Sunday, Sep 24th

Last update05:25:07 AM GMT

Με αφορμή τα επεισόδια στα Σκόπια (27.04.2017) και σε συνδυασμό με τις δηλώσεις Ράμα (18.04.2017), ότι δεν θα πρέπει να αποκλείεται η ένωση της Αλβανίας με το Κοσσυφοπέδιο σε περίπτωση μη ένταξης της πρώτης στην ΕΕ, αναπτύχθηκε στα ελληνικά ΜΜΕ ένα κλίμα κινδυνολογίας. Το αφήγημα που μεταδόθηκε στους πολίτες, με την βοήθεια αβάσιμων αναλύσεων, είναι ότι η περιοχή βρίσκεται, περισσότερο ή λιγότερο, στα πρόθυρα της ανάφλεξης.

Είναι όμως πράγματι έτσι;

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μετά από έξι μήνες ακυβερνησίας στα Σκόπια και της εμμονής του Γκρούεφσκι να παραμείνει στην εξουσία, η πιθανότητα σύγκρουσης μεταξύ των Σλαβόφωνων και των Αλβανόφωνων υπάρχει. Άλλωστε δεν θα είναι η πρώτη φορά, αφού οι δύο κοινότητες συγκρούσθηκαν το 2001. Ωστόσο τα πράγματα δεν είναι ίδια με το 2001. Πολύ απλά διότι οι εθνοτικές διαχωριστικές γραμμές έχουν υποχωρήσει έναντι των πολιτικών, καθώς μαζί με τους Αλβανόφωνους συμπράττει και το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SDSM) των Σκοπίων.

Κύριος σκοπός είναι η απομάκρυνση του Γκρούεφσκι από την εξουσία, η διερεύνηση όλων εκείνων των υποθέσεων για τις οποίες κατηγορείται, αλλά και η πλήρης ισονομία και ισοπολιτεία μεταξύ των κοινοτήτων, όπως προέβλεπε η συμφωνία της Αχρίδας του 2001.Και εδώ μπαίνει στο παιχνίδι ο Γκρούεφσκι που κατηγορεί τους Σοσιαλδημοκράτες περίπου ως προδότες, διότι έχουν συμφωνήσει με τα κόμματα των Αλβανόφωνων την ομοσπονδοποίηση του κράτους, στην βάση μίας συμφωνία που έγινε με την βοήθεια της Αλβανίας, της «πλατφόρμας των Τιράνων». Ουσιαστικά, δηλαδή, ο Γκρούεφσκι πολώνει για να μην σχηματισθεί κυβέρνηση Σοσιαλδημοκρατών και κομμάτων των Αλβανόφωνων, και να ξαναγίνουν εκλογές, τις οποίες και ελπίζει πως, μέσω της πόλωσης που έχει καλλιεργήσει, θα κερδίσει.


Σε αυτήν την εικόνα, ας προστεθεί και ο ρόλος του διεθνούς παράγοντα, ο οποίος, εδώ και πολύ καιρό, πιέζει προς την κατεύθυνση σχηματισμού κυβέρνησης, με βάση την αρχή της δεδηλωμένης, που εμφανώς διαθέτει ο αντίπαλος του Γκρούεφσκι συνασπισμός. Με μία μόνη εξαίρεση: αυτήν της Ρωσίας, η οποία, χρησιμοποιώντας τακτικές αντίστοιχες της Μέσης Ανατολής, προσπαθεί να επιστρέψει στα Βαλκάνια και προς την οποία έχει στραφεί ο Γκρούεφσκι.

Τι θα μπορούσε κανείς να αναμένει; Το πιθανότερο και καλό σενάριο είναι να σχηματισθεί κυβέρνηση. Σε αυτήν την περίπτωση θα εξαλειφθούν οι τριβές; Όχι, απαραίτητα, καθώς τίποτε δεν αποκλείει να συνεχισθούν. Και αν το καλό σενάριο δεν προκύψει και η χώρα οδηγηθεί σε σύγκρουση, ποιές θα είναι οι συνέπειες για την Ελλάδα; Για να απαντηθεί το ερώτημα, προτείνω να θυμηθούμε το 2001:
κάποια εμπόδια στις οδικές μεταφορές, κάποιες δυσκολίες για τους Έλληνες που δραστηριοποιούνται επιχειρηματικά στα Σκόπια και, ασφαλώς, μείωση των όχι και τόσο πολύφερνων Σκοπιανών τουριστών. Αυτά... τίποτε άλλο!

Στην περίπτωση μίας τέτοιας σύγκρουσης, υπάρχει πιθανότητα η Αλβανία να επέμβει ώστε να βοηθήσει τους Αλβανόφωνους; Ναι, πιθανότητα πάντα υπάρχει. Ωστόσο είναι μικρή. Πρώτον, γιατί η στρατιωτική και οικονομική ισχύς της Αλβανίας είναι περιορισμένες για μία τέτοια επιχείρηση και, δεύτερον, γιατί ο Ράμα, που βρίσκεται σε προεκλογική ουσιαστικά περίοδο, έχει ξεκάθαρα και αυστηρά προειδοποιηθεί και από το ΝΑΤΟ και από την ΕΕ, τόσο για το Κοσσυφοπέδιο όσο και για τα Σκόπια. Από την άλλη πλευρά, όπως θέλει το σενάριο των κινδυνολογούντων, υπάρχει πιθανότητα η Βουλγαρία να επέμβει ώστε να βοηθήσει τους Σλαβόφωνους; Αυτή η πιθανότητα είναι ακόμη πιο μικρή, καθώς η Βουλγαρία είναι κράτος μέλος του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, και οι σαφείς της προτεραιότητες είναι αναπτυξιακές και οικονομικές.

Και η Ελλάδα; Σε αντίθεση με την Τουρκία ή άλλα κράτη, η χώρα μας δεν παρεμβαίνει στα εσωτερικά των γειτόνων. Υποστηρίζει πάντα την εφαρμογή των αρχών και των διαδικασιών της δημοκρατίας, τον σεβασμό του κράτους δικαίου και το απαραβίαστο των διεθνών συνόρων. Και, φυσικά, εφόσον της ζητηθεί, μπορεί, όπως το έκανε το 2001, να συμβάλει στην αποκατάσταση της δημοκρατικής ομαλότητας.

Με βάση λοιπόν τα παραπάνω, η ψύχραιμη επαγρύπνηση από τους αρμόδιους παράγοντες της χώρας μας είναι δικαιολογημένη, όπως και ο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός, τον οποίο πάντα υποστήριζα. Όχι όμως και η διαχεόμενη κινδυνολογία, η οποία, σε αυτήν την οικονομικά δύσκολη περίοδο, προσθέτει στους πολίτες και την ανησυχία του πολέμου. Στον οποίο κανένας από τους βόρειους γείτονες δεν μπορεί να εμπλέξει την Ελλάδα, πολύ απλά γιατί δεν έχει την ισχύ να το κάνει. Ωστόσο αυτή η κινδυνολογία μπορεί να στραφεί και εναντίον των συμφερόντων της χώρας μας. Διότι το επιχείρημα έχει ήδη διαμορφωθεί και ακούστηκε υπό μορφή ερώτησης: μήπως η γειτονική χώρα βιώνει την αστάθεια επειδή, λόγω της Ελλάδας, δεν έχει ενταχθεί στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ; Ο καθένας αντιλαμβάνεται ότι το επιχείρημα μπορεί να μετατραπεί σε πίεση προς την χώρα μας, δηλαδή να υποχωρήσει στις ενταξιακές επιδιώξεις των Σκοπίων και στο ζήτημα του ονόματος χάριν της «σταθερότητας» της περιοχής!

Αυτός είναι ο λόγος που πρέπει οι «αναλυτές» να είναι πιο προσεκτικοί. Διότι το παραπάνω επιχείρημα ξανακούστηκε και το 2001 και το 1992, αλλά ακόμη περισσότερο, το πρόβλημα της χώρας μας με τα Σκόπια έτσι περίπου ξεκίνησε. Όταν η Ελλάδα, ωθούμενη από τις συμμαχικές ανάγκες της δεκαετίας του 1950, συνήψε διπλωματικές σχέσεις με την Γιουγκοσλαβία του Τίτο και έθεσε το θέμα της «Σοσιαλιστικής Ομόσπονδης Δημοκρατίας της Μακεδονίας», τότε της ζητήθηκε να μην επιμείνει και της αντιτάχθηκε το επιχείρημα της σταθερότητας της περιοχής, της μεγάλης της συνεισφοράς προς την Δύση, αλλά και του ότι εν λόγω Δημοκρατία δεν είχε διεθνή οντότητα. Όμως, σαράντα χρόνια μετά, απέκτησε!

Με βάση τα παραπάνω, τα Βαλκάνια δεν βρίσκονται τώρα στα πρόθυρα του πολέμου! Δεν υπάρχει αμφιβολία ως προς την ύπαρξη εθνικιστικών διεκδικήσεων ή την ανάμειξη παραγόντων εκτός περιοχής, όπως η Τουρκία και η Ρωσία, οι οποίες επιθυμούν την ανάπτυξη των επιρροών τους στα Βαλκάνια. Όμως, κανείς δεν γνωρίζει το άμεσο ή απώτερο μέλλον, καθώς τα ανθρώπινα πράγματα χαρακτηρίζονται από άγνοια του μέλλοντος και αβεβαιότητα. Συνεπώς καλό θα ήταν να παραμείνουμε στις πάγιες συμβουλές που προκύπτουν από την επιστημονική μελέτη των Διεθνών Σχέσεων:
να παρακολουθούμε σταθερά, να αναλύουμε και να αντιμετωπίζουμε με νηφαλιότητα και ψυχραιμία τα γεγονότα, οι κινήσεις μας να στηρίζονται σε έναν μακροχρόνιο σχεδιασμό και, φυσικά, να αποφεύγουμε την κινδυνολογία, την συνομωσιολογία και την συγκυριακή προσέγγιση των σοβαρών ζητημάτων της ειρήνης και του πολέμου!

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Ο Φιλελεύθερος της Κυριακής 14.6.2015 φιλοξένησε σε άρθρο του αποσπάσματα από τη μελέτη μου για την «έξυπνη» ηγεσία στο μικρό κράτος και την περίπτωση της Κύπρου. Η μελέτη δημοσιεύτηκε στα αγγλικά ως Kouskouvelis Ilias, (2015) «'Smart' leadership in a small state: The case of Cyprus» στον συλλογικό τόμο Spyridon N. Litsas & Aristotle Tziampiris (eds.), The Eastern Mediterranean in Transition: Multipolarity, Power and Politics, London: Ashgate Publishing (ISBN: 978-1-4724-4039-6). Παρακάτω μπορείτε να διαβάσετε μερικά αποσπάσματα. Εδώ μπορείτε να βρείτε το άρθρο όπως δημοσιεύτηκε στον Φιλεύθερο. Σημειώνεται ότι πρόκειται για επιστημονικό κείμενο και η πλήρης εικόνα αναδεικνύεται μόνο από το σύνολο του κειμένου.

