Wednesday, Jan 22nd

Last update12:36:22 PM GMT

Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:29

Εκπαίδευση και φορολογική συνείδηση

Εκπαίδευση και φορολογική συνείδηση

 

Μακεδονία, Κυριακή 28.02.2010, σ. 61.
του Ηλία Ι. Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων


Για την κρίση που βιώνει η χώρα μας ευθυνόμαστε, λίγο ή πολύ, οι περισσότεροι. Κι αυτό γιατί, συνήθως, θεωρούμε σωστό να διεκδικούμε και να ασκούμε τα δικαιώματά μας, χωρίς προηγουμένως να ανταποκρινόμαστε στις υποχρεώσεις μας. Ξεχνάμε, δηλαδή, ότι κάθε δικαίωμα και η άσκησή του προϋποθέτει ή στηρίζεται σε μία υποχρέωση: η ελευθερία, εθνική και ατομική, το δικαίωμα στην εκπαίδευση, στην υγεία, στη σύνταξη, στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό και στην υποχρέωση του πολίτη να συνεισφέρει ανάλογα με τις δυνατότητές του. Έχουμε διαμορφώσει και διαμορφώνουμε μία κοινωνία που στηρίζεται αποκλειστικά στην ιδέα των δικαιωμάτων και των κεκτημένων!

Η όποια αλλαγή επιχειρείται με στόχο την αντιμετώπιση της κρίσης, για να είναι μακροπρόθεσμα βιώσιμη, θα πρέπει να στηρίζεται και σε αλλαγή νοοτροπίας. Γι' αυτό, πέραν των όποιων μέτρων ληφθούν προς αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης, μεσοπρόθεσμα η αντιμετώπιση των προβλημάτων της Ελληνικής κοινωνίας βρίσκεται στην εκπαίδευση των παιδιών μας. Βρίσκεται στη δημιουργία συνείδησης υποχρεώσεων προς το σύνολο.

Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, κάθε κράτος και κάθε πολίτευμα στη Γη θεραπεύει μέσω της εκπαίδευσης τον εαυτό του. Ισχύει το ίδιο και στη χώρα μας; Ως ένα βαθμό, ναι. Πράγματι, τα παιδιά μας, ξεκινώντας από τον παιδικό σταθμό ή το νηπιαγωγείο, εντάσσονται σε σύνολα και κοινωνικοποιούνται, μαθαίνουν για την πατρίδα και εθνικοποιούνται, μαθαίνουν για τη δημοκρατία και πολιτικοποιούνται. Όμως, εκτιμώ, ότι η συγκεκριμένη διαδικασία, από την τυπική έναρξή της, από τη στιγμή δηλαδή που λαμβάνει τη μορφή μαθήματος στο σχολείο, δεν ανταποκρίνεται πλέον στις ανάγκες των καιρών.

Παράδειγμα αποτελούν τα πρώτα σχετικά βιβλία που παίρνουν οι μαθητές στα χέρια τους, στην Ε' και την ΣΤ' Δημοτικού, με τίτλο Κοινωνική και Πολιτική Αγωγή. Μελετώντας τα κανείς διαπιστώνει εύκολα ότι ενώ γίνεται συχνά αναφορά σε δικαιώματα και υποχρεώσεις, η λέξη δικαίωμα όχι μόνο προηγείται πάντα της λέξης υποχρέωση, όχι μόνο χρησιμοποιείται περισσότερες φορές, αλλά και προβάλλεται συστηματικά.

Μέχρι εδώ καλά. Όμως, ενώ ορθά υπάρχουν ξεχωριστά, ειδικά κεφάλαια για την προστασία του περιβάλλοντος, για το σεβασμό της διαφορετικότητας και για συγκεκριμένες κατηγορίες δικαιωμάτων, δεν υπάρχει κεφάλαιο για τις υποχρεώσεις ή, τουλάχιστον, για συγκεκριμένη κατηγορία υποχρεώσεων, όπως αυτών προς το κοινωνικό σύνολο. Σε αυτό το πλαίσιο, η αναφορά στις φορολογικές μας υποχρεώσεις είναι μόνο έμμεση, σχεδόν ανύπαρκτη. Είναι κατά την άποψή μου προφανές ότι σε μια χώρα με τέτοια ροπή προς τη φοροδιαφυγή θα έπρεπε να υπογραμμίζεται με κάθε μέσο και σε κάθε ευκαιρία η υποχρέωση του πολίτη να πληρώνει τους φόρους του, ως σημαντική κοινωνική διαδικασία συμμετοχής στα κοινά.

Θεωρώ ότι πρέπει να παύσουμε να ανατρέφουμε μία κοινωνία που θα στηρίζεται αποκλειστικά στην αντίληψη ύπαρξης μόνο δικαιωμάτων, χωρίς αίσθηση υποχρεώσεων και χωρίς φορολογική συνείδηση. Πρέπει ισόρροπα και παράλληλα με την εκμάθηση των δικαιωμάτων να καλλιεργηθεί η αίσθηση της ευθύνης απέναντι στο κοινωνικό σύνολο. Και τούτο διότι ποτέ και καμία κοινωνία δεν πέτυχε και δεν μπορεί να πετύχει να σέβονται οι πολίτες τους νόμους και να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους στηριζόμενη αποκλειστικά ή κυρίως σε καταναγκαστικούς μηχανισμούς (αστυνομία, εφορία, κλπ.).

Έτσι, όπως τα παιδιά μας μαθαίνουν πλέον στο σχολείο να σέβονται τη διαφορετικότητα (φύλλο, φυλή, θρησκεία), όπως μαθαίνουν για την ανάγκη προστασίας του περιβάλλοντος και την ανάγκη να κάνουν ανακύκλωση, πρέπει να μάθουν ότι οι υποχρεώσεις συνιστούν την απαραίτητη και αναγκαία προϋπόθεση ύπαρξης και άσκησης των δικαιωμάτων μας. Πρέπει να μάθουν, μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος και, κυρίως, του παραδείγματός μας, ότι εργαζόμαστε με συνέπεια, ότι η ανάληψη δημοσίων θέσεων συνιστά λειτούργημα και όχι μέσο πλουτισμού, ότι πρέπει ευσυνείδητα να συνεισφέρουμε ανάλογα με τις δυνατότητές μας και, ενδεχομένως, ότι οι κατά τον Θουκυδίδη «άτιμοι» δεν είναι μόνο όσοι δεν συμμετέχουν στα κοινά, αλλά και οι φοροφυγάδες. Κυρίως δε, ότι μόνο έτσι τα δικαιώματά τους θα αποκτήσουν την απαραίτητη ισχυρή βάση και δεν πρόκειται ποτέ να απειληθούν.

Ίσως είναι ευκαιρία, τώρα που συζητείται και ενδεχομένως θα επιχειρηθεί η βελτίωση της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, να αναζητηθούν τρόποι ώστε να δημιουργήσουμε κοινωνική συνείδηση ευθύνης και καλύτερους νέους πολίτες. Αυτοί είναι η συνέχειά μας και από αυτούς θα εξαρτηθεί το μέλλον της κοινωνίας μας.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Ελλάδα

Το Πανεπιστήμιο και η πρόκληση της εξωστρέφειας

 

Μακεδονία, Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2009
 του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων

 

Το Ελληνικό Πανεπιστήμιο μπορεί να καταστεί ο πρώτος τη τάξει αρωγός στην προσπάθεια να πετύχουμε εθνικές επιδιώξεις σ’ ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο διεθνές σύστημα.  Η συμμετοχή και η ανάπτυξη του Ελληνικού Πανεπιστημίου στο διεθνοποιημένο περιβάλλον μπορεί να υπηρετεί συνάμα την ανάπτυξη και την πρόοδο της χώρας.  Δυστυχώς, αυτό δεν συμβαίνει, καθώς οι γνωστές παθογένειες του Ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, της γραφειοκρατίας και του τοπικισμού έχουν καταστήσει το Πανεπιστήμιο εσωστρεφές.  Για την ανατροπή αυτής της κατάστασης χρειαζόμαστε μια νέα, δυναμική στρατηγική.

