Thursday, Apr 25th

Last update12:36:22 PM GMT

Προβολή άρθρων ανα tag: Ηλίας Κουσκουβέλης
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:27

Η Πολιτική Επιστήμη στα σχολεία

Η Πολιτική Επιστήμη στα σχολεία

 

Μακεδονία, Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2009
του Ηλία Ι. Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων


Τα τελευταία χρόνια μιλούμε για κρίση του πολιτικού συστήματος, της Δημοκρατίας, για αποστασιοποίηση των πολιτών και ειδικά των νέων από την πολιτική. Παρατηρούμε ότι οι νέοι προτιμούν είτε να είναι αδιάφοροι, είτε να εκφράζονται μέσω από ομαδοποιήσεις εκτός πολιτικής, είτε ακόμη να εκτρέπονται σε βίαιη και παραβατική συμπεριφορά. Αποστρέφονται την πολιτική και το πολιτικό σύστημα και επιλέγουν είτε να απέχουν, είτε να εναντιωθούν σ' αυτό. Το ερώτημα αν φταίει το πολιτικό σύστημα και η πολιτική που διαψεύδει τις προσδοκίες τους ή αν φταίνε οι ίδιοι που αποστασιοποιημένοι, αποσυρόμενοι ή ενάντιοι δεν συμβάλλουν, ώστε να αλλάξει η κατάσταση, μοιάζει με το ερώτημα για το αυγό και την κότα.

Η ευθύνη είναι αμοιβαία και αμφίδρομη. Μια τέτοια διαπίστωση καταδεικνύει την αλληλεξάρτηση στη σχέση πολιτών και πολιτικής. Αλληλεξάρτηση σημαίνει αμοιβαία κόστη και οφέλη. Ορθολογικά σκεπτόμενοι, λοιπόν, προκειμένου να αντιμετωπίσουμε την κρίση θα πρέπει να ελαχιστοποιήσουμε τα κόστη και να αυξήσουμε τα οφέλη από τη σχέση πολιτών και πολιτικής. Θα πρέπει με άλλα λόγια η πολιτική να γίνει περισσότερο ωφέλιμη για τους πολίτες και οι πολίτες για την πολιτική. Απαραίτητη προϋπόθεση για μια τέτοια εξέλιξη αποτελεί η διαπαιδαγώγηση των πολιτών. Θα πρέπει οι πολίτες να γνωρίζουν τις αρχές τής πολιτικής, για να συμμετέχουν σ' αυτήν είτε ως άρχοντες είτε ως αρχόμενοι. Τούτο μας συμβουλεύει και ο Αριστοτέλης στα Πολιτικά. Γράφει:

«Και το σημαντικότερο για τη διατήρηση των πολιτευμάτων, που όλοι παραγνωρίζουν, είναι ότι οι πολίτες πρέπει να διαπαιδαγωγούνται με βάση τις αρχές του πολιτεύματος. Γιατί και οι χρησιμότεροι νόμοι, έστω κι αν ψηφίζονται απ' όλους τους πολίτες, δεν ωφελούν, αν οι πολίτες δεν είναι εθισμένοι και εκπαιδευμένοι σύμφωνα με τις πολιτειακές αρχές...»

Υπό τις παρούσες συνθήκες ο καλύτερος τρόπος πολιτικής διαπαιδαγώγησης των νέων είναι η διδασκαλία Αρχών της Πολιτικής Επιστήμης από ειδικούς πολιτικούς επιστήμονες στα σχολεία. Μπορεί να υπάρχουν μαθήματα, όπως η Πολιτική Αγωγή ή τα Στοιχεία Δημοκρατικού Πολιτεύματος σε μεγαλύτερες τάξεις, αλλά δεν τους αποδίδεται η δέουσα σημασία. Επιπλέον, μπορεί να διδάσκονται ο Αριστοτέλης, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων ή οι Διαφωτιστές, αλλά τούτο γίνεται είτε από την φιλολογική, είτε από την ιστορική πλευρά, που αν και χρήσιμες δεν μπορούν από μόνες τους να αναπτύξουν τις δεξιότητες του καλού πολίτη.

