Sunday, Apr 05th

Last update12:36:22 PM GMT

Προκλήσεις και Οφέλη από την Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση


Μακεδονία, 20.01.2009
του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων
Πρύτανης Πανεπιστημίου Μακεδονίας


Η δημιουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελεί ένα sui generis φαινόμενο. Για κάποιους θαύμα, το οποίο θα πρέπει να γιορτάσουμε, και για άλλους εξέλιξη που χρήζει κριτικής αντιμετώπισης. Την αλήθεια θα την βρούμε κάπου στη μέση.

Η Ένωση κατάφερε σταδιακά να εγκαθιδρύσει την ειρήνη, τη σταθερότητα, την ασφάλεια, τη συνεργασία και την ευημερία, εκεί όπου βασίλευε ο πόλεμος, η βία, η καχυποψία, η αστάθεια. Στήριξε τον εκδημοκρατισμό και τον εκσυγχρονισμό των ευρωπαϊκών κρατών από την Μεσόγειο μέχρι τη Βαλτική. Μέσα από τις διαδοχικές διευρύνσεις η Ένωση μεγάλωσε πληθυσμιακά και γεωγραφικά. Έγινε πιο πλούσια πολιτισμικά και συγχρόνως περισσότερο Ευρωπαϊκή. Η Ευρωπαϊκή Ένωση των 27 αποτελεί πλέον μια παγκόσμια δύναμη στο οικονομικό πεδίο, αλλά και έναν υπολογίσιμο παράγοντα στο πολιτικό. Αναπτύχθηκε ως ένα υπερεθνικό μόρφωμα, έχοντας το έθνος κράτος στο επίκεντρο της, συνδυάζοντας το εθνικό συμφέρον και τον μόνιμο ανταγωνισμό με τα αμοιβαία κέρδη.

Ποιο είναι, όμως, το όφελος για τον Έλληνα και κάθε ευρωπαίο πολίτη; Οι δυνατότητες που δίνει η οικονομική, πολιτική και ηθική δύναμη της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης εντός της Ευρώπης και έξω από αυτή. Πρόκειται: για τις ελευθερίες και τις κοινές πολιτικές, όπως είναι η ελεύθερη διακίνηση ανθρώπων και αγαθών, η κοινή αγροτική πολιτική, η κοινή εξωτερική πολιτική• για τις δυνατότητες αντιμετώπισης κοινών προβλημάτων και προκλήσεων, όπως τα θέματα περιβάλλοντος και ενέργειας• επίσης, για τις δυνατότητες παρέμβασης σε παγκόσμιο επίπεδο, από το εμπόριο και τα χρηματοπιστωτικά μέχρι την ανάπτυξη και την ανθρωπιστική βοήθεια. Η Ένωση λειτουργεί συμπληρωματικά στα κράτη μέλη της και, συγχρόνως, είναι κάτι παραπάνω από το σύνολο των μερών της. Οι πολίτες επωφελούνται από την μεταμορφωτική δύναμη της Ένωσης εντός των χωρών τους αλλά και έξω από αυτές. Ωστόσο, η διαχείριση και η αξιοποίηση αυτής της δύναμης διαφέρει από κράτος σε κράτος, με αποτέλεσμα η πρόοδος της διαδικασίας του εξευρωπαϊσμού και σύγκλισης να ποικίλει.

Στην Ελλάδα κερδίσαμε πολλά στοιχήματα, με κυριότερα αυτό του εκδημοκρατισμού και της ένταξης στην ΟΝΕ. Επωφεληθήκαμε από τη σταθερότητα που εγγυήθηκε η διεύρυνση προς την ΝΑ Ευρώπη. Χάσαμε, όμως – και συνεχίζουμε να χάνουμε πολλές ευκαιρίες -, όπως στην περίπτωση της αξιοποίησης ευρωπαϊκών πόρων ή στην καλλιέργεια ευρωπαϊκής νοοτροπίας, όπως σε ζητήματα επιχειρηματικότητας, δημόσιας διοίκησης, προστασίας του περιβάλλοντος, εκπαίδευσης. Καθυστερήσαμε στη σύζευξη της βαλκανικής και της Ευρωπαϊκής πολιτικής. Πλέον, δεν είμαστε το μόνο ευρωπαϊκό κράτος στα Βαλκάνια και αυτό δημιουργεί νέες προκλήσεις για το ρόλο της Ελλάδας που πρέπει να λάβουμε υπόψη μας. Ο εξευρωπαϊσμός μπορεί να αποτελέσει διέξοδο στ' αδιέξοδα της ελληνικής πολιτικής σήμερα. Αρκεί, να κατανοήσουμε τη σημασία της Ένωσης για την καθημερινότητα μας και για το μέλλον της χώρας.

Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι αντιμετωπίζουμε την Ε.Ε. άκριτα. Όντας μια διαδικασία με ασαφή, εσχάτως, κατεύθυνση, η Ευρωπαϊκή ενοποίηση διατρέχει τα πρώτα χρόνια του 21ου αιώνα, αντιμετωπίζοντας μια σειρά από σοβαρές προκλήσεις. Η θεσμική της εξέλιξη, το δημοκρατικό έλλειμμα, ο ρόλος της στο Διεθνές Σύστημα, η σχέση της με τις ΗΠΑ και τη Ρωσία, οι πολιτικές της στον υπόλοιπο κόσμο, οι οικονομικές της σχέσεις και επιδόσεις, οι προσδοκίες των πολιτών της και οι διαθέσεις των ηγετών της, θα κρίνουν το μέλλον της και το μέλλον μας.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Το διεθνές σύστημα, οι Ηνωμένες Πολιτείες και ο νέος Πρόεδρος

 

Αμυντικά Θέματα
Περίοδος Δ', Τεύχος 265 [28] Δεκέμβριος 2008, σελ. 47-49
του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων


Είναι ο ωκεανός, το πλοίο ή ο κυβερνήτης του που καθορίζουν τις εξελίξεις; Με άλλα λόγια, επαναφέροντας στο προσκήνιο για την παρούσα μελέτη τα τρία μεθοδολογικά επίπεδα ανάλυσης των Διεθνών Σχέσεων, είναι το διεθνές σύστημα, το κράτος ή η πολιτική ηγεσία, εν προκειμένω η κορυφή της, ο Μπαράκ Ομπάμα, που θα προσδιορίσουν τη συμπεριφορά των Ηνωμένων Πολιτειών τα επόμενα τέσσερα χρόνια;

Ας μη γελιέται κανείς. Η απάντηση βρίσκεται στη σύνθεση των τριών προσεγγίσεων. Διότι ο κυβερνήτης του πλοίου θέλει να το οδηγήσει σε μία πορεία και σ' έναν προορισμό. Το ερώτημα είναι πάντα αν το πλοίο θέλει και μπορεί να πάει και αν οι συνθήκες του ωκεανού το επιτρέπουν. Γι αυτό παρακάτω, θα προχωρήσω παρουσιάζοντας την κατάσταση του διεθνούς συστήματος, τον ρόλο των ΗΠΑ, λαμβάνοντας υπόψη τα λίγα που γνωρίζουμε για τις απόψεις και τους στόχους του νέου Προέδρου, όπως αυτοί εξαγγέλθηκαν μέχρι τώρα.