Από την εισαγωγή:

H θεωρία των Διεθνών Σχέσεων για τα μικρά κράτη υποστηρίζει ότι τα μικρά κράτη επιδεικνύουν σοφία, ανταπεξέρχονται στις αλλαγές ευφυώς και ότι, δεδομένης της ευελιξίας και της προσαρμοστικότητάς τους σε νέες προκλήσεις, «στη μεταψυχροπολεμική εποχή, το μικρό μπορεί να είναι συνώνυμο της έννοιας του έξυπνου». ... Πιο συγκεκριμένα, καθώς η «εξυπνάδα» συνήθως αποδίδεται σε πρόσωπα ή σε αποφάσεις, έτσι θα πρέπει να αποδώσουμε τη συγκεκριμένη ιδιότητα σε μία ικανή και αποφασιστική ηγεσία που επιτρέπει στο μικρό κράτος «να τα βάζει με μεγαλύτερά του» («to punch above its weight»), να επιδιώκει τους σκοπούς του και να μπορεί να ικανοποιεί τα συμφέροντά του απέναντι σε εκείνα ισχυρότερων δρώντων.

... Η μελέτη εστιάζει σε δύο διαφορετικές αλλά και αντίθετες περιπτώσεις ηγεσίας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η πρώτη είναι οι προσπάθειες ανακάλυψης και εκμετάλλευσης των ενεργειακών πόρων της Μεσογείου· πρόκειται για μία ιστορία επιτυχίας, η οποία αποδεικνύει ότι ένα μικρό κράτος έχει τη δυνατότητα να φέρει σε πέρας δράσεις που ξεπερνούν κατά πολύ το επίπεδο της ισχύος του. Η δεύτερη περίπτωση, όμως, είναι εκείνη της λανθασμένης διαχείρισης της οικονομικής κρίσης του 2013. ...

Το να φθάσει η Κυπριακή Δημοκρατία ακόμη και στην ανακάλυψη των ενεργειακών πόρων ήταν ιδιαίτερα δύσκολο να επιτευχθεί, με δεδομένα την εχθρότητα της Τουρκίας, το ανταγωνιστικό περιφερειακό περιβάλλον, το μέγεθός της αλλά και την κατάσταση στην οποία βρίσκεται από το 1974. Τούτο ήταν αποτέλεσμα διαδοχικών και επιτυχημένων δράσεων τριών παλαιών και έμπειρων πολιτικών, οι οποίες ξεκίνησαν από τον Πρόεδρο Γλαύκο Κληρίδη, αναπτύχθηκαν και εφαρμόστηκαν από τον Πρόεδρο Τάσσο Παπαδόπουλο και ολοκληρώθηκαν από τον Πρόεδρο Δημήτρη Χριστόφια. ....

Στο σώμα του κειμένου παρουσιάζεται ο ρόλος της ηγεσίας στα μικρά κράτη, όπως αυτός εμφανίζεται από τη βιβλιογραφία των Διεθνών Σχέσεων. Στη συνέχεια παρουσιάζεται το πώς η ηγεσία της Δημοκρατίας εφήρμοσε επιτυχώς την ενεργειακή της πολιτική, προετοίμασε δηλαδή το κράτος θεσμικά, βρήκε ισχυρούς συμμάχους εκτός περιοχής, αντιμετώπισε τις απειλές της γείτονος, αλλά και δημιούργησε περιφερειακές συμμαχίες. Τέλος, σε αντιδιαστολή με την προαναφερθείσα επιτυχή προσπάθεια, παρουσιάζεται η αδυναμία της ηγεσίας να εμποδίσει αφενός το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης αλλά και να την διαχειριστεί.

Από τα συμπεράσματα:

Ήταν το 2003 όταν η ηγεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας άρχισε να διαμορφώνει στρατηγική για την ανακάλυψη και εκμετάλλευση των ενεργειακών πόρων τής τότε μη οριοθετημένης ΑΟΖ. Και ήταν το 2006 όταν, υπό τον Πρόεδρο Παπαδόπουλο, αυτή η στρατηγική και οι τακτικές της Δημοκρατίας εφαρμόστηκαν σε όλη τους την έκταση. Η Δημοκρατία, αν και μικρό κράτος, αποτελεί το πρώτο κράτος της Ανατολικής Μεσογείου που επιδίωξε την ανακάλυψη και εκμετάλλευση των θαλασσίων ενεργειακών της πόρων, ανοίγοντας έτσι τον δρόμο σε παρόμοιες πολιτικές άλλων παραθαλάσσιων και ισχυρότερων στην περιοχή κρατών, όπως η Αίγυπτος και το Ισραήλ.

.....................

Οι διαδοχικοί ηγέτες της Κυπριακής Δημοκρατίας, σε λιγότερο από δέκα χρόνια, οδήγησαν τη χώρα πολύ κοντά στην εκμετάλλευση των ενεργειακών της πόρων. Επιπλέον, κατάφεραν: να αναβαθμίσουν το κύρος της διεθνώς με το να προσελκύσουν ισχυρές δυνάμεις· να ενισχύσουν τη σχετική θέση της εντός της ΕΕ ως ενός από τους πιθανούς παραγωγούς φυσικού αερίου· να αυξήσουν την ασφάλειά της λόγω του ενδιαφέροντος ξένων παραγόντων για επενδύσεις· να ενισχύσουν την άμυνά της, ειδικά μετά την εμπλοκή του Ισραήλ και τη μεταξύ τους συμφωνία· τούτο είχε ως αποτέλεσμα να βρει πολύτιμους συμμάχους στις ΗΠΑ και να καλυτερεύσει τις σχέσεις της με την υπερδύναμη· και να αντιμετωπίσει τις απειλές και την επιθετική συμπεριφορά της Τουρκίας.

... Η μελέτη αναζήτησε τις αιτίες της επιτυχούς στρατηγικής... Κατέληξε στο ότι η επιτυχία αυτή οφείλεται στον παράγοντα ηγεσία του (μικρού) κράτους. Τρεις διαδοχικά πρόεδροι, προερχόμενοι από τρία διαφορετικά κόμματα, διαχειρίστηκαν το ζήτημα και, σε διαφορετικό βαθμό, και οι τρεις κράτησαν την ίδια στάση αναφορικά με την ολοκλήρωση της στρατηγικής του κράτους. Στον Κληρίδη πιστώνεται η απαρχή των συμφωνιών οριοθέτησης, ακριβώς στη τέλος της θητείας του. Στον Παπαδόπουλο αποδίδεται η μερίδα του λέοντος ως προς τα επιτευχθέντα της ενεργειακής στρατηγικής. Κατά την πενταετή θητεία του διαμορφώθηκε λεπτομερώς η στρατηγική, υπογράφηκε μία συμφωνία οριοθέτησης και ξεκίνησαν άλλες δύο, υιοθετήθηκαν τα απαραίτητα νομοθετήματα, ολοκληρώθηκε η γεωλογική έρευνα και ο πρώτος γύρος αδειοδοτήσεων, ενώ κλήθηκαν να συμμετάσχουν ισχυροί παγκοσμίως παίκτες. Ο Χριστόφιας, ένας πρόεδρος με κομμουνιστική ιδεολογία, επέδειξε πραγματισμό, πιστώνεται με τη συνέχιση της πολιτικής τού προκατόχου του, οριοθέτησε την ΑΟΖ με το Ισραήλ και σύναψε αμυντικές συμφωνίες, διαχειρίστηκε την επιθετικότητα της Τουρκίας, καθώς και την ολοκλήρωση του δεύτερου γύρου των αδειοδοτήσεων.

Το «έξυπνο» της ηγεσίας ήταν να δράσει αποφασιστικά στη βάση μίας στρατηγικής, να είναι αποφασισμένη να μην επηρεαστεί από όποια εξωτερική αντίδραση, να δρα διακριτικά και ευέλικτα, όπου δει, αλλά και χωρίς προκατάληψη εξαιτίας αντιλήψεων ή διαφορών του παρελθόντος με τους μεσογειακούς γείτονες. Οι κυριότερες δράσεις της ηγεσίας ήταν τέσσερις: να ανταποκριθεί γρήγορα και αποτελεσματικά απέναντι σε οποιοδήποτε εσωτερική ή διεθνή θεσμική αναγκαιότητα από την οποία εξαρτιόνταν το κυβερνητικό έργο· να προσελκύσει και τελικά να βάλει στο παιχνίδι ισχυρούς παράγοντες του ενεργειακού τομέα και της διεθνούς πολιτικής· να χρησιμοποιήσει τη διπλωματία και τη θέση της ως μέλους διεθνών θεσμών, με σκοπό να κερδίσει υποστήριξη απέναντι στην τουρκική επιθετικότητα· να δημιουργήσει πολιτικές, οικονομικές και στρατιωτικές συμμαχίες (εξωτερική ενδυνάμωση) με εκείνους τους γείτονες που ήταν ενεργοί στην αναζήτηση ενεργειακών πόρων, με κυριότερο το Ισραήλ.

Τα αποτελέσματα αυτών των δράσεων και, κυρίως, η συνεργασία με εταιρεία αμερικανικών συμφερόντων, η υποστήριξη των ΗΠΑ, του ΗΒ και της ΕΕ στο ζήτημα αυτό, αλλά και η πολύπλευρη συνεργασία με το Ισραήλ στην αναζήτηση των ενεργειακών πόρων της Μεσογείου, σηματοδοτούν μία στροφή της εξωτερικής πολιτικής της Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία, από την ανεξαρτητοποίησή της, διέκειτο φιλικά προς τα αραβικά κράτη της περιοχής και απέφευγε μία φιλοδυτική πολιτική. Σαφέστατα, αυτή η στροφή διαμορφώνει τη βάση για περαιτέρω αναδιατάξεις στην περιοχή, με τη συμμαχία Ελλάδος-Ισραήλ να αποτελεί απλά μία από αυτές.

... Το τελευταίο ζητούμενο της μελέτης ήταν να καταδείξει a contrario τη σημασία της έλλειψης δράσης εκ μέρους της ηγεσίας ενός μικρού κράτους... Τούτο επετεύχθη με την παρουσίαση των αιτιών που προοδευτικά οδήγησαν στην οικονομική κρίση και στο πρόγραμμα διάσωσης της κυπριακής οικονομίας και, κυρίως, στην αποτυχία διαχείρισης των ανωτέρω καταστάσεων. Σε αυτήν την περίπτωση, η δυνατότητα ελιγμού που είχε η κυπριακή ηγεσία καθοριζόταν από τις ανάγκες του ίδιου του κράτους και του τραπεζικού τομέα... Όμως, αυτές οι ανάγκες ήταν γνωστές και ήταν μικρότερες το καλοκαίρι του 2012, ενώ προηγουμένως ήταν σχεδόν ανύπαρκτες. Ωστόσο, η κυπριακή ηγεσία, αντίθετα με τον τρόπο που διαχειρίστηκε την ενεργειακή της πολιτική, δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα αμέσως και ως όφειλε, δεν αναζήτησε συμμάχους όταν και όπου έπρεπε και δεν διέθετε διαπραγματευτική στρατηγική ή εναλλακτικό σχέδιο σε περίπτωση που τα πράγματα δεν πήγαιναν όπως τα ανέμενε.

