Sunday, Jan 26th

Last update12:36:22 PM GMT

Για χρόνια η Κυπριακή Δημοκρατία προσπαθούσε να βρει απαντήσεις στο υπαρξιακό ζήτημα ασφαλείας της, το οποίο προκαλείται από την εγγύτητα της Τουρκίας και την παράνομη παρουσία των τουρκικών στρατευμάτων κατοχής στο έδαφός της. 

Τέτοιες απαντήσεις, πέρα από την παραδοσιακή υποστήριξη της Ελλάδας, βρέθηκαν σε δύο ακόμη χώρες, στην Αίγυπτο και κυρίως στο Ισραήλ. Με τις δύο χώρες, η Κυπριακή Δημοκρατία προχώρησε σε σειρά συμφωνιών, στον οικονομικό, πολιτικό, αλλά και στον τομέα της ασφάλειας. 

Οι εν λόγω συνεργασίες έχουν ισχυρές βάσεις αφού προέκυψαν χάρη σε σημαντικά κοινά συμφέροντα. Πρώτον, την παράλληλη ή συμπληρωματική εκμετάλλευση των πόρων της Μεσογείου, και, δεύτερον, την προβληματική σχέση των τριών κρατών με την Τουρκία. 

Η σημασία δε της συνεργασίας με το Ισραήλ φάνηκε ιδιαίτερα στα τέλη του 2011/ αρχές του 2012, όταν, κατά την περίοδο των τελικών ερευνών στην κυπριακή ΑΟΖ και της αναγγελίας των αποτελεσμάτων τους, στις απειλές της Τουρκίας εναντίον της Κύπρου, μέσω της παρουσίας στρατιωτικών δυνάμεων στην περιοχή των ερευνών, απάντησε με ανάλογες κινήσεις το Ισραήλ.

Οι συνεργασίες της Κύπρου με το Ισραήλ και την Αίγυπτο, οδήγησαν και στις συνεργασίες με την Ελλάδα. Έτσι, σήμερα πια, στη ΝΑ Μεσόγειο υπάρχουν δύο τριγωνικές συνεργασίες ασφαλείας, και οι δύο με βάση την Ελλάδα και την Κύπρο. Οι τριγωνικές αυτές συνεργασίες, που διαρκώς ενισχύονται και επεκτείνονται, φέρουν την Τουρκία σε δύσκολη θέση, καθώς είναι προφανές πως τα νερά της ΝΑ Μεσογείου δεν είναι και τόσο ήρεμα ή ανοιχτά για την ίδια.

Το ερώτημα που τίθεται και φαίνεται πως κανείς δεν έχει απαντήσει από την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι: τι θα γίνουν αυτές οι συνεργασίες; Στο θεσμικό επίπεδο, θα ισχύουν αν δεν υπάρχει τυπική συνέχεια της Κυπριακής Δημοκρατίας; Και στο ουσιαστικό, οι Τουρκοκύπριοι που θα συμμετέχουν στην Κυβέρνηση, θα συμβάλλουν με τον ίδιο τρόπο στην προώθηση των εν λόγω συνεργασιών;

Ή τελικά, με την «λύση» που διαπραγματεύεται ο Πρόεδρος Αναστασιάδης η Τουρκία και εγγυήτρια θα είναι, και στρατεύματα κατοχής θα διατηρήσει, και θα κερδίζει από τυχόν μεταφορά ενέργειας μέσω αυτής, αλλά και τις αμυντικές συνεργασίες που δημιουργούν μία ζώνη γύρω της θα διασπάσει.

Ας απαντήσει λοιπόν κάποιος! Ποιο θα είναι το μέλλον αυτών των συνεργασιών;

Δημοσιεύτηκε στο On.Alert.gr

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Πέμπτη, 29 Δεκέμβριος 2016 18:37

The Cyprus question: a critical test for the EU’s future

Up to now, 2016 has been a tough year for the EU. The refugee crisis, growing public discontent due to economic crisis and austerity, mounting populism, and BREXIT have put the European project in danger.  Recently, an unpredictable US President-elect has been added to the EU’s headaches, as nobody knows how the transatlantic partnership and the ‘West’ will look like under the Trump Administration. Amidst all this uncertainty one thing is for sure: the EU has to survive and for that reason to find its place in this new world and prove for what it stands. The negotiations over the Cyprus question are lying ahead as a crucial test; a test, which as all tests can be either an opportunity or one more slap in the face of the EU.

If the Cyprus question was a hard puzzle for the EU to solve in the past, now that it is connected with an erratic Turkish foreign policy and the turmoil in the Eastern Mediterranean, it is becoming a crucial issue on which the EU cannot be an observer; it needs to be proactive and have a clear position.  The EU’s stance towards the developments concerning the settlement of the Cyprus question is important for the process of the negotiations and their outcome, and also for the EU’s future. Whatever the EU is going to do or not to do, is going to send strong messages inside and outside Europe, to the world in general and to the Eastern Mediterranean in particular.

It has been consistently argued that there is a momentum for a solution, and also that this is the last chance for a peaceful settlement. The ‘last chance’ argument is strongly supported by Turkish Cypriots, namely that if a solution is not to be found this time, an annexation by Turkey constitutes a highly possible development. Despite the fact that such an argument is totally incompatible with the normative structure that underpins European and EU’s international relations for decades, it has gained much popularity; maybe not unjustifiably, if we consider the recent increase in Turkish unpredictability and authoritarian behavior. Therefore, the next few months are critical.

The EU should be prepared for the case of an agreement, as well as for the potential of the Cyprus question to remain unresolved and for the negotiations to be continued. In the case of settlement, the EU should safeguard that it will be viable and compatible with the EU Law. It should make clear that it would be unacceptable for Turkey to have any kind of influence or military presence to an EU’s member state. If the two parts won’t manage to reach an agreement, Turkish aggressiveness and the potential of a de facto solution will become an EU issue; Cyprus is an EU member state and it cannot be left alone.

In any case, if the EU accepts any solution other than the one reversing the consequences of the illegal invasion and occupation, then it will give a carte blanche to Vladimir Putin and any other leader with revisionist ambitions. In its recently drafted Global Strategy the EU states that “[W]e will not recognise Russia’s illegal annexation of Crimea nor accept the destabilisation of eastern Ukraine”. Will the EU accept any settlement that would legitimize the illegal invasion and occupation, and destabilize Cyprus, one of its smallest member-states? Moreover, it will give the opportunity to populists and anti-EU voices all across the continent to contend that for one more time the Union gives into Turkey’s demands.Nonetheless, it will show to other small states in the Central and Eastern Europe that if threatened by a more powerful neighbour, the EU is incapable of providing any help and support. All in all, for one more time in 2016, the EU’s influence and status will be decreasing.

In contrast, if the EU fights for a fair and viable solutionnot only as an issue of justice, but also, and most importantly, as a matter of order in the international system, then it is going to prove that values and interests can go hand in hand, and that there is a reason for which we need both pragmatism and idealism in international politics. It will restore its status and show why Europe and the world need the EU. In less than six months since the BREXIT referendum and the publication of the EU’s Global Strategy, the Cyprus question provides the best opportunity for the EU to prove that it not only talks the talk, but also it walks the walk!

First Published on NEW EUROPE

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Οι πολίτες της Ελληνικής και της Κυπριακής Δημοκρατίας ακούνε από το 1974 για «λύση» του Κυπριακού. Και όσο περνάνε τα χρόνια τόσο πιο πολύ η συγκεκριμένη υπόθεση εκλαμβάνεται ως βάρος που πρέπει να ξεφορτωθούν, τόσο πιο πολύ η έννοια του «προβλήματος» κυριαρχεί, και τόσο πιο πολύ αγνοούν ή και δεν ενδιαφέρονται να μάθουν ότι πρόκειται για μία παράνομη στρατιωτική εισβολή και αντιστοίχως παράνομη κατοχή...!