Η πολιτική θα πρέπει να προσεγγίζεται με γνώση, με αναλυτικό και κριτικό πνεύμα και για αυτό οι νέοι θα πρέπει να διδάσκονται τόσο αρχαία και σύγχρονη πολιτική θεωρία, όσο και σύγχρονα ζητήματα πολιτικής υπό την οπτική της Πολιτικής Επιστήμης. Χρειάζονται γνώσεις για το κράτος, τη Δημοκρατία, τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις, τις λειτουργίες, τις αρχές, του πολιτεύματος, τους θεσμούς, το κοινωνικό συμβόλαιο, τις διαφορετικές θεωρίες επί της πολιτικής, αλλά και για ζητήματα, όπως οι Διεθνείς Σχέσεις, η Διεθνής Πολιτική Οικονομία, η Ευρωπαϊκή Ένωση, που θα επιτρέψουν στους νέους να έχουν καλύτερη αντίληψη όχι μόνο της Ελληνικής, αλλά και της διεθνούς πολιτικής πραγματικότητας. Τούτο το έργο θα μπορέσει να επιτελέσει η εισαγωγή της Πολιτικής Επιστήμης στα σχολεία και η διδασκαλία της από ειδικούς πολιτικούς επιστήμονες.

Μόνο η γνώση μπορεί να θεραπεύσει τις παθογένειες του πολιτικού συστήματος, να γίνει ασπίδα στο λαϊκισμό, στην παραπληροφόρηση, στην προπαγάνδα, στην αποστασιοποίηση. Η γνώση θα οξύνει το ενδιαφέρον και το ενδιαφέρον θα ενθαρρύνει τη συμμετοχή. Ακόμη και εάν κάποιος επιλέξει να ακολουθήσει τις Φυσικές Επιστήμες, την Ιατρική, τις Καλές Τέχνες ή κάποιο άλλο τεχνικό επάγγελμα, θα πρέπει να γνωρίζει πώς να είναι καλός πολίτης, να ξέρει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του, να αποκτήσει έναν ορθολογικό τρόπο σκέψης περί των πολιτικών ζητημάτων. Με τον ίδιο τρόπο και για τους ίδιους λόγους που αποκτούν τα παιδιά μας βασικές γνώσεις για τις επιστήμες, τη γλώσσα, τη λογοτεχνία, την οικονομία, θα πρέπει να αποκτήσουν και βασική γνώση για την πολιτική. Άλλωστε τούτη είναι η διαδικασία που απαιτεί τη συνδρομή όλων για να μπορέσει η κοινωνία να επιτύχει την ευημερία και θα πρέπει να κατέχουμε τις απαραίτητες γνώσεις για να την προσφέρουμε.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Παιδεία
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:25

Μετά το 1989: διεθνές σύστημα και ηγεμονία

Μετά το 1989: διεθνές σύστημα και ηγεμονία

 

Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 01.11.2009, σ. 26, 39
του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων


Για εμάς, τους μελετητές των Διεθνών Σχέσεων, οι σημαντικές ημερομηνίες συνδέονται με τη γένεση ή τις μεταβολές στην κατανομή ισχύος τού κρατικογενούς διεθνούς συστήματος και είναι ελάχιστες: 1648, 1815, 1945 και, φυσικά, 1989. Για εμάς, η τελευταία συμβολίζει, πρωτευόντως, την κατάρρευση ενός εκ των δύο πόλων του διεθνούς συστήματος, δευτερευόντως, την υποχώρηση ενός ισχυρού κράτους και, τριτευόντως, αυτήν ενός πολιτικού συστήματος.

Η υποχώρηση της Ε.Σ.Σ.Δ. δημιούργησε ένα τεράστιο κενό ισχύος, το οποίο μοιραία ήρθαν να καλύψουν οι Η.Π.Α. Έτσι, αμέσως μετά το 1989, στο διεθνές σύστημα εμφανίζονται: μία, σύμφωνα με όλα τα κριτήρια, υπερδύναμη, οι Η.Π.Α.• μία άλλη, στρατιωτική μόνο, λόγω των πυρηνικών της, υπερδύναμη, η Ρωσία• δύο πιθανώς αναδυόμενες μεγάλες δυνάμεις, η Κίνα και η Ινδία• και μία οικονομική υπερδύναμη, η Ε.Ε. Με δεδομένους τους ευρωατλαντικούς δεσμούς, την αδυναμία αντισυσπείρωσης των υπολοίπων, καθώς και το γεγονός ότι μόνο οι Η.Π.Α. μπορούν να αναλαμβάνουν την όποια πρωτοβουλία, το διεθνές σύστημα θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως ηγεμονικό/μονοπολικό.

