Wednesday, Jan 23rd

Last update10:36:22 AM GMT

Η Κυπριακή Δημοκρατία έχει αρχίσει υπό τις απειλές της Τουρκίας, έρευνες για εντοπισμό φυσικού αερίου. Κατά τη γνώμη σας, μέχρι που μπορεί και θα τεντώσει το σχοινί της έντασης η Τουρκία;

Η Τουρκία φαίνεται πως δεν μπορεί πια να τεντώσει το σχοινί.  Το συγκεκριμένο παιχνίδι το έχασε.  Ό,τι ήταν να κάνει το έκανε.  Υπήρξαν οι γνωστές  βόλτες του ερευνητικού σκάφους, οι γνωστές απειλητικές κορώνες για εσωτερική κατανάλωση, η «περίφημη» συμφωνία με το ψευδοκράτος για έρευνες στον κατεχόμενο θαλάσσιο χώρο της Κυπριακής Δημοκρατίας.  Όσο περισσότεροι τρίτοι παράγοντες αναμειγνύονται στη υπόθεση της εξερεύνησης και, στη συνέχεια, της εκμετάλλευσης των υδρογονανθράκων, τόσο μικρότερες οι πιθανότητες για να τεντώσει το σχοινί.  Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι, δεν χάνουμε τίποτε.  Η προετοιμασία είναι το Α και το Ω στη διαχείριση των κρίσεων και αυτό το έχω διδάξει σε αρμόδιους φορείς και στην Ελλάδα και στην Κύπρο.


Σωστά αντιδρούν Αθήνα και Λευκωσία στις απειλές και μεθοδεύσεις της Άγκυρας;

Η Λευκωσία, γενικώς, αντιδρά σωστά.  Ίσως θα έπρεπε, όπως είχα προτείνει σε άρθρο μου στον Φιλελεύθερο να είχε διεθνοποιήσει πολύ πιο γρήγορα το θέμα και να έχει με καλύτερο τρόπο καταγράψει στα διεθνή fora την απειλητική και απειλητική συμπεριφορά της Τουρκίας.  Τούτο με στόχο, αν συμβεί οτιδήποτε να βρεθεί στην πλεονεκτική θέση και να καταγγείλει ευκολότερα και κυρώσεις να ζητήσει.  Όσον αφορά την Αθήνα, βλέπουμε μόνον εσχάτως να γίνονται κάποιες κινήσεις, όπως οι επισκέψεις του Υπουργού Εξωτερικών και του Υπουργού Άμυνας στη Λευκωσία, η επίσκεψη του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης στο Ισραήλ.  Σε κάθε περίπτωση, η Αθήνα έχασε πολύτιμο χρόνο και, όπως έχω ήδη γράψει σε Ελλάδα και Κύπρο, θα πρέπει να ανακηρύξει το δυνατόν συντομότερα τη δική της ΑΟΖ.


Screen_shot_2011-12-28_at_16.07.06


Για την Κύπρο, τι σημαίνει η αξιοποίηση του φυσικού πλούτου, που μάλλον υπάρχει και είναι αρκετός;  Εννοούμε πολιτικά και οικονομικά, ασφαλώς.

Να το πω χιουμοριστικά: η Κύπρος δεν θα βγάζει πια «μόνο χαρούπια».  Θα βγάζει και υδρογονάνθρακες και όλοι, φίλοι και αντίπαλοι, αντιλαμβάνονται τη σημασία του γεγονότος.  Τούτο συνεπάγεται ότι η Κύπρος, ένα κράτος μέλος της ΕΕ, θα είναι και παραγωγός, δηλαδή τροφοδότης, αλλά και διακομιστής τού ισραηλινού φυσικού αερίου ή και οποιουδήποτε άλλου παραγωγού της Μέσης Ανατολής που θα έρθει σε συμφωνία με το Ισραήλ.  Τα πράγματα αλλάζουν στη Μέση Ανατολή και ενδέχεται, πέραν της Ιορδανίας, και άλλα κράτη που παράγουν πόρους να έρθουν σε συμφωνία με το Ισραήλ.  Οικονομικά σημαίνει ότι η Κύπρος πολύ πιο γρήγορα θα βγει από την οικονομική κρίση και θα μπορέσει να διατηρήσει το ίδιο ύψος το δαπανών που απαιτούν οι προσπάθειες για να λήξει η εισβολή και κατοχή.  Επιπλέον, η προσδοκώμενη, νέα ευμάρεια της Κυπριακής Δημοκρατίας θα αυξήσει άλλη μία φορά το γόητρό της έναντι των Τουρκοκυπρίων, οι οποίοι θα βλέπουν ένα ακόμη τρένο ευημερίας να περνά δίπλα τους και αυτοί να μη συμμετέχουν.  Τέλος, πάρα πολύ σημαντικό είναι το πώς θα χειριστεί η Κύπρος τα προσδοκώμενα κέρδη.  Ξέρετε, ο σημαντικότερος συντελεστής ισχύος για το Κουβέϊτ, όταν ξεκίνησε ολόκληρη η Δύση να το σώσει, δεν ήταν το πετρέλαιο.  Είναι κάτι που λίγοι το ξέρους ή το έχουν σκεφτεί.  Ήταν οι επενδύσεις του στο εξωτερικό των κερδών από το πετρέλαιο.

 

Διαμορφώνεται μια συμμαχία Ελλάδος- Κύπρου- Ισραήλ. Θεωρείτε ότι μπορεί να προχωρήσει και προς ποια κατεύθυνση;

Δεν γνωρίζω σε ποια κατεύθυνση μπορεί να προχωρήσει.  Ασφαλώς πρόκειται για μία συμμαχία που διαμορφώνεται στη βάση μίας συγκυρίας.  Όπως έχω κατά το παρελθόν τονίσει, οι συμμαχίες διατηρούνται για όσο καιρό υπάρχουν σημαντικά κοινά συμφέροντα ή εφόσον δημιουργηθούν τέτοια.  Τα σημαντικά συμφέροντα, με βάση αυτά τα οποία γνωρίζουμε τώρα, θα διαρκέσουν για πολλά χρόνια.  Είναι σημαντικό επίσης να αντιληφθεί η Ελλαδική διπλωματία ότι τα συμφέροντα της χώρας δεν περιορίζονται στο Αιγαίο και στη Βαλκανική, αλλά φθάνουν στη Βόρειο Αφρική και στη Μέση Ανατολή.  Μία τέτοια λογική ασφαλώς θα ενίσχυε το ενδεχόμενο μακροημέρευσης μίας σταθερότερης συνεργασίας με το Ισραήλ.

 

Κάποιοι θεωρούν πως σε κάποια φάση το Ισραήλ θα τα βρει με την Τουρκία, οπότε η στρατηγική μας συμμαχία θα μπει στον πάγο.

Θα ήθελα να γνωρίζω ποια είναι η βάση μίας τέτοιας σκέψης.  Βεβαίως κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει ότι κάτι θα συμβεί στο μέλλον.  Όμως επειδή στην επιστήμη γενικά και στην επιστήμη των Διεθνών Σχέσεων ειδικότερα ούτε φύλλα δάφνης μασάμε, ούτε ρίχνουμε τα χαρτιά, αναλύουμε τις καταστάσεις με βάση αυτά τα οποία γνωρίζουμε.  Γνωρίζουμε ότι η τουρκική εξωτερική πολιτική έχει προκαλέσει σημαντικές ζημίες στα συμφέροντα του Ισραήλ.  Θυμίζω Παλαιστίνη, Ιράν, Συρία.  Φαίνεται ότι τα δρομολογημένα τουρκικά σχέδια είναι δύσκολο να αλλάξουν. Έτσι, στο βαθμό που η τουρκική εξωτερική πολιτική θα παραμείνει η ίδια, δεν βλέπω τι θα είναι αυτό – ποιο κοινό συμφέρον δηλαδή – που θα φέρει κοντά τις δύο πλευρές.  Επιπλέον, η συμμαχία με την Τουρκία, ένα κράτος μέλος του ΝΑΤΟ, στηριζόταν στη λογική της εξισορρόπησης κάποιων αραβικών, πρώην φιλοσοβιετικών κρατών.  Αυτό πλέον έχει χαθεί, καθώς η Τουρκία στήριξε τη Συρία εναντίον του Ισραήλ.  Επιπλέον, τα πράγματα βαίνουν προς αλλαγή και στη Συρία.  Και, ασφαλώς, όποιοι έρθουν στην εξουσία, θα είναι φιλοδυτικής επιρροής.  Ένα επιπλέον στοιχείο: αν κοιτάξει κανείς το χάρτη θα δει ότι η Κύπρος και η Ελλάδα ουσιαστικά συνιστούν το με την παραδοσιακή έννοια στρατηγικό βάθος του Ισραήλ.  Για ποιο λόγο το Ισραήλ θα ήθελε να εγκαταλείψει ένα τέτοιο πλεονέκτημα;

 

Η οικονομική κατάσταση στην Ελλάδα δεν επηρεάζει τη διαχείριση των εθνικών θεμάτων;

Ασφαλώς και την επηρεάζει.  Όμως στην αρθρογραφία μου στην Ελλάδα υποστηρίζω πως η εξωτερική πολιτική, σε αντίθεση με άλλες πολιτικές, δεν χρειάζεται πολλά χρήματα.  Χρειάζεται σχεδιασμό, αποφασιστικότητα και αποτελεσματικότητα.  Βεβαίως το φορτίο της Ελλαδικής διπλωματίας είναι μεγαλύτερο απ’ότι στο παρελθόν. Διότι μαζί με τα παραδοσιακά καθήκοντα που είχε, πρέπει τώρα κατά προτεραιότητα να κάνει τρία πράγματα: να υποβοηθήσει στην ανεύρεση των απαιτούμενων πόρων, να αυξήσει κατακόρυφα τις προσπάθειες της οικονομικής διπλωματίας και, το σημαντικότερο, να επιχειρήσει να αποκαταστήσει το κύρος της χώρας.  Η αποκατάσταση του κύρους είναι εθνικό ζήτημα πλέον.  Όμως σε τι επηρεάζει η οικονομική κρίση την ανακήρυξη ή μη ΑΟΖ εκ μέρους της Ελλάδας, όταν τόσοι και τόσο ισχυροί παράγοντες συνηγορούν προς την ίδια κατεύθυνση;