Η κατάσταση αυτή της κόπωσης στο μυαλό και στην ψυχοσύνθεση, ειδικά στην Κύπρο, αυξάνει αφενός την πίεση προς τους εκάστοτε πολιτικούς ηγέτες, οι οποίοι σε κάθε εκλογική αναμέτρηση πρέπει να δεσμευτούν ότι θα αγωνιστούν για τη λύση του «προβλήματος», αφετέρου και αντίστροφα, κατά έναν περίεργο τρόπο, τους δίνει και τη δυνατότητα να κινούνται στις διαπραγματεύσεις με νοοτροπία που θέλει να στρογγυλεύει τα ζητήματα και να οδηγεί, χωρίς πολλά-πολλά, στον σκοπό, δηλαδή στην «λύση».

Με άλλα λόγια, εξ αρχής, από την εκκίνηση των διαπραγματεύσεων, το εύρος και η ένταση των επιχειρημάτων είναι μειωμένα, αφού και πάλι σκοπός είναι η «λύση»..., την οποία επιθυμεί – ποιος άλλος; – η ελληνοκυπριακή πλευρά. Η οποία πλευρά, όμως, πάντα με αυτήν την αγχωτική επιδίωξη της «λύσης» – διότι «πέρασαν τόσα χρόνια» και όλα τα γνωστά ... – υποσκάπτει και τα εναπομείναντα διαπραγματευτικά πλεονεκτήματα που μπορεί να διαθέτει: την ιδιότητα του μέλους της ΕΕ, την έξοδό της από την κρίση και την προοδευτικά – και πάλι – εύρωστη οικονομική κατάσταση, τέλος δε, τα οφέλη των όποιων υδρογονανθράκων.

Καταλήξαμε δηλαδή, λόγω του άγχους της «λύσης», και τα πλεονεκτήματα της ιδιότητας του μέλους της ΕΕ να αμβλύνουμε, και να περιέλθουμε στη γωνία του ρινγκ των διαπραγματεύσεων ως προς τους υδρογονάνθρακες. Είχα προειδοποιήσει ως προς την λεγόμενη στη διεθνή βιβλιογραφία «κατάρα» των φυσικών πηγών πλούτου. Ότι, δηλαδή, η ανεύρεσή τους ανοίγει ορέξεις από μικρούς και μεγάλους και δημιουργεί κινδύνους. Έτσι βλέπουμε, πως η αδυναμία μεταφοράς των υδρογονανθράκων διά της Μεσογείου, και, ακόμη περισσότερο, η αδυναμία ή η καθυστέρηση κατασκευής σταθμού LNG στην Κύπρο – κάτι που η διεθνής τάση φαίνεται να ευνοεί – οδηγεί στην αύξηση των πιέσεων από πολύ σημαντικούς παράγοντες του διεθνούς συστήματος για «λύση». Η οποία «λύση» θα πρέπει να φέρει συγκεκριμένο αποτέλεσμα: να περάσει ο αγωγός από την Κύπρο στην Τουρκία και να γράψει η Ιστορία – για να ικανοποιηθεί και η φιλοδοξία ορισμένων – όχι το ποιο ήταν το περιεχόμενο, αλλά ότι ο τάδε και ο τάδε «έλυσαν» το Κυπριακό...

Μπορεί κάποιος να ρωτήσει: εσύ που από την ασφάλεια του γραφείου σου μάς τα γράφεις όλα αυτά, δεν θέλεις «λύση»; Η απάντηση είναι ότι προτείνω ανατροπή της εισβολής και της κατοχής.

Προτείνω πρώτα να φύγουν τα στρατεύματα του Αττίλα και μετά να συζητήσουμε, γιατί δεν είναι δυνατό να διαπραγματεύεται κάποιος με το πιστόλι στον κρόταφο. Προτείνω να υπάρχει βιώσιμη συνέχεια της Κυπριακής Δημοκρατίας και όχι ένα απίθανο μόρφωμα που κάποιος δευτεροκλασάτος γραφειοκράτης πρότεινε στον πολιτικό του προϊστάμενο, που είναι αντίθετο στις ευρωπαϊκές αξίες δημοκρατίας και δικαίου, και που, από την επόμενη μέρα, θα δημιουργήσει τριβές... και, μετά, ξανά τα ίδια από την αρχή... Τέλος, πρέπει να φύγουν οι εγγυήτριες δυνάμεις. Με άλλα λόγια δεν χρειάζεται να κρατήσουμε τον λύκο στο μαντρί! Δεν είναι καλύτερα να είναι απέξω και να πιέζεται και αυτός;

Η ανατροπή της εισβολής και της κατοχής – για να προλάβω κάποιους – δεν χρειάζεται πόλεμο! Χρειάζεται μυαλό, στρατηγική και αντίστοιχο σχεδιασμό! Ίσως βέβαια και ανιδιοτέλεια, ψυχή, αίσθηση της Ιστορίας, αλλά και της σημασίας της αντοχής στον χρόνο!

Δημοσιεύτηκε στον Φιλελεύθερο στις 3 Οκτωβρίου 2016

 

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Τρίτη, 03 Μάρτιος 2015 21:17

NATO's Most Problematic Member: An Authoritarian Turkey

By Ted Galen Carpenter

This article appeared on Aspenia Online on February 11, 2015.

Worries about Turkey's conduct are growing rapidly among fellow NATO members. There are multiple concerns, some of which have surfaced periodically before, while others are either new or at least much more salient. All of them are now combining to make critics wonder whether Turkey is a reliable or even a tolerable ally. Seth Cropsey, a Senior Fellow at the conservative Hudson Institute in the United States, denounces what he termed "Turkey's contempt for NATO principles." International media mogul Conrad Black urges NATO members to "get tough with Turkey."

One issue, Turkey's continuing occupation of northern Cyprus, is a long-standing irritant, but it has acquired new relevance given NATO's stance against Russia's actions in Ukraine. Ankara's forces invaded Cyprus and amputated some 37% of that country's territory in 1974. Turkey subsequently established a client state, the Turkish Republic of Northern Cyprus, which even today enjoys virtually no international recognition. Since Cyprus joined the European Union in 2004, it has become increasingly awkward for countries that are part of both that organization and NATO to ignore the ongoing occupation of a fellow EU member's territory.

Recent developments have made Turkey's stance on the Cyprus issue even more of an embarrassment, especially to the United States as NATO's leader. It is rather difficult for Washington to condemn Vladimir Putin's regime for annexing Crimea or setting up puppet states in the occupied Georgian provinces of Abkhazia and South Ossetia when a NATO member is guilty of similar behavior.

Disgruntled Americans and other Westerners also view Ankara's overall foreign policy with mounting suspicion. US supporters of Israel especially regard Turkey's increasingly frosty treatment of that country as a manifestation of hostility toward both Western interests and Western values. Ankara's conduct regarding ISIS has aroused additional concerns that Turkish leaders are conducting a cynical flirtation with radical Islamist forces in the Middle East. Not only did President Recep Tayyip Erdoğan's government drag its feet on supporting air strikes against ISIS by the United States and other NATO allies, but there were indications that Turkish leaders actively impeded measures to weaken the terrorist organization. For an agonizingly long period of time, the Erdoğan regime did little to assist besieged Kurdish defenders trying to thwart the attempt by ISIS forces to conquer the city of Kobane on the Turkish-Syrian border.

And as if Ankara's behavior on the foreign policy front was not a sufficient worry, there are ominous signs of mounting authoritarianism in Turkey's domestic affairs. Civil organizations and independent press outlets repeatedly find themselves under siege. Steven A. Cook, Senior Fellow for Middle Eastern Studies at the Council on Foreign Relations, documents the extent of Erdoğan's consolidation of power, contending that "he has become the sun around which all Turkish politics revolve."