Στη «νέα» παγκόσμια τάξη, οι Η.Π.Α. έθεσαν ως προτεραιότητα τον «εκδημοκρατισμό» και τη σταθεροποίηση της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, των Βαλκανίων και του χώρου τής πρώην Ε.Σ.Σ.Δ., ενώ η Ρωσία έπρεπε να χάσει τα όποια στηρίγματα θα της επέτρεπαν να ξαναπαίξει σημαντικό διεθνή ρόλο. Το ΝΑΤΟ - η μακροβιότερη και ισχυρότερη ηγεμονική συμμαχία ποτέ - παύει να έχει περιφερειακό αμυντικό χαρακτήρα. Αναδεικνύεται σε φορέα επεμβάσεων, αλλά και φορέα υπερεθνικής προσέγγισης. Οι Η.Π.Α., μέσω της συμμαχίας ή/και σε συνεργασία με άλλα κράτη και φορείς (Ε.Ε., ΟΑΣΕ), εστιάζουν, επίσης, την προσοχή τους, στο βόρειο τμήμα της Ευρασίας, παραμελώντας σχεδόν τα τεράστια προβλήματα που παρουσιάζει το νότιο ημισφαίριο.

Το 2001, όταν επανήλθαν στην εξουσία οι Ρεπουμπλικάνοι, η εξωτερική πολιτική των Η.Π.Α. προμηνυόταν λιγότερο παρεμβατική, χωρίς όμως, να αποκλείονται οι ανοιχτές επεμβάσεις, αν κρινόταν αναγκαίο για λόγους ασφαλείας. Παράλληλα αναμενόταν, η προσέγγιση με τη Ρωσία και ήταν έκδηλη η έμφαση που έδιδε η νέα κυβέρνηση στο θέμα των διαστημικών εξοπλισμών.

Αυτή περίπου ήταν η μετά το 1989 εικόνα του διεθνούς συστήματος και του ρόλου της μοναδικής υπερδύναμης, όταν στις 11.9.2001 έλαβε χώρα η τρομοκρατική επίθεση εναντίον της. Ήταν το πρώτο πλήγμα που υπέστησαν οι Η.Π.Α. στο εσωτερικό τους. Ό,τι δεν συνέβη, λόγω της πυρηνικής αποτροπής, στον ψυχρό πόλεμο, συνέβη σε μία στιγμή ηγεμονικής υπεροχής τους.

Οι Η.Π.Α. υιοθετούν τότε το δόγμα «ενάντια στον τρόμο» και διεξάγουν δύο πολέμους κατά καθεστώτων που φέρονται να υποστηρίζουν ή ανέχονται την τρομοκρατία. Εμμέσως, επιχειρούν δύο επιπλέον πράγματα. Πρώτο, να εδραιωθούν στη Μέση Ανατολή και να δημιουργήσουν προγεφύρωμα προς την Κεντρική Ασία. Δεύτερο, να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα που ταλανίζει κάθε ηγεμονική δύναμη, την εμφάνιση του μικρού κράτους με εχθρικό πολίτευμα ή παράτολμη ηγεσία που αποκτά (Βόρεια Κορέα) ή επιδιώκει να αποκτήσει (Ιράκ, Ιράν) όπλα μαζικής καταστροφής.

Από την άλλη πλευρά, η Ρωσία αρχίζει να αναζητεί νέο ρόλο. Το πυρηνικό της οπλοστάσιο, η ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης από αυτήν και οι σαφείς ενδείξεις για τον ηγεμονικό ρόλο που επιθυμεί να παίξει στην περιοχή, καθιστούν την Ρωσία ισχυρό παίκτη. Βεβαίως, δύσκολα θα επιστρέψουμε σε μια διπολική εκδοχή του συστήματος• είναι, όμως, πάντα πιθανό να επικρατήσει η λογική των σφαιρών επιρροής.

Εν τω μεταξύ, η ευρωπαϊκή ενοποίηση προχώρησε. Ωστόσο, οι εσωτερικές διαιρέσεις δεν επιτρέπουν στην Ε.Ε. να αναλάβει διεθνώς δυναμικό ρόλο. Η μόνη πιθανότητα για να διαδραματίσει η Ε.Ε. κάποιο ρόλο, εκτός της οικονομικής σφαίρας, φαίνεται να είναι η ενοποίηση διαφορετικών ταχυτήτων, με την «Ευρώπη του πυρήνα» να αναλαμβάνει τις ευθύνες της και τις πρωτοβουλίες.