 

Και η οικονομική κατάσταση στην Κύπρο;

Για την Κύπρο τα πράγματα είναι πιο εύκολα.  Θεωρώ ότι η Κύπρος δεν διάγει περίοδο ισχνών αγελάδων, αλλά λιγότερο παχέων.  Θεωρώ ότι η Κύπρος, πρώτον, μπορεί να επενδύσει περισσότερο στη διπλωματική της μηχανή και, δεύτερον, να σταματήσει την πολιτική εσωστρέφεια και να κοιτάξει προς τα έξω.  Σύντομα πλησιάζει η Προεδρία της ΕΕ και το πολιτικό σύστημα της Κύπρου είναι στραμμένο προς το παρελθόν.  Φαίνεται δε πως το μόνο σχετικό με το μέλλον πράγμα που βλέπει είναι οι εκλογές.  Η Κύπρος πρέπει, στο άμεσο μέλλον, να κάνει δύο πράγματα.  Πρώτον, να γίνει για έξι μήνες το κέντρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.  Τέτοιες ευκαιρίες δεν χάνονται.  Δεύτερον, να χαράξει μία στρατηγική μεσοπρόθεσμη, βάσει της οποίας θα λήξει η εισβολή και κατοχή.  Επιμένω, όπως είχα υποστηρίξει σε συνέδριο στην Κύπρο, ότι τα μικρά κράτη μπορούν να έχουν στρατηγική.  Και σας πληροφορώ ότι μία τέτοια πρόταση έχω υποβάλλει στο σχετικά πρόσφατο παρελθόν. Φαίνεται ότι δεν ενδιέφερε…

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Τύχη είναι ο αστάθμητος, ο απροσδόκητος παράγων που μπορεί να αλλάξει το ρου των γεγονότων. Αν είναι «κακή» και δεν τη διαχειριστούμε σωστά, τότε οι συνέπειες μπορεί να είναι καταστροφικές. Τρία τυχαία γεγονότα – ο λοιμός, η καταστροφή των Ερμών και η τρικυμία μετά τη ναυμαχία στις Αργυνούσες – γονάτισαν την Αθηναϊκή ηγεμονία. Αντίθετα, αν η τύχη είναι «αγαθή», τότε αυτοί που θα μπορέσουν να τη διαχειρισθούν, θα καταγράψουν σημαντικές επιτυχίες.

Η περίπτωση των υδρογονανθράκων στην ΑΟΖ είναι τύχη αγαθή. Κάποτε παραπονιόμασταν ότι κανείς δεν ενδιαφέρεται για την παράνομη εισβολή και κατοχή τής Κύπρου, ενώ, αντίθετα, οι πάντες κινητοποιήθηκαν για το Κουβέιτ. Η ερμηνεία ήταν – με λαϊκή και χιουμοριστική διατύπωση – ότι «η Κύπρος δεν βγάζει πετρέλαιο, αλλά χαρούπια». Έχει όμως η Ιστορία γυρίσματα!

Διότι, να που η τύχη χαμογέλασε και βρέθηκαν υδρογονάνθρακες στην Κυπριακή ΑΟΖ και, στη βάση αυτής της προοπτικής και ισχυρών κοινών συμφερόντων, συνήφθησαν ισχυρές συμμαχίες. Χαμογέλασε και στην Ελλάδα, ενώ γύρισε την πλάτη στην Τουρκία, της οποίας την έξοδο στη Μεσόγειο εμποδίζει ένα νησάκι: το Καστελόριζο. Θυμηθείτε όμως ότι στο πλαίσιο του σχεδίου Άτσεσον, σε αντάλλαγμα για την Ένωση, η Ελλάδα θα παραχωρούσε το Καστελόριζο! Και η Τουρκία το απέρριψε! Όντως, έχει η Ιστορία γυρίσματα.

Από τη μεριά της η Ελλάδα δεν διαχειρίζεται την αγαθή τύχη της, όπως άνετα, λόγω ισχυρότατων συμφερόντων, θα μπορούσε και δεν ανακηρύσσει ΑΟΖ. Όσο για την Κύπρο, όλα πήγαιναν πάρα πολύ καλά, μέχρι τη στιγμή που ένα ατυχές, από κάθε πλευρά, γεγονός ήρθε να αναταράξει το πολιτικό σκηνικό και διαίρεσε λαό και πολιτικούς.

Η διαίρεση αυτή φαίνεται να εντείνεται και να δημιουργεί προοπτικές διχασμού τη στιγμή που θα ξέρουμε αν από τα σπλάχνα τής Μεσογείου θα μεγαπλασιαστούν οι συντελεστές ισχύος μας. Θυμίζω ότι από διχασμό θα χανόταν η Επανάσταση του 21, από διχασμό χάθηκε η Μικρά Ασία, και ο διχασμός ευθύνεται, μεταξύ άλλων, για το 1974.

Η Τουρκία αντιλαμβάνεται τη σημασία των εξελίξεων και γι αυτό αντιδρά σπασμωδικά – χωρίς όμως να μπορεί να κάνει και πολλά εκτός από να ρίχνει πυροτεχνήματα. Η στιγμή είναι ιστορική και η ορθή διαχείρισή της θα αλλάξει τη ροή των γεγονότων για το Κυπριακό και για πολλά άλλα. Πριν λίγες μέρες είχα πει στον Φιλελεύθερο (26-9-2011) ότι ίσως ζούμε μία από εκείνες τις στιγμές στην Ιστορία που το τελευταίο εναπομείναν περιφερειακό κέντρο τού Ελληνισμού – η Κύπρος – μπορεί να τραβήξει προς τα μπρος όλους μας.

Γι αυτό και η ευθύνη τού πολιτικού προσωπικού τής Κύπρου είναι τεράστια. Θεωρώ επιστημονικό, τουλάχιστον, καθήκον μου, να υπενθυμίσω ότι για την ορθή διαχείριση μίας κρίσης απαιτούνται σύνεση, ψυχραιμία και ενότητα. Ιδιαίτερα όταν γι αυτά που μπορεί να συμβούν ο υπέρτατος και έσχατος δικαστής θα είναι η Ιστορία.

Δημοσιεύτηκε στις 16 Οκτωβρίου 2011, στον Φιλελεύθερο της Κυριακής, σελ. 33.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Δευτέρα, 26 Σεπτέμβριος 2011 17:50

Η Τουρκία έχει ήδη καταγράψει αποτυχίες

Εφ' όλης της ύλης συνέντευξη στην εφημερίδα Φιλελεύθερος της Κύπρου σε θέματα επικαιρότητας εξωτερικής πολιτικής, όπως έρευνες για το φυσικό αέριο στη Μεσόγειο, εξωτερική πολιτική και απειλές της Τουρκίας, ΑΟΖ, κλπ.

 

Διαμορφώνεται ένα νέο σκηνικό στην Ανατολική Μεσόγειο με την έναρξη των ερευνών της Κυπριακής Δημοκρατίας για εξόρυξη φυσικού αερίου.  Θεωρείτε ότι αυτή η εξέλιξη θα οδηγήσει σε γεωπολιτική αναβάθμιση της Κύπρου ή σε συγκρούσεις;

Η Κύπρος έχει ήδη αναβαθμιστεί στο διεθνές σύστημα και το χρηματιστήριο της διεθνούς πολιτικής εξ αιτίας του συγκεκριμένου γεγονότος και αποκτά, για μία ακόμη φορά, τεράστια σημασία. Αυτή είναι μάλλον μεγαλύτερη και από εκείνη της περιόδου τής κρίσης του Σουέζ, που προκάλεσε τότε, όπως θα θυμούνται πολλοί, σημαντικά προβλήματα στην υπόθεση της ανεξαρτησίας.  Μόνο που τώρα είναι προς όφελος της Κύπρου.  Θεωρώ ότι δεν είναι τυχαίες οι επισκέψεις κορυφαίων παραγόντων της διεθνούς πολιτικής στη Λευκωσία, όπως της Μέρκελ, του Μεντβέντεφ, του Πάπα και πολλών άλλων.  Πρέπει να καταλάβουμε το εξής: ότι η τόσο επιθυμητή για τη Δύση πολιτικοστρατιωτική γέφυρα με το Ισραήλ προέκυψε κατά φυσικό τρόπο, ουσιαστικά και με πρωτοβουλία της Κύπρου.

Όσο για τις τριβές ή τις συγκρούσεις, αυτές ούτως ή άλλως δεν αποκλείονται εντός του διεθνούς συστήματος, το οποίο είναι άναρχο ή, όπως πολύ συχνά επαναλαμβάνω, δεν είναι ένας όμορφος κόσμος ηθικός και αγγελικά πλασμένος.  Ας σκεφτούμε το απλό:  η Κύπρος υπέστη εισβολή ακόμη και τότε που ουδείς γνώριζε ότι διέθετε φυσικό αέριο και, μάλιστα, ακολουθούσε μία πολιτική «αδέσμευτης» ουδετερότητας.  Επίσης ας σκεφτούμε το επίσης απλό, αλλά επιστημονικά διαπιστωμένο από την εποχή του Θουκυδίδη: ο μικρός και αδύναμος είναι πιο ασφαλής όταν έχει ισχυρούς και αποφασισμένους συμμάχους, οι οποίοι βρίσκονται στο πλευρό του επειδή έχουν ισχυρά δικά τους συμφέροντα.

 

Πόσο σοβαρά πρέπει να λαμβάνονται οι τουρκικές απειλές;

Κάθε απειλή πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά.  Άλλωστε την απειλή ένας σώφρων κυβερνήτης, πολιτικός ή αναλυτής δεν χρειάζεται να την ακούσει να διατυπώνεται.  Οφείλει να τη διαβλέπει και να την προαισθάνεται.  Η Τουρκία είναι από τη φύση της ένα πιο πρωτόγονο κράτος σε σχέση με τα δυτικά κράτη, πιο στρατιωτικό και συνεπώς πιο βίαιο, ανεξαρτήτως του ποιος κυβερνά, οι στρατιωτικοί ή οι ισλαμικής προέλευσης πολιτικοί.  

