Friday, Apr 26th

Last update12:36:22 PM GMT

Προβολή άρθρων ανα tag: Ηλίας Κουσκουβέλης

Σήμερα αργά το απόγευμα πέτυχα να συνδεθώ διαδικτυακά και να παρακολουθήσω εξ ολοκλήρου δύο πολύ καλές αγορεύσεις νομικών της χώρας μας.

Ο W. Michael Reisman, Καθηγητής στη Νομική Σχολή του Yale, ανέπτυξε ένα κύριο ζήτημα, καθαρά δικονομικό, το αν δηλαδή το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης έχει την αρμοδιότητα να δικάσει και να αποφασίσει για τη συγκεκριμένη διαφορά, δηλαδή την κατά τους Σκοπιανούς παραβίαση της Ενδιάμεσης Συμφωνίας με την παρεμπόδιση των Σκοπιανών να ενταχθούν στο ΝΑΤΟ.  

Σύμφωνα με τον δικηγόρο της χώρας μας όλα τα θέματα που προέκυψαν ανάγονται στο όνομα και γι’ αυτό το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να επιληφθεί της υπόθεσης.  Επιπλέον, απέρριψε με νομικά επιχειρήματα την άποψη που ανέπτυξαν τα Σκόπια ότι η απόφαση 817 του Συμβουλίου Ασφαλείας του 1993 δεν είναι δεσμευτική για τα Σκόπια.  

Ο Καθηγητής υπογράμμισε ότι η υποχρέωση των Σκοπίων με βάση τις αποφάσεις ένταξης στον ΟΗΕ και την Ενδιάμεση Συμφωνία είναι η χρήση του προσωρινού ονόματος μέχρι τη συμφωνία μεταξύ των δύο πλευρών και, κυρίως, να διαπραγματευτούν για το όνομα με καλή πίστη.  Και αυτό, χρησιμοποιώντας δηλώσεις Σκοπιανών ηγετών, συμπεριλαμβανομένου και του Τσερβένκοφσκι, ο Reisman απέδειξε ότι τα Σκόπια δεν το έπραξαν.

Τελευταίος για σήμερα το απόγευμα αγόρευσε ο Γάλλος Alain Pellet (Αλαίν Πελέ), Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Paris Ouest, Nanterre/La Défense, ο οποίος λόγω χρόνου δεν ολοκλήρωσε την τοποθέτησή του.  Έθεσε και αυτός θέμα αρμοδιότητας του Δικαστηρίου, στη βάση του επιχειρήματος, ότι το Δικαστήριο υπεισέρχεται σε ένα κατ’εξοχήν πολιτικό ζήτημα.  Συγκεκριμένα, υποστήριξε πως αν το Δικαστήριο αποφασίσει για το αν τα Σκόπια έπρεπε ή δεν έπρεπε να εμποδιστούν να ενταχθούν στο ΝΑΤΟ, τότε αυτό θα σήμαινε ότι: πρώτον, το Δικαστήριο θα παρενέβαινε σε μία καθαρά πολιτική διαδικασία και, δεύτερον, το Δικαστήριο θα υποκαθιστούσε το ΝΑΤΟ, δηλαδή τον φορέα που αποφασίζει για το αν και ποια χώρα θα ενταχθεί.

Ο Αλαίν Πελέ επίσης απέδειξε, χρησιμοποιώντας δηλώσεις διπλωματών (μάλιστα φιλικά προσκειμένων κατά τη Σύνοδο του Βουκουρεστίου στα Σκόπια, όπως του πρεσβευτή της Τσεχίας) ότι η μη ένταξη των Σκοπίων ήταν απόφαση του ΝΑΤΟ και δεν έγινε ποτέ ψηφοφορία για την ένταξη των Σκοπίων, ώστε να μπορεί οποιοσδήποτε να επιχειρηματολογήσει ότι αποδεδειγμένα κάποια χώρα ήταν αντίθετη στην ένταξη των Σκοπίων.  Η απόφαση ήταν του ΝΑΤΟ και γι αυτό αν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη διαφορά επί του θέματος, τότε αυτή θα έπρεπε να είναι μεταξύ των Σκοπίων και του ΝΑΤΟ και όχι με την Ελλάδα.


Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Πέμπτη, 17 Μάρτιος 2011 11:13

Η Ελλάδα σε πυρηνικό κλοιό...!

Μετά τα πυρηνικά ατυχήματα στην Ιαπωνία, «ξυπνήσαμε» και στην Ελλάδα, συνειδητοποιώντας ότι περιβαλλόμαστε από χώρες που επιδίδονται στη χρήση πυρηνικής ενέργειας ή σε προσπάθειες απόκτησης πυρηνικών όπλων.  Και, ως εκ θαύματος, ήρθαν και πάλι στην επιφάνεια της επικαιρότητας τα σχέδια της Τουρκίας να κατασκευάσει πυρηνικό εργοστάσιο στο Ακούγιου, πάνω σε σεισμικό ρήγμα και απέναντι από την Κύπρο.  Όμως το σχέδιο για το Ακούγιου υπάρχει προ του 2000, όπως και οι προσπάθειες της Άγκυρας για πυρηνικά όπλα.  Άλλωστε και το κόμμα του Ερντογάν, το AKP, στο κυβερνητικό του πρόγραμμα, πριν έρθει για πρώτη φορά στην εξουσία, αναφερόταν στη χρήση πυρηνικής ενέργειας.

Tα σχέδια της Άγκυρας με οδήγησαν, το 2000, στη συγγραφή και έκδοση του βιβλίου Αποτροπή και Πυρηνική Στρατηγική στον Ψυχρό Πόλεμο.

Επιλέγω τρεις παραγράφους από την εισαγωγή του βιβλίου:

“Τα πυρηνικά οπλικά συστήματα δεν έπαψαν όμως να υπάρχουν και να διαδίδονται.  Οι πυρηνικές δοκιμές χωρών όπως η Ινδία και το Πακιστάν - απόρροια της οριζόντιας πυρηνικής διασποράς - ήρθαν να μας θυμίσουν το 1998 και το 1999 ότι τα πυρηνικά παραμένουν ένας σημαντικός συντελεστής ισχύος στη διεθνή σκακιέρα, ότι ο αριθμός των κατεχόντων ή των εν δυνάμει κατεχόντων πυρηνικά αυξάνεται και, συνεπώς, ότι το πρόβλημα των πυρηνικών και της διάδοσής τους θα έπρεπε να εξετασθεί πολιτικά και επιστημονικά κάτω από ένα νέο πρίσμα, στα πλαίσια, δηλαδή, του μονοπολικού συστήματος και των σχέσεων όχι πλέον μόνον των υπερδυνάμεων, αλλά και των περιφερειακών και συχνά γειτονικών δυνάμεων”.

……..

“… ύστατος αλλά ίσως και πλέον σημαντικός λόγος, είναι ότι στην Ελλάδα θα πρέπει να αρχίσουμε να σκεπτόμαστε συστηματικά σε επίπεδο πυρηνικής στρατηγικής για την περίπτωση που η γείτων χώρα - της οποίας το ενδιαφέρον είναι και δεδομένο και γνωστό -  αποκτήσει πυρηνικά όπλα.  …”

……..