Συμπερασματικά, υπάρχουν δύο όψεις στο ίδιο μικρό κράτος, μία επιτυχούς και μία ανεπιτυχούς διαχείρισης. Ωστόσο, το ίδιο το μικρό κράτος δεν άλλαξε. Αυτό που άλλαξε είναι ο τρόπος που διαδοχικοί ηγέτες διαχειρίστηκαν τα δύο θέματα. ...

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Η  Η συνέντευξη μου στον αρχισυντάκτη του Φιλελεύθερου Κώστα Βενιζέλο.  Η εξωτερική πολιτική σε περιόδους κρίσης, οι εξελίξεις στο Κυπριακό, τα ελληνοτουρκικά βρέθηκαν στο επίκεντρο άλλης μιας συζήτησής μας που δημοσιεύτηκε στις 25.12.2013 στην Κυπριακή εφημερίδα.

  • Είναι πολλοί που θεωρούν πως σε περιόδους οικονομικής κρίσης, όπως αυτή που βιώνουν Ελλάδα και Κύπρος, οι κινήσεις στα μεγάλα πολιτικά ζητήματα, τα εθνικά θέματα, θα πρέπει να αποφεύγονται.  Θεωρείται τούτο λογικό ή είναι αποτέλεσμα μιας φοβικής αντιμετώπισης των προβλημάτων;

Καταρχάς δεν υπάρχει ακινησία ούτε στη ζωή, ούτε στην πολιτική.  Τα πάντα ρει και οι ηγέτες τής κάθε χώρας θα πρέπει να καθορίσουν τους ρυθμούς κινητικότητας της εξωτερικής της πολιτικής.  Αντίθετα, κάποιοι εκτός αυτής, «φίλοι» και αντίπαλοι, είτε θα θέλουν να επιβραδύνουν ή να αδρανοποιήσουν την εξωτερική της πολιτική, είτε θα θέλουν να την κατευθύνουν.  Και στις δύο περιπτώσεις, διότι αυτό είναι που τους συμφέρει και διότι πιστεύουν πως η οικονομική κρίση που μαστίζει μία χώρα, προσφέρει την ευκαιρία για να την πιέσουν και να την οδηγήσουν προς την κατεύθυνση που επιθυμούν.

Το πώς κινείται μία χώρα στην εξωτερική της πολιτικής εξαρτάται από τη διεθνή κατάσταση, από τους συντελεστές ισχύος της χώρας και, κυρίως, από την επιθυμία και την ικανότητα της ηγεσίας της να χειρισθεί την εξωτερική της πολιτική όπως αυτή το επιθυμεί.  Προσωπικά θεωρώ ότι η εξωτερική πολιτική μίας χώρας σε κατάσταση κρίσης έχει ένα εξαιρετικά βαρύ φορτίο, πέραν των παραδοσιακών της θεμάτων: πρέπει να βελτιστοποιηθεί στον τομέα της οικονομικής διπλωματίας, να κάνει τα πάντα ώστε να αποκαταστήσει το κύρος τής χώρας και να κρίνει σε ποιες περιπτώσεις τη συμφέρει να προχωρήσει προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση.  Δυστυχώς, όπως έχει δείξει το πολύ πρόσφατο παρελθόν, υπάρχουν ηγεσίες στην Ελλάδα και την Κύπρο που απέδειξαν την πλήρη ανικανότητά τους να χειρισθούν καταστάσεις κρίσης.  Επίσης, η ιστορία έχει δείξει πως στις δύο χώρες υπάρχουν ηγεσίες που δεν κατανοούν τη φύση της εξωτερικής πολιτικής και της στρατηγικής, που κατέχονται από φοβικά σύνδρομα και που θεωρούν πως η καλύτερη αντιμετώπιση των ζητημάτων είναι η υποχωρητικότητα και ικανοποίηση των τρίτων.  Τέλος, σε ό,τι αφορά το Κυπριακό, θεωρώ και εγώ, όπως πολλοί άλλοι μελετητές των διεθνών σχέσεων που δεν διακατεχόμαστε από φοβικά σύνδρομα, ότι η στιγμή δεν είναι κατάλληλη για την ανάληψη πρωτοβουλιών, πολύ λιγότερο για την επιδίωξη μίας βιώσιμης και λειτουργικής λύσης.

  •   Το Κυπριακό συζητείται για δεκαετίες και τείνει να καταστεί «ένα άλυτο διεθνές πρόβλημα». Πώς μπορεί η Τουρκία να εισέλθει σε μια πορεία συνεννόησης με την Κυπριακή Δημοκρατία και την Ελλάδα για επίλυση του Κυπριακού;

Καταρχάς, επιτρέψτε μου μέσα και από την εφημερίδα σας να υπενθυμίσω και να στείλω το μήνυμα πως το Κυπριακό είναι «πρόβλημα» μόνο σε εισαγωγικάΠρόκειται για παράνομη εισβολή και κατοχή, για ένα διαρκές διεθνές έγκλημα, για μία διαρκή διεθνή παρανομία.  Δυστυχώς είναι μία κατάσταση που χρονίζει.  Χρονίζει όμως με βάση ποιο κριτήριο, αυτό της ζωής των ανθρώπων ή αυτό της διεθνούς πολιτικής;  Για να μην είμαστε ανυπόμονοι, θα πρέπει όλοι να συνειδητοποιήσουμε πως η ζωή των εθνών μετριέται με τους αιώνες.  Ωστόσο τούτο δεν σημαίνει πως πρέπει να εφησυχάζουμε ή να μην γρηγορούμε.  Θα πρέπει να είμαστε έτοιμοι, ώστε στην κατάλληλη χρονική στιγμή να δώσουμε τις λύσεις που πρέπει, αποκαθιστώντας τη διεθνή νομιμότητα.  Ασφαλώς η Τουρκία δεν έχει καμία πραγματική διάθεση να εισέλθει σε πορεία συνεννόησης για το Κυπριακό ή για οποιοδήποτε άλλο θέμα (γενοκτονίες, Σχολή της Χάλκης, ανθρώπινα δικαιώματα, Κουρδικό). Συνεπώς, θα πρέπει να πιεσθεί και γι αυτό θα πρέπει να αναμείνουμε την κατάλληλη στιγμή, συμβάλλοντας με τις δυνάμεις μας ώστε αυτή η στιγμή να προκύψει.

  • Υπάρχουν αναλυτές και πολιτικοί που υποστηρίζουν πως η επίλυση προβλημάτων είτε θα εξυπηρετούν πρωτίστως την Τουρκία ή δεν θα λυθούν. Πώς το σχολιάζετε τούτο; 

Συντάσσομαι και εγώ με τη συγκεκριμένη άποψη.  Αυτήν τη στιγμή η Τουρκική ηγεσία, έχοντας αποτύχει σε πολλά μέτωπα, αναζητεί να δείξει κάτι – έστω, στη χειρότερη περίπτωση γι αυτήν, κάποια κινητικότητα καλών προθέσεων στο Κυπριακό.  Η Τουρκία δεν μπαίνει στις συζητήσεις για να επιλύσει τα θέματα, ούτε για να αποσύρει τα στρατεύματά της.  Αυτήν τη στιγμή θέλει να παγιώσει και να νομιμοποιήσει τα αποτελέσματα της παράνομης συμπεριφοράς της, από θέση ισχύος (όπως αισθάνεται).  Όμως τα ερωτήματα σε μία διαπραγμάτευση είναι πάντα όχι το πώς θα μπεις, αλλά το πώς θα βγεις στην περίπτωση που δεν πηγαίνει για σένα καλά, και το αν διαθέτεις συντελεστές ισχύος ώστε να αποτρέψεις τυχόν επιβολή μη επιθυμητών λύσεων.  Η θεωρία διαπραγματεύσεων που χρόνια διδάσκω λέει πως αν δεν απαντηθούν καταφατικά τα δύο αυτά ερωτήματα, δεν μπαίνεις σε διαπραγμάτευση.  Δυστυχώς φαίνεται πως οι διαπραγματεύσεις έχουν αρχίσει.  Ίσως βέβαια δεν είναι και τόσο αργά για να υπάρξει μία εύσχημη απεμπλοκή.

  • Στα ελλαδοτουρκικά, δίνεται η εντύπωση πως η Αθήνα τα αντιμετωπίζει φοβικά και γι αυτό και βρίσκεται συνεχώς σε άμυνα και επιχειρεί να καλοπιάσει την Τουρκία…

Πράγματι, πολλές φορές κατά το παρελθόν η Αθήνα έχει αντιμετωπίσει φοβικά και κατευναστικά την Τουρκία.  Ο κατευνασμός είναι μία πολιτική που μόνο βραχυχρόνια μπορεί να ασκηθεί, ενώ εμπεριέχει τον κίνδυνο να αποθρασύνει την άλλη πλευρά.  Αυτήν την εποχή τα μηνύματα που εκπέμπονται είναι ανάμικτα και ασφαλώς σχετίζονται με το μούδιασμα που επικρατεί λόγω της οικονομικής κρίσης, καθώς ίσως και με μία σχετική πολυφωνία στην έκφανση του κυβερνητικού έργου.  Ας ελπίσουμε πως αυτή η κατάσταση δεν θα συνεχισθεί.  Αν χρειάζεται, υπάρχουν και άλλοι τρόποι να κερδηθεί χρόνος αν τούτο απαιτείται.  Εν τω μεταξύ όμως, ο Ερντογάν αναμένεται να επανέλθει με δριμύτερες δηλώσεις από αυτές που έκανε τον τελευταίο μήνα για τη Θράκη και ο Νταβούτογλου θα συνεχίσει να συγκρίνει τα ασύγκριτα…

  •    Παλαιότερα το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας είχε συνεργασία με την κυπριακή κυβέρνηση. Συνεχίζεται αυτή η συνεργασία σήμερα;