Cook notes in an article on Politico.com that most of the Turkish press now exhibits support bordering on adoration for the President and his policies, and the dominance of that view is largely the result of "forced sales of newspapers and television stations to Erdoğan cronies." Perhaps even more unsettling than the transformation of an independent Turkish press into cogs in a partisan political machine is the media's participation in the President's growing cult of personality. Media outlets routinely refer to Erdoğan as "Buyuk Usta or Great Master." Cook notes that the atmosphere and imagery is sometimes "positively North Korean-esque."

Former supporters of Erdoğan and his Justice and Development Party are now treated as enemies of the state, not merely political opponents. At the end of October, Turkey's National Security Council branded the Gülen Movement, once the government's most significant political ally, as a threat to national security. Erdoğan personally presided over the meeting at which that charge was adopted. At the beginning of February, the Turkish government revoked the passport of Gülen's leader, Fethullah Gülen, who resides in the United States. That decision effectively stranded him in exile without even a modicum of due process. Such actions smack of petty political retaliation against a critic of the regime, with an intent to intimidate other potential critics. In December, the US State Department formally protested the arrest of more than two dozen leading media figures — all of whom appeared to be vocal opponents of the Erdoğan administration.

The government's increasingly oppressive hand is evident in other respects. When investigators conducted a wide-ranging probe of official corruption, leading to the resignation of four government ministers, Erdoğan's regime retaliated by purging hundreds of police officials and prosecutors. It also pushed through laws giving the President tighter control over the judiciary. According to Reuters, a few weeks later, Erdoğan ominously asserted that the judiciary and other state institutions must be "cleansed of traitors."

Granted, Turkey is not the only NATO country exhibiting worrisome autocratic behavior. US officials have expressed alarm at the apparent authoritarianism and corruption enveloping Prime Minister Viktor Orban's government in Hungary. Orban's crackdown on human rights groups is disturbingly similar to Vladimir Putin's campaign against domestic opponents. One of Orban's targets is the Hungarian Civil Liberties Union, which, ironically, had supported him a decade earlier when he was under intense pressure from political adversaries.

Over the past few years, harassment of media outlets, civil organizations, and other critics of Orban's rule has steadily grown. In rhetoric reminiscent of Putin, Orban has been reported as asserting that such groups are "paid political activists attempting to assert foreign interests in Hungary." The Prime Minister now touts the alleged virtues of autocracy, citing China, Russia, Singapore and Turkey, as models of successful countries that Hungary should consider emulating. Orban has even reportedly proposed mandatory drug testing for journalists.

Budapest's authoritarian drift, combined with the government's growing foreign policy flirtation with Russia has alarmed not only officials in other NATO countries but pro-Western elements in Hungary itself. Such concerns were evident at the beginning of February when thousands of demonstrators poured into the streets of the capital to protest Orban's policies and urge visiting German Chancellor Angela Merkel not to accord his regime any deference.

As bad as domestic political trends are in Hungary, however, they pale in comparison to the manifestations of autocracy in Turkey. The rising tide of domestic authoritarianism there is not a small concern, nor purely a domestic issue. True, NATO has previously tolerated illiberal regimes and even outright dictatorships as members. Founding member Portugal was a quasi-fascist country under Antonio Salazar. Throughout the Cold War, the military was the decisive power broker in Turkey's political system, and on occasion the country even lapsed into outright military rule. Greece suffered under a brutal military dictatorship in the late 1960s and early 1970s without forfeiting its NATO membership.

But it would be far more difficult in the 21st century for the Alliance to look the other way as a member succumbs to dictatorial impulses. During the Cold War, it was widely understood that NATO was primarily an anti-Soviet defense association. The professed commitment to liberal democracy, while important, was secondary. But in the post-Cold War era, NATO leaders repeatedly stress the organization's commitment to democracy and human rights. It would be more than a little embarrassing to have a Putin-style autocracy emerge in NATO's ranks. Yet that is now an embryonic worry with respect to Hungary and a looming danger with respect to Turkey.

Source: CATO Institute

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Ενδιαφέροντα

Η  Η συνέντευξη μου στον αρχισυντάκτη του Φιλελεύθερου Κώστα Βενιζέλο.  Η εξωτερική πολιτική σε περιόδους κρίσης, οι εξελίξεις στο Κυπριακό, τα ελληνοτουρκικά βρέθηκαν στο επίκεντρο άλλης μιας συζήτησής μας που δημοσιεύτηκε στις 25.12.2013 στην Κυπριακή εφημερίδα.

  • Είναι πολλοί που θεωρούν πως σε περιόδους οικονομικής κρίσης, όπως αυτή που βιώνουν Ελλάδα και Κύπρος, οι κινήσεις στα μεγάλα πολιτικά ζητήματα, τα εθνικά θέματα, θα πρέπει να αποφεύγονται.  Θεωρείται τούτο λογικό ή είναι αποτέλεσμα μιας φοβικής αντιμετώπισης των προβλημάτων;

Καταρχάς δεν υπάρχει ακινησία ούτε στη ζωή, ούτε στην πολιτική.  Τα πάντα ρει και οι ηγέτες τής κάθε χώρας θα πρέπει να καθορίσουν τους ρυθμούς κινητικότητας της εξωτερικής της πολιτικής.  Αντίθετα, κάποιοι εκτός αυτής, «φίλοι» και αντίπαλοι, είτε θα θέλουν να επιβραδύνουν ή να αδρανοποιήσουν την εξωτερική της πολιτική, είτε θα θέλουν να την κατευθύνουν.  Και στις δύο περιπτώσεις, διότι αυτό είναι που τους συμφέρει και διότι πιστεύουν πως η οικονομική κρίση που μαστίζει μία χώρα, προσφέρει την ευκαιρία για να την πιέσουν και να την οδηγήσουν προς την κατεύθυνση που επιθυμούν.

Το πώς κινείται μία χώρα στην εξωτερική της πολιτικής εξαρτάται από τη διεθνή κατάσταση, από τους συντελεστές ισχύος της χώρας και, κυρίως, από την επιθυμία και την ικανότητα της ηγεσίας της να χειρισθεί την εξωτερική της πολιτική όπως αυτή το επιθυμεί.  Προσωπικά θεωρώ ότι η εξωτερική πολιτική μίας χώρας σε κατάσταση κρίσης έχει ένα εξαιρετικά βαρύ φορτίο, πέραν των παραδοσιακών της θεμάτων: πρέπει να βελτιστοποιηθεί στον τομέα της οικονομικής διπλωματίας, να κάνει τα πάντα ώστε να αποκαταστήσει το κύρος τής χώρας και να κρίνει σε ποιες περιπτώσεις τη συμφέρει να προχωρήσει προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση.  Δυστυχώς, όπως έχει δείξει το πολύ πρόσφατο παρελθόν, υπάρχουν ηγεσίες στην Ελλάδα και την Κύπρο που απέδειξαν την πλήρη ανικανότητά τους να χειρισθούν καταστάσεις κρίσης.  Επίσης, η ιστορία έχει δείξει πως στις δύο χώρες υπάρχουν ηγεσίες που δεν κατανοούν τη φύση της εξωτερικής πολιτικής και της στρατηγικής, που κατέχονται από φοβικά σύνδρομα και που θεωρούν πως η καλύτερη αντιμετώπιση των ζητημάτων είναι η υποχωρητικότητα και ικανοποίηση των τρίτων.  Τέλος, σε ό,τι αφορά το Κυπριακό, θεωρώ και εγώ, όπως πολλοί άλλοι μελετητές των διεθνών σχέσεων που δεν διακατεχόμαστε από φοβικά σύνδρομα, ότι η στιγμή δεν είναι κατάλληλη για την ανάληψη πρωτοβουλιών, πολύ λιγότερο για την επιδίωξη μίας βιώσιμης και λειτουργικής λύσης.