“… παρά το ότι η Ελλάδα δεν είναι πυρηνική δύναμη και το πιθανότερο είναι ότι δεν σκέφτεται να γίνει (κάτι που φυσικά στα πλαίσια μίας σχέσης δράσης-αντίδρασης εξαρτάται από τις κινήσεις της Τουρκίας), στόχος από τη μελέτη της αποτρεπτικής πυρηνικής στρατηγικής είναι να γίνουν κάποιες αρχές των διεθνών σχέσεων κατανοητές και να βρουν εφαρμογή στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.  Αυτές βέβαια, όπως επανειλημμένα έχει τονισθεί, είναι γνωστές από την εποχή του Θουκυδίδη: η ισχύς αντιμετωπίζεται ή αποτρέπεται με ισχύ και συμφωνίες γίνονται μόνο στη βάση ισορροπίας της ισχύος.  Όμως, ίσως να είναι χρήσιμο για τους νεοέλληνες, ειδικά για εκείνους με την εξωελληνική νοοτροπία, να μελετήσουν την κατά γράμμα εφαρμογή των θεμελιωδών αυτών αρχών των διακρατικών σχέσεων στη στρατηγική των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ.  Σε κάθε περίπτωση, η μελέτη τής αποτρεπτικής πυρηνικής στρατηγικής θα οδηγήσει στον περιορισμό τού φαινομένου της υποτίμησης των ελληνικών δυνατοτήτων, το οποίο οφείλεται, κατά τους Ήφαιστο και Πλατιά, στην "άγνοια και την ημιμάθεια των μηχανισμών και των λειτουργιών του φαινομένου της αποτροπής και την έλλειψη περιβάλλοντος γνώσης γύρω από το θέμα αυτό"”.
Τέλος, μιλώντας για την πυρηνική αποτροπή θα πρέπει να έχουμε πάντα κατά νου τα λόγια Γλαύκωνα, που παραθέτω και στο προοίμιο του βιβλίου μου, έτσι, όπως διατυπώνονται στην Πολιτεία του Πλάτωνα: “τὸ μὲν ἀδικεῖν ἀγαθόν, τὸ δὲ ἀδικεῖσθαι κακόν”, δηλαδή “Είναι καλό πράγμα να αδικεί κανείς, αλλά κακό να αδικείται”. Οι κάτοχοι πυρηνικών όπλων δηλοποιούν ότι θα “αδικήσουν” τον αντίπαλό τους. Καθένας, όμως, θεωρεί μέγιστό κακό να “αδικηθεί”, να δεχθεί δηλαδή ένα πυρηνικό πλήγμα... Τούτο, όμως, δεν μπορεί να συμβεί μεταξύ αντιπάλων κατόχων πυρηνικών όπλων, καθώς και οι δύο κινδυνεύουν ταυτόχρονα και να “αδικήσουν” και να “αδικηθούν”. Η ταυτόχρονη ύπαρξη των δύο ενδεχομένων οδηγεί στην αδυναμία να πληγεί ο αντίπαλος, χωρίς να υποστεί πλήγμα ο επιτιθέμενος, οδηγεί, δηλαδή, στην αυτοσυγκράτηση και στη συνύπαρξη. Κατά τον Γλαύκωνα: “τοῖς μὴ δυναμένοις τὸ μὲν (ἀδικεῖσθαι) ἐκφεύγειν τὸ δὲ (ἀδικεῖν) αἱρεῖν δοκεῖ λυσιτελεῖν συνθέσθαι ἀλλήλοις μήτ’ ἀδικεῖν μήτ’ ἀδικεῖσθαι”. Δηλαδή εκείνοι που κατάλαβαν “ότι δεν μπορούν να αποφεύγουν τις αδικίες των άλλων, ούτε και οι ίδιοι να αδικούν κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι είναι συμφερότερο να συμφωνήσουν μεταξύ τους μήτε να αδικούν μήτε να αδικούνται”.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Σάββατο, 26 Φεβρουάριος 2011 12:40

Σχέσεις Ελλάδας & Αρμενίας

Συνέντευξη στην Αρμενική εφημερίδα ΑΖΑΤ ΟΡ,  24 Φεβρουαρίου 2011

 

Κε καθηγητά, σε μια περίοδο κατά την οποία επιτείνονται τα πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα της χώρας, προφανώς απαιτείται επαναπροσδιορισμός του ρόλου της εκπαίδευσης των νέων. Ποιές είναι οι προϋποθέσεις για μια σωστή εκπαίδευση που να ανταποκρίνεται στις προκλήσεις της σύγχρονης εποχής στην Ελλάδα;

Η άποψή μου είναι κλασσική.  Η εκπαίδευση ξεκινά από το δημοτικό και, περισσότερο ως πολίτης και ως πατέρας, θεωρώ ότι τα παιδιά χρειάζεται να μάθουν καλά δύο βασικά πράγματα: γράμματα και αριθμούς∙ όλα τα άλλα θα έρθουν μόνα τους.  Επιπλέον, στον τομέα της παιδείας, χρειάζεται να τους εμφυσήσουμε επίσης δύο πράγματα: τη συνείδηση ότι τα δικαιώματα στηρίζονται και πηγαίνουν μαζί με υποχρεώσεις, και την πίστη ότι υπηρετώντας το σύνολο, υπηρετούμε τον εαυτό μας.  Τέλος, χρειάζεται να επαναλάβουμε και να διδάξουμε με το παράδειγμά μας την κλασσική αλήθεια, ότι τα αγαθά κόποις κτώνται. 

 

Για την κρίση που αντιμετωπίζει η ελληνική κοινωνία θεωρούμε, ως επί το πλείστον, υπεύθυνες τις εκάστοτε κυβερνήσεις. Πέραν της γενικής δυσαρέσκειας που έχει καταλάβει όλους τους πολίτες της χώρας για την παρούσα κατάσταση, οι απόψεις που διατυπώνονται ως προς τα αίτια της κρίσης, καθώς και οι προτεινόμενες λύσεις για έξοδο από αυτήν, ποικίλλουν δραματικά. Έτσι, άλλοι μιλούν για λανθασμένες πολιτικές επιλογές, άλλοι για έλλειψη αποφασιστικότητας, άλλοι για έλλειψη κοιινωνικής ευαισθησίας, και ούτω καθ'εξής. Θα μας ενδιέφερε να γνωρίζουμε, πως αξιολογείτε εσείς την παρούσα κατάσταση; 

Ασφαλώς και υπάρχει πολιτική ευθύνη των ανθρώπων που τιμήθηκαν και εξελέγησαν να κυβερνήσουν.  Όμως εξελέγησαν από κάποιους και κλήθηκαν να υπηρετήσουν ή και να ευχαριστήσουν αυτούς που τους εξέλεξαν.  Εξ αυτού, η ευθύνη διαχέεται και προς τους πολίτες.  Θεωρώ ότι είναι άδικο και ζημιώνει το πολιτικό σύστημα και τη δημοκρατία - δηλαδή, το κλαδί που πάνω του όλοι καθόμαστε - να ισχυριζόμαστε ότι φταίνε μόνο οι πολιτικοί ή το πολιτικό σύστημα.  Σε μία δημοκρατία υπεύθυνων πολιτών, όλοι πρέπει να κάνουμε την αυτοκριτική μας και να αποδεχόμαστε το μερίδιο των ευθυνών που μας αναλογεί, φυσικά σε άλλους πολύ περισσότερο και σε άλλους πολύ λιγότερο.  Διαφορετικά ισοπεδώνουμε και μηδενίζουμε τα πάντα. 


Ας έρθουμε σε ειδικότερα θέματα που αφορούν την Ελλάδα και την Αρμενία. Ως καθηγητής διεθνών σχέσεων, ποιά θεωρείτε πως είναι τα κυρίαρχα στοιχεία για τη βελτίωση και περαιτέρω ανάπτυξη της καλής συνεργασίας μεταξύ των δυο χωρών;

Νομίζω ότι δεν χρειάζεται να είναι κανείς καθηγητής Διεθνών Σχέσεων για να γνωρίζει τις ισχυρότατες σχέσεις μεταξύ των δύο λαών που για πολύ μεγάλο διάστημα είχαν ουσιαστικά ενωθεί και που η ιστορία χώρισε σε δύο διαφορετικές γωνιές της περιοχής μας.  Επίσης χρειάζεται κοινός νους για να αντιληφθεί κανείς τα κοινά συμφέροντα.  Άρα, οι προϋποθέσεις υπάρχουν.  Εκείνο το οποίο απαιτείται - και αυτό υποστηρίζω σταθερά ως Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων - είναι να χαραχθεί, με σοβαρότητα και με πίστη στην κοινή στόχευση, μία στρατηγική για το μέλλον.  Χωρίς κοινή στρατηγική και χωρίς πίστη στην εφαρμογή της τα πράγματα θα μείνουν ως έχουν.  Αν μείνουν ως έχουν όχι μόνο οι δύο πλευρές δεν θα ωφεληθούν, αλλά, μεσοπρόθεσμα, καθώς άλλοι θα προχωρούν, θα καταγράψουν τις αρνητικές συνέπειες της αδράνειάς τους.

 

Τι προοπτικές ανάπτυξης συνεργασίας υπάρχουν μεταξύ των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων των χωρών (στην προκειμένη περίπτωση ιδιαίτερα μεταξύ Ελλάδας και Αρμενίας) και πού εξυπηρετεί η θέσπιση κοινών προγραμμάτων ή ανταλλαγής των φοιτητών;

Ασφαλώς οι δυνατότητες είναι μεγάλες και, μάλλον, ανεξερεύνητες.  Αναφερόμενος μόνο στο δικό μου κλάδο, θεωρώ ότι έχουμε τεχνογνωσία στον τομέα της επιστήμης των Διεθνών Σχέσεων και των Ευρωπαϊκών σπουδών.  Αντιστοίχως, από την πλευρά της Αρμενίας έχουμε να μάθουμε πολλά για τον Καύκασο, τη Ρωσία, την Κεντρική Ασία.  Όμως, πέρα από τη γνώση, η ανταλλαγή φοιτητών συμβάλλει στο να γνωριστούν καλύτερα οι νέοι, να καταγράψουν τα κοινά του παρελθόντος και να αντιληφθούν την πρόκληση των κοινών συμφερόντων και ευκαιριών του μέλλοντος. 