Σήμερα, είκοσι χρόνια μετά, φαίνεται πως οι Η.Π.Α. θα διατηρήσουν και θα συνεχίσουν την ηγεμονία τους. Στην Ιστορία, καμία δύναμη δεν εγκατέλειψε την ηγεμονία. Ο μόνος τρόπος απαγκίστρωσής της από αυτήν είναι, στο πλήρωμα του χρόνου, είτε η εξουθένωσή της είτε η ανατροπή της από άλλη ηγεμονική δύναμη. Η μη άσκηση ή εγκατάλειψη της ηγεμονίας μπορεί να λειτουργήσει αποσταθεροποιητικά για το σύστημα και, κυρίως, μπορεί να έχει αρνητικές συνέπειες για τον ίδιο τον ηγεμόνα: «από την ηγεμονία σας αυτή να παραιτηθείτε σήμερα δεν μπορείτε• το να την αποκτήσει κανείς θεωρείται άδικο, αλλά το να την αφήσει επικίνδυνο» (Θουκυδίδης, Β.63).

Το μόνο που απομένει να δούμε είναι τι είδους θα είναι η ηγεμονία υπό τον προσφάτως τιμηθέντα με Νόμπελ ειρήνης Πρόεδρο Ομπάμα. Η μέχρι τώρα πολιτική του, υπό το βάρος της οικονομικής κρίσης και των εσωτερικών υποθέσεων, δεν επιτρέπει ασφαλείς εκτιμήσεις, πέραν της βεβαιότητας για τις προσπάθειες διατήρησης του ηγεμονικού ρόλου.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Μία ολιστική προσέγγιση στην εξωτερική πολιτική

 

Μακεδονία, 25.10.2009, σ. 75
του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων


Η εξωτερική πολιτική έχοντας άμεση σχέση με τους αέναα επιδιωκόμενους σκοπούς της επιβίωσης ενός έθνους-κράτους, της μεγιστοποίησης της ισχύος και της ασφάλειας, έχει καθοριστική σημασία για το παρόν και το μέλλον κάθε κράτους. Ο τρόπος άσκησής της καθορίζει το ρόλο του στο διεθνές σύστημα και τις σχέσεις του με τα υπόλοιπα. Αποτελεί έναν από τους πιο καίριους συντελεστές στη διαμόρφωση της ταυτότητας με την οποία κάθε χώρα πορεύεται στο διεθνές σύστημα. Επιπλέον, ενώ η εξωτερική πολιτική αφορά το σύνολο των εξωτερικών σχέσεων μιας χώρας, έχει άμεσες επιπτώσεις και στο εσωτερικό πεδίο.

Η εξωτερική πολιτική δεν ασκείται στο κενό. Δεν ασκούμε δηλαδή πολιτική έναντι άλλων, αλλά, ταυτοχρόνως, και αποδέκτες των πολιτικών τους. Η άσκηση της εξωτερικής πολιτικής είναι διαδραστική. Το γεγονός αυτό καθιστά την διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής ένα δύσκολο παζλ.

Από όλα τα παραπάνω εύκολα συμπεραίνει κάποιος ότι πρόκειται για ένα σύνθετο και γι' αυτό απαιτητικό πεδίο της πολιτικής. Άλλωστε, συχνά η εξωτερική πολιτική θεωρείται υψηλή πολιτική και η επιτυχής άσκησή της προνόμιο χαρισματικών ηγετών και ταλαντούχων διπλωματών που διαθέτουν το αλάνθαστο κριτήριο της ορθολογικής επιλογής σε δεδομένες συγκυρίες. Είναι, όμως, αυτό αρκετό;

Σ' ένα διεθνές σύστημα που χαρακτηρίζεται από υψηλά επίπεδα σύνθετης αλληλεξάρτησης ανάμεσα στα έθνη-κράτη αλλά και μεταξύ των διαφορετικών πολιτικών, η εξωτερική πολιτική αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Έχει επιπτώσεις τόσο στην καθημερινότητα της διακυβέρνησης όσο και στην καθημερινότητα του πολίτη. Η εξωτερική πολιτική δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται μόνο ως υψηλή πολιτική που μπορεί να ασκείται από λίγους και σε μία κατεύθυνση. Αντίθετα, χρήζει ολιστικής προσέγγισης.