  •   Το Κυπριακό συζητείται για δεκαετίες και τείνει να καταστεί «ένα άλυτο διεθνές πρόβλημα». Πώς μπορεί η Τουρκία να εισέλθει σε μια πορεία συνεννόησης με την Κυπριακή Δημοκρατία και την Ελλάδα για επίλυση του Κυπριακού;

Καταρχάς, επιτρέψτε μου μέσα και από την εφημερίδα σας να υπενθυμίσω και να στείλω το μήνυμα πως το Κυπριακό είναι «πρόβλημα» μόνο σε εισαγωγικάΠρόκειται για παράνομη εισβολή και κατοχή, για ένα διαρκές διεθνές έγκλημα, για μία διαρκή διεθνή παρανομία.  Δυστυχώς είναι μία κατάσταση που χρονίζει.  Χρονίζει όμως με βάση ποιο κριτήριο, αυτό της ζωής των ανθρώπων ή αυτό της διεθνούς πολιτικής;  Για να μην είμαστε ανυπόμονοι, θα πρέπει όλοι να συνειδητοποιήσουμε πως η ζωή των εθνών μετριέται με τους αιώνες.  Ωστόσο τούτο δεν σημαίνει πως πρέπει να εφησυχάζουμε ή να μην γρηγορούμε.  Θα πρέπει να είμαστε έτοιμοι, ώστε στην κατάλληλη χρονική στιγμή να δώσουμε τις λύσεις που πρέπει, αποκαθιστώντας τη διεθνή νομιμότητα.  Ασφαλώς η Τουρκία δεν έχει καμία πραγματική διάθεση να εισέλθει σε πορεία συνεννόησης για το Κυπριακό ή για οποιοδήποτε άλλο θέμα (γενοκτονίες, Σχολή της Χάλκης, ανθρώπινα δικαιώματα, Κουρδικό). Συνεπώς, θα πρέπει να πιεσθεί και γι αυτό θα πρέπει να αναμείνουμε την κατάλληλη στιγμή, συμβάλλοντας με τις δυνάμεις μας ώστε αυτή η στιγμή να προκύψει.

  • Υπάρχουν αναλυτές και πολιτικοί που υποστηρίζουν πως η επίλυση προβλημάτων είτε θα εξυπηρετούν πρωτίστως την Τουρκία ή δεν θα λυθούν. Πώς το σχολιάζετε τούτο; 

Συντάσσομαι και εγώ με τη συγκεκριμένη άποψη.  Αυτήν τη στιγμή η Τουρκική ηγεσία, έχοντας αποτύχει σε πολλά μέτωπα, αναζητεί να δείξει κάτι – έστω, στη χειρότερη περίπτωση γι αυτήν, κάποια κινητικότητα καλών προθέσεων στο Κυπριακό.  Η Τουρκία δεν μπαίνει στις συζητήσεις για να επιλύσει τα θέματα, ούτε για να αποσύρει τα στρατεύματά της.  Αυτήν τη στιγμή θέλει να παγιώσει και να νομιμοποιήσει τα αποτελέσματα της παράνομης συμπεριφοράς της, από θέση ισχύος (όπως αισθάνεται).  Όμως τα ερωτήματα σε μία διαπραγμάτευση είναι πάντα όχι το πώς θα μπεις, αλλά το πώς θα βγεις στην περίπτωση που δεν πηγαίνει για σένα καλά, και το αν διαθέτεις συντελεστές ισχύος ώστε να αποτρέψεις τυχόν επιβολή μη επιθυμητών λύσεων.  Η θεωρία διαπραγματεύσεων που χρόνια διδάσκω λέει πως αν δεν απαντηθούν καταφατικά τα δύο αυτά ερωτήματα, δεν μπαίνεις σε διαπραγμάτευση.  Δυστυχώς φαίνεται πως οι διαπραγματεύσεις έχουν αρχίσει.  Ίσως βέβαια δεν είναι και τόσο αργά για να υπάρξει μία εύσχημη απεμπλοκή.

  • Στα ελλαδοτουρκικά, δίνεται η εντύπωση πως η Αθήνα τα αντιμετωπίζει φοβικά και γι αυτό και βρίσκεται συνεχώς σε άμυνα και επιχειρεί να καλοπιάσει την Τουρκία…

Πράγματι, πολλές φορές κατά το παρελθόν η Αθήνα έχει αντιμετωπίσει φοβικά και κατευναστικά την Τουρκία.  Ο κατευνασμός είναι μία πολιτική που μόνο βραχυχρόνια μπορεί να ασκηθεί, ενώ εμπεριέχει τον κίνδυνο να αποθρασύνει την άλλη πλευρά.  Αυτήν την εποχή τα μηνύματα που εκπέμπονται είναι ανάμικτα και ασφαλώς σχετίζονται με το μούδιασμα που επικρατεί λόγω της οικονομικής κρίσης, καθώς ίσως και με μία σχετική πολυφωνία στην έκφανση του κυβερνητικού έργου.  Ας ελπίσουμε πως αυτή η κατάσταση δεν θα συνεχισθεί.  Αν χρειάζεται, υπάρχουν και άλλοι τρόποι να κερδηθεί χρόνος αν τούτο απαιτείται.  Εν τω μεταξύ όμως, ο Ερντογάν αναμένεται να επανέλθει με δριμύτερες δηλώσεις από αυτές που έκανε τον τελευταίο μήνα για τη Θράκη και ο Νταβούτογλου θα συνεχίσει να συγκρίνει τα ασύγκριτα…

  •    Παλαιότερα το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας είχε συνεργασία με την κυπριακή κυβέρνηση. Συνεχίζεται αυτή η συνεργασία σήμερα;

Όντως το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας είχε υπογράψει μνημόνιο συνεργασίας με το Υπουργείο Εξωτερικών.  Αυτή η συμφωνία έχει ατονήσει, παρά το ότι υπάρχει η αίσθηση πως οι συμβουλευτικές και κυρίως συμβουλευτικές υπηρεσίες που είχαν προσφερθεί είχαν αξιολογηθεί πολύ θετικά από την Κυπριακή πλευρά.  Σε κάθε περίπτωση, το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και το «Εργαστήριο Διεθνών Σχέσεων και Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης» είναι πάντα ανοικτά και έτοιμα να συνδράμουν.  Σε κάθε περίπτωση, ανεξαρτήτως συνεργασίας ή μη, το Κυπριακό είναι πολύ ψηλά και στα ερευνητικά ενδιαφέροντα και στις ευαισθησίες του Εργαστηρίου.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Δευτέρα, 26 Σεπτέμβριος 2011 17:50

Η Τουρκία έχει ήδη καταγράψει αποτυχίες

Εφ' όλης της ύλης συνέντευξη στην εφημερίδα Φιλελεύθερος της Κύπρου σε θέματα επικαιρότητας εξωτερικής πολιτικής, όπως έρευνες για το φυσικό αέριο στη Μεσόγειο, εξωτερική πολιτική και απειλές της Τουρκίας, ΑΟΖ, κλπ.

 

Διαμορφώνεται ένα νέο σκηνικό στην Ανατολική Μεσόγειο με την έναρξη των ερευνών της Κυπριακής Δημοκρατίας για εξόρυξη φυσικού αερίου.  Θεωρείτε ότι αυτή η εξέλιξη θα οδηγήσει σε γεωπολιτική αναβάθμιση της Κύπρου ή σε συγκρούσεις;

Η Κύπρος έχει ήδη αναβαθμιστεί στο διεθνές σύστημα και το χρηματιστήριο της διεθνούς πολιτικής εξ αιτίας του συγκεκριμένου γεγονότος και αποκτά, για μία ακόμη φορά, τεράστια σημασία. Αυτή είναι μάλλον μεγαλύτερη και από εκείνη της περιόδου τής κρίσης του Σουέζ, που προκάλεσε τότε, όπως θα θυμούνται πολλοί, σημαντικά προβλήματα στην υπόθεση της ανεξαρτησίας.  Μόνο που τώρα είναι προς όφελος της Κύπρου.  Θεωρώ ότι δεν είναι τυχαίες οι επισκέψεις κορυφαίων παραγόντων της διεθνούς πολιτικής στη Λευκωσία, όπως της Μέρκελ, του Μεντβέντεφ, του Πάπα και πολλών άλλων.  Πρέπει να καταλάβουμε το εξής: ότι η τόσο επιθυμητή για τη Δύση πολιτικοστρατιωτική γέφυρα με το Ισραήλ προέκυψε κατά φυσικό τρόπο, ουσιαστικά και με πρωτοβουλία της Κύπρου.