 

Η Ελλάδα και η Αρμενία έχουν υπoγράψει αρκετά μνημόνια συνεργασίας σε πολλούς τομείς. Τι είδους συνεργασία και σε ποιούς τομείς ειδικότερα θα προτείνατε εσείς για το μέλλον;

Εγώ δεν έχω να προτείνω περαιτέρω συμφωνίες, όχι γιατί δεν θα μπορούσαν να γίνουν και άλλες.  Πιστεύω όμως ότι πρώτα πρέπει να ενεργοποιηθούν οι υφιστάμενες και να αποδώσουν καρπούς.  Να δώσω ένα παράδειγμα. Κάθε Ελληνικό πανεπιστήμιο έχει υπογράψει δεκάδες συμφωνίες συνεργασίας με πανεπιστήμια απανταχού της γης∙ από αυτές ελάχιστες είναι ενεργές και χρήσιμες.  Θα ήθελα όμως να προσθέσω ότι για την ενεργοποίηση αυτών των συμφωνιών τεράστιο ρόλο παίζουν οι πολίτες των δύο χωρών και, εν προκειμένω, τεράστιο ρόλο μπορούν να παίξουν και οι Αρμενικής καταγωγής Έλληνες.  Επιτρέψτε μου ακόμη ένα παράδειγμα ή πρόταση: δεν θα ήταν καλό να οργανώνονται εκδηλώσεις, ομιλίες, ημερίδες, στα Πανεπιστήμια ώστε οι νέοι μας να γνωρίσουν περισσότερα για την Αρμενία; 


Όπως γνωρίζετε η Τουρκία κρατά κλειστά τα σύνορά της με την Αρμενία, ενώ συγχρόνως προσπαθεί να επιδείξει δυναμική και ηγεμονική παρουσία στην ευρύτερη περιοχή. Ομοίως συνεχίζει την κατοχή της Βόρειας Κύπρου και παραβιάζει συνεχώς τον εναέριο χώρο της Ελλάδας. Ενώ δείχνει πως θέλει να αναβαθμίσει τις σχέσεις της με τα γειτονικά κράτη, παρ' όλα αυτά, δεν οπισθοχωρεί ούτε χιλιοστό από τις θέσεις της. Πως συνάδουν όλα αυτά;

Αυτά, όπως ευλόγως υπονοείτε, δεν συνάδουν με μία πολιτική καλής γειτονίας.  Η πολιτική της Τουρκίας, όπως ο ίδιος ο Νταβούτογλου την έχει ονομάσει και επιχειρεί να εφαρμόσει, είναι μία πολιτική «μηδενικών προβλημάτων» με τους γείτονες.  Και τούτο με στόχο να κερδίσει χρόνο, να πετύχει την εσωτερική ενδυνάμωση και, όπως εύστοχα παρατηρείτε, να συμπεριφερθεί εν συνεχεία ως ο ηγεμόνας της περιοχής.  Όμως στην προσπάθεια αυτή, των «μηδενικών προβλημάτων» και της αναζήτησης νέων οριζόντων στην Ανατολή, η Τουρκία αφενός δεν κάνει υποχωρήσεις (Γιατί να ανοίξει τα σύνορα με την Αρμενία; Γιατί να τερματίσει την κατοχή στην Κύπρο;) και εκτίθεται αποκαλύπτοντας τις στοχεύσεις της, αφετέρου ενοχλεί άλλους, σημαντικούς παίκτες του διεθνούς συστήματος.  Γι αυτό, όπως έχω προσφάτως επιχειρηματολογήσει, θεωρώ ότι η Τουρκία βραχυπρόθεσμα θα καταγράψει αποτυχίες.Ήδη οι σχέσεις της με το Ιράν και τη Συρία και οι ανακολουθίες της απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν τρώσει την αξιοπιστία της στη Δύση, ενώ οι τριβές της με το Ισραήλ έχουν ήδη ζημιώσει τα στρατηγικά της συμφέροντα∙ εκτιμώ δε πως σύντομα θα ζημιώσουν και τα οικονομικά της.  
Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Κυριακή, 30 Ιανουάριος 2011 16:10

Εξωτερική πολιτική και κρίση

την Παρασκευή 28 Ιανουρίου

 

Σε πείσμα της εσωστρέφειας που δημιούργησε η οικονομική κρίση, τα θέματα της εξωτερικής μας πολιτικής συνεχίζουν να αυξάνονται και να επιζητούν αντιμετώπιση. Φαίνεται δε ότι, όπως δεν υπάρχει στρατηγική εξόδου από την κρίση, έτσι δεν υπάρχει και στρατηγική στην εξωτερική μας πολιτική. Χειρότερα, η εξωτερική μας πολιτική πιθανώς θυσιάζεται στο βωμό της κρίσης, ενώ αντίθετα θα μπορούσε με έξυπνες κινήσεις, όπως με την οριοθέτηση της ελληνικής ΑΟΖ, να μετατραπεί σε εργαλείο αντιμετώπισής της. Βεβαίως υπήρξαν συναντήσεις με τα Σκόπια, την Τουρκία, αλλά και το Ισραήλ. Ομως ο πολίτης δεν μπορεί να διακρίνει ποιοι είναι οι στόχοι της πολιτικής μας. Και τούτο διότι είτε αυτοί δεν έχουν δημοσιοποιηθεί, οπότε υπάρχει μυστική διπλωματία, είτε, χειρότερα, δεν υπάρχουν. Ετσι, σημαντικά ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα. Ποια είναι η κεντρική στόχευσή μας απέναντι στην Τουρκία; Είναι πολιτική επίλυσης διαφορών από θέση ίσης ισχύος, είναι πολιτική σύμπλευσης ή είναι πολιτική κατευνασμού; Ποια είναι η επιδίωξή μας και η τακτική μας στο νέο γύρο διαπραγματεύσεων για το όνομα της Μακεδονίας; Θα στηρίξουμε πραγματικά τις προσπάθειες που από βελτιωμένη πλέον θέση κάνει η Κύπρος, ώστε να λήξει η εισβολή και κατοχή; Εύλογα κάποιος θα αντέτεινε ότι όταν χρωστάς δεν μπορείς να κάνεις εξωτερική πολιτική.

ΛΑΘΟΣ. Πρώτον, διότι δεν χρωστάμε στην Τουρκία, τα Σκόπια ή σε οποιονδήποτε γείτονά μας.  Δεύτερον, διότι διαθέτουμε άλλα συγκριτικά πλεονεκτήματα απέναντί τους. Τρίτον, διότι, ακόμη και σε περίοδο ισχνών αγελάδων, η εξωτερική πολιτική είναι θέμα προτεραιοτήτων, στρατηγικής και αποφασιστικότητας. Είναι θέμα πολιτικών επιλογών. Η Κύπρος μάς διδάσκει το πώς ένα μικρό κράτος, υπό την απειλή του εισβολέα, αξιολόγησε την αναδυόμενη ενεργειακή κατάσταση της περιοχής και προχώρησε αποφασιστικά. Ισως δε οι κινήσεις της άρχισαν να αποδίδουν, κρίνοντας από την επίσκεψη Μέρκελ και τις δηλώσεις της για το Κυπριακό. Εμείς φαίνεται πως δεν έχουμε καν αξιολογήσει την κατάσταση.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Οι Αλλαγές μετά τη Συμφωνία Κύπρου-Ισραήλ


Συνέντευξη στην Εφημερίδα ο Φιλελεύθερος
Δημοσιεύτηκε στις 17 Ιανουαρίου του 2011. (ερωτήσεις: Κώστας Βενιζέλος) 


Η πρόσφατη συμφωνία Κύπρου-Ισραήλ για καθορισμό της ΑΟΖ μεταξύ των δυο χωρών ανατρέπει το σκηνικό στην περιοχή μας;

Είναι νωρίς ακόμη για να κρίνει κανείς.  Οι αλλαγές στη συμπεριφορά των κρατών χρειάζονται χρόνο για να αποκρυσταλλωθούν.  Όπως πάντα λέω και γράφω, ο χρόνος στη ζωή των κρατών είναι διαφορετικός, πολύ πιο αργός από το χρόνο στη ζωή των ανθρώπων.  Ασφαλώς, σε συνδυασμό και με τα ορατά ανοίγματα του Ισραήλ προς την Ελλάδα, η συμφωνία θέτει σοβαρές βάσεις για αλλαγή κλίματος.  Όχι όμως, επί του παρόντος, και για αλλαγή ισορροπιών ισχύος, δεδομένου ότι αυτές προσδιορίζονται κυρίως από συντελεστές στρατιωτικής φύσης και επικαθορίζονται από την ευρύτερη, συστημική ισορροπία.  Σημασία, δηλαδή, έχει και το προς τα πού θα γείρουν και οι μεγάλες δυνάμεις, οι οποίες τη στιγμή αυτή, όντως γέρνουν προς την πλευρά του Ισραήλ και όχι της Τουρκίας.