Όντως το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας είχε υπογράψει μνημόνιο συνεργασίας με το Υπουργείο Εξωτερικών.  Αυτή η συμφωνία έχει ατονήσει, παρά το ότι υπάρχει η αίσθηση πως οι συμβουλευτικές και κυρίως συμβουλευτικές υπηρεσίες που είχαν προσφερθεί είχαν αξιολογηθεί πολύ θετικά από την Κυπριακή πλευρά.  Σε κάθε περίπτωση, το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και το «Εργαστήριο Διεθνών Σχέσεων και Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης» είναι πάντα ανοικτά και έτοιμα να συνδράμουν.  Σε κάθε περίπτωση, ανεξαρτήτως συνεργασίας ή μη, το Κυπριακό είναι πολύ ψηλά και στα ερευνητικά ενδιαφέροντα και στις ευαισθησίες του Εργαστηρίου.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Ο Ελληνισμός διανύει μια πολύ δύσκολη περίοδο. Κινείται σε επικίνδυνα μονοπάτια..  Θεωρείτε πως έχουμε φθάσει στο σημείο αυτό μόνο μέσα από τα δικά μας λάθη;

 

Η προσέγγιση απάντησης στην ερώτηση εξαρτάται καταρχάς από την προσωπική φιλοσοφία τού καθενός.  Σχεδόν πάντα αναζητώ τις δικές μου ευθύνες – εν προκειμένω, τις ευθύνες τριών περίπου γενεών.  Θεωρώ πως ναι, έχουμε ευθύνη για όσα συνέβησαν στην Ελληνική και στην Κυπριακή Δημοκρατία, καθώς και για την τύχη του Ελληνισμού ευρύτερα.  Ποιος δεν πήρε μέτρα έγκαιρα μέτρα σε Ελλάδα και Κύπρο για να προλάβει την οικονομική κατάρρευση;  Ή, και αντίστροφα, ποιοί στην Ελλάδα και στην Κύπρο είχαν εσωτερική πληροφόρηση και έλαβαν τα μέτρα τους ώστε είτε να αποφύγουν να έχουν απώλειες είτε να κερδοσκοπήσουν;  Και τέλος, για να συγκεκριμενοποιήσω, ποιος ευθύνεται για τον τραγικό τρόπο με τον οποίο έγινε η διαχείριση των χρηματοπιστωτικών κρίσεων σε Ελλάδα και Κύπρο;  Σας παραπέμπω στο σχετικό άρθρο μου στo πρόσφατο τεύχος της ελληνικής έκδοσης του περιοδικού Foreign Affairs.

 

Για τους κινδύνους είχα προειδοποιήσει.  Ο Φιλελεύθερος είχε φιλοξενήσει το κείμενό μου «Η τύχη, ο διχασμός και η ιστορική ευθύνη» στις 16 Οκτωβρίου 2011, στο οποίο προειδοποιούσα ως εξής: «Γι αυτό και η ευθύνη τού πολιτικού προσωπικού τής Κύπρου είναι τεράστια… Ιδιαίτερα όταν γι αυτά που μπορεί να συμβούν ο υπέρτατος και έσχατος δικαστής θα είναι η Ιστορία.

 

Βεβαίως, η κατάσταση, όπως τελικά διαμορφώθηκε, οφείλεται και σε κινήσεις άλλων παραγόντων του διεθνούς συστήματος και ιδιαιτέρως της Ευρωπαϊκής Ένωσης.  Όμως αυτό ήταν, είναι και θα είναι αναμενόμενο, αφού η πολιτική, και μάλιστα η διεθνής, είναι ένας ανταγωνισμός ισχύος, μία κατάσταση στην οποία τα κράτη μάχονται όχι για απόλυτα, αλλά για σχετικά οφέλη.  Κι αυτό θα έπρεπε να το θυμόμαστε. 

 

Είναι έντονο, πάντως, το αίσθημα πως κάποιες χώρες εξυπηρετούνται από τη σημερινή κατάσταση σε Ελλάδα και Κύπρο. Συμφωνείτε με αυτή την προσέγγιση;  Μπορεί να τεκμηριωθεί;

 

Ασφαλώς και συμφωνώ.  Δρυός πεσούσης πας ανήρ ξυλεύεται!  Όταν ο ανταγωνισμός λαμβάνει χώρα για σχετικά οφέλη, είναι προφανές ότι η δυστυχία τού ενός παρέχει ευκαιρίες στον άλλο, στον ανταγωνιστή.  Δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί η διαπραγμάτευση για το «κούρεμα» στην Κύπρο και η Τουρκία έσπευσε να θέσει το ζήτημα δημιουργίας δύο κρατών.  Επιπλέον, η εξάρτηση της Κυπριακής Δημοκρατίας από τα μεγαλύτερα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει αυξηθεί, με αποτέλεσμα αφενός να αυξάνεται η επιρροή τους στο χώρο τής Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής, αφετέρου να μειώνεται η ελευθερία κινήσεων της Κύπρου και να αυξάνεται, αντιστοίχως, η ευαισθησία και η τρωτότητά της σε πιέσεις των συγκεκριμένων κρατών.  Για παράδειγμα, αν για τον οποιοδήποτε λόγο τα μεγάλα κράτη θελήσουν να προωθήσουν την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας, ποια θα είναι τα περιθώρια αντίδρασης της Κύπρου ή της Ελλάδας;  Βεβαίως, πάντα υπάρχουν περιθώρια, αλλά υπό προϋποθέσεις.

 

Πολλοί είναι εκείνοι που θεωρούν πως η αξιοποίηση του φυσικού αερίου είναι ένας λόγος που οδήγησε κάποιες χώρες να σπρώξουν Ελλάδα και Κύπρο στην οικονομική καταβαράθρωση.

 

Δεν έχω αυτήν την άποψη, τουλάχιστον με τη λογική που προσεγγίζεται το θέμα από κάποιους σε Ελλάδα και Κύπρο.  Τούτο θα μπορούσε να ισχύει αν η Κύπρος προσπαθούσε να αξιοποιήσει μόνη της τις ενεργειακές πηγές πλούτου.  Όμως τούτο δεν έγινε, καθώς η Noble Energy, η Total και η ΕΝΙ είναι μέσα στο παιχνίδι και υπάρχουν αρκετά αλίπεδα και για άλλους.  Βεβαίως, μπορεί να θεωρηθεί δεδομένο ότι οι πιέσεις για το ποια εταιρία θα πάρει το χ ή το ψ αλίπεδο ή για το με ποια τιμή θα αγοράσουν το φυσικό αέριο θα αυξηθούν, ενώ οι δανειστές αισθάνονται μεγαλύτερη βεβαιότητα ότι θα πάρουν τα χρήματά τους.  Τέλος, και εκ του αντιθέτου, εκείνο που θα πρέπει να σκεφτούμε είναι μήπως υπερεκτιμήθηκε η αξία της προοπτικής εκμετάλλευσης των κοιτασμάτων και εξ αυτού οδηγηθήκαμε σε λανθασμένες κινήσεις διαχείρισης της κρίσης.  Δηλαδή, μήπως τελικά η Ρωσία αλλά και η Γερμανία είχαν/έχουν άλλες ενεργειακές προτεραιότητες από αυτές της νοτιοανατολικής λεκάνης της Μεσογείου.

 

Η οικονομική κρίση καθιστά πιο ευάλωτο τον Ελληνισμό στα εθνικά θέματα.  Διαβλέπετε προσπάθεια από την Τουρκία να αξιοποιήσει την οικονομική κρίση;

 

Όπως ανέφερα πιο πάνω, το έκανε ήδη. Το θέμα είναι αν αυτή τη στιγμή μπορεί να απειλήσει διαφορετικά ή να μετουσιώσει την ευκαιρία σε αποτέλεσμα.  Η απάντηση είναι όχι για λίγο καιρό, μέχρι να λήξουν το Κουρδικό και το θέμα της Συρίας – αν λήξουν - και με ποιο τρόπο.  Επιπλέον, η οποιαδήποτε ελληνοτουρκική κρίση θα δυσχεράνει την όποια προοπτική ανάκαμψης της ευρωπαϊκής οικονομίας, με όποιες διεθνείς επιπλοκές τούτο μπορεί να συνεπάγεται.

 

Η συνεργασία με το Ισραήλ, μπορεί να προφέρει οικονομικές και στρατηγικές διεξόδους;

 

Ασφαλώς και μπορεί να προσφέρει.  Το Ισραήλ μπορεί να είναι μία ακόμη γέφυρα προς την υπερδύναμη της οποίας ο ρόλος θα είναι ιδιαιτέρως κρίσιμος στην όποια προσπάθεια επίλυσης του Κυπριακού ή οποιουδήποτε άλλου τύπου απειλής.  Οι εξελίξεις στη Συρία, τα συμφέροντα της Κύπρου στη θάλασσα, η επιθετικότητα της Τουρκίας, η αδυναμία της Ελλάδας να την ενισχύσει, η απομυθοποίηση της Ρωσίας, καθώς και η εντός της ΕΕ ηγεμονική συσπείρωση των κρατών τού βορρά, δημιουργούν για την Κύπρο την ανάγκη να επιζητήσει εγγυήσεις για την ασφάλειά της και τα συμφέροντά της από ισχυρούς παράγοντες του διεθνούς συστήματος εντός της ΕΕ αλλά εκτός ευρωζώνης, όπως και εκτός της ΕΕ.  Η συνεργασία με το Ισραήλ και τη Noble Energy νομίζω ότι δείχνει το δρόμο.

 

Η στάση της Ρωσίας σας προβληματίζει;

 

Εκείνο που πάντα με προβλημάτιζε δεν ήταν η Ρωσία, αλλά οι αναλυτές, οι πολιτικοί, οι πολίτες και κάποιοι ισχυροί παράγοντες της κοινωνίας μας που επένδυαν ελπίδες και έκαναν σχεδιασμό πολιτικής, υπολογίζοντας χωρίς κανέναν ιδιαίτερο λόγο στη Ρωσία.  Η φενάκη αυτή κρατάει από το 1770, όταν περίμεναν, σύμφωνα με το δημώδες άσμα, τον «Μόσκοβο να φέρει το χαμπέρι».  Έκτοτε μπορώ απλώς να θυμίσω το ρόλο της Ρωσίας στη δημιουργία του Πανσλαβισμού και της μεγάλης Βουλγαρίας του Αγίου Στεφάνου, στον επανεξοπλισμό του Κεμάλ το 1922, στην δημιουργία της Νοτιοσλαβίας το 1941, στην αναμονή τής βοήθειας το 1974, στην αναγνώριση, μεταξύ των πρώτων μαζί με την Τουρκία, των Σκοπίων ως «Μακεδονία».  Και βεβαίως στα γεγονότα του Μαρτίου, όταν απέτυχαν οι συζητήσεις στη Μόσχα, τι είπε ο Πρωθυπουργός της;  Ότι το νομικό καθεστώς των κοιτασμάτων τής Κυπριακής Δημοκρατίας δεν είναι και τόσο ξεκάθαρο…  

 

Η αλήθεια είναι ότι η Ρωσία είναι ένα μεγάλο κράτος που έχει τις δικές της προτεραιότητες και τις δικές της ικανότητες, στρατιωτικές, οικονομικές και πολιτικές.  Όσοι αποφάσισαν το περίφημο ταξίδι στη Μόσχα, πέρα από το «δεν είν’εύκολες οι θύρες, εάν η χρεία τες κουρταλή», θα έπρεπε να είχαν σκεφτεί το ποιος έχει μεγαλύτερο βάρος για τη Μόσχα, η Γερμανία ή η Κύπρος, και το τι ήθελε πραγματικά η Μόσχα, φυσικό αέριο ή κάτι άλλο…  Με άλλα λόγια δεν θα πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι στη διεθνή πολιτική δεν υπάρχουν φιλίες ή το «ομόδοξο», μόνο συμφέροντα και ανάλογα να προετοιμαζόμαστε και να πράττουμε.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Από τον Βαγγέλη Πλάκα. Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Μακεδονία και ηλεκτρονικά στην ιστοσελίδα Πολιτικά Νέα.