Προαπαιτείται, να αποφασίσουμε ότι θα στηριχτούμε στις ωφέλειες που προκύπτουν από την παραγωγή γνώσης και την ανταλλαγή της σ’ ένα ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον και θα τις ενισχύσουμε.  Η διεθνοποίηση των σπουδών σημαίνει μεγαλύτερο ανταγωνισμό, αλλά και ευκαιρίες συνεργασίας.  Δημιουργεί συνθήκες που ευνοούν τη συνέργεια μεταξύ των ιδρυμάτων, τον συντονισμό των δυνάμεων, την κινητικότητα και τις ανταλλαγές φοιτητών και ερευνητών.  Σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον η επιβίωση και η διάκριση των Ελληνικών Πανεπιστημίων απαιτεί στρατηγική εξωστρέφειας.

Πρώτο βήμα είναι οι συνεργασίες με πανεπιστημιακά ιδρύματα, τμήματα, ερευνητικά κέντρα και ερευνητές του εξωτερικού.  Έτσι, τα Πανεπιστήμια θα έχουν τη δυνατότητα να συμμετέχουν στη διεθνοποίηση των σπουδών και να κοινωνικοποιηθούν στη διεθνή πανεπιστημιακή κοινότητα.  Μέσω αυτών των συνεργασιών μπορούν, επίσης, να επωφεληθούν από τις υποδομές και την τεχνογνωσία των συνεργατών τους και με αυτόν τον τρόπο, μέσω της κοινωνικοποίησης, του παραδείγματος, αλλά και της προσαρμογής να κάνουν ουσιαστικά βήματα για τον δικό τους εκσυγχρονισμό.

Δεύτερον, τα Πανεπιστήμια πρέπει να ανοίξουν τις πύλες τους και να ενθαρρύνουν την κινητικότητα των φοιτητών και των ερευνητών, στα πρότυπα των  προγραμμάτων κινητικότητας ερευνητών και του Erasmus, που ήδη λειτουργούν με μεγάλη επιτυχία.   Ωστόσο, περαιτέρω βήματα πρέπει να γίνουν για την αποδοχή αλλοδαπών φοιτητών και την υποδοχή ξένων ερευνητών και διδασκόντων.  Ωφέλιμη, επίσης, είναι η ενεργός συμμετοχή μας σε διεθνείς και Ευρωπαϊκές ενώσεις Πανεπιστημίων, αλλά και η οργάνωση των μελών ΔΕΠ σε αντίστοιχες επιστημονικές και επαγγελματικές ενώσεις.

Τρίτον, παρά τα προβλήματα του, το Ελληνικό Πανεπιστήμιο έχει συγκριτικά πλεονεκτήματα.  Διαθέτει αξιόλογο ανθρώπινο δυναμικό που διακρίνεται στην έρευνα εντός και εκτός συνόρων.  Θα πρέπει, επίσης, να επενδύσουμε στα  επιστημονικά αντικείμενα που συνδέονται με την Ελληνική γλώσσα, τον πολιτισμό, την ιστορία, την πολιτική, τις καλές τέχνες και την μουσική, γιατί μπορούν να αποτελέσουν πεδία διάκρισης, αλλά και πόλους έλξης, για αλλοδαπούς φοιτητές, ερευνητές και για συνεργασίες με ιδρύματα του εξωτερικού.

Ένας άλλος παράγοντας που θα πρέπει να αξιοποιήσουμε είναι η γεωγραφική μας θέση στη Βαλκανική και η σχετική υπεροχή μας συγκριτικά με τους γείτονες μας.  Θα πρέπει να εξετάσουμε τις δυνατότητες εκπαιδευτικής παρουσίας στις γειτονικές χώρες και συνεργασίας, είτε μέσω της δημιουργίας προγραμμάτων σ’ αυτές, είτε μέσω της ενθάρρυνσης φοιτητών και ερευνητών να έρθουν για σπουδές και εργασία στη χώρα μας.  Ειδικά σε τομείς όπως, π.χ., ο αρχαίος και ο βυζαντινός πολιτισμός, οι βαλκανικές σπουδές, οι ευρωπαϊκές σπουδές, και σε αντικείμενα που άπτονται κοινά ζητήματα όπως, π.χ., διαχείριση διασυνοριακών φυσικών πόρων, διοίκηση επιχειρήσεων, διεθνείς και περιφερειακές οικονομικές σχέσεις, πολιτικές κοινωνικής συνοχής, θα πρέπει να επιζητήσουμε την από κοινού προσέγγιση, ανταλλαγή απόψεων και παραγωγή γνώσης.  Τέτοιες μορφές συνεργασίας δεν ενισχύουν μόνο το ρόλο της χώρας μας στην περιοχή, αλλά ευνοούν την ειρηνική συνύπαρξη και τη συνολική ανάπτυξη.

Ένα άλλο συγκριτικό πλεονέκτημα εκτός συνόρων είναι η παρουσία Ελληνικού ακαδημαϊκού δυναμικού στα Πανεπιστήμια του εξωτερικού.  Πολλοί Έλληνες συνάδελφοι μας διακρίνονται σε πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα στην Ευρώπη, στις ΗΠΑ και αλλού.  Αυτό το ανθρώπινο κεφάλαιο θα πρέπει να καταγραφεί και να αξιοποιηθεί με πρωτοβουλία του Υπουργείου Παιδείας ή των Ελληνικών Πανεπιστημίων.  Προς αυτήν την κατεύθυνση θα ήταν ωφέλιμη η δημιουργία ενός δικτύου Ελλήνων ακαδημαϊκών, το οποίο θα μπορούσε να αναλάβει πολλαπλό ρόλο εντός και εκτός συνόρων με στόχο την ενίσχυση της παιδείας και της έρευνας στη χώρα μας, αλλά και την παρουσία και την προβολή μας στο εξωτερικό  .

Από τα παραπάνω καθίσταται φανερό ότι η ενεργός συμμετοχή στο περιβάλλον διεθνοποίησης των σπουδών συμβάλλει στην παραγωγή γνώσης, στην απόκτηση τεχνογνωσίας, στην ενίσχυση της έρευνας, στον εκσυγχρονισμό των Πανεπιστημίων και, τελικά, στην ανάπτυξη και την προβολή της χώρας μας, με άμεσα οικονομικά και πολιτικά οφέλη.  Εξυπηρετεί, όμως, και έναν άλλον σκοπό.  Δημιουργεί επιπλέον, μέσω των εκπαιδευτικών συνεργασιών, προϋποθέσεις για πολιτιστική διπλωματία. Έτσι, βελτιώνει τις δυνατότητες της χώρας μας συνολικά.

Βεβαίως όλα αυτά απαιτούν μακροπρόθεσμη στρατηγική για την ανώτατη εκπαίδευση.  Πρέπει να είμαστε αξιόπιστοι και ανταγωνιστικοί εταίροι υπηρετώντας το διεθνές περιβάλλον παραγωγής γνώσης, αλλά και τη χώρα μας.  Για αυτό δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι χρειαζόμαστε πρώτον σταθερή εθνική στρατηγική για την παιδεία, δεύτερον, περισσότερους πόρους και, τρίτον, ένα ισχυρό θεσμικό πλαίσιο που αφήνει περιθώρια ανάπτυξης και ευελιξίας για την ενίσχυση της εξωστρέφειας και την επιτυχημένη διεθνοποίηση.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Παιδεία

Το Ελληνικό Πανεπιστήμιο στο Διεθνή Εκπαιδευτικό Χάρτη: προκλήσεις της διεθνοποίησης και πολιτιστική διπλωματία

 

Το Έθνος, Κυριακή 13.09.2009, Οδηγός Εκπαίδευσης 2009, Ειδικές Εκδόσεις, σ. 59.