Όσο για τις τριβές ή τις συγκρούσεις, αυτές ούτως ή άλλως δεν αποκλείονται εντός του διεθνούς συστήματος, το οποίο είναι άναρχο ή, όπως πολύ συχνά επαναλαμβάνω, δεν είναι ένας όμορφος κόσμος ηθικός και αγγελικά πλασμένος.  Ας σκεφτούμε το απλό:  η Κύπρος υπέστη εισβολή ακόμη και τότε που ουδείς γνώριζε ότι διέθετε φυσικό αέριο και, μάλιστα, ακολουθούσε μία πολιτική «αδέσμευτης» ουδετερότητας.  Επίσης ας σκεφτούμε το επίσης απλό, αλλά επιστημονικά διαπιστωμένο από την εποχή του Θουκυδίδη: ο μικρός και αδύναμος είναι πιο ασφαλής όταν έχει ισχυρούς και αποφασισμένους συμμάχους, οι οποίοι βρίσκονται στο πλευρό του επειδή έχουν ισχυρά δικά τους συμφέροντα.

 

Πόσο σοβαρά πρέπει να λαμβάνονται οι τουρκικές απειλές;

Κάθε απειλή πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά.  Άλλωστε την απειλή ένας σώφρων κυβερνήτης, πολιτικός ή αναλυτής δεν χρειάζεται να την ακούσει να διατυπώνεται.  Οφείλει να τη διαβλέπει και να την προαισθάνεται.  Η Τουρκία είναι από τη φύση της ένα πιο πρωτόγονο κράτος σε σχέση με τα δυτικά κράτη, πιο στρατιωτικό και συνεπώς πιο βίαιο, ανεξαρτήτως του ποιος κυβερνά, οι στρατιωτικοί ή οι ισλαμικής προέλευσης πολιτικοί.  

Η Τουρκία συνεχίζει να εξοπλίζεται και να επιθυμεί να παίξει το ρόλο τής περιφερειακής υπερδύναμης.  Πλην όμως, όπως είχα προβλέψει στον Φιλελεύθερο, η Τουρκία έχει ήδη καταγράψει αποτυχίες στην εξωτερική της πολιτική.  Απέτυχε ή δεν απέτυχε στη Λιβύη;  Η πολιτική των «μηδενικών προβλημάτων» δεν έχει ήδη υποστεί πλήγματα;  Η προσέγγιση με την Αρμενία απέτυχε παταγωδώς.  Η ισχυρή σημασία με το Ισραήλ κατεστράφη.  Η πολιτική με τη Συρία επίσης απέτυχε και, βεβαίως, αυξάνονται τα προβλήματα με την Κύπρο.

Όσο για τις απειλές της, σε μία γενική προσέγγιση, αυτές πρέπει να λαμβάνονται υπόψη.  Όμως στην προκειμένη περίπτωση, με βάση όσα γνωρίζω, θεωρώ πως η Τουρκία έχει ήδη κάνει πίσω και περιορίζεται σε ρητορικά, κατόπιν εορτής, πυροτεχνήματα.  Πως αλλιώς μπορεί να ερμηνευτεί η απόφαση ότι θα οριοθετήσει την υφαλοκρηπίδα με το ψευδοκράτος;  Δηλαδή αν δεν προέβαιναν σε συμφωνία «οριοθέτησης», το ψευδοκράτος θα εμπόδιζε την Τουρκία να κάνει έρευνες ή γεωτρήσεις;   Με άλλα λόγια, λέω πως στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή η Τουρκία δεν μπορεί να κάνει κάτι άλλο παρά να ρίχνει πυροτεχνήματα για εσωτερική κατανάλωση.

 

Κάνουν λόγο οι Τούρκοι για δικές τους έρευνες σε περιοχές μεταξύ Ελλάδος και Κύπρου, κοντά στο Καστελόριζο. Πώς θα πρέπει να αντιδράσουμε;

Έπρεπε ήδη να έχουμε αντιδράσει.  Η Ελλαδική κυβέρνηση έπρεπε ήδη να έχει ανακηρύξει τη δική της ΑΟΖ – άποψη που έχω επίσης εκφράσει με άρθρο μου στον Φιλελεύθερο.  Ποτέ δεν είναι αργά.  Πρέπει η Ελλάδα να κάνει το βήμα.  Πρέπει Ελλάδα και Κύπρος να ενημερώνουν συστηματικά και ασταμάτητα για τη συμπεριφορά της Τουρκίας.  Καλές και σημαντικές οι τοποθετήσεις ξένων αξιωματούχων υπέρ της εκμετάλλευσης των κοιτασμάτων από την Κύπρο, αλλά θα πρέπει να γίνει προσπάθεια να καταδικαστεί η απειλή χρήσης βίας.  Δεν μπορεί κάποιος να ξεστομίζει τέτοιες απειλές και να μην έχει κόστος, προφανώς πολιτικό.  Κι αν η προσπάθεια δεν πετύχει τώρα, θα δημιουργήσει υποθήκη για το μέλλον.  Αν εμείς τώρα πετύχουμε να καταγραφεί η ανεύθυνη και επιθετική συμπεριφορά της Τουρκίας, τούτο θα είναι χρήσιμο στο μέλλον.

 

Την τελευταία περίοδο γίνεται λόγος για συνεργασία ή άξονα Ισραήλ-Ελλάδος- Κύπρου.  Είναι κάτι συγκυριακό ή μόνιμο με προοπτική;

Είναι μία αρχή, θα δούμε.  Στο βαθμό όμως που, όπως είπα, υπάρχουν σημαντικά και σε βάθος χρόνου κοινά συμφέροντα (η εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων),  υφίσταται προοπτική για όσα χρόνια θα διαρκέσει η συγκεκριμένη εκμετάλλευση.  Επιπλέον, αυτό θα εξαρτηθεί και από τις περαιτέρω εξελίξεις στην Αίγυπτο, τη Συρία, αλλά και την ίδια την Τουρκία.

 

Σε αυτό το σκηνικό χωράνε διάφοροι.  Οι Αμερικανοί, επειδή τις έρευνες ανέλαβε δική τους εταιρεία, οι Ισραηλινοί επειδή είναι της γειτονιάς, οι Τούρκοι, εμείς και στο βάθος η Ρωσία, η Ε.Ε.  Πώς αξιοποιούνται όλα αυτά τα διαφορετικά, πλην εμπλεκόμενα συμφέροντα;

Στην πολιτική και, ιδιαίτερα, τη διεθνή, δεν υπάρχουν φιλίες. Πλην όμως όλοι οι συγκεκριμένοι παράγοντες, επί του παρόντος, είναι «φίλοι».  Οι «φίλοι» θα επιχειρήσουν να μεγιστοποιήσουν τα οφέλη τους.  Το ίδιο θα πρέπει να κάνουμε και εμείς.  Αρκεί να έχουμε στρατηγική – την οποία όμως δεν έχουμε.  Κύρια συνιστώσα θα πρέπει να είναι η αξιοποίηση και επένδυση των οφελών από την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων.  Θυμίζω ή ενημερώνω ότι ο μεγαλύτερος συντελεστής ισχύος τού Κουβέιτ δεν ήταν το πετρέλαιο, αλλά οι επενδύσεις των εισοδημάτων από το μαύρο χρυσό.  Από εκεί και πέρα πρέπει να υπάρξει ή να εμφανιστεί μία κατάσταση από την οποία να κερδίζουν όλοι (win-win).  Όσο για τον τελικό στόχο νομίζω ότι περιττεύει να τον αναφέρω.

