Κράτους, και, πλέον, τους Σιΐτες της Υεμένης. Έτσι η Σαουδική Αραβία, εκεί που υποστήριζε Σουνίτες στο Ιράκ ενάντια στα συμφέροντα του Ιράν, τώρα πρέπει να σκεφθεί τα μετόπισθέν της. Η δε Τουρκία, σύμμαχος της Σαουδικής Αραβίας κατά του Άσαντ, κατηγορεί το Ιράν για επεκτατισμό, όταν αυτή ήταν που, σπάζοντας το εμπάργκο, συναλλασσόταν μαζί του και για τα πυρηνικά και για τη Συρία.

 Για να γίνει ακόμη πιο πολύπλοκη, μέχρι στιγμής, οι ΗΠΑ, μακροχρόνιος σύμμαχος της Σαουδικής Αραβίας, στην υπόθεση της Υεμένης τάσσονται μεν κατά των επαναστατών Σιιτών, αλλά υπογραμμίζουν ότι οι Σουνίτες επέτρεπαν την εγκατάσταση και εκπαίδευση της Αλ Κάιντα στη χώρα. Είναι αυτή η πολιτική με τις διαπραγματεύσεις της Ελβετίας σχετικά με το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, που όλο και πιο πιθανή φαίνεται και που θα έχει ως αποτέλεσμα να διακοπεί η απομόνωση του Ιράν;

 Τέλος, από τη δική της πλευρά η Σαουδική Αραβία αντιδρά και προχωρά σε συμμαχία σουνιτικών μουσουλμανικών κρατών. Βλέπουμε δηλαδή να αναπτύσσεται όλο και περισσότερο μία σύγκρουση ανάμεσα σε Σουνίτες και Σιΐτες, η οποία απέχει από τη «σύγκρουση των πολιτισμών» που τόσο πολύ προσπάθησαν να προκαλέσουν οι Τζιχαντιστές, και να εξελίσσεται σε μία ενδο-μουσουλμανική σύγκρουση, αντίστοιχη των θρησκευτικών πολέμων του 17ου αιώνα στην Ευρώπη.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Τρίτη, 03 Μάρτιος 2015 21:17

NATO's Most Problematic Member: An Authoritarian Turkey

By Ted Galen Carpenter

This article appeared on Aspenia Online on February 11, 2015.

Worries about Turkey's conduct are growing rapidly among fellow NATO members. There are multiple concerns, some of which have surfaced periodically before, while others are either new or at least much more salient. All of them are now combining to make critics wonder whether Turkey is a reliable or even a tolerable ally. Seth Cropsey, a Senior Fellow at the conservative Hudson Institute in the United States, denounces what he termed "Turkey's contempt for NATO principles." International media mogul Conrad Black urges NATO members to "get tough with Turkey."

One issue, Turkey's continuing occupation of northern Cyprus, is a long-standing irritant, but it has acquired new relevance given NATO's stance against Russia's actions in Ukraine. Ankara's forces invaded Cyprus and amputated some 37% of that country's territory in 1974. Turkey subsequently established a client state, the Turkish Republic of Northern Cyprus, which even today enjoys virtually no international recognition. Since Cyprus joined the European Union in 2004, it has become increasingly awkward for countries that are part of both that organization and NATO to ignore the ongoing occupation of a fellow EU member's territory.

Recent developments have made Turkey's stance on the Cyprus issue even more of an embarrassment, especially to the United States as NATO's leader. It is rather difficult for Washington to condemn Vladimir Putin's regime for annexing Crimea or setting up puppet states in the occupied Georgian provinces of Abkhazia and South Ossetia when a NATO member is guilty of similar behavior.

Disgruntled Americans and other Westerners also view Ankara's overall foreign policy with mounting suspicion. US supporters of Israel especially regard Turkey's increasingly frosty treatment of that country as a manifestation of hostility toward both Western interests and Western values. Ankara's conduct regarding ISIS has aroused additional concerns that Turkish leaders are conducting a cynical flirtation with radical Islamist forces in the Middle East. Not only did President Recep Tayyip Erdoğan's government drag its feet on supporting air strikes against ISIS by the United States and other NATO allies, but there were indications that Turkish leaders actively impeded measures to weaken the terrorist organization. For an agonizingly long period of time, the Erdoğan regime did little to assist besieged Kurdish defenders trying to thwart the attempt by ISIS forces to conquer the city of Kobane on the Turkish-Syrian border.