Το Ελληνικό Πανεπιστήμιο καλείται να ανταποκριθεί στην πρόκληση της διεθνοποίησης των σπουδών και να αναζητήσει μια θέση στο διεθνή εκπαιδευτικό χάρτη. Οι γνωστές σε όλους μας παθογένειες του Ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, της γραφειοκρατίας και του τοπικισμού κατέστησαν το ελληνικό πανεπιστήμιο εσωστρεφές, σε μια εποχή που η εξωστρέφεια είναι ζητούμενο μέσο και σκοπός, προαπαιτούμενη ιδιότητα για την ανάπτυξη κάθε οργανισμού. Η διεθνοποίηση των σπουδών σημαίνει μεγαλύτερο ανταγωνισμό, αλλά και ευκαιρίες συνεργασίας. Δημιουργεί συνθήκες αλληλεπίδρασης που ευνοούν τη συνέργεια μεταξύ των ιδρυμάτων, τον συντονισμό των δυνάμεων, την κινητικότητα και τις ανταλλαγές φοιτητών και ερευνητών. Η επιβίωση και η διάκριση των Ελληνικών πανεπιστημίων σ' αυτό το περιβάλλον απαιτεί εξωστρέφεια και στρατηγική.

Πρώτον, τα Πανεπιστήμια είναι απαραίτητο να επενδύσουν σε συνεργασίες με πανεπιστημιακά ιδρύματα, τμήματα, ερευνητικά κέντρα και ερευνητές του εξωτερικού, προκειμένου να συμμετέχουν στη διεθνοποίηση των σπουδών και να κοινωνικοποιηθούν στη διεθνή πανεπιστημιακή κοινότητα. Μπορούν επίσης να επωφεληθούν από τις υποδομές και την τεχνογνωσία των συνεργατών τους και με αυτόν τον τρόπο μέσω της κοινωνικοποίησης, του παραδείγματος, αλλά και της προσαρμογής να κάνουν ουσιαστικά βήματα για τον δικό τους εκσυγχρονισμό.

Δεύτερον, τα Πανεπιστήμια πρέπει να ανοίξουν τις πύλες τους και να ενθαρρύνουν την κινητικότητα των φοιτητών και των ερευνητών, στα πρότυπα των προγραμμάτων κινητικότητας ερευνητών και του Erasmus, που ήδη λειτουργούν με μεγάλη επιτυχία. Ωστόσο, περαιτέρω βήματα πρέπει να γίνουν για την αποδοχή αλλοδαπών φοιτητών και την υποδοχή ξένων ερευνητών και διδασκόντων.

Ένα τρίτο βήμα είναι η ενεργός συμμετοχή μας σε Διεθνείς και Ευρωπαϊκές Ενώσεις Πανεπιστημίων, αλλά και η οργάνωση σε αντίστοιχες επαγγελματικές ενώσεις.

Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι παρά τα προβλήματα του το ελληνικό πανεπιστήμιο διαθέτει συγκριτικά πλεονεκτήματα. Εκτός από το αξιόλογο ανθρώπινο δυναμικό που διακρίνεται στην έρευνα εντός και εκτός συνόρων, τα επιστημονικά αντικείμενα που συνδέονται με την ελληνική γλώσσα, τον πολιτισμό, την ιστορία, την πολιτική, τις καλές τέχνες και τη μουσική, μπορούν να αποτελέσουν πόλους έλξης για αλλοδαπούς φοιτητές, ερευνητές και για συνεργασίες με ξένα ιδρύματα.

Ένας άλλος παράγοντας που πρέπει να λάβουμε υπόψη μας είναι η θέση μας είναι η γεωγραφική μας θέση στη βαλκανική και η σχετική υπεροχή μας συγκριτικά με τους γείτονες μας. Θα πρέπει να εξετάσουμε τις δυνατότητες εκπαιδευτικής διείσδυσης στις γειτονικές χώρες είτε μέσω της δημιουργίας προγραμμάτων σ' αυτές είτε μέσω της ενθάρρυνσης φοιτητών και ερευνητών να έρθουν για σπουδές και εργασία στη χώρα μας. Ειδικά σε τομείς όπως, π.χ., ο αρχαίος και ο βυζαντινός πολιτισμός, οι βαλκανικές σπουδές, οι ευρωπαϊκές σπουδές, και σε αντικείμενα που άπτονται κοινά ζητήματα όπως πχ διαχείριση διασυνοριακών φυσικών πόρων, διεθνείς και περιφερειακές οικονομικές σχέσεις, πολιτικές κοινωνικής συνοχής θα πρέπει να επιζητήσουμε την από κοινού προσέγγιση, ανταλλαγή απόψεων και παραγωγή γνώσης.

Ένα άλλο συγκριτικό πλεονέκτημα είναι η παρουσία δυναμικού ελληνικού ακαδημαϊκού δυναμικού στα πανεπιστήμια του εξωτερικού. Πολλοί Έλληνες συνάδελφοι μας διακρίνονται σε πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα στην Ευρώπη, στις ΗΠΑ και αλλού. Αυτό το ανθρώπινο κεφάλαιο θα πρέπει να καταγραφεί και να αξιοποιηθεί, ίσως μέσω της δημιουργίας ενός δικτύου Ελλήνων ακαδημαϊκών.

Η ενεργός συμμετοχή στο περιβάλλον διεθνοποίησης των σπουδών συμβάλλει στην παραγωγή γνώσης, στην απόκτηση τεχνογνωσίας, στην ενίσχυση της έρευνας, στον εκσυγχρονισμό των πανεπιστημίων και τελικά στη βελτίωση της θέσης της χώρας μας στον διεθνή εκπαιδευτικό χάρτη.

Εξυπηρετεί, όμως, και έναν άλλον σκοπό. Δημιουργεί συνθήκες για πολιτιστική διπλωματία μέσω ενός είδους εκπαιδευτικής διπλωματίας.

Βεβαίως όλα αυτά απαιτούν σταθερότητα, διαφάνεια και μακροπρόθεσμη στρατηγική για την ανώτατη εκπαίδευση. Πρέπει να είμαστε αξιόπιστοι εταίροι υπηρετώντας το διεθνές περιβάλλον παραγωγής γνώσης, αλλά και τη χώρα μας. Για αυτό δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι χρειαζόμαστε ένα ισχυρό θεσμικό πλαίσιο που αφήνει περιθώρια ανάπτυξης και ευελιξίας είναι απαραίτητο για την ενίσχυση της εξωστρέφειας και την επιτυχημένη διεθνοποίηση.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Παιδεία
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:23

Προτεραιότητα η Παιδεία

Προτεραιότητα η Παιδεία

 

Μακεδονία, Σάββατο 26.09.2009, σελ. 8
του Ηλία Ι. Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων


Στην τρέχουσα εκλογική αναμέτρηση η οικονομία βρίσκεται στο επίκεντρο της πολιτικής.  Χωρίς αμφιβολία τα δημοσιονομικά προβλήματα της χώρας και οι διαρθρωτικές αλλαγές είναι εκ των ων ουκ άνευ προτεραιότητες, απ’ όποια θέση και αν βλέπει κάποιος το πολιτικό σκηνικό.  Ωστόσο, σημαντικό ρόλο παίζει και η νοοτροπία, τόσο των πολιτικών όσο και των πολιτών.  Κατά τη γνώμη μου λίγα είναι αυτά που μπορούν να αλλάξουν, αν δεν αλλάξουμε νοοτροπία.