 

Εκτιμάτε ότι μπορεί Ελλάδα και Κύπρος σε συνεργασία με το Ισραήλ να διαδραματίσουν κάποιο ρόλο στην περιοχή μας; Τουλάχιστον να αξιοποιήσουν τη γεωστρατηγική τους θέση;

Ας μην ξεχνάμε ότι τα κράτη ανταγωνίζονται στο διεθνές σύστημα για απόλυτα και σχετικά οφέλη.  Για το Ισραήλ, Κύπρο και Ελλάδα οι ενεργειακές πηγές συνιστούν καταρχάς απόλυτα οφέλη.  Η άμεση ή έμμεση συμμετοχή τρίτων στα οφέλη ή υποβάθμιση ανταγωνιστών των τριών κρατών συνιστούν έμμεσα οφέλη.  Ασφαλώς, λοιπόν, και μπορούν να αξιοποιήσουν τη στρατηγική τους θέση, παρέχοντας νέες ενεργειακές πηγές και οδούς και εμπλέκοντας υπέρ τους τρίτα κράτη που ενδιαφέρονται για ενεργειακή ασφάλεια.  Σε αντίθεση με το Ισραήλ, που διαθέτει μία αξιοσέβαστη στρατιωτική μηχανή και είναι πιο κοντά στο Ιράκ, το Ιράν και την Κεντρική Ασία, η Ελλάδα και η Κύπρος μπορούν, υπό προϋποθέσεις που ίσως μπορούν πλέον να θέσουν, να παίξουν το ρόλο της ασφαλούς διόδου προς τις περιοχές ενδιαφέροντος, παρέχοντας μία εναλλακτική οδό σε σχέση με αυτήν της Τουρκίας.  Όμως, την οδό αυτή θα θέλουν και άλλοι να προστατέψουν, γεγονός που θα μπορούσε να προκαλέσει και άλλα οφέλη.  Επιπλέον, λόγω των παραπάνω, Κύπρος και Ελλάδα μπορούν να αξιοποιήσουν καλύτερα το πολιτικό κεφάλαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή, κυρίως για την Κύπρο, το επιχειρηματικό πλεονέκτημά τους.  Η επίσκεψη της καγκελαρίου Μέρκελ στην Κύπρο (10.01.2011), ίσως να συνιστά ένα πρώτο δείγμα.

 

Η οικονομική κρίση στην Ελλάδα, πόσο επηρεάζει αυτούς τους σχεδιασμούς;

Η οικονομική κρίση στην Ελλάδα ασφαλώς και επηρεάζει και το δίδυμο Ελλάδας – Κύπρου.  Όμως και σε περίοδο ισχνών αγελάδων είναι θέμα προτεραιοτήτων, σε ποιον τομέα, δηλαδή, θα επιλέξεις να μειώσεις δαπάνες.  Η στάση, δηλαδή της Ελλάδας στα διεθνή, θεωρώ ότι, ακόμη και σήμερα, είναι θέμα πολιτικών επιλογών.  Αυτήν τη στιγμή, εγώ προσωπικά δεν έχω τα στοιχεία ή δεν μπορώ να διακρίνω ποια είναι η κεντρική στόχευση της πολιτικής της έναντι της Τουρκίας.  Είναι πολιτική επίλυσης διαφορών από θέση ίσης ισχύος, είναι πολιτική σύμπλευσης (“bandwagoning”), είναι πολιτική κατευνασμού (“appeasement”);  Δεν είναι ξεκάθαρο.  Σε κάθε περίπτωση, με βάση αυτά που είναι γνωστά, εκτιμώ ότι η οριοθέτηση της Ελληνικής ΑΟΖ μπορεί και υπό τις παρούσες συνθήκες να προχωρήσει.

 

Στη διαχείριση των κρίσεων υπάρχει πάντα ένας ολοκληρωμένος μηχανισμός, ο οποίος λαμβάνει υπόψη και τα δεδομένα που διαμορφώνονται στο ευρύτερο γεωπολιτικό περιβάλλον.  Θεωρείτε ότι η Ελλάδα σήμερα έχει διαμορφώσει ένα τέτοιο μηχανισμό;

Δυστυχώς, όχι∙ άλλωστε, η ανάπτυξη τέτοιων μηχανισμών δεν είναι κάτι που χαρακτήρισε ποτέ το Ελληνικό κράτος.  Μία «ολική εξωτερική πολιτική», όπως την έχω ονομάσει και προτείνει, χρειάζεται αυτό που υπονοεί η ερώτησή σας: προετοιμασία και συνέργεια των συντελεστών ισχύος, εκμετάλλευση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων και αυτοματισμούς κατά την πρόσληψη των ερεθισμάτων, την εκπόνησή της και, κυρίως, συντονισμό και αποτελεσματικότητα κατά την εκτέλεσή της.

 

Υποστηρίζετε πάντα ότι η Τουρκία δεν είναι αναβαθμισμένη και πως δεν έχει κέρδη στη διεθνή σκακιέρα.  Πώς εξηγείτε αυτή τη θέση σας;

Ναι, την υποστηρίζω πάντα.  Καταρχάς, εκ του αντιθέτου, δεν υπάρχει κανείς που να μου υποδείξει ποιες είναι οι επιτυχίες τής Τουρκίας.  Για να είμαι ακριβής.  Ναι, η Τουρκία ξεπέρασε την οικονομική της κρίση και το εθνικό της προϊόν αυξάνεται.  Ναι, η Τουρκία βελτίωσε τις σχέσεις της με τη Συρία και έχει αναπτύξει πολιτικο-οικονομικές σχέσεις με κάποιες Βαλκανικές χώρες – σχέσεις που δεν αλλάζουν όμως το γενικότερο συσχετισμό.  Από την άλλη πλευρά, η Τουρκία δεν έχει πετύχει στην πολιτική της με τον Αραβικό κόσμο, δεν έχει αποκομίσει κάτι από το Ιράκ, δεν κέρδισε κάτι από τα ανοίγματά της στο Ιράν.  Αντίθετα, έσπασε, έστω και επί του παρόντος, τη σχέση της με το Ισραήλ, έχει ενοχλήσει τις μεγάλες δυνάμεις και βρίσκεται μπροστά σε μία νέα ενεργειακή πραγματικότητα στη Μεσόγειο.  Ακόμη και αν η συγκεκριμένη, νέα κατάσταση δεν αξιοποιηθεί πλήρως από Κύπρο και Ελλάδα, μπορεί, όπως ανέφερα, να αλλάξει το κλίμα.  Περαιτέρω, στο εσωτερικό τής Τουρκίας το εθνικό προϊόν δεν κατανέμεται, ως συνήθως, ομοιόμορφα, οι Κεμαλιστές πάντα καραδοκούν και το Κουρδικό παραμένει ανοικτό.  Με βάση όλα τα παραπάνω – ίσως βέβαια να ξεχνάω κάτι – εξηγώ την άποψή μου.

 

Η τακτική μας, ως Ελλάδα και Κύπρος, έναντι της Τουρκίας είναι η σωστή;  Έχει αποδώσει;

Πάντα από τη σωστή, υπάρχει πιο σωστή: η «ολική εξωτερική πολιτική», την οποία διαχρονικά εισηγούμαι, και η οποία θέτει μεσο-μακροπρόθεσμους στόχους και στηρίζεται στη συνέργεια και αξιοποίηση κάθε μορφής συντελεστών ισχύος και συγκριτικών πλεονεκτημάτων, με έξυπνο τρόπο.  Ως προς το αν έχει αποδώσει, θα απαντούσα όχι και ναι, σε ένα βαθμό.  Όχι, διότι η Τουρκία δεν εγκατέλειψε την επιθετικότητά της και δεν αποχώρησε από την Κύπρο – πράγμα, βέβαια, δύσκολο να επιτευχθεί με πολιτικά μέσα σε βραχύ πολιτικό χρόνο.  Ναι, κυρίως λόγω των συνθηκών στο εσωτερικό των κρατών μελών τής Ένωσης και λόγω και της παρουσίας τής Κύπρου σε αυτήν.  Σε τι συνίσταται η διαπίστωση ότι εν μέρει έχει αποδώσει;  Στο ότι η Τουρκία, παρά τα οράματα «Νταβούτογλου» και την πολιτική του Ερντογάν, βρίσκεται εγκλωβισμένη στα διλήμματα που η ίδια έχει θέσει.  Στην πορεία της προς την Ευρώπη δυσκολεύεται να προχωρήσει, διότι δεν μπορεί να αλλάξει όσο και τόσο γρήγορα που πρέπει.  Στην Ανατολή, δεν έχει πού να πάει…  Αν πολιτικά πάει πιο ανατολικά, τότε οι σχέσεις με τους Κεμαλικούς θα οξυνθούν, το Κουρδικό θα πάρει άλλη τροπή και δεν θα μπορεί πλέον να προβάλει προς Ανατολάς τις προνομιακές της σχέσεις με τη Δύση.  Έτσι, οι δηλώσεις Ερντογάν, του τύπου θα δούμε τι θα κάνουμε αφού η Ευρώπη δεν μας θέλει…, εκφράζουν μάλλον το αδιέξοδο του ιδίου και της χώρας του, παρά οτιδήποτε άλλο.  Αν η ανάλυσή μου στην παρούσα ερώτησή σας ισχύει, τότε ενισχύεται και η άποψή μου στην προηγούμενη ερώτηση.