Μια ολιστική προσέγγιση στην εξωτερική πολιτική τέμνει τη διακυβέρνηση οριζόντια και κάθετα. Ασκείται από την Προεδρία της Δημοκρατίας, την κυβέρνηση, το Κοινοβούλιο, τα ίδια τα κόμματα. Συσχετίζεται δε άμεσα με όλες τις πολιτικές. Καταρχάς, είναι στενά συνδεδεμένη με την πολιτική εθνικής άμυνας, καθώς το παραδοσιακό δίλημμα ασφάλειας δύναται να επιλυθεί μόνο μέσω των συσχετισμών ισχύος, ανάμεσα στους οποίους η αμυντική ικανότητα κατέχει τον πρωτεύοντα ρόλο.

Επιπλέον, μια σπουδαία συνιστώσα της εξωτερικής πολιτικής είναι οι διεθνείς οικονομικές σχέσεις. Τα υψηλά επίπεδα αλληλεξάρτησης της διεθνούς οικονομίας και αυτής με την πολιτική καθιστούν την καλλιέργεια και την αξιοποίηση των διεθνών οικονομικών σχέσεων αναγκαία προϋπόθεση για την ανάπτυξη και την ευημερία κάθε κράτους. Επιπροσθέτως, η οικονομική αλληλεξάρτηση μπορεί να συντελέσει στην ενίσχυση της ασφάλειας και στη διατήρηση της ειρήνης. Η άσκηση εξωτερικής πολιτικής, λοιπόν, θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις πολιτικές για την οικονομία. Στην περίπτωση της Ελλάδας ειδικά, θα πρέπει η οικονομική διπλωματία να λαμβάνει υπόψη πολιτικές που συναρτώνται του εμπορίου, των εξαγωγών, των επιχειρήσεων, της ναυτιλίας, των μεταφορών, των υποδομών, της ενέργειας, του τουρισμού.

Ένα άλλο μέχρι πρότινος περιφερειακό και τώρα κεντρικό ζήτημα στην εξωτερική πολιτική είναι το περιβάλλον. Τα ζητήματα διαχείρισης διασυνοριακών φυσικών πόρων αλλά και η σημασία που έχει και που αποδίδεται στην ασφάλεια του περιβάλλοντος διεθνώς, έχουν θέσει το περιβάλλον υψηλά στην ατζέντα της διεθνούς ασφάλειας. Ας μην ξεχνούμε ότι η υπογραφή της Συνθήκης του Κιότο αποτέλεσε σημείο τριβής στις ευρωατλαντικές σχέσεις και, επιπλέον, δεν πρέπει να λησμονούμε την έκταση των διασυνοριακών πόρων που διαθέτει η χώρα μας και τη σημασία τους.

Ακόμη, εργαλείο στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής μπορεί να είναι και ο πολιτισμός. Η δραστηριότητα της πολιτιστικής διπλωματίας εντείνεται. Τούτο έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα, μια χώρα με πλούσια πολιτιστική κληρονομιά, με σύγχρονη πολιτιστική παραγωγή και με ανάγκη προσανατολισμού της οικονομίας προς την τουριστική βιομηχανία. Επιπροσθέτως, η Ελλάδα έχει δυνατότητες να παίξει, μέσω της διασύνδεσης παιδείας και πολιτισμού, ενεργό ρόλο στο χώρο τής εκπαιδευτικής διπλωματίας, ιδιαίτερα σε τομείς στους οποίους διαθέτουμε συγκριτικά πλεονεκτήματα.

Προχωρώντας, ένα βήμα παραπέρα και βλέποντας τις επιπτώσεις της εξωτερικής πολιτικής στο εσωτερικό πεδίο θα πρέπει να δούμε ότι συνδέεται άμεσα με πολιτικές για τη μετανάστευση, τη δημόσια ασφάλεια, τη δημόσια υγεία, την κοινωνική συνοχή, αλλά και με τις πολιτικές εξελίξεις. Συνεπώς, η εξωτερική πολιτική δεν αφορά μόνο το εξωτερικό. Στις σύγχρονες κοινωνίες ένα σημαντικό μέρος ασκείται εντός των συνόρων μιας χώρας. Αυτή η ανάγκη έχει ήδη γίνει φανερή σε κοινωνίες περισσότερο πολυπολιτισμικές από την Ελληνική, όπως αυτή του Ηνωμένου Βασιλείου. Επίσης, στο εσωτερικό η εξωτερική πολιτική πέφτει συχνά θύμα του λαϊκισμού, της προπαγάνδας και της πολιτικής αντιπαράθεσης. Γι' αυτό θα πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί σε ό,τι αφορά τις προσεγγίσεις στα εθνικά θέματα.