Απαντήσεις στο πώς συνδέονται ο ευρωσκεπτικισμός, η οικονομική κρίση, η διεύρυνση των αποστάσεων πολιτών-πολιτικής και η άνοδος των άκρων δόθηκαν κατά τη διάρκεια της ημερίδας “Ευρωπαϊκές αξίες, κοινωνίες και κοινωνική Ευρώπη. Επαναπροσδιορισμός του κοινωνικού και πολιτικού τοπίου της Ένωσης”, που διοργάνωσε το Εργαστήριο Διεθνών Σχέσεων και Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης του Πανεπιστημίου Μακεδονίας στο πλαίσιο του προγράμματος Jean Monnet.
Oμιλητές στο τρίτο μέρος της εκδήλωσης, με τίτλο “Κρίση, κοινωνικές αλλαγές και η προσφυγή στα άκρα” ήταν η αναπληρώτρια καθηγήτρια Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς Μαρία Μενδρινού, ο αναπληρωτής καθηγητής του τμήματος Βαλκανικών και Σλαβικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας Νίκος Μαραντζίδης και ο επίκουρος καθηγητής του τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας Γιάννης Κωνσταντινίδης. Συντόνισε ο καθηγητής του ίδιου τμήματος, πρώην πρύτανης του ιδρύματος και διευθυντής του εργαστηρίου, Ηλίας Κουσκουβέλης.
Για αναίρεση της εμπιστοσύνης προς το πολιτικό σύστημα της ΕΕ έκανε λόγο η κ. Μενδρινού και επικαλέστηκε στοιχεία από το Ευρωβαρόμετρο, σύμφωνα με τα οποία την τελευταία τριετία αυξήθηκαν δραματικά τα ποσοστά όσων απαντούν πως η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν ήταν κάτι καλό και πως η Ελλάδα εντέλει δεν ωφελήθηκε. “Υπάρχουν φαινόμενα δυσαρέσκειας απέναντι στον θεσμό”, είπε. Σύμφωνα μάλιστα με τα στοιχεία που παρουσίασε την τριετία της κρίσης σε σχέση με την περίοδο 2006-2007, υπάρχει διαρκής αύξηση του ευρωσκεπτικισμού ακόμη και σε πολίτες κρατών-μελών που μέχρι πρόσφατα έδειχναν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στο ευρωπαϊκό πολιτικό σύστημα απ’ ό,τι στο εθνικό τους.
“Έχει καταγραφεί κλονισμός εμπιστοσύνης που διευκολύνει την αλλαγή. Αποκλίνει η ΕΕ στην κάλυψη αναγκών και προσδοκιών”, σημείωσε η κ. Μενδρινού και πρόσθεσε ότι αποτελεί κίνδυνο “η άρση και αλλαγή της εμπιστοσύνης απέναντι στο εθνικό και ευρωπαϊκό πολιτικό σύστημα”.
Το ποιοι μπορεί να είναι κάποιοι από αυτούς τους κινδύνους ανέλυσε στην εισήγησή του ο κ. Κωνσταντινίδης. “Τα άκρα ήταν πάντα αντιευρωπαϊκά ή ευρωσκεπτικιστικά. Η ενίσχυση των άκρων ενισχύει τον ευρωσκεπτικισμό. Ο ευρωσκεπτικισμός, που μεγαλώνει λόγω των άκρων, κλονίζει και την εμπιστοσύνη στην Ευρώπη των κεντρώων πολιτών. Η Ευρώπη καταλαμβάνει μεγάλο μέρος του δημοσίου λόγου αλλά και τις αρνητικές αναφορές των ακραίων κομμάτων, διότι η ύφεση συνδέεται με την κακή διαχείριση από την Ευρώπη. Ενισχύεται επομένως ο ευρωσκεπτικισμός και παρασύρει και τα υπόλοιπα κόμματα, τα οποία προχωρούν σε μια πιο προσεκτική κουβέντα για την Ευρώπη, όπως μεταξύ των εκλογών Μαΐου-Ιουνίου 2012 στην Ελλάδα. Ήταν μια άμεση επίδραση της ανόδου των άκρων και του ευρωσκεπτικισμού στον τρόπο που μιλούν τα κόμματα για την ΕΕ”, είπε χαρακτηριστικά.

Τα «γιατί» της ανόδου των άκρων
Τα τελευταία 45 χρόνια, σύμφωνα με τον κ. Μαραντζίδη, έχουμε τέσσερα κύματα ανόδου των λαϊκιστικών άκρων και τώρα βρίσκεται σε εξέλιξη το τέταρτο, που αφορά τη Νότια Ευρώπη. “Στην Ιταλία και την Ελλάδα καταρρέει ένα κομματικό σύστημα – στην Ελλάδα είχαμε από το 1981 το πιο σταθερό δικομματικό σύστημα στην Ευρώπη” σημείωσε, ενώ εξηγώντας το περιεχόμενο της ρητορικής των ακραίων κομμάτων, όπως στην Ελλάδα της Χρυσής Αυγής, επισήμανε πως συγκλίνουν σε τέσσερα σημεία:
- Την αντιπάθεια προς το κοινοβούλιο, με καταγγελία της λειτουργίας του αλλά όχι πρόταση για κατάργηση. Όπως εξήγησε ο καθηγητής, κάνουν λόγο για διεφθαρμένη και κλειστή τάξη πολιτικών από τη μία και από την άλλη των πολιτών-θυμάτων.
- Στην Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη εκφράζεται μια αντίθεση στη γραφειοκρατία όπως αποτυπώνεται στη λεγόμενη γραφειοκρατία των Βρυξελλών. “Ευημερούσα γραφειοκρατία εναντίων φορολογούμενων πολιτών που την πληρώνει”, είπε ο κ. Μαραντζίδης εξηγώντας το σκεπτικό τους.
- Στην οικονομική ανασφάλεια, όπως ανεργία, ύφεση και αντιμεταναστευτικός λόγος.
- Στην ευταξία, με έμφαση στην εγκληματικότητα και τους μετανάστες.
Ο κ. Μαραντζίδης αναφέρθηκε και στις ερμηνείες εμφάνισης του φαινομένου, αποδίδοντάς το:
1. στην κρίση και την ύφεση, που συνδέονται με το τέταρτο κύμα ανόδου των άκρων,
2. σε φαινόμενα που σχετίζονται με απογοήτευση ή διάψευση προσδοκιών,
3. στο ότι υπάρχει σταθερό κομματικό σύστημα με αποτέλεσμα την εξουσία να τη διαχειρίζονται και να κυβερνούν, τοπικά και κεντρικά, οι ίδιοι. Επίσης, στις αποστάσεις που αισθάνεται ο πολίτης απέναντι στο πολιτικό σύστημα και τα κέντρα λήψης των αποφάσεων,
4. σε προβλήματα καθημερινότητας, όπως η ανεργία και η εγκληματικότητα.

ΠΕΔΡΟ ΟΛΑΓΙΑ

Η δημοκρατία την περίοδο της κρίσης
Η δημοκρατία δεν κινδυνεύει από τις ακρότητες των λίγων αλλά από τη χλιαρότητα των πολλών, τόνισε ο ελληνιστής καθηγητής και συγγραφέας Πέδρο Ολάγια μιλώντας σε εκδήλωση του Εργαστηρίου Διεθνών Σχέσεων και Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης του Πανεπιστημίου Μακεδονίας. “Πολλά κληροδοτήματα του ελληνικού πνεύματος διακυβεύονται σήμερα στον τόπο μας, διότι εξακολουθούν να είναι επαναστατικά: η πολιτική, η ισονομία, η παρρησία, η σεισάχθεια, η παιδεία, η ίδια η δημοκρατία. Παρόλο που μας τις παρουσιάζουν συνέχεια ως απειλή, η δημοκρατία στον κόσμο δεν κινδυνεύει από τις ακρότητες των ολίγων, κινδυνεύει κυρίως από τη χλιαρότητα των πολλών, από την αδιαφορία των πολλών, την αποξένωση και αποστασιοποίηση των πολλών”, τόνισε στην ομιλία του. Ο Πέδρο Ολάγια, “Έλληνας κατ’ επιλογήν” όπως δηλώνει ο ίδιος, πρόσθεσε πως “στις μέρες μας η πολιτική έχει απαξιωθεί”, εξηγώντας πως “έχει γίνει ιδιωτική υπόθεση όπου κάποια πλέγματα συμφερόντων εξαθλιώνουν λαούς με τη συνέργεια των κυβερνήσεών τους και στόχο το κέρδος”. Ο κ. Ολάγια πρόσθεσε ότι οι πραγματικά αξιόλογοι δεν ασχολούνται: “Αυτό είναι ένα είδος καρκίνου για τη δημοκρατία. Διότι ας μην το ξεχνάμε, η δημοκρατία είναι εξ ορισμού ένα πολίτευμα που βασίζεται στην πολιτική αρετή των πολιτών και χωρίς αυτήν στερείται βάσεως. Η δημοκρατία χρειάζεται δήμο, έναν λαό ελεύθερο, ενεργό, υπεύθυνο, με συνείδηση της αξιοπρέπειάς του και αποφασισμένο να την ασκήσει. Πού βρίσκεται σήμερα αυτός ο δήμος; Αν κάτι μας έμαθε η κρίση, είναι πως οι πολίτες καλούμεθα να επανακτήσουμε την πολιτική. Διότι οι ελαττωματικές μας δημοκρατίες χρειάζονται επειγόντως βαθιές δομικές αλλαγές. Διότι τα προβλήματα που μας πλήττουν χρήζουν πολιτικές λύσεις και διότι τέτοιες λύσεις και τέτοιες αλλαγές δεν πρόκειται να έρθουν από τις κορυφές, καθαρά και ξάστερα επειδή είναι ενάντια στα συμφέροντά τους. Για να πετύχουμε επομένως μια καλύτερη κατανομή εξουσίας και πλούτου χρειάζονται επειγόντως δύο πράγματα: να οικοδομήσουμε την κοινωνία των πολιτών και να επανακτήσουμε την πολιτική”.