Σε αυτό το πλαίσιο, όσοι υπηρετούμε την ανώτατη εκπαίδευση και την παιδεία γενικότερα έχουμε βαρύτατη ευθύνη, καθώς η ενδεδειγμένη συνταγή προτάσσει το εξής σχήμα: άλλη παιδεία, άλλη νοοτροπία.  Το σκεπτικό, πίσω από την εν λόγω πρόταση, είναι ότι μέσω της παιδείας μπορούμε να αλλάξουμε την κοινωνία, μέσω της κοινωνίας την νοοτροπία και μέσω της νοοτροπίας την πολιτική.  Τώρα που έχει ήδη κλείσει ο κύκλος της μεταπολίτευσης και γίνεται φανερό ότι το πολιτικό σύστημα, οι δομές και τα κόμματα που ευδοκίμησαν τα τελευταία τριανταπέντε χρόνια χρήζουν ανανέωσης, είναι ανάγκη να επενδύσουμε στην παιδεία, ως το μόνο θεσμό που μακροπρόθεσμα μπορεί να μας βγάλει από την κρίση.

Μόνο μέσα από την παιδεία μπορούμε να δημιουργήσουμε κοινωνικό κεφάλαιο και να καλλιεργήσουμε το πνεύμα μιας υπεύθυνης, δυναμικής και παρεμβατικής κοινωνίας πολιτών που θα μπορεί να παίζει κομβικό ρόλο στις κοινές υποθέσεις, που θα μπορεί να διαδραματίζει το ρόλο της με ωριμότητα, χωρίς να εγκλωβίζεται σε μικροσυμφέροντα και χωρίς να αποτελεί φέουδο, δεκανίκι, ή δικαιολογία για κανέναν πολιτικό φορέα.

Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι, στη βάση μιας Εγελιανής προσέγγισης, είμαστε ελεύθεροι και ανεξάρτητοι μόνο μέσα στην κοινωνία.  Αυτό δεν σημαίνει ότι τα άτομα παραδίδουν την ανεξαρτησία τους στο σύνολο.  Αλλά, ότι όλα τα οφέλη που έχουμε απορρέουν από την ίδια την κοινωνία.  Εξαρτόμαστε από αυτήν για αγαθά και απαραίτητες σχέσεις που θα μας οδηγήσουν και θα διασφαλίσουν την ανεξαρτησία μας, την ελευθερία μας.  Επιπλέον, οφείλω να υπογραμμίσω ότι ακόμη και αν η αποτελεσματικότητα είναι υπόθεση του κράτους, αφού αυτό διαθέτει και το συγκριτικό πλεονέκτημα της ισχύος, η διεκδίκησή της, όπως και η εξασφάλιση συνθηκών κοινωνικής δικαιοσύνης είναι υπόθεση της κοινωνίας.  Συνεπώς, όσο πιο κριτικό πνεύμα, όσο πιο δυναμικό χαρακτήρα διαθέτει η κοινωνία και όσο πιο προσανατολισμένη στο δρόμο της ευημερίας, είναι τόσο πιο πιθανό να γνωρίζει και να μπορεί να διεκδικεί όσα έχει ανάγκη και όσα  είναι απαραίτητο να γίνουν.  Έτσι, γίνεται αντιληπτό ότι ακόμη και στην επικρατούσα συζήτηση για την οικονομία, η ανταπόκριση των πολιτών είναι ζήτημα νοοτροπίας και, συνεπώς, παιδείας – κάτι που μας οδηγεί πίσω στο σχήμα που προανέφερα.  Η παιδεία είναι προτεραιότητα.

Η έκταση όσων πρέπει να γίνουν, για να αναβαθμίσουμε το ρόλο της παιδείας και να επανεξετάσουμε τους στόχους του εκπαιδευτικού συστήματος, ξεπερνά τα όρια αυτού του άρθρου.  Η ανάγκη, όμως, να ιεραρχηθεί η παιδεία ως θεσμός και όχι ως εξεταστικό σύστημα  ψηλά στην πολιτική ατζέντα είναι πιο φανερή και πιο αναγκαία από ποτέ.  Η παιδεία είναι ο μόνος θεσμός που μπορεί να φέρει την επανεκκίνηση που τόσο χρειαζόμαστε σε πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Παιδεία
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:22

Επιζητούμε μια ανάσα για τους φοιτητές

424: Επιζητούμε μια ανάσα για τους φοιτητές  

 

Έθνος της Κυριακής, 06.09.2009, σ. 65.
του Ηλία Ι. Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων


Η υπόθεση των κτιριακών εγκαταστάσεων του πρώην «424 Γενικού Στρατιωτικού Νοσοκομείου Εκπαιδεύσεως» έχει καταλήξει σε μία κατάσταση που όλοι – το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, οι Ένοπλες Δυνάμεις, το κοινωνικό σύνολο - χάνουν.

Η καλή λειτουργία και ανάπτυξη του Πανεπιστημίου Μακεδονίας εξαρτάται άμεσα από την παραχώρηση των εγκαταστάσεων του 424, το οποίο διαδοχικές ηγεσίες τού Υπουργείου Άμυνας – ΠΑΣΟΚ και ΝΔ - μας έχουν υποσχεθεί.  Η έλλειψη χώρων στο Πανεπιστήμιο καθίσταται πλέον αφόρητη.  Καθημερινά ταλαιπωρούνται εκατοντάδες εργαζόμενοι και χιλιάδες φοιτητές.

Οι υπάρχουσες κτιριακές εγκαταστάσεις σχεδιάστηκαν για τις ανάγκες τού Πανεπιστημίου στις αρχές του 1990.  Τότε το Πανεπιστήμιο είχε μόλις 5 Τμήματα.  Όμως, η μεγάλη αύξηση των εισακτέων από το 1998 και η θεαματική ανάπτυξη με τη λειτουργία στο ίδιο κτίριο 8 Τμημάτων, 11 μεταπτυχιακών, δεκάδων σεμιναρίων, και την παροχή σύγχρονων υπηρεσιών προς τους φοιτητές, αναπόφευκτα συνοδεύτηκε και από έλλειψη χώρων.

Διαχρονικά, προσπαθήσαμε να αντιμετωπίσουμε το ζήτημα με όποια μέτρα μπορούσαμε να λάβουμε.  Πιστέψαμε ότι η πολιτεία θα τηρήσει τα υπεσχημένα, παραχωρώντας τους χώρους του 424, μετά την μεταστέγασή του στις νέες εγκαταστάσεις.  Κάτι τέτοιο, όμως, δεν έγινε, με αποτέλεσμα το Πανεπιστήμιο σήμερα όχι μόνο να μη λειτουργεί όπως θα έπρεπε, αλλά και να εμποδίζεται η ανάπτυξή του, αφού δεν υπάρχουν χώροι να στεγάσουν τα ερευνητικά κέντρα που υφίστανται και τα νέα που είναι σχεδόν έτοιμα.

Δεν μετρά, όμως, μόνο το Πανεπιστήμιο απώλειες.  Ο Στρατός απορρίπτει μια επωφελή συμφωνία.  Έχουμε προτείνει μια αμοιβαία ωφέλιμη λύση, σύμφωνα με την οποία η παραχώρηση του κτιρίου να πραγματοποιηθεί με ανταποδοτικά οφέλη.  Αυτά περιλαμβάνουν τις μελέτες και τη συντήρηση όλου του κτιρίου, την αποδοχή φοιτητών τής ΣΣΑΣ στο Μακεδονίας, την παροχή εκπαιδευτικών προγραμμάτων σε στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων.  Με την εξεύρεση μίας τέτοιας «αμοιβαία επωφελούς λύσης» έχει συμφωνήσει από τον περασμένο Σεπτέμβριο και το Υπουργείο Άμυνας, με γραπτή δήλωση του Υφυπουργού κ. Τασούλα.  Ωστόσο, καμία περαιτέρω εξέλιξη δεν έχει σημειωθεί από την πλευρά του Υπουργείου, παρά τις αδιάκοπες προσπάθειες μας.