And as if Ankara's behavior on the foreign policy front was not a sufficient worry, there are ominous signs of mounting authoritarianism in Turkey's domestic affairs. Civil organizations and independent press outlets repeatedly find themselves under siege. Steven A. Cook, Senior Fellow for Middle Eastern Studies at the Council on Foreign Relations, documents the extent of Erdoğan's consolidation of power, contending that "he has become the sun around which all Turkish politics revolve."

Cook notes in an article on Politico.com that most of the Turkish press now exhibits support bordering on adoration for the President and his policies, and the dominance of that view is largely the result of "forced sales of newspapers and television stations to Erdoğan cronies." Perhaps even more unsettling than the transformation of an independent Turkish press into cogs in a partisan political machine is the media's participation in the President's growing cult of personality. Media outlets routinely refer to Erdoğan as "Buyuk Usta or Great Master." Cook notes that the atmosphere and imagery is sometimes "positively North Korean-esque."

Former supporters of Erdoğan and his Justice and Development Party are now treated as enemies of the state, not merely political opponents. At the end of October, Turkey's National Security Council branded the Gülen Movement, once the government's most significant political ally, as a threat to national security. Erdoğan personally presided over the meeting at which that charge was adopted. At the beginning of February, the Turkish government revoked the passport of Gülen's leader, Fethullah Gülen, who resides in the United States. That decision effectively stranded him in exile without even a modicum of due process. Such actions smack of petty political retaliation against a critic of the regime, with an intent to intimidate other potential critics. In December, the US State Department formally protested the arrest of more than two dozen leading media figures — all of whom appeared to be vocal opponents of the Erdoğan administration.

The government's increasingly oppressive hand is evident in other respects. When investigators conducted a wide-ranging probe of official corruption, leading to the resignation of four government ministers, Erdoğan's regime retaliated by purging hundreds of police officials and prosecutors. It also pushed through laws giving the President tighter control over the judiciary. According to Reuters, a few weeks later, Erdoğan ominously asserted that the judiciary and other state institutions must be "cleansed of traitors."

Granted, Turkey is not the only NATO country exhibiting worrisome autocratic behavior. US officials have expressed alarm at the apparent authoritarianism and corruption enveloping Prime Minister Viktor Orban's government in Hungary. Orban's crackdown on human rights groups is disturbingly similar to Vladimir Putin's campaign against domestic opponents. One of Orban's targets is the Hungarian Civil Liberties Union, which, ironically, had supported him a decade earlier when he was under intense pressure from political adversaries.

Over the past few years, harassment of media outlets, civil organizations, and other critics of Orban's rule has steadily grown. In rhetoric reminiscent of Putin, Orban has been reported as asserting that such groups are "paid political activists attempting to assert foreign interests in Hungary." The Prime Minister now touts the alleged virtues of autocracy, citing China, Russia, Singapore and Turkey, as models of successful countries that Hungary should consider emulating. Orban has even reportedly proposed mandatory drug testing for journalists.

Budapest's authoritarian drift, combined with the government's growing foreign policy flirtation with Russia has alarmed not only officials in other NATO countries but pro-Western elements in Hungary itself. Such concerns were evident at the beginning of February when thousands of demonstrators poured into the streets of the capital to protest Orban's policies and urge visiting German Chancellor Angela Merkel not to accord his regime any deference.

As bad as domestic political trends are in Hungary, however, they pale in comparison to the manifestations of autocracy in Turkey. The rising tide of domestic authoritarianism there is not a small concern, nor purely a domestic issue. True, NATO has previously tolerated illiberal regimes and even outright dictatorships as members. Founding member Portugal was a quasi-fascist country under Antonio Salazar. Throughout the Cold War, the military was the decisive power broker in Turkey's political system, and on occasion the country even lapsed into outright military rule. Greece suffered under a brutal military dictatorship in the late 1960s and early 1970s without forfeiting its NATO membership.