 

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Ενδιαφέροντα

Dim lights Embed Embed this video on your site

Το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και πιο συγκεκριμένα το Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών τίμησαν τον φιλέλληνα διακεκριμένο Αυστριακό οικονομολόγο Friedrich Schneider απονέμοντάς του τον τίτλο του επίτιμου διδάκτορα του Τμήματος. Στο παρελθόν τον ίδιο τίτλο είχαμε  την τιμή να αποδεχτούν η Α.Ε., ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, Κάρολος Παπούλιας, η Α.Ε., ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Δημήτρης Χριστόφιας, και ο κορυφαίος επιστήμονας των Διεθνών Σχέσεων Kenneth Waltz.

Ο Friedrich Schneider είναι διεθνώς αναγνωρισμένος για το έργο του σχετικά με την παραοικονομία και κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα μέσα από την έρευνα του έχει διατυπώσει προτάσεις για την πάταξη της παραοικονομίας, της φοροδιαφυγής και για τη διέξοδο της χώρας μας από την κρίση. Επιπλέον, με δηλώσεις του στην Ελλάδα και το εξωτερικό έχει υποστηρίξει ότι  η έξοδος της χώρας από το ευρώ θα είχε μεγάλο κόστος για όλες τις πλευρές και θα ήταν "ανοησία". Θέση του είναι ότι η χώρα θα πρέπει να δεχθεί οικονομική βοήθεια από το εξωτερικό για να εκσυγχρονίσει τις υποδομές και τις υπηρεσίες της, όπως επίσης και ότι θα πρέπει να σταματήσουν οι περικοπές και η υπερφορολόγηση που πλήτουν τα μεσαία και κατώτερα εισοδήματα χωρίς να φέρνουν αποτελέσματα. 

Παρακάτω μπορείτε να διαβάσετε ένα σύντομο απόσπασμα από τον επαινετικό μου λόγο κατά την τελετή ανακήρυξης στο αμφιθέατρο τελετών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας. 

Κυρίες και κύριοι,

το Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών, αναγορεύοντας τον συνάδελφό μας Friedrich Schneider επίτιμο διδάκτορα, προσφέρει τον πρώτο τιμητικό τίτλο σε έναν γερμανόφωνο επιστήμονα. Τα Γερμανικά είναι η γλώσσα τόσων μεγάλων στοχαστών όπως ο Κέπλερ, ο Λάιμπνιτζ, ο Καντ, ο Γκαίτε, ο Χέγκελ, ο Μαρξ, ο Νίτσε, ο Βέμπερ, ο Χάιντεγκερ, ο Σουμπέτερ - για να αναφέρω μόνο μερικούς. Είναι ο δικός μας τρόπος να δείξουμε τον σεβασμό μας σε τόσα πολλά φωτεινά μυαλά από τον γερμανόφωνο κόσμο που συνέβαλαν στην επιστήμη, στη σοφία, στην σκέψη, στον τρόπο σκέψης μας.

Όντας ένα Τμήμα της Ελληνικής Δημοκρατίας που μελετά και διδάσκει τη διεθνή και ευρωπαϊκή διάσταση των Οικονομικών και της Πολιτικής, και ως εκ τούτου έχει βαθιά κατανόηση της πολιτικής και οικονομικής συγκυρίας,είναι, επίσης, ευκαιρία να τιμήσουμε από αυτό το Πανεπιστήμιο, που φέρει το βάρος του ονόματός του, όλους αυτούς τους γερμανόφωνους συγγραφείς που χρησιμοποίησαν ως κύρια πηγή τους – συχνά από το πρωτότυπο Ελληνικό κείμενο, στοχαστές της περιοχής μας, όπως ο Αριστοτέλης, που γεννήθηκε στη γη της Μακεδονίας ή ο Θουκυδίδης του οποίου ο πατέρας γεννήθηκε στη Μακεδονία. Σκέφτομαι, απλά - για να δώσω ένα μόνο παράδειγμα - τον Albin Lesky, Αυστριακό καθηγητή της Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης, ο οποίος πρόσφερε την καλύτερη προσέγγιση και επισκόπηση της αρχαίας ελληνικής βιβλιογραφίας.

Είναι, επίσης, ο τρόπος μας για να δείξουμε την αναγνώρισή μας σε πολλούς στον γερμανόφωνο κόσμο - κοινούς ανθρώπους, πολιτικούς, επιστήμονες - οι οποίοι, αντί να υψώνουν το δάχτυλο προς εμάς ή εναντίον μας, έχουν προσφέρει το χέρι τους για αλληλεγγύη και υποστήριξη. Είναι εκείνοι που γνώριζαν ότι ένα οικονομικό πρόβλημα δεν μπορεί να περιορίζεται εντός των ορίων ενός κράτους. Είναι όσοι κατανοούν ότι, ειδικά μέσα σε μία οικογένεια κρατών, η συνεργασία είναι καλύτερη από τον ανταγωνισμό.  Είναι επίσης αυτοί που κατανοούν ότι η ανάπτυξη είναι καλύτερη από την τυφλή λιτότητα.

Είναι ο τρόπος μας, τέλος, τιμώντας τον καθηγητή Friedrich Schneider - κάποιον που συνέβαλε στη μέτρηση της παραοικονομίας - να αναγνωρίσουμε το πρόβλημα που ταλαιπωρεί  την κοινωνία μας και την αποφασιστικότητά μας να το αντιμετωπίσουμε.

 


 

Ladies and Gentlemen,

the Department of International and European Studies by offering this honorary doctorate to our colleague Friedrich Schneider offers the first Honorary Doctorate to a German speaking scientist.  German is the language of so many great thinkers as Kepler, Leibnitz, Kant, Goethe, Hegel, Marx, Nietzsche, Weber, Heidegger, Schumpeter – to mention just a few.  It is our way to show our respect to so many bright minds from the German speaking world who contributed to science, to wisdom, to thinking, to our thinking.

Being a Department of the Hellenic Republic that studies and teaches Economics and Politics at the international and European level, and thus having a profound understanding of the political and economic juncture, it is also the opportunity to honor from this University, bearing the burden of its name, all those German language authors who used as their primary source, often from the original Greek text, thinkers of our region, such as Aristotle, born in the land of Macedonia or Thucydides whose father was born in Macedonia. I am thinking, just to give one example -  of Albin Lesky, an Austrian Professor of Ancient Greek at the University of Vienna, who gave the best account and overview of the Ancient Greek literature (Geschichte der Griechischen Literatur).

It is also our way to show recognition to those many in the German speaking world – common people, politicians, scientists – who instead of raising a finger to us or against us, they have offered their hand of solidarity and support. It is them who knew that an economic problem cannot be confined within the limits of one state; it is them who understand that, especially within a family of nations, cooperation is better than competition; it is also them who understand that development is better than blind austerity.

It is our way finally, by honoring Professor Friedrich Schneider – somebody who contributed in the measuring of the shadow economy – to recognize the problem that troubles our society, and our determination to deal with it.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Ομιλίες

Συνέντευξη στον Φιλελεύθερο, 10.09.2012

 

ΕΡ: Σε πολιτικό και διπλωματικό επίπεδο διαπιστώνεται μια κινητικότητα σε σχέση με τις προσπάθειες για αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα. Υπάρχουν δυνατότητες ανατροπών; Δυνατότητες για βελτίωση της κατάστασης;

 

ΑΠ: Προσωπικά δεν πιστεύω ότι ζούμε στον αιώνα των ανατροπών.  Προφανώς, όμως, ζούμε σε μία περίοδο αλλαγής αυτών που είχαμε συνηθίσει.  Εξ αυτού και λόγω της κινητικότητας που έχει αναπτυχθεί σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), εκτιμώ πως αλλαγές θα υπάρξουν ως προς την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης από την ΕΕ που θα ωφελήσουν και την Ελλάδα.  Ήδη καταγράφεται μία σημαντική αλλαγή στην πολιτική τής Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ήδη περισσότερες χώρες αντιμετωπίζουν την ύφεση, ήδη οι πολιτικοί συσχετισμοί στο εσωτερικό των κρατών και εξ αυτού στο επίπεδο της ΕΕ μεταβάλλονται, με αποτέλεσμα όλο και περισσότεροι να ομιλούν για την ανάγκη τής ανάπτυξης. Στα θετικά είναι και η αλλαγή τού τρόπου αντιμετώπισης της χώρας μας από τους εταίρους και η αυξανόμενη πεποίθηση περί της ανάγκης για επιμήκυνση του απαιτούμενου χρόνου εκπλήρωσης των δημοσιονομικών υποχρεώσεων της Ελλάδας.  Σε κάθε περίπτωση, η όποια βελτίωση θα προέλθει από εμάς.  Εμείς θα πρέπει να αντέξουμε στα δύσκολα μέτρα και να είμαστε αλληλέγγυοι προς τους συμπολίτες μας που δοκιμάζονται, εμείς θα πρέπει να συμβάλλουμε στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, εμείς θα πρέπει να κινηθούμε, στη σκέψη και στα έργα μας, αναπτυξιακά.

 

 

ΕΡ: Πολλές φορές έχει ειπωθεί πως η οικονομική κρίση καθιστά πιο ευάλωτη τη χώρα στα εθνικά θέματα.  Διαβλέπετε προσπάθεια από την Τουρκία να αξιοποιήσει την οικονομική κρίση στην Ελλάδα;

 

ΑΠ: Ασφαλώς κάθε χώρα γίνεται πιο ευάλωτη σε περίοδο οικονομικής κρίσης, σε όλους τους τομείς.  Δεν θα έλεγα ότι η χώρα είναι πιο ευάλωτη, καθώς η δημιουργία προβλημάτων εναντίον της Ελλάδας, θα σήμανε σημαντικότερα ζητήματα, π.χ., για την Ευρωζώνη ή ακόμη και για τις ΗΠΑ, και, συνεπώς, για πολύ ισχυρότερα από την Ελλάδα κράτη.  Θα έλεγα, ασφαλώς, πως η χώρα μας έχει απολέσει τη διαπραγματευτική της ισχύ ή έχει μειωθεί η επιρροή της στην αντιμετώπιση ζητημάτων, τα οποία θα βρει ενδεχομένως μπροστά της υπό διαφορετικές συνθήκες.  Ως προς την Τουρκία, αυτή προσπαθεί να επωφεληθεί από την οικονομική κρίση στη χώρα μας, διεισδύοντας οικονομικά και προωθώντας ακόμη και την υποκουλτούρα των τηλεοπτικών σειρών της.  Είναι γνωστό ότι το «στρατηγικό βάθος», στη σύλληψή του, εμπεριείχε και τη βελτίωση της εικόνας τής Τουρκίας στο εξωτερικό, κάτι που συστηματικά επιχειρείται.