Η Τουρκία συνεχίζει να εξοπλίζεται και να επιθυμεί να παίξει το ρόλο τής περιφερειακής υπερδύναμης.  Πλην όμως, όπως είχα προβλέψει στον Φιλελεύθερο, η Τουρκία έχει ήδη καταγράψει αποτυχίες στην εξωτερική της πολιτική.  Απέτυχε ή δεν απέτυχε στη Λιβύη;  Η πολιτική των «μηδενικών προβλημάτων» δεν έχει ήδη υποστεί πλήγματα;  Η προσέγγιση με την Αρμενία απέτυχε παταγωδώς.  Η ισχυρή σημασία με το Ισραήλ κατεστράφη.  Η πολιτική με τη Συρία επίσης απέτυχε και, βεβαίως, αυξάνονται τα προβλήματα με την Κύπρο.

Όσο για τις απειλές της, σε μία γενική προσέγγιση, αυτές πρέπει να λαμβάνονται υπόψη.  Όμως στην προκειμένη περίπτωση, με βάση όσα γνωρίζω, θεωρώ πως η Τουρκία έχει ήδη κάνει πίσω και περιορίζεται σε ρητορικά, κατόπιν εορτής, πυροτεχνήματα.  Πως αλλιώς μπορεί να ερμηνευτεί η απόφαση ότι θα οριοθετήσει την υφαλοκρηπίδα με το ψευδοκράτος;  Δηλαδή αν δεν προέβαιναν σε συμφωνία «οριοθέτησης», το ψευδοκράτος θα εμπόδιζε την Τουρκία να κάνει έρευνες ή γεωτρήσεις;   Με άλλα λόγια, λέω πως στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή η Τουρκία δεν μπορεί να κάνει κάτι άλλο παρά να ρίχνει πυροτεχνήματα για εσωτερική κατανάλωση.

 

Κάνουν λόγο οι Τούρκοι για δικές τους έρευνες σε περιοχές μεταξύ Ελλάδος και Κύπρου, κοντά στο Καστελόριζο. Πώς θα πρέπει να αντιδράσουμε;

Έπρεπε ήδη να έχουμε αντιδράσει.  Η Ελλαδική κυβέρνηση έπρεπε ήδη να έχει ανακηρύξει τη δική της ΑΟΖ – άποψη που έχω επίσης εκφράσει με άρθρο μου στον Φιλελεύθερο.  Ποτέ δεν είναι αργά.  Πρέπει η Ελλάδα να κάνει το βήμα.  Πρέπει Ελλάδα και Κύπρος να ενημερώνουν συστηματικά και ασταμάτητα για τη συμπεριφορά της Τουρκίας.  Καλές και σημαντικές οι τοποθετήσεις ξένων αξιωματούχων υπέρ της εκμετάλλευσης των κοιτασμάτων από την Κύπρο, αλλά θα πρέπει να γίνει προσπάθεια να καταδικαστεί η απειλή χρήσης βίας.  Δεν μπορεί κάποιος να ξεστομίζει τέτοιες απειλές και να μην έχει κόστος, προφανώς πολιτικό.  Κι αν η προσπάθεια δεν πετύχει τώρα, θα δημιουργήσει υποθήκη για το μέλλον.  Αν εμείς τώρα πετύχουμε να καταγραφεί η ανεύθυνη και επιθετική συμπεριφορά της Τουρκίας, τούτο θα είναι χρήσιμο στο μέλλον.

 

Την τελευταία περίοδο γίνεται λόγος για συνεργασία ή άξονα Ισραήλ-Ελλάδος- Κύπρου.  Είναι κάτι συγκυριακό ή μόνιμο με προοπτική;

Είναι μία αρχή, θα δούμε.  Στο βαθμό όμως που, όπως είπα, υπάρχουν σημαντικά και σε βάθος χρόνου κοινά συμφέροντα (η εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων),  υφίσταται προοπτική για όσα χρόνια θα διαρκέσει η συγκεκριμένη εκμετάλλευση.  Επιπλέον, αυτό θα εξαρτηθεί και από τις περαιτέρω εξελίξεις στην Αίγυπτο, τη Συρία, αλλά και την ίδια την Τουρκία.

 

Σε αυτό το σκηνικό χωράνε διάφοροι.  Οι Αμερικανοί, επειδή τις έρευνες ανέλαβε δική τους εταιρεία, οι Ισραηλινοί επειδή είναι της γειτονιάς, οι Τούρκοι, εμείς και στο βάθος η Ρωσία, η Ε.Ε.  Πώς αξιοποιούνται όλα αυτά τα διαφορετικά, πλην εμπλεκόμενα συμφέροντα;

Στην πολιτική και, ιδιαίτερα, τη διεθνή, δεν υπάρχουν φιλίες. Πλην όμως όλοι οι συγκεκριμένοι παράγοντες, επί του παρόντος, είναι «φίλοι».  Οι «φίλοι» θα επιχειρήσουν να μεγιστοποιήσουν τα οφέλη τους.  Το ίδιο θα πρέπει να κάνουμε και εμείς.  Αρκεί να έχουμε στρατηγική – την οποία όμως δεν έχουμε.  Κύρια συνιστώσα θα πρέπει να είναι η αξιοποίηση και επένδυση των οφελών από την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων.  Θυμίζω ή ενημερώνω ότι ο μεγαλύτερος συντελεστής ισχύος τού Κουβέιτ δεν ήταν το πετρέλαιο, αλλά οι επενδύσεις των εισοδημάτων από το μαύρο χρυσό.  Από εκεί και πέρα πρέπει να υπάρξει ή να εμφανιστεί μία κατάσταση από την οποία να κερδίζουν όλοι (win-win).  Όσο για τον τελικό στόχο νομίζω ότι περιττεύει να τον αναφέρω.

 

Πόσο επηρεάζονται όλες αυτές οι εξελίξεις από τη σημερινή κατάσταση, οικονομική και πολιτική, στην Ελλάδα;

Ασφαλώς και επηρεάζονται, αν και δεν θα έπρεπε.  Εννοώ ότι είναι δυνατόν η οικονομική δυσπραγία να μην επηρεάζει την εξωτερική και την αμυντική πολιτική μίας χώρας, υπό την προϋπόθεση ότι δεν συνοδεύεται και από πολιτική και κοινωνική κρίση.  Ισχυρά πολιτικά συστήματα και ικανές κυβερνήσεις μπορούν να κατανέμουν πόρους και να θέτουν προτεραιότητες, ακόμη και υπό συνθήκες οικονομικής κρίσης.  Όμως, όπως το έχω γράψει και στο παρελθόν, η Κύπρος στην περίπτωση της ΑΟΖ και της εκμετάλλευσης των πόρων έχει δώσει δείγματα ικανότητας ανάληψης πρωτοβουλιών χωρίς την Ελλάδα.  Ίσως είναι μία από εκείνες τις στιγμές στην Ιστορία που η περιφέρεια του Ελληνισμού παίρνει την πρωτοβουλία αντί του κέντρου.

 

Σε ποιό στάδιο βρίσκονται οι συνεργασίες του Πανεπιστημίου Μακεδονίας με το Υπουργείο Εξωτερικών και το Υπουργείο Άμυνας;

Με το Υπουργείο Εξωτερικών φέτος συνεχίστηκε, όταν σε συνεργασία με το Γραφείο Τύπου και Ενημέρωσης, επισκέφτηκαν την Κύπρο τριάντα φοιτητές του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών, με σημαντικά αμοιβαίως οφέλη.  Ο Φιλελεύθερος, θυμάμαι, έκανε ένα εξαιρετικό ρεπορτάζ και, με την ευκαιρία, ευχαριστώ. 

Με το Υπουργείο Άμυνας, αντιθέτως, η πρόταση συνεργασίας που στελέχη του είχαν απευθύνει στο Τμήμα δεν προχώρησε για λόγους που ποτέ δεν μου ανακοινώθηκαν και που σίγουρα δεν αφορούσαν ζητήματα επιστημονικής μας επάρκειας, όπως μπορούν να καταλάβουν οι αναγνώστες σας.  Το Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας έχει επιτύχει τη διεθνή αναγνώριση στους τομείς των Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σχέσεων, των Στρατηγικών Σπουδών και της Διαχείρισης Κρίσεων.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Σε συνέχεια της προηγούμενης μου ανάρτησης με αφορμή τη συμπλήρωση 7 χρόνων από την απόρριψη του Σχεδίου Ανάν, επαναδημοσιεύω και το παρακάτω άρθρο που δημοσιεύτηκε επίσης στον Φιλελεύθερο στις αρχές Απριλίου του 2004 και στο οποίο υποστηρίζω ότι το Σχέδιο Ανάν δεν ήταν ούτε ιστορική, ούτε μοναδική, ούτε τελευταία λύση. Άλλωστε, όπως σημειώνω και παρακάτω, τίποτε δεν είναι τελικό στο αέναο του χρόνου γύρισμα. Η ιστορία είτε γραμμική είτε κυκλική είτε, τέλος, σπειροειδής εξελίσσεται επιβεβαιώνοντας το «τα πάντα ρεî» του Ηρακλείτου. Τούτο θα πρέπει να το λαμβάνουμε υπόψην κάθε φορά που βρισκόμαστε σε ανάλογες περιστάσεις.

Οι θιασώτες της «λύσης» του Κυπριακού, δηλαδή της άρσης των συνεπειών τής παράνομης Τουρκικής εισβολής του 1974 και της έκτοτε κατοχής, επιχειρηματολογούν ότι θα πρέπει οπωσδήποτε να βρεθεί λύση και, ταυτοχρόνως, κινδυνολογούν ισχυριζόμενοι ότι θα υπάρξουν αρνητικές συνέπειες για την Κυπριακή Δημοκρατία. Επιπλέον, ισχυρίζονται πως η λύση του Σχεδίου Ανάν «5» είναι ιστορική, θα είναι μοναδική και η τελευταία. Ουδέν το πλέον αναληθές.