 

Πόσο επηρεάζονται όλες αυτές οι εξελίξεις από τη σημερινή κατάσταση, οικονομική και πολιτική, στην Ελλάδα;

Ασφαλώς και επηρεάζονται, αν και δεν θα έπρεπε.  Εννοώ ότι είναι δυνατόν η οικονομική δυσπραγία να μην επηρεάζει την εξωτερική και την αμυντική πολιτική μίας χώρας, υπό την προϋπόθεση ότι δεν συνοδεύεται και από πολιτική και κοινωνική κρίση.  Ισχυρά πολιτικά συστήματα και ικανές κυβερνήσεις μπορούν να κατανέμουν πόρους και να θέτουν προτεραιότητες, ακόμη και υπό συνθήκες οικονομικής κρίσης.  Όμως, όπως το έχω γράψει και στο παρελθόν, η Κύπρος στην περίπτωση της ΑΟΖ και της εκμετάλλευσης των πόρων έχει δώσει δείγματα ικανότητας ανάληψης πρωτοβουλιών χωρίς την Ελλάδα.  Ίσως είναι μία από εκείνες τις στιγμές στην Ιστορία που η περιφέρεια του Ελληνισμού παίρνει την πρωτοβουλία αντί του κέντρου.

 

Σε ποιό στάδιο βρίσκονται οι συνεργασίες του Πανεπιστημίου Μακεδονίας με το Υπουργείο Εξωτερικών και το Υπουργείο Άμυνας;

Με το Υπουργείο Εξωτερικών φέτος συνεχίστηκε, όταν σε συνεργασία με το Γραφείο Τύπου και Ενημέρωσης, επισκέφτηκαν την Κύπρο τριάντα φοιτητές του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών, με σημαντικά αμοιβαίως οφέλη.  Ο Φιλελεύθερος, θυμάμαι, έκανε ένα εξαιρετικό ρεπορτάζ και, με την ευκαιρία, ευχαριστώ. 

Με το Υπουργείο Άμυνας, αντιθέτως, η πρόταση συνεργασίας που στελέχη του είχαν απευθύνει στο Τμήμα δεν προχώρησε για λόγους που ποτέ δεν μου ανακοινώθηκαν και που σίγουρα δεν αφορούσαν ζητήματα επιστημονικής μας επάρκειας, όπως μπορούν να καταλάβουν οι αναγνώστες σας.  Το Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας έχει επιτύχει τη διεθνή αναγνώριση στους τομείς των Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σχέσεων, των Στρατηγικών Σπουδών και της Διαχείρισης Κρίσεων.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Τετάρτη, 20 Ιούλιος 2011 16:25

Το Κυπριακό δεν είναι πρόβλημα

Θα ήθελα για μια ακόμη μια φορά και λόγω των ημερών να επαναλάβω τη θέση μου ότι είναι λάθος να κάνουμε λόγο για Κυπριακό "πρόβλημα" ή "ζήτημα". Με αυτό τον τρόπο καλύπτουμε, εκούσια ή ακούσια,  την αλήθεια που δεν είναι άλλη από αυτή της παράνομης εισβολής και κατοχής της Κύπρου. Παρακάτω θα βρείτε ένα σύντομο βίντεο από παλαιότερη απάντηση μου για αυτό το θέμα. Θα πρέπει να αρχίσουμε στην προσέγγισή μας να μιλάμε για παράνομη κατοχή της Κύπρου.

Dim lights Embed Embed this video on your site  

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Σε συνέχεια της προηγούμενης μου ανάρτησης με αφορμή τη συμπλήρωση 7 χρόνων από την απόρριψη του Σχεδίου Ανάν, επαναδημοσιεύω και το παρακάτω άρθρο που δημοσιεύτηκε επίσης στον Φιλελεύθερο στις αρχές Απριλίου του 2004 και στο οποίο υποστηρίζω ότι το Σχέδιο Ανάν δεν ήταν ούτε ιστορική, ούτε μοναδική, ούτε τελευταία λύση. Άλλωστε, όπως σημειώνω και παρακάτω, τίποτε δεν είναι τελικό στο αέναο του χρόνου γύρισμα. Η ιστορία είτε γραμμική είτε κυκλική είτε, τέλος, σπειροειδής εξελίσσεται επιβεβαιώνοντας το «τα πάντα ρεî» του Ηρακλείτου. Τούτο θα πρέπει να το λαμβάνουμε υπόψην κάθε φορά που βρισκόμαστε σε ανάλογες περιστάσεις.

Οι θιασώτες της «λύσης» του Κυπριακού, δηλαδή της άρσης των συνεπειών τής παράνομης Τουρκικής εισβολής του 1974 και της έκτοτε κατοχής, επιχειρηματολογούν ότι θα πρέπει οπωσδήποτε να βρεθεί λύση και, ταυτοχρόνως, κινδυνολογούν ισχυριζόμενοι ότι θα υπάρξουν αρνητικές συνέπειες για την Κυπριακή Δημοκρατία. Επιπλέον, ισχυρίζονται πως η λύση του Σχεδίου Ανάν «5» είναι ιστορική, θα είναι μοναδική και η τελευταία. Ουδέν το πλέον αναληθές.

Η συγκεκριμένη «λύση» δεν είναι ιστορική. Ιστορικά είναι εκείνα τα γεγονότα που οδήγησαν την ανθρωπότητα ή τα έθνη να αλλάξουν τη μοίρα τους. Τέτοιες είναι οι μεγάλες επαναστάσεις, οι ανακατονομές ισχύος στο διεθνές σύστημα, όπως αυτή του 1989· ή, αντιστοίχως, η ανεξαρτησία ή η καταστροφή των εθνών. Στο πλαίσιο των Ελληνοτουρκικών σχέσεων θα μπορούσε να θεωρηθεί ιστορική στιγμή το 1821, το 1912, το 1922, το 1955 ή ακόμη το 1974. Με το Σχέδιο Ανάν δεν υπάρχει καμία ιστορική αλλαγή, με όρους επανένωσης δύο λαών. Εκτός και αν το γεγονός της κατάργησης της Κυπριακής Δημοκρατίας, η δυσλειτουργικότητα του Σχεδίου που θα αυξήσει τις συγκρούσεις μεταξύ των δύο πλευρών ή η νομιμοποίηση της χρήσης βίας από τον ίδιο τον Ο.Η.Ε. που την απαγορεύει θεωρηθούν, στην αρνητική κατεύθυνση, ιστορικά γεγονότα.

Η «λύση» δεν είναι μοναδική. Και μόνο ο αριθμός «5» του Σχεδίου Ανάν ή των ισάριθμων σχεδίων που φέρουν το όνομα προηγούμενων Γενικών Γραμματέων του ΟΗΕ δείχνει ότι το συγκεκριμένο σχέδιο που παραδόθηκε στα δύο μέρη μετά την επιδιαιτησία του Ανάν. Θα μπορούσε να δοθεί, για παράδειγμα, μία λύση από τις ίδιες τις κοινωνίες όπως έγινε με την επανένωση της Γερμανίας το 1989, μία λύση από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η παρούσα «λύση» όμως δεν είναι μοναδική ούτε από πλευράς τελειότητας. Το Σχέδιο Ανάν σαφώς δεν είναι δίκαιο (σημείο στο οποίο υπήρξαν σοβαρές υποχωρήσεις από την Ελληνική πλευρά) και εμφανώς δεν είναι ούτε βιώσιμο ούτε λειτουργικό. Επιπλέον, το Σχέδιο είναι σαφώς ανολοκλήρωτο, καθώς χρειάζονται δεκάδες νόμοι οι οποίοι πρέπει και απομένει να συμφωνηθούν μεταξύ των δύο πλευρών ώστε να λειτουργήσει το πρωτοφανές για τα πολιτικά δεδομένα της σύγχρονης εποχής κρατικό μόρφωμα που δημιουργεί.