Σε κάθε περίπτωση, ό,τι και αν γραφεί σήμερα, συνιστά πιθανολόγηση καταστάσεων και εξελίξεων, αφού δεν υπάρχει δυνατότητα να προβλέψει κανείς το μέλλον. Μπορεί μόνο, στη βάση των επιστημονικά τεκμηριωμένων συμπερασμάτων και της προσεκτικής παρατήρησης, να καταγράψει το γίγνεσθαι και τη δυναμική του. Σε αυτό το γίγνεσθαι και τη μεγάλη εικόνα, αυτήν του διεθνούς συστήματος, και στον ρόλο των ΗΠΑ θα εστιάσω.

Μετά το 1989, η προοδευτική κατάρρευση της Ε.Σ.Σ.Δ. δημιούργησε ένα κενό ισχύος στο διεθνές σύστημα και επέτρεψε να αναδειχθούν οι Η.Π.Α. ως η μοναδική υπερδύναμη του πλανήτη. Οι Η.Π.Α., σε συνεργασία (και όχι ανταγωνιστικά) με τους Ευρωπαίους, ήταν μοιραίο να επιχειρήσουν να καλύψουν το κενό της Ε.Σ.Σ.Δ. και να δημιουργήσουν, χωρίς να έχουν ουσιαστικά αντίπαλο, τη «νέα» δική τους παγκόσμια τάξη.

Στα πλαίσια της «νέας» παγκόσμιας τάξης το ΝΑΤΟ - η μακροβιότερη και ισχυρότερη ηγεμονική συμμαχία που γνώρισε ποτέ ο κόσμος - παύει να είναι μία περιφερειακή αμυντική συμμαχία και αναδεικνύεται σε έναν παρεμβατικό φορέα, αλλά και φορέα υπερεθνικής προσέγγισης. Οι Η.Π.Α. με το ΝΑΤΟ και τις από αυτό εκπορευόμενες πρωτοβουλίες (NACC, PfP) ή σε συνεργασία με δυτικοευρωπαϊκούς φορείς ολοκλήρωσης (Ευρωπαϊκή Ένωση) και διεθνούς συνεργασίας (ΟΑΣΕ) επιχειρούν να συσπειρώσουν τα κράτη του βορείου ημισφαιρίου και να σταθεροποιήσουν τα πολιτικά συστήματα των πρώην Ανατολικών κρατών και τις μεταξύ τους σχέσεις.

Στη «νέα» τάξη πραγμάτων, οι Η.Π.Α. εστιάζουν την προσοχή τους, στο βόρειο τμήμα της Ευρασίας, παραμελώντας σχεδόν τα τεράστια προβλήματα που παρουσιάζει το νότιο ημισφαίριο. Παραλλήλως, επιχειρούν να επιβάλουν το δικό τους σύστημα πολιτικών και άλλων αξιών, όπως αυτό εκφράζεται από την εκάστοτε κυβέρνησή τους.

Στην μεταψυχροπολεμική εποχή και πριν την αλλαγή του αιώνα, οι Η.Π.Α. θα διεξάγουν δύο πολέμους. Ο πρώτος κατά του Ιράκ με στόχο την απομάκρυνσή του από το Κουβέιτ, την αποκατάσταση της στρατιωτικής ισορροπίας στην περιοχή του Περσικού και την διασφάλιση της ροής του μαύρου χρυσού προς τη Δύση. Το νικηφόρο πόλεμο των Η.Π.Α. ακολουθούν σοβαρές κυρώσεις κατά του Ιράκ, όπως και διευθετήσεις στο Παλαιστινιακό, χωρίς εν τούτοις να έπεται και οριστική επίλυση του πλέον σοβαρού και χρονίζοντος προβλήματος στη Μέση Ανατολή.

Όμως η πρωταρχική μέριμνα των Η.Π.Α. μετά το 1989 είναι ο «εκδημοκρατισμός» και η σταθεροποίηση της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, των Βαλκανίων και του χώρου της πρώην Ε.Σ.Σ.Δ., με την προσοχή να εστιάζεται κυρίως στη Ρωσία. Η τελευταία έπρεπε αφενός να χάσει τα όποια στηρίγματα στο εξωτερικό που θα της επέτρεπαν να ξαναπαίξει σημαντικό διεθνή ρόλο, αφετέρου να εκδημοκρατισθεί στο εσωτερικό, έτσι ώστε να αποκλεισθεί η ανάκαμψη στην εξουσία των κομμουνιστών ή μίας στρατιωτικής εθνικιστικής δικτατορίας.

Τον Ιανουάριο του 2001, στις Η.Π.Α., επανήλθαν στην εξουσία οι Ρεπουμπλικάνοι με Πρόεδρο τον Τζορτζ Μπους, τον νεότερο. Η εξωτερική πολιτική των Η.Π.Α. άρχισε τότε να διαφαίνεται ως λιγότερο παρεμβατική στον τομέα της δημιουργίας νέων εθνών ("nation building"), χωρίς όμως, σύμφωνα με τότε δηλώσεις, να αποκλείονται οι επεμβάσεις όταν θα το απαιτούσαν τα συμφέροντα ασφαλείας. Όπως επίσης αναμενόταν, η προσέγγιση με τη Ρωσία είχε δρομολογηθεί, ενώ παράλληλα ήταν έκδηλη η έμφαση που έδιδε η νέα κυβέρνηση στο θέμα των διαστημικών εξοπλισμών («Πόλεμος των Άστρων»).

Αυτή περίπου ήταν η εικόνα του διεθνούς συστήματος και του ρόλου της μοναδικής υπερδύναμης μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου, όταν στις 11.9.2001 έλαβε χώρα η τρομοκρατική επίθεση εναντίον των Η.Π.Α.. Η επίθεση, που είχε ως αποτέλεσμα την ολοσχερή καταστροφή του Κέντρου Παγκοσμίου Εμπορίου και πτέρυγας του Πενταγώνου, συντελέσθηκε από ισλαμικούς, ακραίους, μη κρατικούς παράγοντες του διεθνούς συστήματος, με την ανοχή, επίνευση ή και ενθάρρυνση κάποιων κρατών.

Τούτο ήταν το πρώτο πλήγμα που υπέστησαν οι Η.Π.Α. στο εσωτερικό τους. Ό,τι δεν συνέβη με τα πυρηνικά (λόγω της αποτροπής) στον ψυχρό πόλεμο, συνέβη στην μεταψυχροπολεμική εποχή, σε μία στιγμή ηγεμονικής υπεροχής τους. Από το πλήγμα ετρώθη το κύρος των Η.Π.Α., ενώ οι αρνητικές συνέπειες στην οικονομία ήταν σημαντικές και μετρήσιμες. Παράλληλα, οι μετακινήσεις των πολιτών και η πυκνότητα των συναλλαγών μειώθηκαν, νομοθετικές ρυθμίσεις κατά της τρομοκρατίας δρομολογήθηκαν, ενώ κινητοποιήθηκε ο μηχανισμός των Η.Π.Α. για την αντιμετώπιση και την εξάλειψη της διεθνούς τρομοκρατίας.

Στη βάση ενός νέου δόγματος, οι Η.Π.Α., μετά την 11η.9.2001 και μέχρι τα μέσα του 2003, θα διεξάγουν άλλους δύο πολέμους από τους οποίους θα αποκομίσουν σημαντικά οφέλη. Για τις ανάγκες της εκστρατείας κατά του Αφγανιστάν προσελκύεται το Πακιστάν, προσεγγίζονται η Κίνα και η Ινδία, ενώ, τελικώς, το Αφγανιστάν και κάποιες γειτονικές πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες εντάσσονται (για πρώτη φορά) στη σφαίρα επιρροής των Η.Π.Α.. Δημιουργούν έτσι μία σημαντική βάση ισχύος στην Κεντρική Ασία.