Η συγκεκριμένη «λύση» δεν είναι ιστορική. Ιστορικά είναι εκείνα τα γεγονότα που οδήγησαν την ανθρωπότητα ή τα έθνη να αλλάξουν τη μοίρα τους. Τέτοιες είναι οι μεγάλες επαναστάσεις, οι ανακατονομές ισχύος στο διεθνές σύστημα, όπως αυτή του 1989· ή, αντιστοίχως, η ανεξαρτησία ή η καταστροφή των εθνών. Στο πλαίσιο των Ελληνοτουρκικών σχέσεων θα μπορούσε να θεωρηθεί ιστορική στιγμή το 1821, το 1912, το 1922, το 1955 ή ακόμη το 1974. Με το Σχέδιο Ανάν δεν υπάρχει καμία ιστορική αλλαγή, με όρους επανένωσης δύο λαών. Εκτός και αν το γεγονός της κατάργησης της Κυπριακής Δημοκρατίας, η δυσλειτουργικότητα του Σχεδίου που θα αυξήσει τις συγκρούσεις μεταξύ των δύο πλευρών ή η νομιμοποίηση της χρήσης βίας από τον ίδιο τον Ο.Η.Ε. που την απαγορεύει θεωρηθούν, στην αρνητική κατεύθυνση, ιστορικά γεγονότα.

Η «λύση» δεν είναι μοναδική. Και μόνο ο αριθμός «5» του Σχεδίου Ανάν ή των ισάριθμων σχεδίων που φέρουν το όνομα προηγούμενων Γενικών Γραμματέων του ΟΗΕ δείχνει ότι το συγκεκριμένο σχέδιο που παραδόθηκε στα δύο μέρη μετά την επιδιαιτησία του Ανάν. Θα μπορούσε να δοθεί, για παράδειγμα, μία λύση από τις ίδιες τις κοινωνίες όπως έγινε με την επανένωση της Γερμανίας το 1989, μία λύση από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η παρούσα «λύση» όμως δεν είναι μοναδική ούτε από πλευράς τελειότητας. Το Σχέδιο Ανάν σαφώς δεν είναι δίκαιο (σημείο στο οποίο υπήρξαν σοβαρές υποχωρήσεις από την Ελληνική πλευρά) και εμφανώς δεν είναι ούτε βιώσιμο ούτε λειτουργικό. Επιπλέον, το Σχέδιο είναι σαφώς ανολοκλήρωτο, καθώς χρειάζονται δεκάδες νόμοι οι οποίοι πρέπει και απομένει να συμφωνηθούν μεταξύ των δύο πλευρών ώστε να λειτουργήσει το πρωτοφανές για τα πολιτικά δεδομένα της σύγχρονης εποχής κρατικό μόρφωμα που δημιουργεί.

Η λύση αυτή προφανώς και δεν είναι η τελευταία. Τίποτε δεν είναι τελικό στο αέναο του χρόνου γύρισμα. Η ιστορία είτε γραμμική είτε κυκλική είτε, τέλος, σπειροειδής εξελίσσεται επιβεβαιώνοντας το «τα πάντα ρεî» του Ηρακλείτου. Στη ζωή των λαών, των κρατών ή των πολιτισμών ο χρόνος είναι διαφορετικός και σαφώς δεν καταγράφεται με βάση τα δεδομένα της προσωπικής ζωής εκάστου ανθρωπίνου όντος. Ήταν μεγάλη ή μικρή η διάρκεια της Ρωμαϊκής, της Βυζαντινής ή της Βρετανικής αυτοκρατορίας; Ήταν πολλά τα 45 χρόνια που διήρκεσε η διαίρεση της Γερμανίας; Ή, ήταν πολλά ή λίγα τα 400 ή τα 700 χρόνια που κατά περιοχές κράτησε ο οθωμανικός ζυγός στην Ελλάδα; Και μετά βεβαιότητας η «λύση» δεν είναι η τελευταία, διότι ήδη αρχίζει να διαφαίνεται μία προσπάθεια Ευρωπαϊκής λύσης.

Τέλος, απέναντι στην κινδυνολογία που καλλιεργείται χρειάζεται ψυχραιμία και νηφαλιότητα. Διότι, σε κάθε περίπτωση υπάρχουν κάποια αδιαμφισβήτητα δεδομένα: πρώτον, η Κύπρος, στις 1.5.2004, θα ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση· δεύτερον, κανένα κράτος δεν μπορεί να αναγνωρίσει τυπικά το ψευδοκράτος, έχοντας προηγουμένως επικυρώσει τη Συνθήκη προσχώρησης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ένωση· τρίτον, θα συνεισφέρει στον κοινοτικό προϋπολογισμό και δεν περιμένει να εισπράξει από κανένα τρίτο ή τέταρτο κοινοτικό πλαίσιο στήριξης· τέλος, μετά την 1η.5, είναι βέβαιο πως ξένα στρατεύματα θα σταθμεύουν παρανόμως στην επικράτεια κράτους μέλους της Ένωσης. Σε κάθε περίπτωση πολιτικές πιέσεις θα υπάρχουν.Αλλά θα είναι μόνο πολιτικές.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Το παρακάτω άρθρο δημοσιεύτηκε στον Φιλελεύθερο στις 21 Μαρτίου του 2004. Κρίνω σκόπιμο να το επαναδημοσιεύσω σήμερα, εφτά χρόνια αργότερα, για να θυμίσω σε όσους παρακολουθούσαν το ζήτημα και τότε, αλλά και για να παρουσιάσω την άποψή μου στους νεότερους, και κυρίως στους φοιτητές μου, με τους οποίους συζητούμε το Κυπριακό. Υποστήριζα τότε ότι το Σχέδιο Ανάν δεν ήταν ούτε δίκαιη, ούτε βιώσιμη, ούτε λειτουργική λύση, και η θέση μου αυτή εφτά χρόνια αργότερα έχει επιβεβαιωθεί.

Περίπου ένα μήνα πριν, (Φεβρουάριος 2004) ο πρωθυπουργός της Τουρκίας ήταν στις ΗΠΑ, επισκεπτόμενος την Ουάσινγκτον αλλά και τη Ν. Υόρκη. Μετά από λίγο ο Γενικός Γραμματέας (Γ.Γ.) του ΟΗΕ, εξήγγειλε την πρωτοβουλία του για λύση του Κυπριακού πριν την 1.5.2004, ημερομηνία προσχώρησης της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ). Το επίσημο Ελλαδικό κράτος, εμπλεκόμενο στις προεκλογικές διαδικασίες ήταν απόν, τόσο πέραν του Ατλαντικού όσο και στην Ευρώπη. Και το Κυπριακό εφησύχαζε με την αναμενόμενη αδιαλλαξία του Ντεκτάς.

Για μία ακόμη φορά το Κυπριακό είναι στην επικαιρότητα και για κάποιους ήταν η ευκαιρία να πουν πως βαρεθήκαμε πια και πως πρέπει επιτέλους να δοθεί μία λύση. Μόνο που η προδιαγραφόμενη λύση δεν πρόκειται να μας απαλλάξει από τα «προβλήματα». Αντίθετα, μάλιστα, θα προσθέσει καινούργια και στην Ελλάδα και στην ΕΕ. Και τούτο διότι, με βάση τα όσα μπορούμε να γνωρίζουμε, η «λύση» δεν θα είναι ούτε δίκαιη, ούτε βιώσιμη, ούτε λειτουργική.

Το ότι δεν θα είναι δίκαιη το γνωρίζαμε από χρόνια. Μία δίκαιη λύση θα σήμανε την απομάκρυνση ενός πολύ μεγάλου ποσοστού των εποίκων, αποκατάσταση των ζημιών, πληρωμή αποζημιώσεων, πλήρη πληροφόρηση για την τύχη των αγνοουμένων. Το ότι δεν θα είναι βιώσιμη ίσως αρχίζουμε να το καταλαβαίνουμε τώρα. Αυτό που εμείς μεταφράζουμε ως «βιώσιμη», στο λεξιλόγιο του Γ.Γ. υπάρχει ως "comprehensive", δηλαδή «συνολική». Πάντως, το βιώσιμη λύση είχε εσχάτως συνδεθεί με το «λειτουργική» λύση και αυτή με την εναρμόνιση προς το κοινοτικό κεκτημένο.

Μετά τη συμφωνία της Ν. Υόρκης, η λύση δεν διαφαίνεται πως θα είναι λειτουργική, και τούτο για τους παρακάτω λόγους. Πρώτον, διότι δεν υπάρχει τρόπος που να διασφαλίζει την εναρμόνιση της όποιας λύσης με το κοινοτικό κεκτημένο. Βεβαίως οι δύο πλευρές θα συνευρεθούν μεταξύ 1 και 24 Μαρτίου για να συζητήσουν όλα τα συναφή με το κεκτημένο ζητήματα. Όμως για ποιο λόγο η Τουρκοκυπριακή πλευρά να δεχθεί όλες τις πρόνοιες του κοινοτικού κεκτημένου που προβλέπει, μεταξύ άλλων, ελευθερία μετακίνησης και εγκατάστασης αλλά και πλήρη σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των κανόνων της Δημοκρατίας. Δεύτερον, διότι όποια και να είναι η τελική συμφωνία, αυτή, κατά δήλωση του Γ.Γ., θα ενσωματωθεί στις συνθήκες της ΕΕ, ακόμη και αν συνιστά εξαίρεση στο κοινοτικό κεκτημένο. Το γεγονός αυτό επιτείνει τους λόγους αδιαλλαξίας της Τουρκοκυπριακής πλευράς. Τρίτον, διότι η ΕΕ, αυτή στην οποία θα ενταχθεί στις 1.5.2004 η Κυπριακή Δημοκρατία, δεν θα είναι πολιτικά παρούσα στις διαπραγματεύσεις. Απλώς, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το γραφειοκρατικό όργανο της ΕΕ, μπορεί να χρησιμεύσει ως σύμβουλος του Γ.Γ., σε ζητήματα τεχνικής φύσεως. Τέταρτον, σε περίπτωση που τα μέρη δεν θα συμφωνήσουν, ο Γ.Γ. θα συμπληρώσει μόνος του τα κενά της συμφωνίας.