 

Κυπριακή προεδρία της Ε.Ε.:  πώς μπορεί μια μικρή χώρα να ανταπεξέλθει;  Τι πρέπει να προτάξει;

Πέρα από την ερευνητική μου δουλειά στις σχέσεις των υπερδυνάμεων, της Ευρωπαϊκής ενοποίησης και της διαχείρισης κρίσεων, τα τελευταία χρόνια ασχολούμαι με τη στρατηγική των «μικρών» λεγομένων κρατών.  Συνέπεια τούτου είναι ότι πιστεύω πως όσο μικρό και να είναι ένα κράτος, μπορεί να έχει στρατηγική και να πετύχει.  Φυσικά, κάθε Προεδρία είναι ένα βαρύ φορτίο.  Αλλά το 2012 είναι μία τεράστια ευκαιρία για να αποδείξει η Κυπριακή Δημοκρατία την ικανότητα των στελεχών της, που ήδη, απ’όσο μπορώ να γνωρίζω, προετοιμάζονται συστηματικά.  Ασφαλώς εντός και εκτός ΕΕ υπάρχουν αυτοί που, ανομολόγητα, θα εύχονταν να μην πετύχει η Κυπριακή Προεδρία της ΕΕ.  Κάποιοι μπορεί ακόμη να σκέπτονται και τη δημιουργία προβλημάτων, ώστε η εσωστρέφεια του Κυπριακού να απορροφήσει ενέργεια από την Προεδρία.  Με την προσήκουσα όμως προετοιμασία, εκτιμώ πως όλα μπορούν να αντιμετωπιστούν.  Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν και αυτοί που θέλουν να πετύχει η Προεδρία.  Δεν είναι μικρό πράγμα να έχεις με την πλευρά σου, απ’ότι φαίνεται αυτή τη στιγμή, τη Γαλλία και τη Γερμανία, και, πιθανώς, και όλα τα μικρά κράτη που αναμένουν με τη σειρά τους να ασκήσουν και αυτά την Προεδρία της ΕΕ.

 

http://taxalia.blogspot.com/2011/01/blog-post_0.html

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Συνέντευξη στον δημοσιογράφο Κώστα Βενιζέλο Εφημερίδα Ο Φιλελεύθερος,
Λευκωσία Δευτέρα, 5 Ιουλίου 2010, σ. 6 

 

1. Η Τουρκία διανύει, όπως υποστηρίζεται από πολλούς, περίοδο αναβάθμισης σε σχέση με τα στρατηγικά της σχέδια.  Πώς επηρεάζει τους Ελληνικούς σχεδιασμούς;

Η Τουρκία έχει αναβαθμίσει κάποιους από τους συντελεστές ισχύος της και διανύει μία περίοδο έντονης δραστηριοποίησης και εμπλοκής τού Πρωθυπουργού της σε διεθνή ζητήματα.  Τούτο δεν συνεπάγεται αναγκαίως και μια αναβάθμιση του ρόλου της.  Αντιθέτως, ενδέχεται η διπλωματική ανάμειξή της σε κάποια διεθνή ζητήματα, όπως το Παλαιστινιακό ή το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, να ενοχλεί κάποια άλλα σημαντικά κράτη, μέχρι πρότινος φιλικά προς αυτήν.  Σημειώστε ότι η Τουρκία συνεχίζει να έχει εσωτερικά προβλήματα και, παρά το ότι θα το ήθελε, δεν είναι αυτή που βρίσκεται στο Ιράκ ή στην Κεντρική Ασία.  Έχω την εντύπωση ότι οι Ελληνικοί σχεδιασμοί, αργά αλλά σταθερά, θα μπορούσαν να επωφεληθούν από αυτήν την κατάσταση.

 

2. Θεωρείτε ότι είναι κατάλληλη περίοδος για επίλυση διαφορών με την Τουρκία;

Ναι, αν η ενιαία Τουρκική ηγεσία αντιλαμβανόταν ότι δεν έχει περιθώρια χρόνου.  Όχι, διότι θεωρώ ότι η όποια Τουρκική υπερεξαπλωμένη διπλωματική δραστηριοποίηση έχει αγγίξει τα όριά της και, βραχυπρόθεσμα μάλλον, θα καταγράψει περιορισμούς, αποτυχίες, ίσως και συνέπειες.  Άρα, πιστεύω, ίσως μεταξύ λίγων, ότι ο χρόνος σε αυτήν την περίοδο δεν τρέχει εναντίον μας.

 

3. Αθήνα και Λευκωσία έχουν επενδύσει στη στρατηγική της ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ.  Αυτή η στρατηγική απέδωσε;

Ασφαλώς και απέδωσε, μέχρις ενός βαθμού.  Όμως, αφενός κάθε στρατηγική έχει τα όριά της (που θα πρέπει εκ των προτέρων να τα έχουμε προσδιορίσει), αφετέρου, πρέπει η επένδυση στη στρατηγική μας να είναι ολική και να μην υποχωρεί κατά την εξέλιξη.  Ασφαλώς η Τουρκία, για δεύτερη φορά μετά την εποχή Οζάλ, στρέφει την προσοχή της προς Ανατολάς και επιχειρεί να υλοποιήσει ένα απροσδιόριστο νέο-οθωμανικό αυτοκρατορικό όνειρο.  Αν οι σκέψεις που εξέθεσα πιο πάνω είναι ορθές, τότε η συγκεκριμένη πολιτική σύντομα θα συναντήσει τα όριά της.  Διότι, επαναλαμβάνω, δεν είναι η Τουρκία που βρίσκεται στο Ιράκ και στην Κεντρική Ασία.  Τα κενά ισχύος του διεθνούς συστήματος στην Κεντρική Ασία έχουν σχεδόν πληρωθεί από τις Μεγάλες Δυνάμεις, ενώ άλλες, ίσες ή και σημαντικότερες από την Τουρκία δυνάμεις τής περιοχής, όπως το Ιράν ή το Πακιστάν, έχουν τουλάχιστον το γεωγραφικό πλεονέκτημα απέναντί της.

 

4. Θεωρείτε ότι υπάρχει ανάγκη αναθεώρησης αυτής της πολιτικής;

Δεν θεωρώ ότι επί του παρόντος υπάρχει ανάγκη αναθεώρησης της συγκεκριμένης πολιτικής.  Θεωρώ ότι όπως πάντα, στην εξωτερική ή σε όποια πολιτική, πρέπει να αναμένουμε και να επιμένουμε, παράγοντας και απολαμβάνοντας το σύνολο των ωφελημάτων της εν λόγω πολιτικής. Ταυτοχρόνως, όμως, επειδή ουδείς είναι προφήτης στα ανθρώπινα ζητήματα, πρέπει να γίνουν δύο πράγματα.  Πρώτον, ένας σχεδιασμός για την περίπτωση που η Τουρκία, τελικώς , αντίθετα με τις εκτιμήσεις μου, στραφεί κυρίως προς Ανατολάς.  Και λέω κυρίως, διότι είναι η σχέση της με τη Δύση που προσπαθεί καταρχάς να «πουλήσει» η Τουρκία στην Ανατολή· συνεπώς αυτή τη σχέση πρέπει να την διατηρήσει.  Δεύτερον, πρέπει να αντιμετωπιστούν κάποιες από τις προσπάθειες της Τουρκίας, όπως οι σχέσεις της με κράτη της Ισλαμικής Συνδιάσκεψης.  Και, τρίτον, να διεισδύσουμε με προσοχή στα κενά που δημιουργούνται εξαιτίας των δυσαρεσκειών που προκαλούν οι διπλωματικές πρωτοβουλίες της.

 

5. Τα πρόσφατα γεγονότα με τις νηοπομπές προς την αποκλεισμένη Γάζα δημιουργούν νέα δεδομένα στην περιοχή, αλλά και συνθήκες για νέες συμμαχίες;

Οφείλω να υπογραμμίσω ότι κάθε Έλληνας αισθάνεται αλληλέγγυος προς κάθε άνθρωπο ή λαό που δοκιμάζεται.  Οφείλω επίσης να πω ότι η Κυπριακή Κυβέρνηση έδειξε ωριμότητα και ρεαλισμό με τη στάση της προσφάτως, προστατεύοντας τα συμφέροντα της Δημοκρατίας και μη συμπλέοντας με κάποιους, αμφιβόλων δημοκρατικών φρονημάτων, Τούρκους ακτιβιστές.  Ένα γεγονός από μόνο του δεν δημιουργεί απαραιτήτως νέα δεδομένα.  Δημιουργεί, όμως, την ανάγκη να προβληματιστούμε για το αν δημιουργεί και, ίσως, προσεκτικά να ψηλαφίσουμε τα όποια ενδεχόμενα που θα προκύψουν από την ανάλυσή μας.