Επιπλέον, οι Η.Π.Α. στρέφονται κατά καθεστώτων που υποστηρίζουν ή ανέχονται την τρομοκρατία και, ταυτοχρόνως, επιχειρούν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα που ταλανίζει κάθε μεγάλη πυρηνική δύναμη: την εμφάνιση του μικρού κράτους με το μη φιλικό πολίτευμα ή την παράτολμη ηγεσία που θα αποκτούσε (Βόρεια Κορέα) ή απλώς θα είχε την επιθυμία να αποκτήσει (Ιράκ, Ιράν) όπλα μαζικής καταστροφής. Με μία τέτοια λογική, οι Η.Π.Α. αναλαμβάνουν στις αρχές του 2003 πολεμική εκστρατεία κατά του Ιράκ, η οποία θα καταλήξει στην κατάληψή του.

Όμως η παρουσία των Η.Π.Α. στη Μέση Ανατολή οφείλεται σε μία σειρά συμφερόντων τους ως ηγεμονικής δύναμης. Πρώτον, ανατρέπουν το καθεστώς του Ιράκ και το μετατρέπουν σε φιλική προς αυτές χώρα. Αποκαθιστούν έτσι την κατά τον ψυχρό πόλεμο μετακίνησή του προς την Ε.Σ.Σ.Δ., ενώ στερούν τη Ρωσία από ένα φιλικό της κράτος.

Δεύτερον, το Ιράκ συνορεύει με μία σειρά κρατών μεγάλης σημασίας για τις Η.Π.Α. και η πρόσδεσή του στο άρμα τους μπορεί να πιέσει ή ακόμη και να οδηγήσει μακροπρόθεσμα τη Συρία και το Ιράν προς την ίδια κατεύθυνση. Η Συρία είχε ενταχθεί πρώτη στον Σοβιετικό συνασπισμό, ενώ, αργότερα, παρέσυρε και τον Λίβανο, παρά τις αντίθετες προσπάθειες των Αμερικανών (1983-4). Το Ιράν, ξέφυγε το 1978 από την Αμερικανική σφαίρα επιρροής δημιουργώντας σοβαρότατο πρόβλημα στην αντισοβιετική γραμμή ανάσχεσης των Η.Π.Α. και στο κύρος τους, εξαιτίας τής κατάληψης της πρεσβείας τους στην Τεχεράνη και της αποτυχημένης επιχείρησής τους για απελευθέρωση των ομήρων. Μετά την εγκατάσταση των Η.Π.Α. στο Ιράκ, η Συρία και το Ιράν περικλείονται πλέον στρατιωτικά από παντού.

Τρίτον, οι Η.Π.Α., όντας στο Ιράκ, διασφαλίζουν δύο πολύ πιστούς συμμάχους τους: την Ιορδανία και το Ισραήλ. Το επιτυγχάνουν αφενός εκμηδενίζοντας τη στρατιωτική απειλή του Σαντάμ, αφετέρου αποκόπτοντας τη χρηματοδότηση αλλά και την υποκίνηση από αυτόν ριζοσπαστικών ομάδων στις δύο χώρες και κυρίως στο Ισραήλ.

Τέταρτον, οι Η.Π.Α. με τη νίκη τους και τον έλεγχο του Ιράκ εξασφαλίζουν το στρατηγικό συντελεστή που λέγεται πετρέλαιο. Οι πολεμικές επιχειρήσεις δεν οφείλονταν απλώς σε μία προσέγγιση αύξησης των κερδών κάποιων μεγάλων εταιριών. Αυτό ήταν μάλλον εύκολο να γίνει αν το 1992 επέβαλαν στο Σαντάμ τη διαχείριση των πετρελαίων του από Αμερικανικές εταιρείες ή αν τού προσφερόταν η πολιτική του επιβίωση ως αντάλλαγμα για τα πετρέλαια. Οφείλονταν στο φόβο χρησιμοποίησης του πετρελαίου ως στρατηγικού όπλου εκ μέρους του Σαντάμ εναντίον των Η.Π.Α. και των συμμάχων τους, κυρίως μέσω των κρίσεων που θα μπορούσε να δημιουργήσει η ασταθής ροή ή τιμή του. Οφείλονταν ακόμη στην οικονομική δυνατότητα που θα τού προσέφεραν τα κέρδη από το πετρέλαιο, ώστε να ξαναδημιουργήσει τον τέταρτο στον κόσμο στρατό και να αποκτήσει κάποια στιγμή πυρηνικά όπλα.

Τέλος, οι Η.Π.Α. συνεχίζοντας τη διαμόρφωση του διεθνούς συστήματος, προσφέρουν σταθερότητα για τους συμμάχους τους στην περιοχή και επιτυγχάνουν εκ νέου και την εκ δυσμών διείσδυσή τους στην Ασία. Μέσω της παρουσίας τους στην υποβαθμιζόμενη πλέον στρατηγικά Μικρά Ασία και, εφεξής, στη Νοτιοδυτική Ασία ενισχύουν τα προγεφυρώματά τους στην Κεντρική Ασία, θέτοντας ίσως τις βάσεις και για μία πολιτική εκ δυσμών ανάσχεσης της Κίνας, παράλληλη με την αντίστοιχη έναντι της Ρωσίας.

Για αρκετό καιρό, τα πράγματα εμφανίζονται από τα ΜΜΕ να μην πηγαίνουν καλά για τις Η.Π.Α. στο Ιράκ και στο μέτωπο της διάδοσης των πυρηνικών, με τη Βόρειο Κορέα να αποτελεί το μεγαλύτερο «αγκάθι». Όμως ως προς το Ιράκ, τα γεγονότα που καταγράφονται – πόσο μάλλον που το τελευταίο διάστημα η κατάσταση είναι εύθραυστη αλλά βελτιώνεται - δεν συνεπάγονται ήττα• μπορεί να συνεπάγονται διάσπαση του Ιράκ και ευκολότερη διαχείριση της υπό έλεγχο περιοχής του, όπως και ευκολότερη αντιμετώπιση του Ιράν. Σε καμία περίπτωση η συγκυρία δεν συνεπάγεται αποχώρηση των Αμερικανικών δυνάμεων, όπως αποδεικνύει και η συνεχώς μεταβαλλόμενη στάση του Μπαράκ Ομπάμα όσο πλησίαζε προς τις εκλογές.

Δυσχερής, βεβαίως, είναι η θέση των Η.Π.Α. στη διαχείριση της κατάστασης στο Αφγανιστάν. Οι συμμαχικές δυνάμεις εκεί είναι εγκλωβισμένες, καθώς δεν διαφαίνονται ούτε προοπτικές ήττας, ούτε προοπτικές εξόδου. Έτσι, και λόγω της κατάστασης και λόγω συμφερόντων της υπερδύναμης και λόγω των διακηρυγμένων θέσεων του νέου Προέδρου, οι Η.Π.Α. και θα παραμείνουν και πιθανόν να ενισχύσουν τη στρατιωτική τους παρουσία. Ως προς το ζήτημα δε της Βορείου Κορέας και του Ιράν, θεωρώ ότι εμπεριέχουν κινδύνους, αλλά δεν αλλάζουν τη συνολική εικόνα της κατανομής ισχύος στο διεθνές σύστημα, ούτε και υπάρχει προοπτική να βρουν συνοδοιπόρους και να δημιουργήσουν ευρύτερες διεθνείς αντισυσπειρώσεις. Ενδεχομένως, στα πλαίσια μιας πιο ιδεαλιστικής και διαφορετικής από τους Ρεπουμπλικάνους αντίληψης του κόσμου εκ μέρους των Δημοκρατικών, να υπάρξουν περισσότερες προσπάθειες για διπλωματική αντιμετώπιση του κόσμου.