But it would be far more difficult in the 21st century for the Alliance to look the other way as a member succumbs to dictatorial impulses. During the Cold War, it was widely understood that NATO was primarily an anti-Soviet defense association. The professed commitment to liberal democracy, while important, was secondary. But in the post-Cold War era, NATO leaders repeatedly stress the organization's commitment to democracy and human rights. It would be more than a little embarrassing to have a Putin-style autocracy emerge in NATO's ranks. Yet that is now an embryonic worry with respect to Hungary and a looming danger with respect to Turkey.

Source: CATO Institute

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Ενδιαφέροντα

Η ρωσική εξωτερική πολιτική, με στόχο να δικαιολογήσει τη μονομερή ανακήρυξη ανεξαρτησίας τής Κριμαίας και τη μετέπειτα ένωσή της με τη Ρωσία, χρησιμοποίησε τη μονομερή ανεξαρτητοποίηση του Κοσσυφοπεδίου (Φεβρουάριος 2008) ως αναλογία.

 

 

Η συγκεκριμένη ρωσική θέση προκάλεσε ερωτηματικά και συζητήσεις ως προς το ισχύον δίκαιο.  Προκάλεσε επίσης ανησυχίες για το αν θα μπορούσε να δημιουργήσει νομικό προηγούμενο στην κατεύθυνση νομιμοποίησης παρελθουσών περιπτώσεων παράνομων ανεξαρτητοποιήσεων, όπως η περίπτωση της λεγόμενης «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου», και να ανοίξει το δρόμο σε μελλοντική ένωση ή προσάρτηση της τελευταίας από την Τουρκία.

 

Η απάντηση σε αυτά τα ζητήματα είναι μία, ξεκάθαρη και αυθεντική καθώς δόθηκε από το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.  Συγκεκριμένα, τον Οκτώβριο 2008, η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ ζήτησε γνωμοδότηση από το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για το αν η μονομερής ανακήρυξη ανεξαρτησίας του Κοσσυφοπεδίου (Φεβρουάριος 2008) ήταν σύμφωνη με το Διεθνές Δίκαιο.

 

 

Αν κάποιος μελετήσει τη γνωμοδότηση, εκτός του ότι δεν θα βρει πολλές αναλογίες μεταξύ Κριμαίας και Κοσσυφοπεδίου, θα καταλήξει σε τρία αδιαμφισβήτητα συμπεράσματα σχετικά με τη νομιμότητα των μονομερών ανακηρύξεων ανεξαρτησίας:

 

1.  το Διεθνές Δίκαιο δεν τις απαγορεύει ρητά.

 

2.  ρητά εξαιρούνται οι περιπτώσεις που η μονομερής ανακήρυξη ανεξαρτησίας είναι συνδεδεμένη «με παράνομη χρήση βίας ή άλλες κατάφωρες παραβιάσεις των κανόνων του γενικού διεθνούς δικαίου, ειδικά αυτών αναγκαστικής φύσεως (juscogens)».

 

3.  Το Δικαστήριο χρησιμοποίησε ως τέτοιο παράδειγμα την κατεχόμενη Κύπρο και τους Τουρκοκύπριους που μονομερώς ανακήρυξαν την λεγόμενη «Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου».  Μάλιστα, το Δικαστήριο (παρ. 114, σ. 50) ρητά αναφέρεται στην απόφαση 1251/1999 του Συμβουλίου Ασφαλείας για την Κύπρο, η οποία προβλέπει ότι η όποια λύση θα πρέπει να στηρίζεται στο υφιστάμενο κράτος (Κυπριακή Δημοκρατία), με ενιαία κυριαρχία, μία προσωπικότητα, μία υπηκοότητα, του οποίου θα διασφαλίζεται η ανεξαρτησία και εδαφική ακεραιότητα.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Άρθρα Γνώμης
Σελίδα 2 από 5
You are here Προβολή άρθρων ανα tag: Τουρκία