Πέραν αυτού, η Τουρκία έχει πλέον και τα δικά της προβλήματα.  Ο Φιλελεύθερος είχε δημοσιεύσει συνέντευξή μου με τίτλο «Η Τουρκία σύντομα θα καταγράψει αποτυχίες».  Θεωρώ ότι μετά και τις τελευταίες εξελίξεις η πολιτική μηδενικών προβλημάτων έχει εξαϋλωθεί, το εμπόριο έχει υποστεί πλήγμα, η υπόθεση της Συρίας θα πάρει χρόνια για να τελειώσει και το Κουρδικό ξανάνοιξε.

 

 

ΕΡ: Μπορούμε, Ελλάδα και Κύπρος, να αξιοποιήσουμε το φυσικό μας πλούτο; Διανοίγεται και μια προοπτική συνεργασίας με Ισραήλ.

 

ΑΠ: Βεβαίως και μπορούμε να αξιοποιήσουμε το φυσικό μας πλούτο.  Εκτιμώ όμως πως η Κύπρος μπορεί και πρέπει να προχωρήσει, ανεξαρτήτως του τι θα κάνει η Ελλάδα.  Όπως έχω επανειλημμένως πει και γράψει, η Ελλάδα έχει πλέον να μάθει στο θέμα αυτό από την Κύπρο.  Η προοπτική συνεργασίας με το Ισραήλ είναι ορατή και οι διεθνείς σχέσεις τού Ισραήλ μπορούν να συμβάλουν στην ταχύτερη και αποτελεσματικότερη εκμετάλλευση των πόρων.  Σε κάθε περίπτωση και μεθοδικά, θα πρέπει να γίνουν και όλα τα βήματα προς την κατεύθυνση των υπόλοιπων παράκτιων χωρών τής νότιας και της ανατολικής λεκάνης τής Μεσογείου.

 

 

ΕΡ: Θα πρέπει η Ελλάδα να προχωρήσει στον καθορισμό της ΑΟΖ της με Κυπριακή Δημοκρατία;

 

ΑΠ: Εγώ θεωρώ πως πρέπει να γίνει.  Πρέπει να προηγηθεί η κατάλληλη προετοιμασία, σταθερά, με μεγάλη σοβαρότητα και διακριτικά – τακτική που ακολούθησε στο παρελθόν ο Πρόεδρος Παπαδόπουλος – και την κατάλληλη στιγμή, σύντομα, να προχωρήσει με αποφασιστικότητα.  Ο καθορισμός τής ΑΟΖ Ελλάδας και Κύπρου θα διευκολύνει και θα διασφαλίσει τη μεταφορά των πόρων από την Ανατολική Μεσόγειο προς τη Δύση.

 

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Δευτέρα, 06 Φεβρουάριος 2012 21:33

Κρίση και εξωτερική πολιτική

Από τα τέλη περίπου του 2009 η Ελλάδα μαστίζεται από τη μεγαλύτερη οικονομική κρίση τής ιστορίας της. Η κρίση ξεκίνησε με εσωτερικό υπόβαθρο, ως δημοσιονομικό έλλειμμα, και, προοδευτικά, εξαιτίας του διεθνούς περιβάλλοντος και λαθών που έγιναν τόσο στο ανώτατο επίπεδο διεθνούς εκπροσώπησης της χώρας όσο και στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, εξελίχθηκε σε κρίση δανεισμού και, τελικώς, σε κρίση χρέους.

Πέραν των οικονομικών αιτίων τής κρίσης και των σχετικών με την αντιμετώπισή της χειρισμών, η κρίση έχει μία σημαντική και αγνοημένη από τη συντριπτική πλειοψηφία των αναλυτών διεθνοπολιτική διάσταση. Η εν λόγω διάσταση συνίσταται αφενός στις δυσκολίες που προσθέτει η οικονομική κρίση στην εφαρμογή τής «παραδοσιακής» εξωτερικής πολιτικής τής Ελλάδας, αφετέρου στη συμβολή τής τελευταίας στην κατεύθυνση αντιμετώπισης της κρίσης [1].

Η εξωτερική πολιτική και ο σχεδιασμός της – ιδιαίτερα μίας χώρας σε έναν ευαίσθητο χώρο, αλλά και σε κατάσταση οικονομικής επιτήρησης – απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή, ψυχραιμία, νηφαλιότητα, εξαιρετική σοβαρότητα, αλλά και αποφασιστικότητα. Η εξωτερική πολιτική ενός κράτους αφορά την ασφάλειά του, την προστασία και την ικανοποίηση των συμφερόντων του. Αναμφίβολα δε, επηρεάζεται κατά την εκπόνηση και την εφαρμογή της από το διεθνές σύστημα, αφορά τη θέση του κράτους σε αυτό, ενίοτε δε, επηρεάζοντάς το, αφορά και το ίδιο το διεθνές σύστημα.

Ασφαλώς, ένα κράτος σε κατάσταση οικονομικής κρίσης αντιμετωπίζει προβλήματα στην εξωτερική του πολιτική, τα οποία ξεκινούν από την έλλειψη πόρων, το μειωμένο του κύρος, τις προτεραιότητες για έξοδο από την κρίση, την αδράνεια των υπευθύνων και τις τυχόν εσωτερικές διχογνωμίες. Σε κάθε όμως περίπτωση, ακόμη και σε περίοδο οικονομικής κρίσης, ένα κράτος μπορεί να διαθέτει ικανή και αποτελεσματική εξωτερική πολιτική.

Αυτό είναι το αξίωμα, η λογική βάση πάνω στην οποία στηρίζεται η συγγραφή του παρόντος κειμένου. Και τούτο διότι, υπό προϋποθέσεις, η εξωτερική πολιτική, ως πεμπτουσία τής πολιτικής, συνίσταται στον καθορισμό προτεραιοτήτων, στρατηγικής, εκδήλωσης αποφασιστικότητας και χειρισμών. Η στάση, δηλαδή, κάθε κράτους στα διεθνή, καθώς και η προστασία των συμφερόντων του είναι κυρίαρχα θέμα πολιτικών επιλογών, καθώς και βέλτιστης και αποτελεσματικής χρήσης των όποιων συντελεστών ισχύος, υλικών, λειτουργικών και άϋλων, διαθέτει. Η εξωτερική πολιτική είναι μία πολιτική με μικρό σχετικά οικονομικό κόστος, αλλά μπορεί να προσφέρει μεγάλο όφελος.

Στη συνέχεια θα εξετάσω, πρώτον, το διεθνές περιβάλλον της Ελλάδας και, ιδιαιτέρως, τα προβλήματα, τις απειλές και τις ευκαιρίες που παρουσιάζει το διεθνές υποσύστημα στο οποίο εντάσσεται η χώρα. Τούτο καλύπτει μία ευρύτερη περιοχή η οποία ξεκινά από τις παρυφές της Κεντρικής και της Ανατολικής Ευρώπης και φθάνει ως τη Βόρειο Αφρική και τη Μέση Ανατολή. Δεύτερον, θα παρουσιάσω τις συνέπειες της κρίσης στην ελληνική εξωτερική πολιτική.

Με βάση τα παραπάνω, διατυπώνω στο τέλος ορισμένες προτάσεις πολιτικής. Επειδή όμως στο παρόν κείμενο η έμφαση θα δοθεί στα προβλήματα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, οφείλω προκαταβολικά να προειδοποιήσω πως οι δυσκολίες που δημιουργεί η οικονομική κρίση είναι μικρότερες από ό,τι μπορεί κάποιος αρχικά και επιφανειακά να εκτιμήσει. Και τούτο διότι, πρώτον, πέραν του χρέους, η Ελλάδα παραμένει μεταξύ των 30 πλουσιότερων κρατών παγκοσμίως. Δεύτερον, το χρέος φαίνεται ότι, μετά την απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 27ης Οκτωβρίου 2011, προοδευτικά θα αντιμετωπισθεί πρώτα από τους Έλληνες και στη συνέχεια σε διεθνές επίπεδο (ΕΕ και ΔΝΤ). Τρίτον και σημαντικότερον, ότι η επιτυχής αντιμετώπιση της κρίσης του χρέους συνιστά πλέον υπόθεση όχι μόνον της Ελλάδας, αλλά και πολλών άλλων ισχυρών κρατικών και μη κέντρων.


Α. Το διεθνές περιβάλλον

Μετά από μία εικοσαετία αλλαγών, το διεθνές σύστημα, σε παγκόσμιο επίπεδο, προοδευτικά ηρεμεί. Η μοναδική εναπομείνασα υπερδύναμη διαχειρίστηκε τις ανακατατάξεις στη Νότια, Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, είναι παρούσα και πραγματώνει αλλαγές στη Μέση Ανατολή, ενώ η κατάσταση στην Κεντρική Ασία τείνει να σταθεροποιηθεί.

Οι ΗΠΑ ασφαλώς αντιμετωπίζουν οικονομικά προβλήματα. Τούτο όμως δεν φαίνεται να υποσκάπτει την πολιτική και στρατιωτική τους επιρροή στον κόσμο. Από την άλλη πλευρά, η μοναδική ετέρα πυρηνική υπερδύναμη, η Ρωσία, δυσκολεύεται επί του παρόντος – πέραν του εγγύς εξωτερικού της – να προσδιορίσει εξελίξεις στις διεθνείς υποθέσεις, ενώ ο ρόλος της Κίνας, παρά τις προσπάθειές της, παραμένει δευτερεύων. Τέλος, η Ευρωπαϊκή Ένωση, αν και ταλανίζεται από τις γνωστές δημοσιονομικές της δυσκολίες,... 

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο πρώτο τεύχος της Ελληνικής έκδοσης του Foreign Affairs. Μπορείτε να διαβάσετε τη συνέχεια του άρθρου στην ιστοσελίδα του Foreign Affairs.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Τετάρτη, 30 Νοέμβριος 2011 16:15

Το Στοίχημα της Εξωτερικής Πολιτικής

Σήμερα διάγουμε μία περίοδο οικονομικής κρίσης και κρίσης τής πολιτικής. Ωστόσο δεν πρέπει ο δημόσιος διάλογος και οι ενέργειες μας να αναλώνονται μόνο σε αυτά τα δύο ζητήματα.

Πρέπει να κατανοήσουμε ότι όσο περιορίζουμε το εύρος στο οποίο αναζητούμε λύσεις, τόσο περιορίζονται και οι επιλογές μας.Η Ελλάδα σήμερα, για να γιατρέψει τις παθογένειες της, έχει ανάγκη από μια ολιστική θεραπεία. Θα πρέπει να βρούμε ποιες είναι οι άλλες πολιτικές που θα μας βοηθήσουν να αντιμετωπίσουμε την κρίση, να μην απωλέσουμε την ισχύ μας, να διασφαλίσουμε το εθνικό συμφέρον, να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις για μια Ελλάδα, που μπορεί να συμπεριφέρεται στρατηγικά, με ευελιξία, αποτελεσματικότητα και εξυπνάδα.