Το ζήτημα των σχέσεων με την Ρωσία στην μετά την 8η Αυγούστου 2008 εποχή, αποτελεί ένα άλλο μεγάλο θέμα για τις ΗΠΑ. Η Ρωσία επανέρχεται στο Διεθνές Σύστημα και αναζητεί τον νέο της ρόλο. Δύσκολα θα επιστρέψουμε σε μια διπολική εκδοχή του συστήματος. Ωστόσο, το πυρηνικό της οπλοστάσιο, η ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης από αυτήν και οι σαφείς ενδείξεις για τον ηγεμονικό ρόλο που επιδιώκει να παίξει στην περιοχή, καθιστούν την Ρωσία έναν ισχυρό παίκτη. Η συγκυρία υποχρεώνει το νέο Πρόεδρο να αναπροσαρμόσει την πολιτική των προκατόχων του απέναντι στη Ρωσία. Η Ρώσικη αρκούδα δεν είναι πια πληγωμένη, αλλά ισχυρότερη και ευφυέστερη στην μετά το 1989 εποχή. Υπό αυτές τις συνθήκες, είναι πιθανό να επιστρέψουμε σε μια λογική σφαιρών επιρροής και σ' αυτήν την περίπτωση δεν είναι απίθανο η νέα διοίκηση να μην επιμείνει στην πολιτική για διεύρυνση του ΝΑΤΟ, με την είσοδο της Ουκρανίας και της Γεωργίας.

Τι γίνεται όμως με την Ευρώπη; Οι Ευρωατλαντικές σχέσεις, διαμορφωμένες ώστε να εξυπηρετήσουν την ισορροπία της ψυχροπολεμικής εποχής, πέρασαν αρκετές κρίσεις κατά την μεταψυχροπολεμική περίοδο. Οι Ευρωπαίοι φαίνεται να έχουν προσδοκίες από το νέο Πρόεδρο, μετά τον Ιανουάριο. Οι ΗΠΑ καλούνται να βελτιώσουν τις σχέσεις τους με τους Ευρωπαίους. Σε ένα μεταβαλλόμενο διεθνές σύστημα οι δύο πλευρές θα αναζητήσουν ένα νέο αμοιβαία επωφελές σχήμα συνεργασίας. Ωστόσο, όπως προκύπτει και από την παραπάνω ανάλυση, λίγα μπορούν να αλλάξουν στις προτεραιότητες της πολιτικής των ΗΠΑ και, από την άλλη πλευρά, οι εσωτερικές διαιρέσεις της Ε.Ε. δυσχεραίνουν την Ε.Ε. στην ανάληψη ενός δυναμικού ρόλου στο διεθνές σύστημα. Η μόνη πιθανότητα για να διαδραματίσει η ΕΕ κάποιο ρόλο είναι η ενοποίηση διαφορετικών ταχυτήτων, με την «Ευρώπη του πυρήνα» να αναλαμβάνει τις ευθύνες της και τις πρωτοβουλίες.

Υπό αυτές τις συνθήκες θα πρέπει να αναμένουμε ότι διαφορετικών ταχυτήτων θα είναι και η συνεργασία με τις ΗΠΑ. Σε υποθέσεις που απαιτούν πολυμερή διπλωματία, χρήση «ήπιας ισχύος», σε θέματα διεθνών θεσμών, σε ζητήματα περιβάλλοντος, ανάπτυξης, διεθνούς οικονομίας, ΗΠΑ και Ε.Ε. είναι πιθανό να περάσουν σε μια νέα εποχή και να συμπορευθούν. Αυτά είναι και τα ζητήματα που ευνοούν το νέο Πρόεδρο, ώστε να στηρίξει το προφίλ του Δημοκρατικού φιλελεύθερου και του ριζοσπάστη. Αντιθέτως, εκτιμώ πως η διάσταση απόψεων θα συνεχίσει να υπάρχει σε ό,τι αφορά ζητήματα του ΝΑΤΟ, τη Ρωσία, την Μέση Ανατολή.

Συνολικά, λοιπόν, το μετά το 1989 διεθνές σύστημα παρουσιάζει: μία, σύμφωνα με όλα τα κριτήρια, υπερδύναμη• μία άλλη, στρατιωτική μόνο, λόγω των πυρηνικών της, υπερδύναμη, τη Ρωσία• δύο πιθανώς αναδυόμενες μεγάλες δυνάμεις, την Κίνα και την Ινδία• και μία οικονομική υπερδύναμη, την ΕΕ. Με δεδομένη τη στενή σχέση Η.Π.Α. – ΕΕ, την αδυναμία αντισυσπείρωσης των υπολοίπων, καθώς και το γεγονός ότι μόνο ένας παράγων μπορεί να αναλαμβάνει την όποια πρωτοβουλία, το διεθνές σύστημα δύναται να χαρακτηρισθεί ως ηγεμονικό/μονοπολικό. Ακόμη και αν θελήσουμε να δώσουμε έμφαση στο κριτήριο της πολιτικής και στρατιωτικής ανεξαρτησίας της Ρωσίας, της Κίνας ή ακόμη και της Ινδίας, το σύστημα δύσκολα θα εύρισκε άλλο χαρακτηρισμό από ηγεμονικό, καθώς, επαναλαμβάνω, οι δυνάμεις αυτές είναι αποκομμένες και δύσκολα θα συνεργασθούν μεταξύ τους.

Τέλος, οι Η.Π.Α θα συνεχίσουν να παίζουν το ρόλο που έχουν αναλάβει και να διαμορφώνουν το διεθνές σύστημα. Στην Ιστορία, καμία δύναμη δεν εγκατέλειψε την ηγεμονία της. Η μη άσκηση ή εγκατάλειψη της ηγεμονίας μπορεί να λειτουργήσει αποσταθεροποιητικά για το σύστημα και, κυρίως, μπορεί να έχει αρνητικές συνέπειες για τον ίδιο τον ηγεμόνα: «Από την ηγεμονία σας αυτή να παραιτηθείτε σήμερα δεν μπορείτε...• ... το να την αποκτήσει κανείς θεωρείται άδικο, αλλά το να την αφήσει επικίνδυνο» (Θουκυδίδης, Β.63). Τούτο συνεπάγεται ότι ο μόνος τρόπος απεγκλωβισμού μίας δύναμης από την ηγεμονία είναι, στο πλήρωμα του χρόνου, είτε η εξουθένωσή της είτε η ανατροπή της από μία άλλη, νέα ηγεμονική δύναμη. Έτσι το μόνο που μπορούμε να αναμένουμε είναι να δούμε τι είδους θα είναι η ηγεμονία υπό το νέο κυβερνήτη και μέχρι που θα φτάσει.