Η λύση αυτή προφανώς και δεν είναι η τελευταία. Τίποτε δεν είναι τελικό στο αέναο του χρόνου γύρισμα. Η ιστορία είτε γραμμική είτε κυκλική είτε, τέλος, σπειροειδής εξελίσσεται επιβεβαιώνοντας το «τα πάντα ρεî» του Ηρακλείτου. Στη ζωή των λαών, των κρατών ή των πολιτισμών ο χρόνος είναι διαφορετικός και σαφώς δεν καταγράφεται με βάση τα δεδομένα της προσωπικής ζωής εκάστου ανθρωπίνου όντος. Ήταν μεγάλη ή μικρή η διάρκεια της Ρωμαϊκής, της Βυζαντινής ή της Βρετανικής αυτοκρατορίας; Ήταν πολλά τα 45 χρόνια που διήρκεσε η διαίρεση της Γερμανίας; Ή, ήταν πολλά ή λίγα τα 400 ή τα 700 χρόνια που κατά περιοχές κράτησε ο οθωμανικός ζυγός στην Ελλάδα; Και μετά βεβαιότητας η «λύση» δεν είναι η τελευταία, διότι ήδη αρχίζει να διαφαίνεται μία προσπάθεια Ευρωπαϊκής λύσης.

Τέλος, απέναντι στην κινδυνολογία που καλλιεργείται χρειάζεται ψυχραιμία και νηφαλιότητα. Διότι, σε κάθε περίπτωση υπάρχουν κάποια αδιαμφισβήτητα δεδομένα: πρώτον, η Κύπρος, στις 1.5.2004, θα ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση· δεύτερον, κανένα κράτος δεν μπορεί να αναγνωρίσει τυπικά το ψευδοκράτος, έχοντας προηγουμένως επικυρώσει τη Συνθήκη προσχώρησης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ένωση· τρίτον, θα συνεισφέρει στον κοινοτικό προϋπολογισμό και δεν περιμένει να εισπράξει από κανένα τρίτο ή τέταρτο κοινοτικό πλαίσιο στήριξης· τέλος, μετά την 1η.5, είναι βέβαιο πως ξένα στρατεύματα θα σταθμεύουν παρανόμως στην επικράτεια κράτους μέλους της Ένωσης. Σε κάθε περίπτωση πολιτικές πιέσεις θα υπάρχουν.Αλλά θα είναι μόνο πολιτικές.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Το παρακάτω άρθρο δημοσιεύτηκε στον Φιλελεύθερο στις 21 Μαρτίου του 2004. Κρίνω σκόπιμο να το επαναδημοσιεύσω σήμερα, εφτά χρόνια αργότερα, για να θυμίσω σε όσους παρακολουθούσαν το ζήτημα και τότε, αλλά και για να παρουσιάσω την άποψή μου στους νεότερους, και κυρίως στους φοιτητές μου, με τους οποίους συζητούμε το Κυπριακό. Υποστήριζα τότε ότι το Σχέδιο Ανάν δεν ήταν ούτε δίκαιη, ούτε βιώσιμη, ούτε λειτουργική λύση, και η θέση μου αυτή εφτά χρόνια αργότερα έχει επιβεβαιωθεί.

Περίπου ένα μήνα πριν, (Φεβρουάριος 2004) ο πρωθυπουργός της Τουρκίας ήταν στις ΗΠΑ, επισκεπτόμενος την Ουάσινγκτον αλλά και τη Ν. Υόρκη. Μετά από λίγο ο Γενικός Γραμματέας (Γ.Γ.) του ΟΗΕ, εξήγγειλε την πρωτοβουλία του για λύση του Κυπριακού πριν την 1.5.2004, ημερομηνία προσχώρησης της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ). Το επίσημο Ελλαδικό κράτος, εμπλεκόμενο στις προεκλογικές διαδικασίες ήταν απόν, τόσο πέραν του Ατλαντικού όσο και στην Ευρώπη. Και το Κυπριακό εφησύχαζε με την αναμενόμενη αδιαλλαξία του Ντεκτάς.

Για μία ακόμη φορά το Κυπριακό είναι στην επικαιρότητα και για κάποιους ήταν η ευκαιρία να πουν πως βαρεθήκαμε πια και πως πρέπει επιτέλους να δοθεί μία λύση. Μόνο που η προδιαγραφόμενη λύση δεν πρόκειται να μας απαλλάξει από τα «προβλήματα». Αντίθετα, μάλιστα, θα προσθέσει καινούργια και στην Ελλάδα και στην ΕΕ. Και τούτο διότι, με βάση τα όσα μπορούμε να γνωρίζουμε, η «λύση» δεν θα είναι ούτε δίκαιη, ούτε βιώσιμη, ούτε λειτουργική.

Το ότι δεν θα είναι δίκαιη το γνωρίζαμε από χρόνια. Μία δίκαιη λύση θα σήμανε την απομάκρυνση ενός πολύ μεγάλου ποσοστού των εποίκων, αποκατάσταση των ζημιών, πληρωμή αποζημιώσεων, πλήρη πληροφόρηση για την τύχη των αγνοουμένων. Το ότι δεν θα είναι βιώσιμη ίσως αρχίζουμε να το καταλαβαίνουμε τώρα. Αυτό που εμείς μεταφράζουμε ως «βιώσιμη», στο λεξιλόγιο του Γ.Γ. υπάρχει ως "comprehensive", δηλαδή «συνολική». Πάντως, το βιώσιμη λύση είχε εσχάτως συνδεθεί με το «λειτουργική» λύση και αυτή με την εναρμόνιση προς το κοινοτικό κεκτημένο.

Μετά τη συμφωνία της Ν. Υόρκης, η λύση δεν διαφαίνεται πως θα είναι λειτουργική, και τούτο για τους παρακάτω λόγους. Πρώτον, διότι δεν υπάρχει τρόπος που να διασφαλίζει την εναρμόνιση της όποιας λύσης με το κοινοτικό κεκτημένο. Βεβαίως οι δύο πλευρές θα συνευρεθούν μεταξύ 1 και 24 Μαρτίου για να συζητήσουν όλα τα συναφή με το κεκτημένο ζητήματα. Όμως για ποιο λόγο η Τουρκοκυπριακή πλευρά να δεχθεί όλες τις πρόνοιες του κοινοτικού κεκτημένου που προβλέπει, μεταξύ άλλων, ελευθερία μετακίνησης και εγκατάστασης αλλά και πλήρη σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των κανόνων της Δημοκρατίας. Δεύτερον, διότι όποια και να είναι η τελική συμφωνία, αυτή, κατά δήλωση του Γ.Γ., θα ενσωματωθεί στις συνθήκες της ΕΕ, ακόμη και αν συνιστά εξαίρεση στο κοινοτικό κεκτημένο. Το γεγονός αυτό επιτείνει τους λόγους αδιαλλαξίας της Τουρκοκυπριακής πλευράς. Τρίτον, διότι η ΕΕ, αυτή στην οποία θα ενταχθεί στις 1.5.2004 η Κυπριακή Δημοκρατία, δεν θα είναι πολιτικά παρούσα στις διαπραγματεύσεις. Απλώς, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το γραφειοκρατικό όργανο της ΕΕ, μπορεί να χρησιμεύσει ως σύμβουλος του Γ.Γ., σε ζητήματα τεχνικής φύσεως. Τέταρτον, σε περίπτωση που τα μέρη δεν θα συμφωνήσουν, ο Γ.Γ. θα συμπληρώσει μόνος του τα κενά της συμφωνίας.