 

6. Έχουμε ρόλο σε αυτό το νέο τοπίο;

Ασφαλώς ναι.  Πρέπει όμως να είμαστε προσεκτικοί, να έχουμε όσο το δυνατόν καλύτερη εικόνα της κατάστασης, να αναλύσουμε και να εκτιμήσουμε τα δεδομένα, να χαράξουμε στρατηγική (βραχυπρόθεσμη;, μεσοπρόθεσμη;, μακροπρόθεσμη;) και, όταν και αν την αποφασίσουμε, να επιμείνουμε σ’ αυτήν.  Ας μην ξεχνάμε, αφενός, ότι έχουμε σταθερούς φίλους στην περιοχή και, αφετέρου, ότι κάθε νέα συνεργασία πρέπει να στηρίζεται στην αμοιβαιότητα.  Όπως δε πάντα στη διεθνή πολιτική, να αποφέρει συγκεκριμένα και αξιόλογα επιθυμητά οφέλη.

 

7. Το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας εκπαιδεύει Κύπριους διπλωμάτες.  Τι είναι αυτό που προσφέρεται στους διπλωμάτες;

Εκείνο που προσφέρεται είναι Ελληνική επιστημονική τεχνογνωσία (ναι, υφίσταται τέτοια τεχνογνωσία!) σε ένα σύνολο νέων με διαφορετική εκπαιδευτική εμπειρία.  Η θεματολογία εξαρτάται από τις ανάγκες και τις απαιτήσεις του Υπουργείου Εξωτερικών.  Μπορεί να αφορά θέματα Ευρωπαϊκής ενοποίησης, ζητήματα στρατηγικής, τεχνικές διαπραγματεύσεων, επικοινωνίας, θέματα ανάπτυξης ή ο,τιδήποτε άλλο κριθεί αναγκαίο.  Σε κάθε περίπτωση, είμαστε ένα δημόσιο Πανεπιστήμιο και επενδύουμε σε μακροπρόθεσμες και όχι ευκαιριακές συνεργασίες.  Προσεγγίζουμε τη συγκεκριμένη διαδικασία με ιδιαίτερο αίσθημα ευθύνης, δημοσιονομικής λογικής και συνέπειας.

 

8. Έχετε μακρά σχέση με την Κύπρο ως Πανεπιστήμιο. Πώς προέκυψε τούτο;

Η σχέση μας με την Κύπρο είναι μακρόχρονη και πολύ ισχυρή, αφού έμπρακτα έχουμε αποδείξει τη συμπαράστασή μας, αν θέλετε, την αγάπη μας προς τους Κυπρίους.  Οφείλεται κυρίως στους φοιτητές μας από την Κύπρο, οι οποίοι, σε αντίθεση με άλλα Ελληνικά Πανεπιστήμια, συνεχίζουν να μας επιλέγουν, αφού πρόκειται για ένα Πανεπιστήμιο το οποίο, όπως λένε οι ίδιοι οι φοιτητές, «δεν κλείνει ποτέ».  Οφείλεται επίσης σε μία σειρά ικανών Γενικών Προξένων τής Δημοκρατίας στη Θεσσαλονίκη και στην Κυπριακή κοινότητα της πόλης μας.  Ξεκινά με τις ετήσιες επισκέψεις στην Κύπρο φοιτητών τού Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών από το 2000 μέχρι το 2005, σε συνεργασία με τον Εθνικό Οργανισμό Νεολαίας.  Σε αυτές τις επισκέψεις, φοιτητές και καθηγητές γνωρίσαμε τον τότε Πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων Δημήτρη Χριστόφια, ο οποίος μάς έκανε την τιμή να δεχθεί να αναγορευτεί επίτιμος διδάκτορας του Τμήματός μας.  Οφείλω δε να πληροφορήσω ότι ο μοναδικός άλλος επίτιμος διδάκτοράς μας είναι ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας Κάρολος Παπούλιας.  Αντιλαμβάνεστε την ιδιαίτερη τιμή που αισθανόμαστε, καθώς πρόκειται για τους δύο εν ενεργεία ταγούς των Ελλήνων και όχι μόνο.  Για να επανέλθω στην ερώτησή σας, το Πανεπιστήμιό μας έχει καταστεί ο χώρος όλων των εκδηλώσεων των Κυπρίων στη Θεσσαλονίκη και αυτό φάνηκε περίτρανα κατά την προεκλογική περίοδο για την εκλογή Προέδρου.  Η εκπαιδευτική συνεργασία οφείλεται σε πρωτοβουλία του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Εξωτερικών Νίκου Αιμιλίου και στη συνεργασία μας με τον τότε Γενικό Πρόξενο στη Θεσσαλονίκη Ελπιδοφόρο Οικονόμου.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Κυριακή, 21 Νοέμβριος 2010 21:59

Ο Ελληνικός Πλούτος

Μετά από χρόνια έπεσε ξανά στα χέρια μου η παρακάτω ομιλία, την οποία ο αείμνηστος Ξενοφών Ζολώτας έκανε σε μια συνάντηση της Διεθνούς Τράπεζας Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης, στις 2 Οκτωβρίου του 1959.

 Σήμερα, μας υπενθυμίζει πολλά και κυρίως ότι σε τούτους τους δύσκολους καιρούς μπορούμε ακόμη να μιλάμε για τον ελληνικό πλούτο και να είμαστε  περήφανοι.

 Το κείμενο του Ξενοφώντα Ζολώτα παραμένει διαχρονικό και πέρα από την αξία που μπορεί να έχει για την επικαιρότητα και για τους οικονομολόγους, μας δείχνει και την κατεύθυνση στην οποία πρέπει να επενδύσει η σύγχρονη Ελλάδα, ακόμη και μέσα στην κρίση.  Μπορούμε να στηριχτούμε στην Παιδεία και στον Πολιτισμό, να τα αξιοποιήσουμε ως συντελεστές ισχύος, να τα αναδείξουμε ως συγκριτικά πλεονεκτήματα, να τα προβάλουμε με μια καλά σχεδιασμένη και οργανωμένη στρατηγική.  Να τα κάνουμε μέρος του πλούτου που χρειαζόμαστε.

 

INTERNATIONAL BANK OF RECONSTRUCTION AND DEVELOPMENT
SPEECH OF THE GREEK MINISTER OF ECONOMICS
Dr. XENOPHON ZOLOTAS
WASHINGTON, 2nd OCTOBER 1959


Kyrie,

It is Zeus’ anathema on our epoch and the heresy of our economic method and policies that we should agonize the Skylla ofnomismatic plethora and the Charybdis of economic anaemia.

It is not my idiosyncrasy to be ironic or sarcastic but my diagnosis would be that politicians are rather cryptoplethorists. Although, they emphatically stigmatize nomismatic plethora, they energize it through their tactics and practices. Our policiesshould be based more on economic and less on political criteria. Our gnomon has to be a metron between economic strategicand philanthropic scopes.

In an epoch characterized by monopoliesoligopoliesmonopolistic antagonism and polymorphous inelasticities, our policieshave to be more orthological, but this should not be metamorphosed into plethorophobia, which is endemic among academiceconomists.

Nomismatic symmetry should not antagonize economic acme. A greater harmonization between the practices of the economicand nomismatic archons is basic.

Parallel to this, we have to synchronize and harmonize more and more our economic and nomismatic policies panethnically. These scopes are more practicable now, when the prognostics of the political and economic barometer are halcyonic.

The history of our didymus organization on this sphere has been didactic and their gnostic practices will always be a tonic to the polionymous and idiomorphous ethnical economies. The genesis of the programmed organization will dynamize thesepolicies.

Therefore, I sympathize, although not without criticism one or two themes with the apostles and the hierarchy of our organs in their zeal to program orthodox economic and nomismatic policies.

apologize for having tyrannized you with my Hellenic phraseology. In my epilogue, I emphasize my eulogy to thephiloxenous autochthons of this cosmopolitan metropolis, and my encomium to you, kyrie, the stenographers.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Ελλάδα
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:29

Η Διεθνής Θεσσαλονίκη

Η Διεθνής Θεσσαλονίκη

 

Μακεδονία, Κυριακή 28 Μαρτίου 2010, σ. 77.
του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων


Δύο δεκαετίες μετά την κατάρρευση του Ανατολικού μπλοκ οι πολιτικοοικονομικές ανακατατάξεις στα Βαλκάνια – δυστυχώς επώδυνες ορισμένες φορές - έχουν σχεδόν ολοκληρωθεί. Όλα αυτά τα χρόνια επαναλαμβανόταν από τους Θεσσαλονικείς, αλλά και από τις πολιτικές ηγεσίες της χώρας, η φράση φιλοδοξίας ή και αυταρέσκειας «Η Θεσσαλονίκη πρωτεύουσα των Βαλκανίων»...