Κλείνοντας, θα ήθελα να σημειώσω ότι πράγματι στο εσωτερικό των ΗΠΑ συντελέστηκε μια αξιοθαύμαστη αλλαγή. Αλλαγές σημειώνονται και στο διεθνές σύστημα. Ωστόσο, ο κόσμος παραμένει ο κόσμος του Χομπς. Το γεγονός ότι ο επόμενος Πρόεδρος των ΗΠΑ είναι έγχρωμος, έχει μουσουλμανικό όνομα, συγγενείς στην Κένυα και συμμαθητές στην Ινδονησία δεν μπορεί να αλλάξει τη θέση των ΗΠΑ σ' αυτόν τον κόσμο. Ίσως μόνο την εικόνα της. Δεν συνεπάγεται μείωση του παρεμβατισμού, ούτε και εξάλειψη των πολέμων. Άλλωστε, διαχρονικά, οι «δίκαιοι» ηγέτες θεωρούσαν τον πόλεμο ως εργαλείο αποκατάστασης της τάξης, δηλαδή του κατά την άποψή τους δικαίου.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Περί Διαπραγματεύσεων και εξωτερικής πολιτικής

 

Θεσσαλονίκη, 20.10.2008
του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων

 

Η επιτυχία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής την περασμένη άνοιξη στο Βουκουρέστι ήταν ένας σημαντικός σταθμός σε μια μακρά πορεία. Διανύσαμε τον επώδυνο μισό δρόμο προς ένα συμβιβασμό και διατυπώσαμε ορθώς τα επιχειρήματα και τις αντιρρήσεις μας, μιλώντας με μια ενιαία γλώσσα στο εσωτερικό και το εξωτερικό. Έτσι πήραμε αυτό που θέλαμε.

Είχα τότε επισημάνει ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ μας, ότι η ισχύς της χώρας μας και η συμμετοχή της στους διεθνείς θεσμούς μας δίνουν συγκριτικό πλεονέκτημα. Η Ελλάδα δεν έχει να φοβάται τίποτα. Στην παρούσα συγκυρία συνιστά έναν ισχυρό διαπραγματευτή και έτσι θα πρέπει να συμπεριφέρεται. Το μόνο που χρειαζόμαστε είναι μία έξυπνη, δραστήρια εξωτερική πολιτική και καλά αντανακλαστικά.

Στον παρόντα γύρο διαπραγματεύσεων θα πρέπει να είμαστε ακόμη πιο προσεκτικοί, και για να μην ακυρώσουμε την μέχρι τώρα προσπάθεια και για να πετύχουμε το τελικό κλείσιμο του ζητήματος. Η κατάληξη των διαπραγματεύσεων δεν εξαρτάται, όμως, μόνο από εμάς και δεν είναι μια απλή διαδικασία στην οποία παίρνουμε αυτό που επιθυμούμε. Για αυτόν το λόγο θα ήθελα να αποσαφηνίσω εν συντομία τον όρο διαπραγμάτευση και να τον συνδέσω με τις τρέχουσες εξελίξεις.

Υπάρχουν διάφοροι ορισμοί της διαπραγμάτευσης. Ενδεικτικά, σύμφωνα με τον Iklè, διαπραγμάτευση είναι μια διαδικασία κατά την οποία σαφείς προτάσεις προωθούνται επίμονα με στόχο την επίτευξη συμφωνίας σε ένα θέμα ή στη διαμόρφωση ενός κοινού πλέον συμφέροντος, εκεί όπου υπάρχουν συγκρουόμενα συμφέροντα. Οι Fischer και Ury βλέπουν τη διαπραγμάτευση ως ένα μέσο για να πάρεις αυτό που θέλεις από τους άλλους με αμοιβαία επικοινωνία που επιδιώκει την επίτευξη συμφωνίας, όταν οι δυο πλευρές έχουν κάποια συμφέροντα άλλα κοινά, άλλα που αντιτίθενται. Διαπραγμάτευση, όμως, κατά τους Lax και Sebenious, είναι και μια διαδικασία δυνητικά αμοιβαία ωφέλιμης αλληλεπίδρασης κατά την οποία δύο ή περισσότερα μέρη με κάποια διαφορά επιδιώκουν βελτίωση της σχέσης τους με από κοινού αποφασισμένη δράση.

Σε κάθε περίπτωση, σκοπός της διαπραγμάτευσης είναι η επίλυση μιας διαφοράς και η βέλτιστη κατάληξη, ο αμοιβαία επωφελής συμβιβασμός μεταξύ των μερών.

Στην περίπτωσή μας, λοιπόν, οι διαπραγματεύσεις είναι ένα μέσο με στόχο την επίλυση της διαφοράς μέσω του αμοιβαίου συμβιβασμού, και την τελική συμφωνία. Είναι σαφές ότι η κάθε πλευρά επιδιώκει να πάρει αυτό που επιθυμεί και στο τέλος πρέπει να είναι και οι δύο πλευρές ικανοποιημένες. Προφανώς, υπάρχουν συγκρουόμενα συμφέροντα γύρω από την ονομασία του γειτονικού κράτους. Υπάρχουν, όμως, και κοινά συμφέροντα, όπως η σταθερότητα της περιοχής, η οικονομική, πολιτική και κοινωνική ανάπτυξη του γειτονικού κράτους και η ενσωμάτωσή του στους διεθνείς θεσμούς και οργανισμούς. Η επίτευξη συμβιβασμού στην πρώτη δέσμη συμφερόντων, ανοίγει το δρόμο για την εξασφάλιση των δεύτερων.

Η τελευταία πρόταση Νίμιτς έχει στοιχεία που ικανοποιούν την ελληνική πλευρά. Ωστόσο δεν θα πρέπει να βιαζόμαστε. Συμμετέχουμε σε μια μακροχρόνια διαδικασία την οποία θα πρέπει να προσεγγίσουμε με σοβαρότητα, ρεαλισμό και στρατηγική, γνωρίζοντας ότι στόχος μας είναι ένας καθορισμένος, σε μεγάλο βαθμό από εμάς, συμβιβασμός.

Σε αυτήν τη διαδικασία θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι η λήψη απόφασης στην απέναντι πλευρά θα επηρεαστεί από την εσωτερική αλλά και τη διεθνή συγκυρία. Η ασταθής εσωτερική κατάσταση της γειτονικής χώρας δημιουργεί συνθήκες αβεβαιότητας και αναξιοπιστίας. Προσωπικές φιλοδοξίες, εσωτερικά πολιτικά παιχνίδια και δυσπιστία δύνανται να επηρεάσουν τις εξελίξεις. Σ' όλα αυτά θα πρέπει να προσθέσουμε και τον παράγοντα τον Αμερικανικών εκλογών, που, σε κάθε περίπτωση, θα φέρουν νέα πρόσωπα στο Λευκό Οίκο. Για αυτό, οποιαδήποτε πρόβλεψη για την τελική έκβαση των διαπραγματεύσεων είναι προς το παρόν επισφαλής. Το τοπίο είναι ακόμη θολό. Ωστόσο, θα πρέπει να γίνει κατανοητό και μέσα από την εμπειρία των διαπραγματεύσεων για την ονομασία των Σκοπίων, ότι ο καλύτερος τρόπος για να διασφαλίσουμε τα εθνικά μας συμφέροντα και να αυξήσουμε την ισχύ μας είναι, πρώτον, η δραστήρια και έξυπνη εξωτερική πολιτική και, σημαντικότερο, το αρραγές εσωτερικό μέτωπο.