Συνεπώς, αν δεν αποχωρήσουν οι Τουρκοκύπριοι για τους δικούς τους λόγους και τελικώς βρεθεί μία «λύση», αυτή η λύση δεν θα είναι λειτουργική και θα δημιουργήσει μία νέα σειρά προβλημάτων τόσο στην Ελλάδα όσο και στην ΕΕ. Το γνωστό δυσλειτουργικό σχέδιο Ανάν, αντί να δημιουργήσει ένα ομοσπονδιακό και λειτουργικό κράτος θα δημιουργήσει ένα παγκοσμίως πρωτότυπο μόρφωμα που θα εντείνει τις αντιπαραθέσεις και θα αυξήσει τις παρεμβάσεις της Τουρκίας αλλά και του Ηνωμένου Βασιλείου στο εσωτερικό του. Ταυτοχρόνως, η Τουρκία θα απαλλαγεί από τη συγκεκριμένη υποχρέωση επίλυσης του Κυπριακού, διευκολύνοντας την πορεία της προς την ΕΕ και αυξάνοντας φυσικά τις φυγόκεντρες δυνάμεις μέσα σε αυτήν. Όσο για την Ελλάδα, αναρωτιέμαι σε ποιο βαθμό θα μπορέσει να παραμείνει αμέτοχη όταν θα αρχίσουν να εμφανίζονται οι δυσλειτουργίες της «λύσης».

 

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Επανέρχομαι σε θέμα προηγούμενης ανάρτησής μου με τίτλο «Η Ελλάδα σε πυρηνικό κλοιό». Από τα σχόλια φίλων και φοιτητών μου, αντιλαμβάνομαι ότι δημιουργήθηκε κάποια σύγχυση. Πολλοί ρωτούν αν προτείνω η Ελλάδα να κινηθεί προς την πυρηνική επιλογή.

Είναι βέβαιο ότι δεν προτείνω αυτό. Και να το έκανα, θα εισηγούμουν κάτι μη εφικτό υπό τις παρούσες συνθήκες, άρα θα υπέβαλα λάθος πρόταση.

Παρά το ότι στο παρελθόν η χώρα μας έχει τουλάχιστον τρεις φορές (και το '70 και το '80 και το '90) φλερτάρει με την ιδέα, ο σκοπός του κειμένου μου δεν ήταν αυτός. Σκοπός μου ήταν να ανοίξει η δημόσια συζήτηση για το θέμα, που είναι ευρύ με ποικίλες διαστάσεις και έχει τεράστια σημασία. Διότι το πυρηνικό εν γένει και, κυρίως, οι πυρηνικές βλέψεις της Άγκυρας πρέπει να συζητηθούν. Και να καταλήξουμε τελικά, ως λαός και ως κράτος, στο πώς θα το αντιμετωπίσουμε.

Γνωρίζουμε τα σχέδια της Τουρκίας στο Ακούγιου για πάνω από είκοσι χρόνια και δεν κάναμε τίποτε. Αν καθυστέρησαν τα σχέδια της Τουρκίας, τούτο οφείλεται στους Έλληνες του εξωτερικού και, ιδιαίτερα, του Καναδά, οι οποίοι απέτρεψαν την πώληση του πυρηνικού αντιδραστήρα CANDU στην Τουρκία, πριν από 10 περίπου χρόνια. Από την άλλη βέβαια, η Τουρκία διαθέτει και βαλλιστικούς πυραύλους, ενώ το Πακιστάν έχει τροφοδοτήσει τη γείτονα με σχετικά μυστικά∙ θυμηθείτε το πήγαινε-έλα Τσιλέρ και Μπούτο.

Δυστυχώς εμείς δεν έχουμε κανένα σχέδιο, καμία στρατηγική για να σπάσουμε τον κλοιό των πυρηνικών γύρω από τη χώρα μας. Κι αυτό είναι γεγονός!

Τι σχέση έχει τώρα η αποτροπή, στην οποία αναφέρθηκα στην προηγούμενη ανάρτηση και αναφέρομαι διαχρονικά; Με αυτήν, ως κεντρική ιδέα μίας στρατηγικής, μπορείς να κάνεις δύο πράγματα. Πρώτον να εμποδίσεις την ανάπτυξη τέτοιων σχεδίων και, δεύτερον, να αντιταχθείς στον όποιον εκβιασμό μπορεί να σου ασκήσει ένας γείτονας. Και τούτο δεν είναι δύσκολο. Αφού πρώτα συνειδητοποιήσουμε ότι η γειτονική χώρα δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει όπλα μαζικής καταστροφής τόσο κοντά στην επικράτειά της, γνωρίζοντας στρατηγική, μπορούμε να αποτρέψουμε τον όποιο εκβιασμό. Αυτός ήταν και ο δεύτερος στόχος του κειμένου: ότι καλό θα ήταν να μην επιδιδόμαστε σε «έπεα πτερόεντα», αλλά ως πολίτες και ως χώρα να κατανοούμε τη στρατηγική και να δρούμε βάσει αυτής.

Οφείλω να πω πως δεν μου αρέσει ότι ο πλανήτης έχει γεμίσει με ραδιενεργά υλικά. Με ενοχλεί, όμως, ότι όλες οι χώρες γύρω μας έχουν γεμίσει με πυρηνικά εργοστάσια κι ακόμη περισσότερο ότι μία χώρα, που φιλοδοξεί να ηγεμονεύσει στην περιοχή και όχι μόνο, θα απειλεί καθημερινά την ελευθερία και τη δημιουργία τής επόμενης ή των επόμενων γενεών όλων των γειτονικών της χωρών.

Κλείνοντας, επιτρέψτε μου να σημειώσω πως θεωρώ ως σημαντικά όπλα της χώρας μας τον Απόδημο Ελληνισμό (που μειώνεται), την εμπορική μας ναυτιλία (που μειώνεται), την ευφυΐα του Έλληνα (που κι αυτή μειώνεται...). Στη γενικότερη κατάπτωση, καταφύγιο είναι η κλασσική και διαχρονική σκέψη, του Αριστοτέλη, του Πλάτωνα, του Ξενοφώντα, του Αριστοφάνη, και, φυσικά, του Θουκυδίδη που μας θυμίζει: «πρός δέ τούς αστυγείτονες πάσι, τό αντίπαλον καί ελεύθερον καθίσταται».

Για όσους ξέρουν Τουρκικά μπορούν να διαβάσουν το κείμενο για τις θέσεις του AKP στην ενέργεια συμπεριλαμβανομένης και της πυρηνικής. Προς επιβεβαίωση της αυθεντικότητας του κειμένου, παραθέτω τον σύνδεσμο εδώ.

3.10-ENERJİ

* Dışa bağımlı doğalgazın kullanıldığı enerji santrallerine alternatif veya ikame yatırım olarak, gerekli güvenlik ve çevre koruma önlemleri alınmak suretiyle, nükleer enerji santralleri kurulacaktır. Böylece ekonominin ihtiyaç duyduğu ucuz enerji sağlanmış olacaktır. *

Για όσους δεν γνωρίζουν, χάρη σε έναν φίλο, τον οποίο ευχαριστώ, ακολουθεί η μετάφραση:

«Λαμβάνοντας τα αναγκαία μέτρα ασφάλειας [για την προστασία του πολίτη] και την

προστασία του περιβάλλοντος, θα ιδρυθούν σταθμοί παραγωγής πυρηνικής ενέργειας

ως εναλλακτική λύση στους σταθμούς ενέργειας που λειτουργούν με φυσικό αέριο,

[οι οποίοι αυξάνουν] την εξάρτηση [της χώρας από] το εξωτερικό. Έτσι θα

εξασφαλιστεί [η πρόσβαση] σε λιγότερο δαπανηρές [πηγές] ενέργεια[ς] [για την]

οικονομία [της χώρας]».

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Πέμπτη, 17 Μάρτιος 2011 11:13

Η Ελλάδα σε πυρηνικό κλοιό...!

Μετά τα πυρηνικά ατυχήματα στην Ιαπωνία, «ξυπνήσαμε» και στην Ελλάδα, συνειδητοποιώντας ότι περιβαλλόμαστε από χώρες που επιδίδονται στη χρήση πυρηνικής ενέργειας ή σε προσπάθειες απόκτησης πυρηνικών όπλων.  Και, ως εκ θαύματος, ήρθαν και πάλι στην επιφάνεια της επικαιρότητας τα σχέδια της Τουρκίας να κατασκευάσει πυρηνικό εργοστάσιο στο Ακούγιου, πάνω σε σεισμικό ρήγμα και απέναντι από την Κύπρο.  Όμως το σχέδιο για το Ακούγιου υπάρχει προ του 2000, όπως και οι προσπάθειες της Άγκυρας για πυρηνικά όπλα.  Άλλωστε και το κόμμα του Ερντογάν, το AKP, στο κυβερνητικό του πρόγραμμα, πριν έρθει για πρώτη φορά στην εξουσία, αναφερόταν στη χρήση πυρηνικής ενέργειας.

Tα σχέδια της Άγκυρας με οδήγησαν, το 2000, στη συγγραφή και έκδοση του βιβλίου Αποτροπή και Πυρηνική Στρατηγική στον Ψυχρό Πόλεμο.

Επιλέγω τρεις παραγράφους από την εισαγωγή του βιβλίου:

“Τα πυρηνικά οπλικά συστήματα δεν έπαψαν όμως να υπάρχουν και να διαδίδονται.  Οι πυρηνικές δοκιμές χωρών όπως η Ινδία και το Πακιστάν - απόρροια της οριζόντιας πυρηνικής διασποράς - ήρθαν να μας θυμίσουν το 1998 και το 1999 ότι τα πυρηνικά παραμένουν ένας σημαντικός συντελεστής ισχύος στη διεθνή σκακιέρα, ότι ο αριθμός των κατεχόντων ή των εν δυνάμει κατεχόντων πυρηνικά αυξάνεται και, συνεπώς, ότι το πρόβλημα των πυρηνικών και της διάδοσής τους θα έπρεπε να εξετασθεί πολιτικά και επιστημονικά κάτω από ένα νέο πρίσμα, στα πλαίσια, δηλαδή, του μονοπολικού συστήματος και των σχέσεων όχι πλέον μόνον των υπερδυνάμεων, αλλά και των περιφερειακών και συχνά γειτονικών δυνάμεων”.

……..

“… ύστατος αλλά ίσως και πλέον σημαντικός λόγος, είναι ότι στην Ελλάδα θα πρέπει να αρχίσουμε να σκεπτόμαστε συστηματικά σε επίπεδο πυρηνικής στρατηγικής για την περίπτωση που η γείτων χώρα - της οποίας το ενδιαφέρον είναι και δεδομένο και γνωστό -  αποκτήσει πυρηνικά όπλα.  …”

……..