Από την μη αξιοποίηση του κτιρίου, αναπόφευκτα χάνουμε και οι κάτοικοι της Θεσσαλονίκης.  Η μη ανάπτυξη των δραστηριοτήτων του Πανεπιστημίου συνεπάγεται τεράστιες απώλειες πνευματικών και υλικών πόρων για την πόλη.

Επιπλέον, η εγκατάλειψη του κτιρίου επισείει κινδύνους για την ασφάλεια όλων.  Σε κάθε περίπτωση, λόγω της γειτνίασης, θα θέλαμε να επιστήσουμε την προσοχή όλων των αρμοδίων φορέων τόσο σε ζητήματα που ενδέχεται να προκύψουν από την κατάσταση των εγκαταστάσεων σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης, όσο και σε απειλές για τη δημόσια τάξη που μπορεί να συνοδεύσουν την εγκατάλειψή του.

Ως Πανεπιστήμιο Μακεδονίας θα συνεχίσουμε να διεκδικούμε τις εγκαταστάσεις τού πρώην 424 γιατί ασφυκτιούμε και γιατί πιστεύουμε ότι η παραχώρησή του στο Πανεπιστήμιο είναι προς όφελος όλων.  Αν για κάποιους το 424 είναι υπόθεση συντεχνιακού πατριωτισμού και εκλογικών υπολογισμών κόστους, τότε δεν αντιλαμβάνονται ούτε τι είναι πατριωτισμός ούτε το μέγεθος του κόστους.  Αντίθετα, για εμάς είναι μια ευκαιρία να πράξουμε το καθήκον μας απέναντι στους φοιτητές μας, στην κοινωνία, στην πόλη, συνδέοντας ένα ιστορικό κτίριο με τους αγαθούς σκοπούς ενός υποδειγματικού ανώτατου εκπαιδευτικού Ιδρύματος, που είναι η εκπαίδευση των νέων, η έρευνα και η ορθολογική ανάπτυξη προς όφελος όλων.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Πανεπιστήμιο Μακεδονίας
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:21

Εκπαίδευση και ανάπτυξη στη Θεσσαλονίκη

Συνέντευξη: εκπαίδευση και ανάπτυξη στη Θεσσαλονίκη

 

Ναυτεμπορική, Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου 2009

 

Το θεσμικό πλαίσιο είναι ασφαλώς σημαντικό για κάθε δράση. Όμως, πουθενά στον κόσμο το θεσμικό πλαίσιο, από μόνο του, δεν προσφέρει τη λύση. Τούτο ισχύει ακόμη περισσότερο για την ανάπτυξη της επιστήμης, της έρευνας, καθώς και τη διασύνδεση εκπαίδευσης και επιχειρήσεων. Ως προς το τελευταίο, η αίσθηση που έχω για την κρατούσα κατάσταση στον τόπο μας είναι ότι τα δύο μέρη, εκπαιδευτικοί – ερευνητικοί φορείς και επιχειρήσεις βρίσκονται σε μία φάση, θα έλεγα, αυτάρεσκης απομόνωσης. Στον κόσμο των επιχειρήσεων υπάρχει η εσφαλμένη άποψη ότι στο χώρο της εκπαίδευσης δεν παράγεται γνώση, δεν γίνεται έργο, και, αντίστοιχα, στον κόσμο της εκπαίδευσης ότι οι επιχειρήσεις ή απλώς θέλουν να εκμεταλλευτούν τη δουλειά τους ή δεν είναι ικανές να την αναδείξουν ή, ακόμη, ότι δεν υπάρχει λόγος να κάνουμε εφαρμοσμένη έρευνα από την οποία που θα κερδίσουν οι ιδιώτες. Αντιλαμβάνεσθε ότι τέτοιου είδους απόψεις και οπισθοδρομικές είναι και αντιπαραγωγικές. Θεωρώ λοιπόν, ότι η κάθε πλευρά πρέπει να κάνει καλά τη δουλειά της και, κυρίως, να δημιουργηθεί μία νοοτροπία αμοιβαία επωφελούς συνεργασίας. Σε ότι αφορά εμάς, τα Πανεπιστήμια, οφείλουμε να παρακολουθούμε τις διεθνείς εξελίξεις, να ενημερώνουμε τα προγράμματα σπουδών και να κάνουμε πρωτογενή έρευνα διεθνούς επιπέδου. Επιστρέφοντας στην αρχή της ερώτησής σας, θα έπρεπε να δοθεί η δυνατότητα στα Πανεπιστήμια – όχι τόσο από πλευράς θεσμικού πλαισίου όσο από πλευράς κρατικής γραφειοκρατίας – να κινηθούν τα ίδια προς την κατεύθυνση της αξιοποίησης των ερευνητικών τους επιτευγμάτων. Τέλος, να υπογραμμίσω, ότι το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας δεν έχει πρόβλημα νοοτροπίας στη σχέση του με τις επιχειρήσεις, αφού, θυμίζω, στη δημιουργία του συνέβαλε ο κόσμος της οικονομίας.

Ως πολίτης πιστεύω στη μεγάλη σημασία των υποδομών και στη χάραξη στρατηγικής εκ μέρους των συλλογικών φορέων. Νομίζω, ότι για τη συμβολή των υποδομών στην ανάπτυξη ενός τόπου δεν υπάρχει καλύτερο παράδειγμα, σχετικό με Θεσσαλονίκη και τη Βόρεια Ελλάδα, από την ολοκλήρωση της Εγνατίας Οδού. Όμως αυτού του είδους τις υποδομές έπρεπε να τις είχαμε ολοκληρώσει πολύ καιρό πριν και τώρα, όπως, ευτυχώς, φαίνεται ότι υπάρχει μία κινητικότητα, θα πρέπει να στραφούμε προς την ανάπτυξη των υποδομών πληροφορικής. Ασφαλώς δεν πρέπει να αγνοήσουμε την ολοκλήρωση και βελτίωση των υποδομών, όπως μετρό, αεροδρόμιο, κλπ., ή τη δημιουργία της Ζώνης Καινοτομίας. Δεν πρέπει επίσης να αγνοούμε ή να μην χρησιμοποιούμε υφιστάμενες τεχνολογικές δυνατότητες που διαθέτει η χώρα μας. Νομίζω ότι το παράδειγμα που θα δώσω το αποδεικνύει: πολύ λίγοι γνωρίζουν ότι η Ελλάδα διαθέτει έναν δορυφόρο και ακόμη λιγότεροι χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες του.

Σε ό,τι φορά τους συλλογικούς φορείς της πόλης και της Βόρειας Ελλάδας, θα πρέπει να αποφασίσουν τι είδους ανάπτυξη θέλουν, ποιος είναι ο στόχος και πως θα τον πετύχουν. Θα πρέπει όλοι να συνειδητοποιήσουν ότι τα πράγματα αλλάζουν διαρκώς, ότι, για παράδειγμα, η Βουλγαρία και η Ρουμανία είναι κράτη μέλη της Ε.Ε. και ότι ο διεθνής περίγυρος και κατάσταση δεν είναι ο ίδιος με αυτόν πριν 15 χρόνια.