* Για περισσότερα, βλ. Ηλίας, Ι., Κουσκουβέλης (1997), Λήψη Αποφάσεων, Κρίση, Διαπραγμάτευση, Εκδόσεις Παπαζήση

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:02

Έξυπνη και Δυναμική Εξωτερική πολιτική

Έξυπνη και Δυναμική Εξωτερική πολιτική

Μακεδονία, 6.04.2008, σ. 12
του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων

 

Όταν η χώρα μας βρίσκεται μπροστά σε κρίσιμες εθνικές αποφάσεις ή όταν συζητούμε σημαντικά εθνικά ζητήματα ενδημεί μια ροπή προς την καταστροφολογία και τις συναισθηματικές αναλύσεις. Ακούσαμε αυτές τις μέρες σχόλια για τον μοναχικό δρόμο του βέτο και για το αδιέξοδο της κυβέρνησης, αλλά και καταγράψαμε τις επιφυλάξεις κομμάτων ως προς την μέχρι τέλους συνέπεια της γραμμής της εξωτερικής μας πολιτικής. Βεβαίως, δεν ήταν δυνατόν να λείψουν οι λεγόμενες «πατριωτικές» κορώνες και οι σχετικές υπερβολές.

Θεωρώ όμως ότι είναι χρέος, ημών των ειδικών, των πολιτικών, των δημοσιογράφων, που καλούμαστε να πληροφορήσουμε την κοινή γνώμη για την παρούσα κατάσταση με το γειτονικό κράτος των Σκοπίων, να παρουσιάζουμε ψύχραιμες, ρεαλιστικές, νηφάλιες, καλά πληροφορημένες και διορατικές αναλύσεις. Ας δούμε λοιπόν τα πράγματα ως έχουν.

Το βέτο είναι εργαλείο άσκησης πολιτικής, η χρήση του συνιστούσε μέρος της εθνικής μας στρατηγικής και είναι αναφαίρετο δικαίωμά μας. Σαφώς, είναι το τελευταίο καταφύγιο και καλό θα ήταν να είχε βρεθεί μία λύση, πριν φτάσουμε στη χρήση του εντός της Συμμαχίας. Ωστόσο, η προβολή βέτο δεν είναι καταστροφική. Το αντίθετο θα έλεγα. Το κέρδος σ' αυτήν την περίπτωση για τη χώρα μας είναι πολύ μεγαλύτερο του κόστους. Με την άσκηση βέτο δείχνουμε την ισχύ και την πυγμή μας, διαφυλάσσουμε το κύρος μας και ξεκαθαρίζουμε την κόκκινη γραμμή της ατζέντας: σύνθετη ονομασία και καθολική χρήση.

Οι Κασσάνδρες που προβλέπουν απομόνωση της Ελλάδας, κινδύνους για τα εθνικά μας συμφέροντα και αφόρητες πιέσεις οι οποίες τελικά θα μας ανάγκαζαν ή θα μας αναγκάσουν βραχυπρόθεσμα να υποκύψουμε, κατά τη γνώμη μου, θα διαψευσθούν. Πιέσεις σαφώς υπήρξαν και θα υπάρξουν. Δεν σημαίνει, όμως, ότι πρέπει να υποκύψουμε σε αυτές ή ότι δεν μπορούμε να τις αντιμετωπίσουμε.

Η Ελλάδα είναι ισχυρή. Υποστηρίζει τη σταθερότητα διεθνώς, επιδιώκει την μεγιστοποίηση της ασφάλειας όλων, στηρίζει τη γείτονα χώρα στην Ευρωπαϊκής της επιλογή. Έχει αποδείξει ότι η ευρωπαϊκή πορεία των γειτόνων της είναι προτεραιότητά της, καθώς θεωρεί ότι η ενσωμάτωση της περιοχής στους διεθνείς οργανισμούς και θεσμούς είναι μία ωφέλιμη και γι' αυτήν πολιτική.

Αυτό, όμως, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι θα αλλάξουμε την ιεράρχηση των συμφερόντων μας. Η προάσπιση των εθνικών μας συμφερόντων και δικαιωμάτων είναι πρώτη μας προτεραιότητα. Είμαστε, όμως, μία χώρα που σέβεται τους διεθνείς κανόνες, εφαρμόζουμε τις αρχές της καλής γειτονίας και της καλής θέλησης και το ίδιο απαιτούμε και από τους γείτονές μας.

Το βέτο στη Σύνοδο του Βουκουρεστίου μπορεί, από τη μια πλευρά, να εμφανίζεται από κάποιους ως δυσχέρεια ή πηγή μελλοντικών δεινών για την Ελλάδα, από την άλλη, όμως, αποτελεί ένα μέσο πίεσης κατά τις διαπραγματεύσεις μας με τους γείτονες, κατά τις συνομιλίες μας με τους συμμάχους ή, αύριο, με τους εταίρους μας, όταν θα έρθει το θέμα της έναρξης ή μη συζητήσεων για την ένταξη των Σκοπίων στην ΕΕ.

Με την προβολή του βέτο όχι μόνο προσπεράσαμε τη Σύνοδο Κορυφής του Βουκουρεστίου, αλλά και προετοιμάζουμε από πλεονεκτικότερη θέση τον επόμενο γύρο. Κυρίως, όμως, δείχνουμε ότι η Ελλάδα είναι μια σοβαρή και ισχυρή χώρα που μπορεί να σχεδιάζει την πολιτική της και να διασφαλίζει με συνέπεια τα εθνικά της συμφέροντα. Ξέρει να προετοιμάζεται πριν τις διαπραγματεύσεις, διαθέτει συγκριτικά πλεονεκτήματα και γνωρίζει πως να τα αξιοποιεί με ωριμότητα. Επιτέλους, δηλαδή, παρουσιάζει στην εξωτερική της συμπεριφορά πολλά στοιχεία που όλα μαζί συνιστούν αυτό που ονομάζω μία έξυπνη και δυναμική εξωτερική πολιτική.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:00

Προβλέψεις για το 2008

Δημοσιεύτηκε 01-01-2008 Μακεδονία

Θεωρώ ότι κατά το 2008 θα αντιμετωπίσουμε ως κοινωνία και ως κράτος τα ίδια ζητήματα με το 2007, προφανώς επαυξημένα από κάποια θέματα εξωτερικής πολιτικής.

Εντούτοις, είναι καιρός να αντιληφθούμε ότι οι εξελίξεις του διεθνούς γίγνεσθαι δεν περιμένουν. Πρέπει να καταλάβουμε ότι χρειάζονται λιγότερα λόγια και περισσότερη δουλειά, περισσότερη δημιουργία.

Εμείς, οι θεράποντες της εκπαίδευσης, πρέπει να αναλάβουμε τις ευθύνες μας και να μεταλαμπαδεύσουμε στις νέες γενιές την αίσθηση της ευθύνης και της υποταγής τού ατομικού στο κοινωνικό συμφέρον.

Ειδικότερα στην ανώτατη εκπαίδευση, θα πρέπει να δώσουμε έμφαση στην ποιότητα της εκπαιδευτικής διαδικασίας και στην ενίσχυση των ερευνητικών μας προσπαθειών, ώστε να πετύχουμε μία συνολική αναβάθμιση.