“… παρά το ότι η Ελλάδα δεν είναι πυρηνική δύναμη και το πιθανότερο είναι ότι δεν σκέφτεται να γίνει (κάτι που φυσικά στα πλαίσια μίας σχέσης δράσης-αντίδρασης εξαρτάται από τις κινήσεις της Τουρκίας), στόχος από τη μελέτη της αποτρεπτικής πυρηνικής στρατηγικής είναι να γίνουν κάποιες αρχές των διεθνών σχέσεων κατανοητές και να βρουν εφαρμογή στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.  Αυτές βέβαια, όπως επανειλημμένα έχει τονισθεί, είναι γνωστές από την εποχή του Θουκυδίδη: η ισχύς αντιμετωπίζεται ή αποτρέπεται με ισχύ και συμφωνίες γίνονται μόνο στη βάση ισορροπίας της ισχύος.  Όμως, ίσως να είναι χρήσιμο για τους νεοέλληνες, ειδικά για εκείνους με την εξωελληνική νοοτροπία, να μελετήσουν την κατά γράμμα εφαρμογή των θεμελιωδών αυτών αρχών των διακρατικών σχέσεων στη στρατηγική των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ.  Σε κάθε περίπτωση, η μελέτη τής αποτρεπτικής πυρηνικής στρατηγικής θα οδηγήσει στον περιορισμό τού φαινομένου της υποτίμησης των ελληνικών δυνατοτήτων, το οποίο οφείλεται, κατά τους Ήφαιστο και Πλατιά, στην "άγνοια και την ημιμάθεια των μηχανισμών και των λειτουργιών του φαινομένου της αποτροπής και την έλλειψη περιβάλλοντος γνώσης γύρω από το θέμα αυτό"”.
Τέλος, μιλώντας για την πυρηνική αποτροπή θα πρέπει να έχουμε πάντα κατά νου τα λόγια Γλαύκωνα, που παραθέτω και στο προοίμιο του βιβλίου μου, έτσι, όπως διατυπώνονται στην Πολιτεία του Πλάτωνα: “τὸ μὲν ἀδικεῖν ἀγαθόν, τὸ δὲ ἀδικεῖσθαι κακόν”, δηλαδή “Είναι καλό πράγμα να αδικεί κανείς, αλλά κακό να αδικείται”. Οι κάτοχοι πυρηνικών όπλων δηλοποιούν ότι θα “αδικήσουν” τον αντίπαλό τους. Καθένας, όμως, θεωρεί μέγιστό κακό να “αδικηθεί”, να δεχθεί δηλαδή ένα πυρηνικό πλήγμα... Τούτο, όμως, δεν μπορεί να συμβεί μεταξύ αντιπάλων κατόχων πυρηνικών όπλων, καθώς και οι δύο κινδυνεύουν ταυτόχρονα και να “αδικήσουν” και να “αδικηθούν”. Η ταυτόχρονη ύπαρξη των δύο ενδεχομένων οδηγεί στην αδυναμία να πληγεί ο αντίπαλος, χωρίς να υποστεί πλήγμα ο επιτιθέμενος, οδηγεί, δηλαδή, στην αυτοσυγκράτηση και στη συνύπαρξη. Κατά τον Γλαύκωνα: “τοῖς μὴ δυναμένοις τὸ μὲν (ἀδικεῖσθαι) ἐκφεύγειν τὸ δὲ (ἀδικεῖν) αἱρεῖν δοκεῖ λυσιτελεῖν συνθέσθαι ἀλλήλοις μήτ’ ἀδικεῖν μήτ’ ἀδικεῖσθαι”. Δηλαδή εκείνοι που κατάλαβαν “ότι δεν μπορούν να αποφεύγουν τις αδικίες των άλλων, ούτε και οι ίδιοι να αδικούν κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι είναι συμφερότερο να συμφωνήσουν μεταξύ τους μήτε να αδικούν μήτε να αδικούνται”.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Σάββατο, 26 Φεβρουάριος 2011 12:40

Σχέσεις Ελλάδας & Αρμενίας

Συνέντευξη στην Αρμενική εφημερίδα ΑΖΑΤ ΟΡ,  24 Φεβρουαρίου 2011

 

Κε καθηγητά, σε μια περίοδο κατά την οποία επιτείνονται τα πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα της χώρας, προφανώς απαιτείται επαναπροσδιορισμός του ρόλου της εκπαίδευσης των νέων. Ποιές είναι οι προϋποθέσεις για μια σωστή εκπαίδευση που να ανταποκρίνεται στις προκλήσεις της σύγχρονης εποχής στην Ελλάδα;

Η άποψή μου είναι κλασσική.  Η εκπαίδευση ξεκινά από το δημοτικό και, περισσότερο ως πολίτης και ως πατέρας, θεωρώ ότι τα παιδιά χρειάζεται να μάθουν καλά δύο βασικά πράγματα: γράμματα και αριθμούς∙ όλα τα άλλα θα έρθουν μόνα τους.  Επιπλέον, στον τομέα της παιδείας, χρειάζεται να τους εμφυσήσουμε επίσης δύο πράγματα: τη συνείδηση ότι τα δικαιώματα στηρίζονται και πηγαίνουν μαζί με υποχρεώσεις, και την πίστη ότι υπηρετώντας το σύνολο, υπηρετούμε τον εαυτό μας.  Τέλος, χρειάζεται να επαναλάβουμε και να διδάξουμε με το παράδειγμά μας την κλασσική αλήθεια, ότι τα αγαθά κόποις κτώνται. 

 

Για την κρίση που αντιμετωπίζει η ελληνική κοινωνία θεωρούμε, ως επί το πλείστον, υπεύθυνες τις εκάστοτε κυβερνήσεις. Πέραν της γενικής δυσαρέσκειας που έχει καταλάβει όλους τους πολίτες της χώρας για την παρούσα κατάσταση, οι απόψεις που διατυπώνονται ως προς τα αίτια της κρίσης, καθώς και οι προτεινόμενες λύσεις για έξοδο από αυτήν, ποικίλλουν δραματικά. Έτσι, άλλοι μιλούν για λανθασμένες πολιτικές επιλογές, άλλοι για έλλειψη αποφασιστικότητας, άλλοι για έλλειψη κοιινωνικής ευαισθησίας, και ούτω καθ'εξής. Θα μας ενδιέφερε να γνωρίζουμε, πως αξιολογείτε εσείς την παρούσα κατάσταση; 

Ασφαλώς και υπάρχει πολιτική ευθύνη των ανθρώπων που τιμήθηκαν και εξελέγησαν να κυβερνήσουν.  Όμως εξελέγησαν από κάποιους και κλήθηκαν να υπηρετήσουν ή και να ευχαριστήσουν αυτούς που τους εξέλεξαν.  Εξ αυτού, η ευθύνη διαχέεται και προς τους πολίτες.  Θεωρώ ότι είναι άδικο και ζημιώνει το πολιτικό σύστημα και τη δημοκρατία - δηλαδή, το κλαδί που πάνω του όλοι καθόμαστε - να ισχυριζόμαστε ότι φταίνε μόνο οι πολιτικοί ή το πολιτικό σύστημα.  Σε μία δημοκρατία υπεύθυνων πολιτών, όλοι πρέπει να κάνουμε την αυτοκριτική μας και να αποδεχόμαστε το μερίδιο των ευθυνών που μας αναλογεί, φυσικά σε άλλους πολύ περισσότερο και σε άλλους πολύ λιγότερο.  Διαφορετικά ισοπεδώνουμε και μηδενίζουμε τα πάντα. 


Ας έρθουμε σε ειδικότερα θέματα που αφορούν την Ελλάδα και την Αρμενία. Ως καθηγητής διεθνών σχέσεων, ποιά θεωρείτε πως είναι τα κυρίαρχα στοιχεία για τη βελτίωση και περαιτέρω ανάπτυξη της καλής συνεργασίας μεταξύ των δυο χωρών;

Νομίζω ότι δεν χρειάζεται να είναι κανείς καθηγητής Διεθνών Σχέσεων για να γνωρίζει τις ισχυρότατες σχέσεις μεταξύ των δύο λαών που για πολύ μεγάλο διάστημα είχαν ουσιαστικά ενωθεί και που η ιστορία χώρισε σε δύο διαφορετικές γωνιές της περιοχής μας.  Επίσης χρειάζεται κοινός νους για να αντιληφθεί κανείς τα κοινά συμφέροντα.  Άρα, οι προϋποθέσεις υπάρχουν.  Εκείνο το οποίο απαιτείται - και αυτό υποστηρίζω σταθερά ως Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων - είναι να χαραχθεί, με σοβαρότητα και με πίστη στην κοινή στόχευση, μία στρατηγική για το μέλλον.  Χωρίς κοινή στρατηγική και χωρίς πίστη στην εφαρμογή της τα πράγματα θα μείνουν ως έχουν.  Αν μείνουν ως έχουν όχι μόνο οι δύο πλευρές δεν θα ωφεληθούν, αλλά, μεσοπρόθεσμα, καθώς άλλοι θα προχωρούν, θα καταγράψουν τις αρνητικές συνέπειες της αδράνειάς τους.

 

Τι προοπτικές ανάπτυξης συνεργασίας υπάρχουν μεταξύ των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων των χωρών (στην προκειμένη περίπτωση ιδιαίτερα μεταξύ Ελλάδας και Αρμενίας) και πού εξυπηρετεί η θέσπιση κοινών προγραμμάτων ή ανταλλαγής των φοιτητών;

Ασφαλώς οι δυνατότητες είναι μεγάλες και, μάλλον, ανεξερεύνητες.  Αναφερόμενος μόνο στο δικό μου κλάδο, θεωρώ ότι έχουμε τεχνογνωσία στον τομέα της επιστήμης των Διεθνών Σχέσεων και των Ευρωπαϊκών σπουδών.  Αντιστοίχως, από την πλευρά της Αρμενίας έχουμε να μάθουμε πολλά για τον Καύκασο, τη Ρωσία, την Κεντρική Ασία.  Όμως, πέρα από τη γνώση, η ανταλλαγή φοιτητών συμβάλλει στο να γνωριστούν καλύτερα οι νέοι, να καταγράψουν τα κοινά του παρελθόντος και να αντιληφθούν την πρόκληση των κοινών συμφερόντων και ευκαιριών του μέλλοντος. 