Το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας έχει στρατηγική για την ανάπτυξή του και τη διεθνοποίηση των σπουδών. Να σας πω εν συντομία τι έχει γίνει. Πρώτον, έχουν διπλασιασθεί τα προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών, που τώρα είναι περισσότερα από τον αριθμό των προπτυχιακών του Τμημάτων, 12 έναντι 10, και συνεχίζουμε. Μάλιστα μεταξύ αυτών, υπάρχει και πρόγραμμα στα Αγγλικά που έχει προσελκύσει φοιτητές από τις γειτονικές χώρες. Μπορώ να πώ ότι έχουμε περισσότερους ξένους φοιτητές απ'ότι το Διεθνές Πανεπιστήμιο. Δεύτερον, έχουμε εισάγει τη διδασκαλία δύο περίπου ανά εξάμηνο μαθημάτων επιλογής στα Αγγλικά ή Γαλλικά, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένας μεγάλος αριθμός μαθημάτων τα οποία μπορούν να παρακολουθούν οι φοιτητές του Erasmus. Τούτο έχει ήδη αποδώσει, καθώς καταγράφηκε ήδη αύξηση των ξένων φοιτητών που έρχονται στο Πανεπιστήμιο και στην πόλη μας. Τρίτον, από ιδίους πόρους, έχουμε αυξήσει τα κονδύλια για ερευνητικά προγράμματα και θεσπίσαμε βραβεία επιστημονικών δημοσιεύσεων σε περιοδικά διεθνούς κύρους. Τέταρτον, έχουμε ήδη προωθήσει και διαρκώς επιταχύνουμε τη δημιουργία ερευνητικών εργαστηρίων. Πέμπτον, επιδιώκουμε τη δημιουργία μεταπτυχιακών προγραμμάτων στο εγγύς εξωτερικό.

Τα σχέδιά μας όμως, δυστυχώς προσκρούουν στην έλλειψη εγκαταστάσεων και, κυρίως, στη στάση τμημάτων του κρατικού μηχανισμού. Το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας έχει ως μακροπρόθεσμο στόχο τη μετεγκατάσταση τμημάτων του στο Δήμο Θερμαϊκού και πολύ σύντομα θα προχωρήσουμε σε μελέτες, αφού μέσα από το τετραετή προγραμματισμό του, εγκρίθηκαν οι δημόσιες επενδύσεις. Όμως, βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα, το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας δεν έχει τη δυνατότητα, αφενός να παρέχει την ίδια ποιότητα λειτουργίας προς τους φοιτητές του και τους εργαζόμενους, αφετέρου δεν μπορεί να αναπτύξει τη βασική και την εφαρμοσμένη έρευνα που μπορεί.

Εδώ και δεκατρία περίπου χρόνια η Πολιτεία έχει υποσχεθεί να παραχωρήσει τις εγκαταστάσεις του γειτονικού πρώην «424 Γενικού Στρατιωτικού Νοσοκομείου Εκπαίδευσης» και αυτό δεν υλοποιείται. Από την κατάσταση αυτή όλοι χάνουν. Το Πανεπιστήμιο γιατί δεν αναπτύσσεται, οι Ένοπλες Δυνάμεις γιατί δεν καρπώνονται τα ανταποδοτικά οφέλη που προσφέρουμε, η πόλη και η χώρα – το κοινωνικό σύνολο, δηλαδή – διότι δεν απολαμβάνουν τα οφέλη της επιστημονικής ανάπτυξης ενός Πανεπιστημίου. Είναι απίθανο αυτό που συμβαίνει: σε μία εποχή που επιζητούμε την επιστημονική και, γενικότερα, την ανάπτυξη, οι δυνατότητες ήδη υφίστανται και δεν τις εκμεταλλευόμαστε. Τι θέλει να κάνει το Πανεπιστήμιο στις εγκαταστάσεις αυτές; Αφενός να τις διασώσει, διότι κινδυνεύουν από το χρόνο, αφετέρου να τις χρησιμοποιήσει για διδακτική (κυρίως μεταπτυχιακά) και ερευνητική δραστηριότητα.

Τι σημαίνει το τελευταίο; Ήδη έχουν θεσμοθετηθεί και άλλα ολοκληρώνονται εργαστήρια, και κέντρα έρευνας, τα οποία δεν έχουμε που να τα βάλουμε. Συγκεκριμένα: 1. Κέντρο έρευνας και εφαρμογών για τα άτομα με αναπηρία, 2. Κέντρο πολιτικής για την τεχνολογία και την ανάπτυξη, 3. Κέντρο μελέτης του εγκεφάλου και μαθησιακών προβλημάτων, 4. Κέντρο μελετών έρευνας, 5. Οικονομικό παρατηρητήριο και 6. Κέντρο μελέτης και εφαρμογών για το περιβάλλον. Αν αυτά δεν είναι πραγματική ερευνητική δραστηριότητα, αν δεν είναι σχέδια που συμβάλλουν στην ανάπτυξη, τότε τι είναι;

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Παιδεία
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:14

Ο Μύθος της Μεταρρύθμισης

Ο Μύθος της Μεταρρύθμισης

 

Έθνος, Σάββατο 7.03.2009, σ. 8.
του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων

 

Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση μοιάζει με μύθο που φοβίζει τα παιδιά… αλλά και τους μεγάλους.  Είναι ο λαβύρινθος, με το εκπαιδευτικό σύστημα να παίζει το ρόλο του Μινώταυρου που κατασπαράσσει κάθε χρόνο χιλιάδες νέους.

Πρέπει να ξεμπερδεύουμε με τον Μινώταυρο και να βγούμε από το λαβύρινθο.  Πώς, όμως;  Ο μύθος είναι διδακτικός.  Χρειάζεται να δέσουμε τον μίτο στην αρχή, να τον ξετυλίξουμε πηγαίνοντας μέχρι το τέλος και, μετά, πάλι πίσω.  Είναι μια διαδικασία επίπονη, που χρειάζεται επιμονή, τόλμη, νηφαλιότητα και υπομονή.

Πρέπει ως κοινωνία να σταματήσουμε τη θυσία τής νέας γενιάς.  Από πού, όμως, να ξεκινήσουμε;  Η αρχή προς μια ουσιαστική μεταρρύθμιση δεν βρίσκεται στην ελάχιστη συμφωνία ως προς τη διαδικασία των εξετάσεων εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, που περιορίζει πάντα το διάλογο.  Η ουσία τής όποιας μεταρρύθμισης βρίσκεται στους στόχους του εκπαιδευτικού συστήματος.  Πρέπει να αποφασίσουμε τι χαρακτηριστικά θέλουμε να έχει το εκπαιδευτικό μας σύστημα και για ποιους λόγους.  Συνήθως, αναλωνόμαστε στο να συζητούμε πως το εκπαιδευτικό μας σύστημα παράγει φοιτητές και μετά ανέργους, και όχι με το τι φοιτητές και, κυρίως, τι πολίτες δημιουργεί.

Η συζήτηση για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση θα πρέπει να μετατοπιστεί εδώ, να ξεφύγουμε από το θέμα των εξετάσεων και να συσχετίσουμε την μεταρρύθμιση με την αλλαγή της κοινωνικής νοοτροπίας και του πολιτικού πολιτισμού, με το μέλλον της χώρας μας.  Μ’ αυτόν τον τρόπο θα μπορέσουμε να φωτίσουμε τα προβλήματα της παιδείας, που μας απασχολούν πάντα, αλλά και τα κοινωνικά ζητήματα που μας απασχόλησαν τον τελευταίο καιρό.  Πρόκειται για συγκοινωνούντα δοχεία.  Αν κρίνουμε ότι δεν τα καταφέρνουμε στην κοινωνία, την πολιτική, την οικονομία, είναι γιατί το εκπαιδευτικό σύστημα δεν καταφέρνει να τροφοδοτήσει όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής με το κατάλληλο κοινωνικό κεφάλαιο, γιατί ως θεσμός πάσχει.  Ας μην ξεχνάμε, η ποιότητα και οι στόχοι της κοινωνίας, της πολιτικής, της οικονομίας, εξαρτώνται από την ποιότητα και τους στόχους του εκπαιδευτικού μας συστήματος.  Αυτό διαμορφώνει τους πολίτες και τους ηγέτες.