Σε ότι αφορά το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, αισιοδοξώ ότι θα δοθεί λύση στο χρόνιο στεγαστικό του πρόβλημα, του οποίου η λύση θα μας επιτρέψει και τις ερευνητικές προσπάθειες να ενισχύσουμε, αλλά και τη διεθνοποίηση των σπουδών να πετύχουμε

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Προς μια νέα Εξωτερική Πολιτική της Κυπριακής Δημοκρατίας


Τέσσερα χρόνια μετά την απόρριψη του σχεδίου Ανάν , η Κύπρος έχει ήδη μπει σε μια νέα εποχή προκλήσεων και ευκαιριών. Διαθέτει ένα νέο Πρόεδρο, ικανό ηγέτη, αξιόπιστο και δυναμικό, που μπορεί να ελίσσεται, να προσαρμόζεται, που ξέρει να διαπραγματεύεται, να επιμένει και να προετοιμάζει το μέλλον. Μετρά τέσσερα σχεδόν χρόνια συμμετοχής στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Συμμετέχει πλέον στη ζώνη του Ευρώ. Όλα τα παραπάνω μαζί με την επιμονή και υπομονή των Κυπρίων για λύση του ζητήματος της εισβολής και κατοχής και η επιθυμία τους να δουν τη Μεγαλόνησο να προκόβει ανοίγουν ένα νέο κύκλο στην παρουσία της Κύπρου στο διεθνές σύστημα.

Η Μεγαλόνησος βγαίνει από το περιθώριο και έρχεται στο προσκήνιο, όχι μόνο γιατί είναι πλέον μέλος της ΕΕ και της Ευρωζώνης, αλλά και γιατί κατέχει μια περίοπτη γεωπολιτικά θέση στη Μεσόγειο σε απόσταση αναπνοής από τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική. Σ' αυτό το πλαίσιο, η εξωτερική της πολιτική θα πρέπει να χαρακτηρίζεται από προσαρμοστικότητα και ευελιξία.. Οι σχέσεις της Κύπρου με τους εταίρους μας στην ΕΕ και η διαπραγματευτική της στάση είναι σημεία κλειδιά για το μέλλον του νησιού.

Η άσκηση εξωτερικής πολιτικής κινείται ανάμεσα στην επιδίωξη του επιθυμητού και του εφικτού. Το εφικτό καθορίζεται τόσο από τη δική μας ισχύ, τις δικές μας διαπραγματευτικές ικανότητες και τις αντίστοιχες των άλλων, όσο και τη διεθνή συγκυρία. Θα πρέπει, λοιπόν, να αξιολογήσουμε τη θέση μας, να αναπτύξουμε τη συνεργασία ανάμεσα στις δύο χώρες και να παίξουμε τα ισχυρά μας χαρτιά, δίνοντας προσοχή σε όλους τους συντελεστές ισχύος. Η Ελλάδα είναι ασφαλής. Η Κύπρος είναι σχετικά ασφαλής. Η Ελλάδα διαθέτει το πλεονέκτημα να είναι μέλος του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε. και διαθέτει το δικαίωμα του βέτο. Η Κύπρος είναι μέλος της ΕΕ και διαθέτει το δικαίωμα του βέτο, επίσης. Ελλάδα και Κύπρος διαθέτουν καλές σχέσεις με τη Δύση και την Ανατολή. Η Ελλάδα αρχίζει να παίζει δυναμικό ρόλο στον ενεργειακό χάρτη της ευρύτερης περιοχής. Η Κύπρος παίζει πάντα ρόλο διπλωματικό, πολιτιστικό και οικονομικό στο χώρο της Μέσης Ανατολής. Μπορεί να αποτελούν μικρά κράτη αλλά διαθέτουν πολλά πλεονεκτήματα και έχουν δυνατότητες να αποκτήσουν ακόμη περισσότερα.

Αρκεί να αντιληφθούμε ότι ένα μικρό κράτος, όπως η Ελλάδα, και ένα πολύ μικρό κράτος, σαν την Κύπρο, πρέπει να έχουν στρατηγική για το μέλλον. Μια στρατηγική μακροπρόθεσμών στόχων, αλλά και ευέλικτη ώστε να ελίσσεται και να διεκδικεί τις ευκαιρίες του παρόντος.

Η Κύπρος είναι απαραίτητο να επιμείνει στον εξευρωπαϊσμό της εξωτερικής της πολιτικής, χωρίς να ξεχνά ότι πρόκειται για μια αμφίδρομη διαδικασία. Επιτυγχάνεται τόσο μέσα από την ενσωμάτωση των πρακτικών και των προτεραιοτήτων της Ένωσης, όσο και μέσα από προώθηση των κυπριακών προτεραιοτήτων στην Ευρωπαϊκή ατζέντα. Επίσης, σημαντικό ρόλο παίζει η εξοικείωση των εθνικών αξιωματούχων με τους Ευρωπαϊκούς θεσμούς και η κοινωνικοποίηση τους μέσα στην Ένωση. Λόγω της γεωγραφικής της θέσης, της πολιτικής και οικονομικής της κατάστασης, η Κύπρος μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο στις σχέσεις της Ένωσης με τους γείτονες της στη Μεσόγειο. Αξιοποιώντας έτσι την ευκαιρία προς όφελος της Ένωσης, αλλά και του νησιού και της ευρύτερης περιοχής.

Η Κύπρος σήμερα μπορεί να διεκδικεί ένα μέλλον με ασφάλεια, στο οποίο θα επέλθει η ανατροπή των συνεπειών της εισβολής και κατοχής, μία λύση, πιθανώς οδυνηρή, αλλά υποφερτή και αξιοπρεπής, που θα είναι δίκαιη για τις επόμενες γενιές και δεν θα καταργεί την Κυπριακή Δημοκρατία. Ένα μέλλον με λύση που θα είναι πραγματικά βιώσιμη και λειτουργική, αφού δεν θα οδηγεί τους πολίτες της Δημοκρατίας σε συγκρούσεις και σε ένα νέο γύρο εφαρμογής του βρετανικού «διαίρει και βασίλευε», πριν στεγνώσουν οι υπογραφές. Η συμμετοχή της στην ΕΕ, η πολιτική και οικονομική αξιοποίηση της γεωγραφικής της θέσης, η εξωστρέφεια και ενεργός συμμετοχή στα διεθνή δρώμενα της δίνουν αυτή την ευκαιρία και πρέπει, χωρίς να ξεχνά, να την εκμεταλλευτεί.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Τετάρτη, 08 Σεπτέμβριος 2010 07:59

H Ελληνική διπλωματία μετά το βέτο

H Ελληνική διπλωματία μετά το βέτο,

 

http://www.makthes.gr/news/opinions/15363/

 

Όσα συνέβησαν στο Βουκουρέστι αποτελούν, κατά την άποψή μου, επιτυχία για την ελληνική διπλωματία. Δείξαμε την ισχύ και τη συνέπειά μας και ξεκαθαρίσαμε την κόκκινη γραμμή της ατζέντας: μη λύση σημαίνει μη πρόσκληση, ενώ λύση σημαίνει αποδεκτή σε εμάς σύνθετη ονομασία και, βεβαίως, καθολική χρήση της.

 Τώρα χρειαζόμαστε μία δραστήρια και έξυπνη πολιτική, για να στηρίξουμε τη στρατηγική μας. Η πολιτική αυτή συνίσταται στην ορθή αποτίμηση των αποτελεσμάτων της μέχρι σήμερα στάσης μας, τη συνεχή εγρήγορση για τη διαπραγμάτευση σύμφωνα με τους στόχους μας, και την τοποθέτηση των Βαλκανίων στο επίκεντρο της εξωτερικής μας πολιτικής.

 Υπό αυτό το πρίσμα, το βέτο στη σύνοδο του Βουκουρεστίου συνιστά πλέον και ένα μέσο πίεσης στις διαπραγματεύσεις μας με τους γείτονες, αλλά και στις συνομιλίες μας με τους συμμάχους ή, σύντομα, με τους εταίρους μας στην Ε.Ε. Με την επιμονή μας, έστω στη συμβιβαστική λύση της σύνθετης ονομασίας, δείξαμε προς όλες τις πλευρές ότι και την επίλυση του ζητήματος επιθυμούμε και καλή θέληση έχουμε, και τη σημασία τής ένταξης του συνόλου της περιοχής μας στην ευρωατλαντική αρχιτεκτονική αντιλαμβανόμαστε. Μια τέτοια στρατηγική ήταν δύσκολο να αποτύχει.