 

Η Ελλάδα και η Αρμενία έχουν υπoγράψει αρκετά μνημόνια συνεργασίας σε πολλούς τομείς. Τι είδους συνεργασία και σε ποιούς τομείς ειδικότερα θα προτείνατε εσείς για το μέλλον;

Εγώ δεν έχω να προτείνω περαιτέρω συμφωνίες, όχι γιατί δεν θα μπορούσαν να γίνουν και άλλες.  Πιστεύω όμως ότι πρώτα πρέπει να ενεργοποιηθούν οι υφιστάμενες και να αποδώσουν καρπούς.  Να δώσω ένα παράδειγμα. Κάθε Ελληνικό πανεπιστήμιο έχει υπογράψει δεκάδες συμφωνίες συνεργασίας με πανεπιστήμια απανταχού της γης∙ από αυτές ελάχιστες είναι ενεργές και χρήσιμες.  Θα ήθελα όμως να προσθέσω ότι για την ενεργοποίηση αυτών των συμφωνιών τεράστιο ρόλο παίζουν οι πολίτες των δύο χωρών και, εν προκειμένω, τεράστιο ρόλο μπορούν να παίξουν και οι Αρμενικής καταγωγής Έλληνες.  Επιτρέψτε μου ακόμη ένα παράδειγμα ή πρόταση: δεν θα ήταν καλό να οργανώνονται εκδηλώσεις, ομιλίες, ημερίδες, στα Πανεπιστήμια ώστε οι νέοι μας να γνωρίσουν περισσότερα για την Αρμενία; 


Όπως γνωρίζετε η Τουρκία κρατά κλειστά τα σύνορά της με την Αρμενία, ενώ συγχρόνως προσπαθεί να επιδείξει δυναμική και ηγεμονική παρουσία στην ευρύτερη περιοχή. Ομοίως συνεχίζει την κατοχή της Βόρειας Κύπρου και παραβιάζει συνεχώς τον εναέριο χώρο της Ελλάδας. Ενώ δείχνει πως θέλει να αναβαθμίσει τις σχέσεις της με τα γειτονικά κράτη, παρ' όλα αυτά, δεν οπισθοχωρεί ούτε χιλιοστό από τις θέσεις της. Πως συνάδουν όλα αυτά;

Αυτά, όπως ευλόγως υπονοείτε, δεν συνάδουν με μία πολιτική καλής γειτονίας.  Η πολιτική της Τουρκίας, όπως ο ίδιος ο Νταβούτογλου την έχει ονομάσει και επιχειρεί να εφαρμόσει, είναι μία πολιτική «μηδενικών προβλημάτων» με τους γείτονες.  Και τούτο με στόχο να κερδίσει χρόνο, να πετύχει την εσωτερική ενδυνάμωση και, όπως εύστοχα παρατηρείτε, να συμπεριφερθεί εν συνεχεία ως ο ηγεμόνας της περιοχής.  Όμως στην προσπάθεια αυτή, των «μηδενικών προβλημάτων» και της αναζήτησης νέων οριζόντων στην Ανατολή, η Τουρκία αφενός δεν κάνει υποχωρήσεις (Γιατί να ανοίξει τα σύνορα με την Αρμενία; Γιατί να τερματίσει την κατοχή στην Κύπρο;) και εκτίθεται αποκαλύπτοντας τις στοχεύσεις της, αφετέρου ενοχλεί άλλους, σημαντικούς παίκτες του διεθνούς συστήματος.  Γι αυτό, όπως έχω προσφάτως επιχειρηματολογήσει, θεωρώ ότι η Τουρκία βραχυπρόθεσμα θα καταγράψει αποτυχίες.Ήδη οι σχέσεις της με το Ιράν και τη Συρία και οι ανακολουθίες της απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν τρώσει την αξιοπιστία της στη Δύση, ενώ οι τριβές της με το Ισραήλ έχουν ήδη ζημιώσει τα στρατηγικά της συμφέροντα∙ εκτιμώ δε πως σύντομα θα ζημιώσουν και τα οικονομικά της.  
Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Κυριακή, 30 Ιανουάριος 2011 16:10

Εξωτερική πολιτική και κρίση

την Παρασκευή 28 Ιανουρίου

 

Σε πείσμα της εσωστρέφειας που δημιούργησε η οικονομική κρίση, τα θέματα της εξωτερικής μας πολιτικής συνεχίζουν να αυξάνονται και να επιζητούν αντιμετώπιση. Φαίνεται δε ότι, όπως δεν υπάρχει στρατηγική εξόδου από την κρίση, έτσι δεν υπάρχει και στρατηγική στην εξωτερική μας πολιτική. Χειρότερα, η εξωτερική μας πολιτική πιθανώς θυσιάζεται στο βωμό της κρίσης, ενώ αντίθετα θα μπορούσε με έξυπνες κινήσεις, όπως με την οριοθέτηση της ελληνικής ΑΟΖ, να μετατραπεί σε εργαλείο αντιμετώπισής της. Βεβαίως υπήρξαν συναντήσεις με τα Σκόπια, την Τουρκία, αλλά και το Ισραήλ. Ομως ο πολίτης δεν μπορεί να διακρίνει ποιοι είναι οι στόχοι της πολιτικής μας. Και τούτο διότι είτε αυτοί δεν έχουν δημοσιοποιηθεί, οπότε υπάρχει μυστική διπλωματία, είτε, χειρότερα, δεν υπάρχουν. Ετσι, σημαντικά ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα. Ποια είναι η κεντρική στόχευσή μας απέναντι στην Τουρκία; Είναι πολιτική επίλυσης διαφορών από θέση ίσης ισχύος, είναι πολιτική σύμπλευσης ή είναι πολιτική κατευνασμού; Ποια είναι η επιδίωξή μας και η τακτική μας στο νέο γύρο διαπραγματεύσεων για το όνομα της Μακεδονίας; Θα στηρίξουμε πραγματικά τις προσπάθειες που από βελτιωμένη πλέον θέση κάνει η Κύπρος, ώστε να λήξει η εισβολή και κατοχή; Εύλογα κάποιος θα αντέτεινε ότι όταν χρωστάς δεν μπορείς να κάνεις εξωτερική πολιτική.

ΛΑΘΟΣ. Πρώτον, διότι δεν χρωστάμε στην Τουρκία, τα Σκόπια ή σε οποιονδήποτε γείτονά μας.  Δεύτερον, διότι διαθέτουμε άλλα συγκριτικά πλεονεκτήματα απέναντί τους. Τρίτον, διότι, ακόμη και σε περίοδο ισχνών αγελάδων, η εξωτερική πολιτική είναι θέμα προτεραιοτήτων, στρατηγικής και αποφασιστικότητας. Είναι θέμα πολιτικών επιλογών. Η Κύπρος μάς διδάσκει το πώς ένα μικρό κράτος, υπό την απειλή του εισβολέα, αξιολόγησε την αναδυόμενη ενεργειακή κατάσταση της περιοχής και προχώρησε αποφασιστικά. Ισως δε οι κινήσεις της άρχισαν να αποδίδουν, κρίνοντας από την επίσκεψη Μέρκελ και τις δηλώσεις της για το Κυπριακό. Εμείς φαίνεται πως δεν έχουμε καν αξιολογήσει την κατάσταση.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Οι Αλλαγές μετά τη Συμφωνία Κύπρου-Ισραήλ


Συνέντευξη στην Εφημερίδα ο Φιλελεύθερος
Δημοσιεύτηκε στις 17 Ιανουαρίου του 2011. (ερωτήσεις: Κώστας Βενιζέλος) 


Η πρόσφατη συμφωνία Κύπρου-Ισραήλ για καθορισμό της ΑΟΖ μεταξύ των δυο χωρών ανατρέπει το σκηνικό στην περιοχή μας;

Είναι νωρίς ακόμη για να κρίνει κανείς.  Οι αλλαγές στη συμπεριφορά των κρατών χρειάζονται χρόνο για να αποκρυσταλλωθούν.  Όπως πάντα λέω και γράφω, ο χρόνος στη ζωή των κρατών είναι διαφορετικός, πολύ πιο αργός από το χρόνο στη ζωή των ανθρώπων.  Ασφαλώς, σε συνδυασμό και με τα ορατά ανοίγματα του Ισραήλ προς την Ελλάδα, η συμφωνία θέτει σοβαρές βάσεις για αλλαγή κλίματος.  Όχι όμως, επί του παρόντος, και για αλλαγή ισορροπιών ισχύος, δεδομένου ότι αυτές προσδιορίζονται κυρίως από συντελεστές στρατιωτικής φύσης και επικαθορίζονται από την ευρύτερη, συστημική ισορροπία.  Σημασία, δηλαδή, έχει και το προς τα πού θα γείρουν και οι μεγάλες δυνάμεις, οι οποίες τη στιγμή αυτή, όντως γέρνουν προς την πλευρά του Ισραήλ και όχι της Τουρκίας.

 

Εκτιμάτε ότι μπορεί Ελλάδα και Κύπρος σε συνεργασία με το Ισραήλ να διαδραματίσουν κάποιο ρόλο στην περιοχή μας; Τουλάχιστον να αξιοποιήσουν τη γεωστρατηγική τους θέση;

Ας μην ξεχνάμε ότι τα κράτη ανταγωνίζονται στο διεθνές σύστημα για απόλυτα και σχετικά οφέλη.  Για το Ισραήλ, Κύπρο και Ελλάδα οι ενεργειακές πηγές συνιστούν καταρχάς απόλυτα οφέλη.  Η άμεση ή έμμεση συμμετοχή τρίτων στα οφέλη ή υποβάθμιση ανταγωνιστών των τριών κρατών συνιστούν έμμεσα οφέλη.  Ασφαλώς, λοιπόν, και μπορούν να αξιοποιήσουν τη στρατηγική τους θέση, παρέχοντας νέες ενεργειακές πηγές και οδούς και εμπλέκοντας υπέρ τους τρίτα κράτη που ενδιαφέρονται για ενεργειακή ασφάλεια.  Σε αντίθεση με το Ισραήλ, που διαθέτει μία αξιοσέβαστη στρατιωτική μηχανή και είναι πιο κοντά στο Ιράκ, το Ιράν και την Κεντρική Ασία, η Ελλάδα και η Κύπρος μπορούν, υπό προϋποθέσεις που ίσως μπορούν πλέον να θέσουν, να παίξουν το ρόλο της ασφαλούς διόδου προς τις περιοχές ενδιαφέροντος, παρέχοντας μία εναλλακτική οδό σε σχέση με αυτήν της Τουρκίας.  Όμως, την οδό αυτή θα θέλουν και άλλοι να προστατέψουν, γεγονός που θα μπορούσε να προκαλέσει και άλλα οφέλη.  Επιπλέον, λόγω των παραπάνω, Κύπρος και Ελλάδα μπορούν να αξιοποιήσουν καλύτερα το πολιτικό κεφάλαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή, κυρίως για την Κύπρο, το επιχειρηματικό πλεονέκτημά τους.  Η επίσκεψη της καγκελαρίου Μέρκελ στην Κύπρο (10.01.2011), ίσως να συνιστά ένα πρώτο δείγμα.