Επιπροσθέτως, η άσκηση της εξωτερικής μας πολιτικής καθίσταται ακόμη πιο περίπλοκη λόγω της συμμετοχής μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και της αυξανόμενης σημασίας που έχουν οι Ευρωπαϊκές υποθέσεις στην καθημερινότητα μας. Η διάκριση ανάμεσα στο εξωτερικό και το εσωτερικό, στο τι είναι ζήτημα εξωτερικής πολιτικής και τι όχι, είναι πλέον δυσχερής σε πολλά από τα ευρωπαϊκά θέματα. Άλλωστε, γι' αυτό πολλά κράτη μέλη της Ένωσης διαθέτουν χαρτοφυλάκια ευρωπαϊκών υποθέσεων.

Κατά τη γνώμη μου είναι φανερή η ανάγκη για την υιοθέτηση μιας ολιστικής προσέγγισης στην εξωτερική πολιτική. Η εξωτερική πολιτική είναι από τη φύση της μια εξωστρεφής πολιτική, που απαιτεί δυναμισμό, όραμα και σχέδιο. Δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποσπασματικά. Μια τέτοια προσέγγιση θα πρέπει να εγγυάται την ασφάλεια από εξωτερικές και εσωτερικές απειλές και να παρέχει τις δυνατότητες για την ανάπτυξη και την ευημερία της χώρας. Οφείλει να διαμορφώνεται σε συνάρτηση με όλες τις άλλες πολιτικές και στο πλαίσιο μιας εθνικής στρατηγικής.

Τέλος, μια τέτοια ολιστική προσέγγιση στην εξωτερική πολιτική εισάγει και μια νέα αντίληψη για την πολιτική. Απορρίπτει την άποψη ότι η εξωτερική πολιτική είναι απλώς η πολιτική των πολιτικών. Αναδεικνύει, όμως, το ότι όλες οι πολιτικές είναι αλληλοεξαρτώμενες και η εξωτερική είναι η προς τα έξω έκφανσή τους. Τούτο μας υποχρεώνει να αναζητήσουμε και μια μορφή κυβέρνησης συγκοινωνούντων δοχείων, με όσο το δυνατόν καλύτερο συντονισμό.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:24

Πολιτικός Επιστήμων;

Πολιτικός Επιστήμων;

 

Αγγελιοφόρος, Σάββατο 29.10.2009
του Ηλία Ι. Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων


Φαντάζομαι ότι πολλοί έχουν βιώσει ή έχουν ακούσει από φίλους την εξής ιστορία: όταν παλαιότερα είχαν πετύχει να εισαχθούν στην Πάντειο ή, πιο πρόσφατα, σε κάποιο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης ή Διεθνών Σχέσεων, οι γονείς τους ρώτησαν: «και μετά, παιδί μου, τι δουλειά θα κάνεις;...»

Το τι δουλειές ή λειτουργήματα κάνουν οι απόφοιτοι των Τμημάτων Πολιτικής Επιστήμης ή Διεθνών Σχέσεων είναι πλέον γνωστό: πολιτικοί σύμβουλοι, αναλυτές, δημοσκόποι, διπλωμάτες, εκπαιδευτικοί, λογογράφοι, δημόσιοι υπάλληλοι, ερευνητές, κ.ά. Δυστυχώς, όμως, τίποτε από όλα αυτά δεν είναι κατοχυρωμένο.

Για να ισχύσει το γενικώς κατοχυρωμένο από το Σύνταγμα δικαίωμα στην εργασία πρέπει πρωτίστως να οικοδομηθεί, κατά περίπτωση, ένα στέρεο και σταθερό πλαίσιο θεσμικής θωράκισης του δικαιώματος αυτού. Την στιγμή που, στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης και στις ΗΠΑ ο πολιτικός επιστήμων διαθέτει αναγνωρισμένους φορείς εκπροσώπησης των επαγγελματικών του διεκδικήσεων, αναγνωρισμένα επαγγελματικά δικαιώματα σε χώρους όπως το Υπουργείο Εξωτερικών, το Υπουργείο Άμυνας, τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, κ.α., στην Ελλάδα επικρατεί σχεδόν το απόλυτο θεσμικό κενό. Ενώ σε άλλους επιστημονικούς χώρους, ορθώς, το αναγνωρισμένο επαγγελματικό δικαίωμα υφίσταται, στο χώρο της Πολιτικής Επιστήμης και των Διεθνών Σχέσεων, η αντιμετώπιση από τους επίσημους θεσμούς της πολιτείας είναι ετεροβαρής.