Συνεπώς, αν δεν αποχωρήσουν οι Τουρκοκύπριοι για τους δικούς τους λόγους και τελικώς βρεθεί μία «λύση», αυτή η λύση δεν θα είναι λειτουργική και θα δημιουργήσει μία νέα σειρά προβλημάτων τόσο στην Ελλάδα όσο και στην ΕΕ. Το γνωστό δυσλειτουργικό σχέδιο Ανάν, αντί να δημιουργήσει ένα ομοσπονδιακό και λειτουργικό κράτος θα δημιουργήσει ένα παγκοσμίως πρωτότυπο μόρφωμα που θα εντείνει τις αντιπαραθέσεις και θα αυξήσει τις παρεμβάσεις της Τουρκίας αλλά και του Ηνωμένου Βασιλείου στο εσωτερικό του. Ταυτοχρόνως, η Τουρκία θα απαλλαγεί από τη συγκεκριμένη υποχρέωση επίλυσης του Κυπριακού, διευκολύνοντας την πορεία της προς την ΕΕ και αυξάνοντας φυσικά τις φυγόκεντρες δυνάμεις μέσα σε αυτήν. Όσο για την Ελλάδα, αναρωτιέμαι σε ποιο βαθμό θα μπορέσει να παραμείνει αμέτοχη όταν θα αρχίσουν να εμφανίζονται οι δυσλειτουργίες της «λύσης».

 

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Προς μια νέα Εξωτερική Πολιτική της Κυπριακής Δημοκρατίας


Τέσσερα χρόνια μετά την απόρριψη του σχεδίου Ανάν , η Κύπρος έχει ήδη μπει σε μια νέα εποχή προκλήσεων και ευκαιριών. Διαθέτει ένα νέο Πρόεδρο, ικανό ηγέτη, αξιόπιστο και δυναμικό, που μπορεί να ελίσσεται, να προσαρμόζεται, που ξέρει να διαπραγματεύεται, να επιμένει και να προετοιμάζει το μέλλον. Μετρά τέσσερα σχεδόν χρόνια συμμετοχής στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Συμμετέχει πλέον στη ζώνη του Ευρώ. Όλα τα παραπάνω μαζί με την επιμονή και υπομονή των Κυπρίων για λύση του ζητήματος της εισβολής και κατοχής και η επιθυμία τους να δουν τη Μεγαλόνησο να προκόβει ανοίγουν ένα νέο κύκλο στην παρουσία της Κύπρου στο διεθνές σύστημα.

Η Μεγαλόνησος βγαίνει από το περιθώριο και έρχεται στο προσκήνιο, όχι μόνο γιατί είναι πλέον μέλος της ΕΕ και της Ευρωζώνης, αλλά και γιατί κατέχει μια περίοπτη γεωπολιτικά θέση στη Μεσόγειο σε απόσταση αναπνοής από τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική. Σ' αυτό το πλαίσιο, η εξωτερική της πολιτική θα πρέπει να χαρακτηρίζεται από προσαρμοστικότητα και ευελιξία.. Οι σχέσεις της Κύπρου με τους εταίρους μας στην ΕΕ και η διαπραγματευτική της στάση είναι σημεία κλειδιά για το μέλλον του νησιού.

Η άσκηση εξωτερικής πολιτικής κινείται ανάμεσα στην επιδίωξη του επιθυμητού και του εφικτού. Το εφικτό καθορίζεται τόσο από τη δική μας ισχύ, τις δικές μας διαπραγματευτικές ικανότητες και τις αντίστοιχες των άλλων, όσο και τη διεθνή συγκυρία. Θα πρέπει, λοιπόν, να αξιολογήσουμε τη θέση μας, να αναπτύξουμε τη συνεργασία ανάμεσα στις δύο χώρες και να παίξουμε τα ισχυρά μας χαρτιά, δίνοντας προσοχή σε όλους τους συντελεστές ισχύος. Η Ελλάδα είναι ασφαλής. Η Κύπρος είναι σχετικά ασφαλής. Η Ελλάδα διαθέτει το πλεονέκτημα να είναι μέλος του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε. και διαθέτει το δικαίωμα του βέτο. Η Κύπρος είναι μέλος της ΕΕ και διαθέτει το δικαίωμα του βέτο, επίσης. Ελλάδα και Κύπρος διαθέτουν καλές σχέσεις με τη Δύση και την Ανατολή. Η Ελλάδα αρχίζει να παίζει δυναμικό ρόλο στον ενεργειακό χάρτη της ευρύτερης περιοχής. Η Κύπρος παίζει πάντα ρόλο διπλωματικό, πολιτιστικό και οικονομικό στο χώρο της Μέσης Ανατολής. Μπορεί να αποτελούν μικρά κράτη αλλά διαθέτουν πολλά πλεονεκτήματα και έχουν δυνατότητες να αποκτήσουν ακόμη περισσότερα.

Αρκεί να αντιληφθούμε ότι ένα μικρό κράτος, όπως η Ελλάδα, και ένα πολύ μικρό κράτος, σαν την Κύπρο, πρέπει να έχουν στρατηγική για το μέλλον. Μια στρατηγική μακροπρόθεσμών στόχων, αλλά και ευέλικτη ώστε να ελίσσεται και να διεκδικεί τις ευκαιρίες του παρόντος.

Η Κύπρος είναι απαραίτητο να επιμείνει στον εξευρωπαϊσμό της εξωτερικής της πολιτικής, χωρίς να ξεχνά ότι πρόκειται για μια αμφίδρομη διαδικασία. Επιτυγχάνεται τόσο μέσα από την ενσωμάτωση των πρακτικών και των προτεραιοτήτων της Ένωσης, όσο και μέσα από προώθηση των κυπριακών προτεραιοτήτων στην Ευρωπαϊκή ατζέντα. Επίσης, σημαντικό ρόλο παίζει η εξοικείωση των εθνικών αξιωματούχων με τους Ευρωπαϊκούς θεσμούς και η κοινωνικοποίηση τους μέσα στην Ένωση. Λόγω της γεωγραφικής της θέσης, της πολιτικής και οικονομικής της κατάστασης, η Κύπρος μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο στις σχέσεις της Ένωσης με τους γείτονες της στη Μεσόγειο. Αξιοποιώντας έτσι την ευκαιρία προς όφελος της Ένωσης, αλλά και του νησιού και της ευρύτερης περιοχής.

Η Κύπρος σήμερα μπορεί να διεκδικεί ένα μέλλον με ασφάλεια, στο οποίο θα επέλθει η ανατροπή των συνεπειών της εισβολής και κατοχής, μία λύση, πιθανώς οδυνηρή, αλλά υποφερτή και αξιοπρεπής, που θα είναι δίκαιη για τις επόμενες γενιές και δεν θα καταργεί την Κυπριακή Δημοκρατία. Ένα μέλλον με λύση που θα είναι πραγματικά βιώσιμη και λειτουργική, αφού δεν θα οδηγεί τους πολίτες της Δημοκρατίας σε συγκρούσεις και σε ένα νέο γύρο εφαρμογής του βρετανικού «διαίρει και βασίλευε», πριν στεγνώσουν οι υπογραφές. Η συμμετοχή της στην ΕΕ, η πολιτική και οικονομική αξιοποίηση της γεωγραφικής της θέσης, η εξωστρέφεια και ενεργός συμμετοχή στα διεθνή δρώμενα της δίνουν αυτή την ευκαιρία και πρέπει, χωρίς να ξεχνά, να την εκμεταλλευτεί.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
You are here Προβολή άρθρων ανα tag: κυπριακό