Συνεπώς, αν διαρκείς στόχοι της κοινωνίας, της πολιτικής, της οικονομίας είναι η ευημερία, η ανάπτυξη, η δημιουργία, η ελευθερία, η υπευθυνότητα, η συνοχή, η συμμετοχικότητα, η κοινωνική δικαιοσύνη, τότε οι ίδιοι στόχοι πρέπει να υποστηρίζονται και από το εκπαιδευτικό σύστημα.  Χρειαζόμαστε, λοιπόν, ένα σύστημα, το οποίο μέσω της γνώσης να προάγει τις έννοιες της κοινωνικής και ατομικής προόδου, της ευτυχίας της κοινωνίας, της κοινωνικής και ατομικής ευθύνης, της ισότητας, της συμμετοχής, της καινοτομίας.  Παράλληλα, έχουμε ανάγκη από ένα σύστημα το οποίο σε όλες τις βαθμίδες καλλιεργεί μαθητές, φοιτητές, στην ουσία πολίτες και ηγέτες, με αναλυτικό, κριτικό και δημιουργικό πνεύμα.

Σήμερα που καλούμαστε να επαναδιαπραγματευτούμε τους όρους του κοινωνικού συμβολαίου, που χρειαζόμαστε αλλαγή της κοινωνικής νοοτροπίας – μια μεταστροφή, όμως, που θα είναι αποτέλεσμα παιδείας - αυτή η ανάγκη είναι πιο ξεκάθαρη και πιο αδήριτη από ποτέ.  Καιρός, λοιπόν, να σκοτώσουμε το εκπαιδευτικό σύστημα-τέρας, ξετυλίγοντας το κουβάρι από την αρχή, ξεκινώντας από την ουσία και τους λόγους της μεταρρύθμισης.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Παιδεία

Άλλη παιδεία, άλλη νοοτροπία, άλλη πολιτική

Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 15.02.2009, σ. 40
του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων

 

Ο προβληματισμός της κοινωνίας και, ειδικά, της νεολαίας για την πολιτική εντείνεται.  Φτάνει στα όρια της αγανάκτησης, που εκφράζεται άλλοτε με ακραίες συμπεριφορές, με μηδενιστικές στάσεις και άλλοτε με αποστασιοποίηση και αποχή.  Έτσι, συχνά υιοθετείται το κλισέ περί αποτυχίας της πολιτικής.  Μια κατηγορία που δεν είναι άδικη, εφόσον παραδεχόμαστε ότι το πολιτικό και κοινωνικό σύστημα νοσεί.

Η πολιτική έχει όντως αποτύχει στο βαθμό που δεν έχει καταφέρει να εκπληρώσει το σκοπό της, που είναι η ευτυχία της κοινωνίας.  Η πολιτική, όμως, συνίσταται σε ένα σύνολο ευρύτερων διαδικασιών γα τις οποίες έχουν ευθύνη τόσο οι πολιτικοί, όσο και οι πολίτες.  Συνεπώς, θα πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε τη σχέση μας με την πολιτική και να αναλάβουμε όλοι τις ευθύνες μας.

Ως πολίτες έχουμε χρέος να επαναδιαπραγματευθούμε τους όρους του κοινωνικού συμβολαίου.  Χρειαζόμαστε ένα φιλελεύθερο κοινωνικό συμβόλαιο που να περιορίζει τις αυθαιρεσίες της όποιας εξουσίας – πολιτικής, οικονομικής, πνευματικής.  Όμως, το κοινωνικό συμβόλαιο είναι ένας τρόπος οργάνωσης της κοινότητας που είναι αποτέλεσμα αλλαγής νοοτροπίας της κοινωνίας.  Η νοοτροπία αλλάζει μέσω της μετάλλαξης του πνεύματος των ανθρώπων.  Μια τέτοια μετάλλαξη είναι δυνατόν να γίνει μόνο μέσω της παιδείας των πολιτών, που ως ώριμοι συμμετέχοντες στις διαδικασίες της πολιτικής αιτούνται τη σύναψη μιας σύμβασης, τέτοιας που θα εγγυάται τις επιδιώξεις τους και θα προστατεύει τα δικαιώματά τους.  Οι όροι της σύμβασης θα πρέπει να εξασφαλίζουν τις κατάλληλες προϋποθέσεις, ώστε αυτά τα δικαιώματα να έχουν αξία και τα άτομα να μπορούν να αναπτυχθούν ελεύθερα εντός της κοινωνίας.

Το να έχουν την δυνατότητα να αναπτυχθούν ελεύθερα εντός μιας δίκαιης κοινωνίας είναι και η μεγαλύτερη αγωνία και το κυρίαρχο αίτημα των νέων σήμερα.  Για αυτό, ακρογωνιαίος λίθος του κοινωνικού συμβολαίου θα πρέπει να είναι η κοινωνική δικαιοσύνη.  Το νέο κοινωνικό συμβόλαιο είναι απαραίτητο να διαπνέεται από αναδιανεμητικό χαρακτήρα, να αποτρέπει τις διακρίσεις και να ρυθμίζει τα ανταγωνιστικά κοινωνικά αιτήματα.

Ποιες είναι όμως οι προϋποθέσεις για να περάσουμε στην επαναδιαπραγμάτευση του κοινωνικού συμβολαίου σε πρακτικό επίπεδο;  Θα πρέπει να κατανοήσουμε τα κακώς κείμενα της παρούσας κατάστασης.  Η οργάνωση της πολιτείας, των κομμάτων, της κοινωνίας εμποδίζει την επικράτηση της ελευθερίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης.    Έπειτα, έχουμε χρέος να αντισταθούμε στην επικράτηση της πολιτικής επικοινωνίας έναντι της πραγματικής πολιτικής, να είμαστε (επι)κριτικοί απέναντι σε θέσεις, προγράμματα και στάσεις, να απαιτήσουμε ένα νέο πολιτικό πολιτισμό, χωρίς πελατειακές σχέσεις, και να μην ξεχνούμε τις ευθύνες και τις υποχρεώσεις που έχουμε ως ελεύθεροι, δίκαιοι, ενεργοί και δημοκράτες πολίτες.

Με άλλα λόγια, είναι ανάγκη να αλλάξουμε νοοτροπία στο ζήτημα των ευθυνών που έχουμε ως πολίτες.  Αν το πράξουμε εμείς, θα το πράξουν και οι εντολοδόχοι μας, οι πολιτικοί.

Μέσο για αυτήν την αλλαγή αποτελεί η κατάλληλη Παιδεία.  Χρειαζόμαστε Παιδεία τέτοια που να δίνει εφόδια στους πολίτες για τη συμμετοχή τους στις διαδικασίες της πολιτικής, να προάγει την ενεργοποίηση και την κριτική στάση των πολιτών, να διαμορφώνει πολίτες με διάθεση να συνεισφέρουν στην ευτυχία της κοινωνίας, ικανούς να επαναδιαπραγματεύονται αέναα το κοινωνικό συμβόλαιο από όποια θέση και αν βρίσκονται.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Παιδεία
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:13

Πέντε σημαντικά σημεία για το εξεταστικό

Πέντε σημαντικά σημεία

Καθημερινή, Κυριακή 25.01.2009, σ. 6
του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων
Πρύτανη του Πανεπιστημίου Μακεδονίας

 

Η αναζήτηση ενός διαφορετικού συστήματος εισαγωγής στα ΑΕΙ και στα ΑΤΕΙ θέτει την κοινωνία προ των ευθυνών της να προσδιορίσει και τα κριτήρια της ανανέωσής της, καθώς οι απόφοιτοι της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης είναι εκείνοι οι οποίοι θα αναλάβουν στο μέλλον θέσεις ευθύνης.  Η ανανέωση της κοινωνίας συναρτάται με την ίδια της την επιβίωση, με την ικανότητά της να εισπράττει και να αξιοποιεί τους νέους χυμούς της ευφυΐας και της ικανότητας.