 Η διαδικασία των διαπραγματεύσεων που ακολουθεί είναι ουσιαστική και μπορεί να αποδειχτεί μακρά και επίπονη. Δεν προσφέρεται για πολιτική εκμετάλλευση και εσωτερική κατανάλωση. Ούτε θα πρέπει απλώς να συνδέεται με εξωτερικούς παράγοντες. Θα πρέπει να την προσεγγίσουμε με σοβαρότητα και ρεαλισμό. Από την πλευρά μας, διανύσαμε το μισό δρόμο προς το συμβιβασμό. Έχουμε αρχίσει να προβάλλουμε ορθώς τα επιχειρήματα και τις αντιρρήσεις μας, μιλώντας με μια ενιαία γλώσσα στο εσωτερικό και το εξωτερικό. Η σύμπνοια του πολιτικού προσωπικού και η σοβαρότητά του είναι ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματά μας στη διαπραγμάτευση. Θα πρέπει συνεχώς να αποτιμούμε τις συγκυρίες, να αποφύγουμε παγίδες και αποσταθεροποιητικούς για τις διαπραγματεύσεις παράγοντες, να οικοδομήσουμε και πάλι σχέσεις εμπιστοσύνης με όσο περισσότερους συμμάχους και να απαιτήσουμε αμοιβαιότητα από τους γείτονές μας.

 Η Ελλάδα έχει αναδειχθεί ως μία ήπια δύναμη στα Βαλκάνια. Υποστηρίζει τη σταθερότητα. Στηρίζει τα γειτονικά κράτη μέσα από κυβερνητικές πρωτοβουλίες, δραστηριότητές της κοινωνίας πολιτών, αλλά και μέσω των επενδύσεων του ιδιωτικού τομέα. Έχει αποδείξει ότι η ευρωπαϊκή πορεία των γειτόνων της και η ενσωμάτωση της περιοχής στους διεθνείς οργανισμούς και θεσμούς είναι προτεραιότητα και είναι προς όφελος όλων. Η ενίσχυση των διμερών σχέσεων και η συνεργασία για την εξασφάλιση της σταθερότητας, της οικονομικής ανάπτυξης και του πολιτικού εκσυγχρονισμού στα Βαλκάνια αποτελεί τον υπϋ αριθμόν ένα στόχο.

 Ό,τι συνέβη στο Βουκουρέστι, εγγράφει μια νέα σελίδα στην ελληνική εξωτερική πολιτική, στο ζήτημα της ονομασίας των Σκοπίων, στις σχέσεις μας με τους συμμάχους. Από εδώ και πέρα χρειάζεται σημαντική ενέργεια, ευρηματικότητα, επιμονή και ψυχραιμία, για να ακολουθήσουμε την έξυπνη και δυναμική πολιτική που χαράξαμε.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Τετάρτη, 08 Σεπτέμβριος 2010 07:48

Η Άλλη Όψη: Υπάρχει και άλλη Ενωση

Η Αλλη Οψη: Υπάρχει και άλλη Ενωση

Του Ηλια Κουσκουβελη
Οικονομική Καθημερινή, 10.02.2008, σ. 6.

Από την αρχή του 2007, η Ελλάδα δεν είναι η μόνη βαλκανική χώρα της Ευρωπαϊκής Ενωσης (Ε.Ε.). Πλαισιώνεται από τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία. Μαζί συνιστούν μια σημαντική και χωρίς προηγούμενο Ενωσιακή παρουσία στην περιοχή, η δυναμική της οποίας άρχισε να καταγράφεται μετά την πρόσφατη πρωτοβουλία της Ελληνίδας υπουργού των Εξωτερικών για τη συνάντηση με τους ομολόγους της των δύο χωρών στην Αθήνα.

Μετά, λοιπόν, ένα χρόνο, η ένταξη των δύο βαλκανικών κρατών στην Ε.Ε. χρήζει αποτίμησης, τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο. Αυτή η πολύ σημαντική εξέλιξη πρέπει να αξιοποιηθεί τόσο για τη μεγιστοποίηση της σταθερότητας και της ανάπτυξης στην ευρύτερη περιοχή, όσο και για την προώθηση των συμφερόντων μας, σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η τελευταία διεύρυνση επεκτείνει τα σύνορα της Ε.Ε., δημιουργώντας τις συνθήκες για μια ακόμη πιο διευρυμένη ζώνη ειρήνης και ευημερίας. Συγχρόνως, όμως, επιδεινώνει τα θεσμικά αδιέξοδα της Ενωσης και επιβαρύνει τον προϋπολογισμό της, πλήττοντας κυρίως τα μικρότερα κράτη. Οι πόροι για την Ελλάδα θα είναι σαφώς λιγότεροι, ενώ και η επιρροή μας σε μια Ευρωπαική Ενωση των 27 θα είναι επίσης μικρότερη.

Ενα χρόνο μετά, θα πρέπει όλοι να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν είμαστε πλέον το μόνο κράτος-μέλος της Ε.Ε. στα Βαλκάνια. Δεν είμαστε μόνοι μας στη γειτονιά μας. Τούτο συνεπάγεται κάποιον ανταγωνισμό, αλλά, κυρίως, ευκαιρίες. Κατ' αρχάς θα πρέπει να υπάρξει στροφή στη σκέψη μας: να καταλάβουμε ότι μπορούμε να μιλάμε όχι απλώς για Νοτιοανατολική Ευρώπη, αλλά για Νοτιοανατολική Ευρωπαϊκή Ενωση! Εν συνεχεία, θα πρέπει να καλύψουμε το χαμένο έδαφος εκμεταλλευόμενοι τις ευκαιρίες που προσφέρονται.

Η ένταξη των δύο κρατών στην Ε.Ε. θα πρέπει συνολικά να αποτιμηθεί θετικά. Η χώρα μας, όπως έχει επανειλημμένως ειπωθεί, αποκτά χερσαία σύνορα με την Ε.Ε. και τούτο προσφέρει ένα αίσθημα ασφάλειας για τον τομέα των μεταφορών. Αίσθημα ασφάλειας δημιουργείται και για τις ελληνικές επενδύσεις στις δύο χώρες - οι οποίες, ως γνωστόν, είναι μεγάλες...

Επίσης, η ελευθερία εγκατάστασης φυσικών και νομικών προσώπων καθώς και η ελεύθερη διακίνηση ανθρώπων δημιουργούν νέες συνθήκες στη βαλκανική αγορά.

Τέλος, η ένταξη της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας θα συμβάλλει σημαντικά στην ενίσχυση και την αποτελεσματικότερη συνεργασία σε σημαντικά θέματα «χαμηλής» πολιτικής, όπως η καταπολέμηση του εγκλήματος, η μετανάστευση, το περιβάλλον, η ενέργεια, οι μεταφορές, κ.ά., που είναι άμεσα συνδεδεμένα με την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη. Συνεπώς, η συνεργασία μας με τις άλλες δύο Ευρωπαίες των Βαλκανίων θα πρέπει να αποτελέσει άμεση προτεραιότητα.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Σελίδα 2 από 2
You are here Προβολή άρθρων ανα tag: foreign policy