 

Η οικονομική κρίση στην Ελλάδα, πόσο επηρεάζει αυτούς τους σχεδιασμούς;

Η οικονομική κρίση στην Ελλάδα ασφαλώς και επηρεάζει και το δίδυμο Ελλάδας – Κύπρου.  Όμως και σε περίοδο ισχνών αγελάδων είναι θέμα προτεραιοτήτων, σε ποιον τομέα, δηλαδή, θα επιλέξεις να μειώσεις δαπάνες.  Η στάση, δηλαδή της Ελλάδας στα διεθνή, θεωρώ ότι, ακόμη και σήμερα, είναι θέμα πολιτικών επιλογών.  Αυτήν τη στιγμή, εγώ προσωπικά δεν έχω τα στοιχεία ή δεν μπορώ να διακρίνω ποια είναι η κεντρική στόχευση της πολιτικής της έναντι της Τουρκίας.  Είναι πολιτική επίλυσης διαφορών από θέση ίσης ισχύος, είναι πολιτική σύμπλευσης (“bandwagoning”), είναι πολιτική κατευνασμού (“appeasement”);  Δεν είναι ξεκάθαρο.  Σε κάθε περίπτωση, με βάση αυτά που είναι γνωστά, εκτιμώ ότι η οριοθέτηση της Ελληνικής ΑΟΖ μπορεί και υπό τις παρούσες συνθήκες να προχωρήσει.

 

Στη διαχείριση των κρίσεων υπάρχει πάντα ένας ολοκληρωμένος μηχανισμός, ο οποίος λαμβάνει υπόψη και τα δεδομένα που διαμορφώνονται στο ευρύτερο γεωπολιτικό περιβάλλον.  Θεωρείτε ότι η Ελλάδα σήμερα έχει διαμορφώσει ένα τέτοιο μηχανισμό;

Δυστυχώς, όχι∙ άλλωστε, η ανάπτυξη τέτοιων μηχανισμών δεν είναι κάτι που χαρακτήρισε ποτέ το Ελληνικό κράτος.  Μία «ολική εξωτερική πολιτική», όπως την έχω ονομάσει και προτείνει, χρειάζεται αυτό που υπονοεί η ερώτησή σας: προετοιμασία και συνέργεια των συντελεστών ισχύος, εκμετάλλευση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων και αυτοματισμούς κατά την πρόσληψη των ερεθισμάτων, την εκπόνησή της και, κυρίως, συντονισμό και αποτελεσματικότητα κατά την εκτέλεσή της.

 

Υποστηρίζετε πάντα ότι η Τουρκία δεν είναι αναβαθμισμένη και πως δεν έχει κέρδη στη διεθνή σκακιέρα.  Πώς εξηγείτε αυτή τη θέση σας;

Ναι, την υποστηρίζω πάντα.  Καταρχάς, εκ του αντιθέτου, δεν υπάρχει κανείς που να μου υποδείξει ποιες είναι οι επιτυχίες τής Τουρκίας.  Για να είμαι ακριβής.  Ναι, η Τουρκία ξεπέρασε την οικονομική της κρίση και το εθνικό της προϊόν αυξάνεται.  Ναι, η Τουρκία βελτίωσε τις σχέσεις της με τη Συρία και έχει αναπτύξει πολιτικο-οικονομικές σχέσεις με κάποιες Βαλκανικές χώρες – σχέσεις που δεν αλλάζουν όμως το γενικότερο συσχετισμό.  Από την άλλη πλευρά, η Τουρκία δεν έχει πετύχει στην πολιτική της με τον Αραβικό κόσμο, δεν έχει αποκομίσει κάτι από το Ιράκ, δεν κέρδισε κάτι από τα ανοίγματά της στο Ιράν.  Αντίθετα, έσπασε, έστω και επί του παρόντος, τη σχέση της με το Ισραήλ, έχει ενοχλήσει τις μεγάλες δυνάμεις και βρίσκεται μπροστά σε μία νέα ενεργειακή πραγματικότητα στη Μεσόγειο.  Ακόμη και αν η συγκεκριμένη, νέα κατάσταση δεν αξιοποιηθεί πλήρως από Κύπρο και Ελλάδα, μπορεί, όπως ανέφερα, να αλλάξει το κλίμα.  Περαιτέρω, στο εσωτερικό τής Τουρκίας το εθνικό προϊόν δεν κατανέμεται, ως συνήθως, ομοιόμορφα, οι Κεμαλιστές πάντα καραδοκούν και το Κουρδικό παραμένει ανοικτό.  Με βάση όλα τα παραπάνω – ίσως βέβαια να ξεχνάω κάτι – εξηγώ την άποψή μου.

 

Η τακτική μας, ως Ελλάδα και Κύπρος, έναντι της Τουρκίας είναι η σωστή;  Έχει αποδώσει;

Πάντα από τη σωστή, υπάρχει πιο σωστή: η «ολική εξωτερική πολιτική», την οποία διαχρονικά εισηγούμαι, και η οποία θέτει μεσο-μακροπρόθεσμους στόχους και στηρίζεται στη συνέργεια και αξιοποίηση κάθε μορφής συντελεστών ισχύος και συγκριτικών πλεονεκτημάτων, με έξυπνο τρόπο.  Ως προς το αν έχει αποδώσει, θα απαντούσα όχι και ναι, σε ένα βαθμό.  Όχι, διότι η Τουρκία δεν εγκατέλειψε την επιθετικότητά της και δεν αποχώρησε από την Κύπρο – πράγμα, βέβαια, δύσκολο να επιτευχθεί με πολιτικά μέσα σε βραχύ πολιτικό χρόνο.  Ναι, κυρίως λόγω των συνθηκών στο εσωτερικό των κρατών μελών τής Ένωσης και λόγω και της παρουσίας τής Κύπρου σε αυτήν.  Σε τι συνίσταται η διαπίστωση ότι εν μέρει έχει αποδώσει;  Στο ότι η Τουρκία, παρά τα οράματα «Νταβούτογλου» και την πολιτική του Ερντογάν, βρίσκεται εγκλωβισμένη στα διλήμματα που η ίδια έχει θέσει.  Στην πορεία της προς την Ευρώπη δυσκολεύεται να προχωρήσει, διότι δεν μπορεί να αλλάξει όσο και τόσο γρήγορα που πρέπει.  Στην Ανατολή, δεν έχει πού να πάει…  Αν πολιτικά πάει πιο ανατολικά, τότε οι σχέσεις με τους Κεμαλικούς θα οξυνθούν, το Κουρδικό θα πάρει άλλη τροπή και δεν θα μπορεί πλέον να προβάλει προς Ανατολάς τις προνομιακές της σχέσεις με τη Δύση.  Έτσι, οι δηλώσεις Ερντογάν, του τύπου θα δούμε τι θα κάνουμε αφού η Ευρώπη δεν μας θέλει…, εκφράζουν μάλλον το αδιέξοδο του ιδίου και της χώρας του, παρά οτιδήποτε άλλο.  Αν η ανάλυσή μου στην παρούσα ερώτησή σας ισχύει, τότε ενισχύεται και η άποψή μου στην προηγούμενη ερώτηση.

 

Κυπριακή προεδρία της Ε.Ε.:  πώς μπορεί μια μικρή χώρα να ανταπεξέλθει;  Τι πρέπει να προτάξει;

Πέρα από την ερευνητική μου δουλειά στις σχέσεις των υπερδυνάμεων, της Ευρωπαϊκής ενοποίησης και της διαχείρισης κρίσεων, τα τελευταία χρόνια ασχολούμαι με τη στρατηγική των «μικρών» λεγομένων κρατών.  Συνέπεια τούτου είναι ότι πιστεύω πως όσο μικρό και να είναι ένα κράτος, μπορεί να έχει στρατηγική και να πετύχει.  Φυσικά, κάθε Προεδρία είναι ένα βαρύ φορτίο.  Αλλά το 2012 είναι μία τεράστια ευκαιρία για να αποδείξει η Κυπριακή Δημοκρατία την ικανότητα των στελεχών της, που ήδη, απ’όσο μπορώ να γνωρίζω, προετοιμάζονται συστηματικά.  Ασφαλώς εντός και εκτός ΕΕ υπάρχουν αυτοί που, ανομολόγητα, θα εύχονταν να μην πετύχει η Κυπριακή Προεδρία της ΕΕ.  Κάποιοι μπορεί ακόμη να σκέπτονται και τη δημιουργία προβλημάτων, ώστε η εσωστρέφεια του Κυπριακού να απορροφήσει ενέργεια από την Προεδρία.  Με την προσήκουσα όμως προετοιμασία, εκτιμώ πως όλα μπορούν να αντιμετωπιστούν.  Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν και αυτοί που θέλουν να πετύχει η Προεδρία.  Δεν είναι μικρό πράγμα να έχεις με την πλευρά σου, απ’ότι φαίνεται αυτή τη στιγμή, τη Γαλλία και τη Γερμανία, και, πιθανώς, και όλα τα μικρά κράτη που αναμένουν με τη σειρά τους να ασκήσουν και αυτά την Προεδρία της ΕΕ.

 

http://taxalia.blogspot.com/2011/01/blog-post_0.html

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Σελίδα 4 από 5
You are here Προβολή άρθρων ανα tag: Τουρκία