Αυτές οι δυνατότητες δεν απαντώνται στην ισχύουσα κοινωνική κατάσταση του νεποτισμού, της ανευθυνότητας, της εύνοιας στους οικονομικά ισχυρότερους και στους κατοίκους των αστικών κέντρων, στην εξίσωση όλων προς τα κάτω.  Ζητούμενο είναι, στη βάση της αναδιανεμητικής κοινωνικής δικαιοσύνης, η εξίσωση του μεγαλύτερου αριθμού προς τα πάνω, να πάμε, δηλαδή, όλοι μαζί πιο ψηλά!

Πολλές κοινωνίες έχουν ήδη απαντήσει στο ερώτημα της ανανέωσής τους με μία αυτονόητη απάντηση: την επιδίωξη της αριστείας και την ανάδειξη των αρίστων στη βάση της αξιοκρατίας.  Η επιδίωξη της αριστείας δεν αναιρεί την άλλη υποχρέωση κάθε σοβαρού σύγχρονου κράτους, της παροχής ίσων ευκαιριών σε κάθε πολίτη και, ιδιαιτέρως, στους νέους.  Αντιθέτως, ανοίγει το δρόμο σε όλους τους νέους ανεξαιρέτως, από όπου και αν προέρχονται, ώστε, αφενός, να μορφωθούν και να διαθέτουμε ένα υψηλό συλλογικό επίπεδο εκπαίδευσης, αφετέρου, να διακριθούν και να συμβάλουν στη βελτίωση του συλλογικού μέσου όρου μόρφωσης.

Σε ό,τι αφορά ειδικότερα το παρόν σύστημα εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, η κοινωνία μας έχει παγιδευτεί σ’ένα μηχανιστικό σύστημα με μοναδικό στόχο το «αδιάβλητο» και ταλανίζεται με τη βάση του «10».  Δυστυχώς, όμως, η επιδίωξη του αυτονόητου μέσω ενός ολόκληρου συστήματος είναι, αφενός, ομολογία αποτυχίας, αφετέρου, τροχοπέδη στην επιδίωξη της αριστείας.

Υπάρχουν διάφορες προτάσεις για αλλαγές στο σύστημα εισαγωγής.  Σε κάθε περίπτωση, σε οποιοδήποτε σύστημα τελικώς επιλεγεί, είναι σημαντικό:

  1. να βελτιωθούν η πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ώστε να προάγουν ισόρροπα τη γνώση και την κριτική σκέψη.
  2. είτε με εξετάσεις είτε χωρίς, τα Πανεπιστήμια, κατά κατηγορίες Σχολών ή και Τμημάτων, να έχουν άποψη ως προς το προφίλ των γνώσεων που θα διαθέτουν οι εισαγόμενοι.
  3. να μη δημιουργηθεί επιπλέον έτος σπουδών μεταξύ Λυκείου και Πανεπιστημίου.
  4. να υπάρξουν, όπου είναι δυνατόν, αλλαγές στη φιλοσοφία της ύλης και των εξετάσεων, ώστε να αποκλεισθεί η απομνημόνευση και η δημιουργία γενεών «παπαγάλων», και
  5. όταν με συναίνεση καταλήξουμε, η εφαρμογή τής οποιασδήποτε αλλαγής θα πρέπει να προετοιμασθεί πολύ προσεκτικά, με μεγάλη σοβαρότητα και με προοπτική μέλλοντος.
Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Παιδεία
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:11

Αριστεία και εξεταστικό

Αριστεία και εξεταστικό

 

Αγγελιοφόρος, 04.01.2009
του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων


Η έναρξη της συζήτησης για ένα διαφορετικό σύστημα εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση θέτει το ερώτημα για το αν η κοινωνία μας είναι έτοιμη να συζητήσει το ζήτημα και τα κριτήρια της ανανέωσής της, αφού οι απόφοιτοι της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης είναι εκείνοι οι οποίοι σε μεγάλο βαθμό και αριθμό θα αναλάβουν θέσεις ευθύνης στο γίγνεσθαι της εξέλιξής της. Πολλές κοινωνίες, στο παρελθόν αλλά και στο σήμερα, έχουν απαντήσει σ'αυτό το ερώτημα με μία αυτονόητη απάντηση: την επιδίωξη της αριστείας και την ανάδειξη των αρίστων.

Η ανανέωση της κοινωνίας συναρτάται με την ίδια της την επιβίωση, με την ικανότητά της να εισπράττει και να αξιοποιεί τους νέους χυμούς της ευφυΐας, της ικανότητας, της διάθεσης για προσφορά. Τούτα τα στοιχεία δεν βρίσκονται στην ισχύουσα κοινωνική κατάσταση του νεποτισμού, της ανευθυνότητας, της εύνοιας στους οικονομικά ισχυρότερους και στους κατοίκους των αστικών κέντρων, στο φαινόμενο της εξίσωσης όλων προς τα κάτω.

Σήμερα η κοινωνία μας έχει παγιδευτεί σ'ένα μηχανιστικό σύστημα εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, το οποίο έχει ως κυρίαρχο στόχο το «αδιάβλητο». Τούτο, φυσικά, είναι απαραίτητο σε κάθε σύστημα αριστείας, αλλά η επιδίωξη του αυτονόητου μέσω ενός ολόκληρου συστήματος είναι αφενός ομολογία αποτυχίας μίας κοινωνίας, αφετέρου σκοταδιστική στην επίτευξη της αριστείας και στην απάντηση ενός άλλου ζητήματος – με αυτονόητη και δεδομένη ανά τον κόσμο απάντηση κι αυτό – το αν θέλουμε ένα εκπαιδευτικό σύστημα που θα παρέχει παιδεία ή εκπαίδευση.

Αναμφίβολα, κάθε σύστημα, πρέπει στο μεγάλο του μέρος, και ιδιαίτερα στο Λύκειο, να επιδιώκει να προσφέρει κυρίως παιδεία, ενώ η τριτοβάθμια εκπαίδευση πρέπει να μπορεί να δώσει κυρίως εξειδίκευση. Αυτός ο σχηματικός διαχωρισμός μάς οδηγεί στο αυτονόητο πλέον, ότι οι σπουδές στο Λύκειο θα πρέπει να απεξαρτηθούν από τις εισαγωγικές για την τριτοβάθμια εκπαίδευση εξετάσεις. Ταυτοχρόνως, μας οδηγεί και στο άλλο αυτονόητο, που έχει μετατραπεί σε διεκδίκηση φοιτητικών παρατάξεων, την αναβάθμιση ή τη μη υποβάθμιση των προπτυχιακών σπουδών: μέσα στο χρόνο φοίτησης οι απόφοιτοι να λαμβάνουν τις προβλεπόμενες γνώσεις και οι μεταπτυχιακές σπουδές να είναι πραγματικά σπουδές με έμφαση στην έρευνα και την παραγωγή γνώσης.

Σήμερα ακούγονται διάφορες προτάσεις για αλλαγές στο σύστημα εισαγωγής. Σε κάθε περίπτωση, σε οποιοδήποτε σύστημα τελικώς επιλεγεί, είναι σημαντικό:

  1. είτε με εξετάσεις είτε χωρίς, τα Πανεπιστήμια να έχουν άποψη ως προς το προφίλ των γνώσεων που θα διαθέτουν οι εισαγόμενοι σε αυτά.
  2. να μη δημιουργηθούν επιπλέον έτη σπουδών, μεταξύ Λυκείου και Πανεπιστημίου.
  3. να υπάρξουν, όπου είναι δυνατόν, αλλαγές στην ύλη ώστε να αποκλεισθεί η απομνημόνευση και η δημιουργία γενεών «παπαγάλων», και
  4. όταν με συναίνεση καταλήξουμε κάπου, η εφαρμογή τής οποιασδήποτε αλλαγής θα πρέπει να προετοιμασθεί προσεκτικά, σε βάθος χρόνου και με εξαιρετικά μεγάλη σοβαρότητα.
Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Παιδεία
Σελίδα 1 από 2
You are here Προβολή άρθρων ανα tag: education