Έγινε η Θεσσαλονίκη «πρωτεύουσα» των Βαλκανίων; Θα μπορούσε ή μπορεί ακόμη να γίνει; Aν ναι, τι είδους, πολιτική, οικονομική, πολιτιστική; Οφείλουμε να προσδιορίσουμε σε ποιο βαθμό το περιεχόμενο του όρου «πρωτεύουσα» ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και, εφόσον καθορισθεί ο επιθυμητός στόχος, να εξετάσουμε τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να επιτευχθεί.

Υπό τις σημερινές συνθήκες, η Θεσσαλονίκη δεν μπορεί να είναι πολιτική «πρωτεύουσα» των Βαλκανίων. Αναμφίβολα, θετικές προσπάθειες για να ενισχυθεί ο πολιτικός ρόλος της Θεσσαλονίκης έχουν γίνει. Η πόλη έχει υποδεχθεί τη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ, τη Διαβαλκανική ή συναντήσεις Υπουργών. Φιλοξενεί διεθνείς, σχετικούς με τα Βαλκάνια, φορείς (Σύμφωνο Σταθερότητας, Τράπεζα Μαύρης Θάλασσας) και ο Δήμος Θεσσαλονίκης έχει δημιουργήσει το δίκτυο πόλεων της Βαλκανικής. Εντούτοις, η προσπάθεια αναβάθμισης του πολιτικού της ρόλου έχει φθάσει στα όριά της. Σήμερα, η όποια περαιτέρω ενίσχυση εξαρτάται μόνο από τη μετεγκατάσταση κυβερνητικών υπηρεσιών στη Θεσσαλονίκη ή τη δραστηριοποίηση της αυτοδιοίκησης και της κοινωνίας των πολιτών.

Όμως, η Θεσσαλονίκη έχει τις δυνατότητες να πρωτοπορήσει στον οικονομικό, πολιτιστικό, αθλητικό και επιστημονικό τομέα. Η πόλη διαθέτει ακόμη και σήμερα ΑΕΠ τουλάχιστον ίσο με εκείνο γειτονικής χώρας, διοργανώνει σειρά διεθνών εμπορικών και πολιτιστικών εκδηλώσεων και διαθέτει τις υποδομές για μεγάλα αθλητικά γεγονότα. Τέλος, με τα δύο Πανεπιστήμιά της και τα δίκτυά τους μπορεί να συμβάλει περισσότερο στην ανάπτυξη της περιοχής. Πώς όμως θα διεκδικήσει τα πρωτεία, έχοντας χάσει πολύτιμο χρόνο;

Η απάντηση είναι απλή. Με ένα στρατηγικό σχέδιο που θα θέσει τους στόχους, τις αρμοδιότητες και τις ευθύνες. Θα καθορίσει χρονοδιαγράμματα και στο οποίο θα συμφωνήσουν κυβέρνηση, τοπική αυτοδιοίκηση και φορείς της πόλης.

Το κράτος ευθύνεται για το πλαίσιο ανάπτυξης και ειδικότερα τις διεθνείς σχέσεις. Αυτές πρέπει να είναι σχέσεις συνεργασίας που ενισχύουν τη σταθερότητα και τη Δημοκρατία, χωρίς βεβαίως, χάριν της ανάπτυξης της όποιας πόλης, να τίθενται σε δεύτερη μοίρα τα γενικότερα συμφέροντα της χώρας. Στο κράτος ανήκουν πρωτοβουλίες σε επίπεδο Ε.Ε. που σχετίζονται με την προώθηση κοινών συμφερόντων, την ενίσχυση της αναπτυξιακής βοήθειας στην περιοχή, τις υποδομές (π.χ., διευρωπαϊκά δίκτυα), κλπ.

Από το κράτος εξαρτώνται και οι υποδομές. Αναμφίβολα, τα μεγάλα αναπτυξιακά έργα, όπως η Εγνατία Οδός ή οι ενεργειακοί άξονες, αναβαθμίζουν ολόκληρη τη βόρεια Ελλάδα και τη Θεσσαλονίκη. Στην ευθύνη του κράτους ανήκουν και οι πρωτοβουλίες που μόνο αυτό μπορεί να φέρει σε πέρας. Έτσι θετικά μεν κρίνονται οι πρωτοβουλίες για καλύτερη σιδηροδρομική σύνδεση της Θεσσαλονίκης με τα Σκόπια, τη Σόφια ή την Κωνσταντινούπολη. Όμως, παραμένει μεγάλο ζήτημα η αεροπορική σύνδεση της πόλης με τις γειτονικές πρωτεύουσες και κυρίως με τις Ευρωπαϊκές. Χαρακτηριστικά αναφέρω ότι η Κύπρος είναι πολύ κοντύτερα στη Θεσσαλονίκη λόγω της πολλαπλής και καθημερινής αεροπορικής σύνδεσης με τη Λάρνακα που απέχει μόνο δύο ώρες, ενώ για τα Σκόπια χρειάζονται τρεις, για τη Σόφια έξι, για την Κωνσταντινούπολη οκτώ. Ας μη συζητάμε για τις ανύπαρκτες απευθείας συνδέσεις με τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες...

Στην ευθύνη της τοπικής αυτοδιοίκησης ανήκει συχνά η υλοποίηση αποφάσεων της κυβέρνησης και η πειθαρχία σε ένα συνολικό πολιτικό και οικονομικό σχέδιο δράσης. Πρέπει να καταστεί σαφές πως κανένας φορέας αυτοδιοίκησης δεν επιτρέπεται να ασκεί εξωτερική πολιτική, ούτε να παίρνει πρωτοβουλίες χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με την κυβέρνηση.

Κυρίως, όμως, μία πόλη (όπως και μία περιοχή) οφείλει να προσδιορίσει την ταυτότητά της και το ή τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα έναντι πιθανών ανταγωνιστών της. Η ταυτότητα της πόλης είναι η αρχή και το τέλος. Στη βάση τής συγκεκριμένης ταυτότητας θα σχεδιάσει και θα ευθύνεται για τις δημόσιες σχέσεις της, για τον έλεγχο και τις πιέσεις προς τους κυβερνητικούς φορείς στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, για τη φιλοξενία και τα μέτρα εκείνα που θα κάνουν την πόλη ευχάριστη αλλά και λειτουργική για τους κατοίκους, τους επενδυτές και τους επισκέπτες.

Για όλα τα παραπάνω και κυρίως για το μέλλον μίας πόλης ευθύνη έχουν και οι φορείς της, όπως επιμελητήρια, πανεπιστήμια, αθλητικοί σύλλογοι, κ.ά., και εν τέλει οι ίδιοι οι πολίτες. Αν αυτοί δεν είναι ενεργοί και παραγωγικοί, σε όποιον τομέα και να δραστηριοποιούνται, τότε οι όποιες προσπάθειες του κράτους ή της τοπικής αυτοδιοίκησης θα πέσουν το κενό. Συνεπώς, αυτό που χρειαζόμαστε ακόμη και περισσότερο από οποιαδήποτε διοργάνωση ή θεσμό είναι πρώτα απ' όλα να συμφωνήσουμε στη διεθνή ταυτότητα της πόλης και έπειτα σ' ένα σχέδιο που θα λαμβάνει υπόψη τις δυνατότητες και τις προκλήσεις για τη διαμόρφωσή της. Σε αυτό το πλαίσιο, η εφημερίδα «Μακεδονία» προσφέρει το forum των συζητήσεων. Καλώς άρχισε η συζήτηση και ο προβληματισμός. Εμείς οι πολίτες, ας αρχίσουμε ή ας συνεχίσουμε τις πράξεις, ο καθένας στο χώρο δράσης του.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Ελλάδα
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:29

Εκπαίδευση και φορολογική συνείδηση

Εκπαίδευση και φορολογική συνείδηση

 

Μακεδονία, Κυριακή 28.02.2010, σ. 61.
του Ηλία Ι. Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων


Για την κρίση που βιώνει η χώρα μας ευθυνόμαστε, λίγο ή πολύ, οι περισσότεροι. Κι αυτό γιατί, συνήθως, θεωρούμε σωστό να διεκδικούμε και να ασκούμε τα δικαιώματά μας, χωρίς προηγουμένως να ανταποκρινόμαστε στις υποχρεώσεις μας. Ξεχνάμε, δηλαδή, ότι κάθε δικαίωμα και η άσκησή του προϋποθέτει ή στηρίζεται σε μία υποχρέωση: η ελευθερία, εθνική και ατομική, το δικαίωμα στην εκπαίδευση, στην υγεία, στη σύνταξη, στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό και στην υποχρέωση του πολίτη να συνεισφέρει ανάλογα με τις δυνατότητές του. Έχουμε διαμορφώσει και διαμορφώνουμε μία κοινωνία που στηρίζεται αποκλειστικά στην ιδέα των δικαιωμάτων και των κεκτημένων!