Η εξωτερική πολιτική είναι η πολιτική των πολιτικών σε περιόδους ομαλότητας και πολύ περισσότερο σε περιόδους κρίσης, ιδιαίτερα όταν ένα κράτος έχει ανάγκη να ενισχύσει το κύρος του, να διατηρήσει και να αυξήσει την εξωτερική ενδυνάμωση και τελικά να καταφέρει, παρά την κρίση, να ακολουθήσει με σταθερότητα τον προσανατολισμό του, αξιοποιώντας τις ευκαιρίες που παρουσιάζονται. Η εξωτερική πολιτική οφείλει να μην παρασύρεται από τις συνθήκες της κρίσης, να μην χάνεται στη δίνη της, αλλά αντίθετα να υπηρετεί το σκοπό της αντιμετώπισής της.

Είναι αλήθεια ότι το πρώτο που υφίσταται ένα κράτος σε περίοδο οικονομικής κρίσης είναι ένα τεράστιο πλήγμα στο κύρος του. Φίλοι και αντίπαλοι θεωρούν ότι λόγω των οικονομικών περιορισμών είναι πιο διαχειρίσιμο, πιέζεται πιο εύκολα ή έχει περιορισμένες ικανότητες αντίδρασης. Το κύρος ενός κράτους οικοδομείται με πολύ μεγάλη δυσκολία και αρκεί μία αναφορά τύπου «Τιτανικού» ώστε να αρχίσει να βυθίζεται και οι εκκλήσεις για οικονομική βοήθεια ώστε να οδηγηθεί στην άβυσσο. Αρκεί ένας άστοχος χειρισμός για να μετατρέψει μια χώρα αρχικά σε μαύρο πρόβατο και στη συνέχεια αποδιοπομπαίο τράγο. Φτάνει ένα σχόλιο, μερικές ώρες, πόσο μάλλον μέρες, ασυνεννοησίας για να αποτυπώσουν το χάος.

Σήμερα η χώρα μας μαζί με την κρίση του χρέους βιώνει και μία κρίση κύρους. Η ηγεσία της πρέπει να πράξει τα πάντα ώστε να αποκατασταθεί το κύρος και να στείλει μηνύματα προς όλες τις κατευθύνσεις, να διαχωρίσει τα ζητήματα του χρέους από την εξωτερική πολιτική και την άμυνα. Η αποκατάσταση του κύρους τού κράτους στο εξωτερικό (και στο εσωτερικό) σίγουρα δεν είναι εύκολη, συνιστά, όμως, μέγιστη ευθύνη του συνόλου της πολιτικής ηγεσίας. Είναι δε απαραίτητη για την οικονομική ανόρθωση της χώρας. Αυτό είναι σήμερα το στοίχημα της εξωτερικής πολιτικής. Με υποχρέωση έντασης σε μία ήδη υφιστάμενη δραστηριότητα, την οικονομική διπλωματία: την προσπάθεια δηλαδή για προσέλκυση νέων επενδύσεων και την προώθηση αγαθών και υπηρεσιών που παράγονται στον τόπο μας.

Όμως, το σημαντικότερο πρόβλημα στην περίοδο της οικονομικής κρίσης είναι η νοοτροπία της αδράνειας, η οποία λέει ότι δεν κάνουμε απολύτως τίποτε για να μη θιγεί ο οιοσδήποτε, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται τετελεσμένα ή να χάνονται πολύ σημαντικές ευκαιρίες.

Τα ζητήματα που έχουμε μπροστά μας είναι πολλά: η δικαστική μας διένεξη με τα Σκόπια στη Χάγη, οι καθημερινές παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου από την Τουρκία στο Αιγαίο και, πλέον, στην Ανατολική Μεσόγειο, οι κινήσεις έναντι της μη κύρωσης από την Αλβανία τής συμφωνίας οριοθέτησης της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ), η ανακήρυξη από την Ελλάδα της δικής της ΑΟΖ.

Η μη ανακήρυξη ΑΟΖ εκ μέρους τής Ελλάδας είναι ίσως η πιο χαρακτηριστική περίπτωση αδράνειας, η οποία μπορεί να μετατραπεί σε περίπτωση μεγάλης χαμένης ευκαιρίας. Πρώτον, διότι ισχυρότατοι παράγοντες του διεθνούς συστήματος επιθυμούν την εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων της Ανατολικής Μεσογείου. Δεύτερον, όλοι οι ενδιαφερόμενοι επιθυμούν οι αγωγοί προς τη Δύση να διέλθουν μόνο από την Ελληνική ΑΟΖ, χωρίς τη παρεμβολή τρίτων. Γιατί λοιπόν καθυστερούμε; Είναι θέμα απόφασης, διαχείρισης καταστάσεων και μεγάλης απόδοσης για το κύρος και τα οικονομικά της χώρας!

Είναι θέμα ευθύνης να μην χάσουμε το στοίχημα της εξωτερικής πολιτικής, γιατί τότε δυστυχώς η κρίση θα έχει επεκταθεί και στον ευαίσθητο τομέα των διεθνών σχέσεων με τραγικές συνέπειες για το μέλλον.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Δευτέρα, 25 Ιούλιος 2011 15:02

Το Κράτος Λάφυρο

Στη θεωρία της Πολιτικής Επιστήμης οι σχετικές με τη δημιουργία και τη λειτουργία του κράτους θεωρίες κατατάσσονται σε δύο κατηγορίες: τις θεωρίες του συμβολαίου (contract) και τις θεωρίες της επιβολής (predatory theories). Οι πρώτες είναι φιλελεύθερης προέλευσης και θεωρούν ότι το κράτος δημιουργείται και πρέπει να λειτουργεί ουδέτερα, σύμφωνα με τη θεμελιώδη συμφωνία μεταξύ όλων των πολιτών, υπό τους πολίτες και προς όφελος όλων των πολιτών. Οι δεύτερες είναι είτε δεσποτικής είτε μαρξιστικής έμπνευσης και το κράτος δημιουργείται και λειτουργεί από ή προς όφελος ενός ηγέτη, μίας ομάδας ή μίας τάξης.

Στην πολιτική Επιστήμη γίνεται επίσης ευρέως δεκτό ότι ιστορικά και οι δύο κατηγορίες ερμηνεύουν την ίδρυση του κράτους. Οι δεύτερες όμως ερμηνεύουν καλύτερα τη μετέπειτα λειτουργία του, αφού, ακόμη και στα φιλελεύθερα πολιτικά συστήματα, πολίτες και ομάδες συμφερόντων ανταγωνίζονται για να πάρουν τους μηχανισμούς του κράτους στα χέρια τους, να ελέγξουν το κράτος, και να το χρησιμοποιήσουν ή να το λαφυραγωγήσουν.

Η ιστορία του Ελληνικού κράτους επιβεβαιώνει τη δεύτερη ομάδα θεωριών. Ξενόδουλοι ή αυτόνομοι βασιλείς και ηγέτες, ξενόδουλες ομάδες συμφερόντων και ολιγαρχικές ελίτ, απηρχαιωμένοι κομματικοί μηχανισμοί έλεγξαν τους μηχανισμούς του κράτους και το λαφυραγώγησαν, οδηγώντας το σε επανειλημμένες πολιτειακές εκτροπές και σε επανειλημμένες πτωχεύσεις.

Υπήρξαν, κατά την άποψή μου, μόλις τρεις εξαιρέσεις πολύ μικρής διάρκειας λειτουργίας του κράτους υπό και υπέρ των πολιτών: η πρώτη με το Σύνταγμα του 1822, η δεύτερη με αυτό του 1908 και, η Τρίτη αμέσως μετά τον ενθουσιασμό της μεταπολίτευσης. Αυτή ήταν και η πιο πρόσφατη ευκαιρία μας, αφού, προοδευτικά, ιδιαίτερα μετά το 1981, το Ελληνικό κράτος κατέστη όμηρος του επικρατέστερου κομματικού σχηματισμού.

Έτσι, η γενιά της μεταπολίτευσης αφού εξουδετέρωσε το μέχρι τότε μηχανισμό ελέγχου του κράτους – στρατό και σώματα ασφαλείας – δημιούργησε το δικό της κρατικό μηχανισμό, τη γραφειοκρατία, ο οποίος δεν υπακούει σε κανέναν και καταδυναστεύει τους νέους πολίτες: τα παιδιά της γενιάς της μεταπολίτευσης. Οι εμπνευστές της κατάκτησης του κράτους ήταν ή ημιμαθείς ή κοντόφθαλμοι ή του προσωρινού βολέματος. Δεν είχαν διαβάσει ή δεν προέβλεψαν ή δεν τους ένοιαζε ότι κάθε γραφειοκρατικός μηχανισμός αυτονομείται. Και όταν αυτονομείται δεν υπηρετεί ούτε το κράτος, ούτε τους πολίτες. Υπηρετεί μόνο τα συμφέροντά τους τα οποία ικανοποιούνται μέσα από τη διαρκή λαφυραγώγηση του κράτους.

Αυτό σίγουρα το έχουν καταλάβει σχεδόν όλα τα παιδιά του Αμφιθεάτρου μου. Το έχουν σίγουρα καταλάβει πολλά από τα παιδιά της πλατείας ή των ηλεκτρονικών μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Το έχουμε ίσως καταλάβει κάποιοι από εμάς που είτε μας αρέσει είτε όχι συνιστούμε το κατεστημένο, με ό,τι αρνητικό εμπεριέχει η έννοια. Το ζητούμενο είναι αυτή η κατανόηση να αποκρυσταλλωθεί ως διεκδίκηση και ως βαθιά συνείδηση, ώστε η όποια νέα κοινωνική συμφωνία να γίνει σεβαστή στην πράξη: το κράτος να ανήκει στους πολίτες, να λειτουργεί υπό τον έλεγχο των πολιτών και υπέρ αυτών.

Ίσως κάποιοι να υποστηρίξουν ότι αυτά είναι ιδεαλιστικά ή στην πράξη ανέφικτα. Απαντώ στους ιδεολογικά απολιθωμένους και στους πολιτικούς καιροσκόπους ότι η Πολιτική Επιστήμη έχει τη γνώση και η πρακτική των πολιτικών συστημάτων την εμπειρία, ώστε να μην επιτραπεί ένα κράτος – που ασφαλώς δεν μπορεί να ουδετεροποιηθεί πλήρως – να καταστεί εκ νέου λάφυρο. Ωστόσο, για να μη θεωρηθώ αφελής, θα προσθέσω μία προϋπόθεση: να εκπαιδευτούν οι πολίτες ώστε να είναι ενεργοί και, κυρίως, ευκαιρίας δοθείσης, να μην ορμίσουν ξανά, να λαφυραγωγήσουν το κράτος.


Δημοσιεύτηκε στο protagon.gr στις 23/07/2011

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Ελλάδα
Σελίδα 1 από 2
You are here Προβολή άρθρων ανα tag: κρίση