Η όποια αλλαγή επιχειρείται με στόχο την αντιμετώπιση της κρίσης, για να είναι μακροπρόθεσμα βιώσιμη, θα πρέπει να στηρίζεται και σε αλλαγή νοοτροπίας. Γι' αυτό, πέραν των όποιων μέτρων ληφθούν προς αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης, μεσοπρόθεσμα η αντιμετώπιση των προβλημάτων της Ελληνικής κοινωνίας βρίσκεται στην εκπαίδευση των παιδιών μας. Βρίσκεται στη δημιουργία συνείδησης υποχρεώσεων προς το σύνολο.

Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, κάθε κράτος και κάθε πολίτευμα στη Γη θεραπεύει μέσω της εκπαίδευσης τον εαυτό του. Ισχύει το ίδιο και στη χώρα μας; Ως ένα βαθμό, ναι. Πράγματι, τα παιδιά μας, ξεκινώντας από τον παιδικό σταθμό ή το νηπιαγωγείο, εντάσσονται σε σύνολα και κοινωνικοποιούνται, μαθαίνουν για την πατρίδα και εθνικοποιούνται, μαθαίνουν για τη δημοκρατία και πολιτικοποιούνται. Όμως, εκτιμώ, ότι η συγκεκριμένη διαδικασία, από την τυπική έναρξή της, από τη στιγμή δηλαδή που λαμβάνει τη μορφή μαθήματος στο σχολείο, δεν ανταποκρίνεται πλέον στις ανάγκες των καιρών.

Παράδειγμα αποτελούν τα πρώτα σχετικά βιβλία που παίρνουν οι μαθητές στα χέρια τους, στην Ε' και την ΣΤ' Δημοτικού, με τίτλο Κοινωνική και Πολιτική Αγωγή. Μελετώντας τα κανείς διαπιστώνει εύκολα ότι ενώ γίνεται συχνά αναφορά σε δικαιώματα και υποχρεώσεις, η λέξη δικαίωμα όχι μόνο προηγείται πάντα της λέξης υποχρέωση, όχι μόνο χρησιμοποιείται περισσότερες φορές, αλλά και προβάλλεται συστηματικά.

Μέχρι εδώ καλά. Όμως, ενώ ορθά υπάρχουν ξεχωριστά, ειδικά κεφάλαια για την προστασία του περιβάλλοντος, για το σεβασμό της διαφορετικότητας και για συγκεκριμένες κατηγορίες δικαιωμάτων, δεν υπάρχει κεφάλαιο για τις υποχρεώσεις ή, τουλάχιστον, για συγκεκριμένη κατηγορία υποχρεώσεων, όπως αυτών προς το κοινωνικό σύνολο. Σε αυτό το πλαίσιο, η αναφορά στις φορολογικές μας υποχρεώσεις είναι μόνο έμμεση, σχεδόν ανύπαρκτη. Είναι κατά την άποψή μου προφανές ότι σε μια χώρα με τέτοια ροπή προς τη φοροδιαφυγή θα έπρεπε να υπογραμμίζεται με κάθε μέσο και σε κάθε ευκαιρία η υποχρέωση του πολίτη να πληρώνει τους φόρους του, ως σημαντική κοινωνική διαδικασία συμμετοχής στα κοινά.

Θεωρώ ότι πρέπει να παύσουμε να ανατρέφουμε μία κοινωνία που θα στηρίζεται αποκλειστικά στην αντίληψη ύπαρξης μόνο δικαιωμάτων, χωρίς αίσθηση υποχρεώσεων και χωρίς φορολογική συνείδηση. Πρέπει ισόρροπα και παράλληλα με την εκμάθηση των δικαιωμάτων να καλλιεργηθεί η αίσθηση της ευθύνης απέναντι στο κοινωνικό σύνολο. Και τούτο διότι ποτέ και καμία κοινωνία δεν πέτυχε και δεν μπορεί να πετύχει να σέβονται οι πολίτες τους νόμους και να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους στηριζόμενη αποκλειστικά ή κυρίως σε καταναγκαστικούς μηχανισμούς (αστυνομία, εφορία, κλπ.).

Έτσι, όπως τα παιδιά μας μαθαίνουν πλέον στο σχολείο να σέβονται τη διαφορετικότητα (φύλλο, φυλή, θρησκεία), όπως μαθαίνουν για την ανάγκη προστασίας του περιβάλλοντος και την ανάγκη να κάνουν ανακύκλωση, πρέπει να μάθουν ότι οι υποχρεώσεις συνιστούν την απαραίτητη και αναγκαία προϋπόθεση ύπαρξης και άσκησης των δικαιωμάτων μας. Πρέπει να μάθουν, μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος και, κυρίως, του παραδείγματός μας, ότι εργαζόμαστε με συνέπεια, ότι η ανάληψη δημοσίων θέσεων συνιστά λειτούργημα και όχι μέσο πλουτισμού, ότι πρέπει ευσυνείδητα να συνεισφέρουμε ανάλογα με τις δυνατότητές μας και, ενδεχομένως, ότι οι κατά τον Θουκυδίδη «άτιμοι» δεν είναι μόνο όσοι δεν συμμετέχουν στα κοινά, αλλά και οι φοροφυγάδες. Κυρίως δε, ότι μόνο έτσι τα δικαιώματά τους θα αποκτήσουν την απαραίτητη ισχυρή βάση και δεν πρόκειται ποτέ να απειληθούν.

Ίσως είναι ευκαιρία, τώρα που συζητείται και ενδεχομένως θα επιχειρηθεί η βελτίωση της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, να αναζητηθούν τρόποι ώστε να δημιουργήσουμε κοινωνική συνείδηση ευθύνης και καλύτερους νέους πολίτες. Αυτοί είναι η συνέχειά μας και από αυτούς θα εξαρτηθεί το μέλλον της κοινωνίας μας.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Ελλάδα
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:28

Η εξωτερική πολιτική είναι πάντα δύσκολη

Η εξωτερική πολιτική είναι πάντα δύσκολη

 

Αγγελιοφόρος, Κυριακή 3.01.2010, σ. 16
του Ηλία Ι. Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων
Πρύτανη Πανεπιστημίου Μακεδονίας


Τα θέματα που θα κυριαρχήσουν το 2010 στην εξωτερική πολιτική θα είναι πάλι τα ίδια: τα Ελληνοτουρκικά, το Κυπριακό και το Σκοπιανό.

Στα Ελληνοτουρκικά δεν αναμένω εξελίξεις. Οι σχέσεις Ερντογάν και στρατιωτικών περνούν από μία νέα περίοδο τριβών, ενώ η εξωτερική πολιτική Νταβούτογλου, που επιζητά ρόλο για την Τουρκία στα ανατολικά της, φαίνεται να προβληματίζει τους φίλους της. Τούτο ενδέχεται να δημιουργήσει την ευκαιρία να προωθήσουμε τις απόψεις μας προς ισχυρές πρωτεύουσες, με στόχο τη δημιουργία κλίματος προς μελλοντική επίλυση ζητημάτων.

Οι εξελίξεις στο Κυπριακό εξαρτώνται και αυτές από την Άγκυρα. Αν υπάρξει ευκαιρία, ο Πρόεδρος Χριστόφιας θα την αξιοποιήσει, θέτοντας ως κόκκινη γραμμή τη συνέχεια του κράτους, την αποχώρηση των στρατευμάτων κατοχής και τη λειτουργικότητα της λύσης.

Τέλος, στο Σκοπιανό, μετά το Βουκουρέστι και την πρόσφατη Σύνοδο της ΕΕ, η πίεση διαρκώς αυξάνεται για τη Σκοπιανή κυβέρνηση. Έτσι, είναι θέμα αντοχής στο χρόνο των θέσεων των δύο πλευρών. Η πάγια εκτίμησή μου είναι ότι, υπό προϋποθέσεις, ο χρόνος τρέχει υπέρ μας.

Δεν είναι χρήσιμο να κρίνω αν το 2010 θα είναι δυσκολότερο από το 2009. Η εξωτερική πολιτική πάντα είναι δύσκολη. Πάντα χρειάζεται σχεδιασμό, σκληρή δουλειά και εξυπνάδα. Η Ελλάδα είναι διεθνώς ένα μικρό κράτος. Έχει όμως αποδείξει ότι μπορεί να είναι και έξυπνο και αποτελεσματικό!

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Σελίδα 6 από 10
You are here Διδασκαλία Προβολή άρθρων ανα tag: Ηλίας Κουσκουβέλης