Το έλλειμμα αυτό ασφαλώς και δεν αποτελεί αποκλειστική ευθύνη της πολιτείας. Οι ευθύνες επιμερίζονται και στις δικές μας πλάτες που για χρόνια δεν έχουμε ανακινήσει το θέμα. Αλλά πλέον νομίζω ότι οι καιροί είναι ώριμοι για να ανοίξει η εν λόγω συζήτηση και στην Ελλάδα και να αποκατασταθεί μια εργασιακή αδικία δεκαετιών εις βάρος ενός χώρου που έχει προσφέρει λαμπρούς πανεπιστημιακούς, ερευνητές και πολιτικές προσωπικότητες.

Η θεραπεία των κλάδων της Πολιτικής Επιστήμης αποτελεί αναγκαιότητα για την ευημερία και την ασφάλεια του Ελληνικού κράτους, αλλά και ένα εφαλτήριο δημιουργίας και παραγωγής νέων ιδεών και απόψεων. Το αναγνωρισμένο επαγγελματικό δικαίωμα θα επιτρέψει σε νέους και σε έμπειρους επιστήμονες να αντιμετωπίσουν με μεγαλύτερη αισιοδοξία το μέλλον. Υπογραμμίζω ότι δεν πρόκειται για μια συντεχνιακή ανάγκη, αλλά για τη δικαίωση και την αναγνώριση ενός επιστημονικού κλάδου που συνδέεται άμεσα με την δημιουργία και την υποστήριξη ενός νέου πλαισίου ιδεών και θεσμών που έχει ανάγκη η χώρα.

Διεκδικούμε λοιπόν, όχι κάτι περισσότερο από αυτό που έχουν επιτύχει και κατοχυρώσει δικαίως και άλλοι επιστημονικοί χώροι: το αναγνωρισμένο επαγγελματικό δικαίωμα. Και προσδοκούμε από την πολιτεία – το κεντρικό αντικείμενο μελέτης μας - να ανταποκριθεί στη δίκαιη διεκδίκηση μας.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Ελλάδα

Το Πανεπιστήμιο και η πρόκληση της εξωστρέφειας

 

Μακεδονία, Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2009
 του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων

 

Το Ελληνικό Πανεπιστήμιο μπορεί να καταστεί ο πρώτος τη τάξει αρωγός στην προσπάθεια να πετύχουμε εθνικές επιδιώξεις σ’ ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο διεθνές σύστημα.  Η συμμετοχή και η ανάπτυξη του Ελληνικού Πανεπιστημίου στο διεθνοποιημένο περιβάλλον μπορεί να υπηρετεί συνάμα την ανάπτυξη και την πρόοδο της χώρας.  Δυστυχώς, αυτό δεν συμβαίνει, καθώς οι γνωστές παθογένειες του Ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, της γραφειοκρατίας και του τοπικισμού έχουν καταστήσει το Πανεπιστήμιο εσωστρεφές.  Για την ανατροπή αυτής της κατάστασης χρειαζόμαστε μια νέα, δυναμική στρατηγική.

Προαπαιτείται, να αποφασίσουμε ότι θα στηριχτούμε στις ωφέλειες που προκύπτουν από την παραγωγή γνώσης και την ανταλλαγή της σ’ ένα ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον και θα τις ενισχύσουμε.  Η διεθνοποίηση των σπουδών σημαίνει μεγαλύτερο ανταγωνισμό, αλλά και ευκαιρίες συνεργασίας.  Δημιουργεί συνθήκες που ευνοούν τη συνέργεια μεταξύ των ιδρυμάτων, τον συντονισμό των δυνάμεων, την κινητικότητα και τις ανταλλαγές φοιτητών και ερευνητών.  Σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον η επιβίωση και η διάκριση των Ελληνικών Πανεπιστημίων απαιτεί στρατηγική εξωστρέφειας.

Πρώτο βήμα είναι οι συνεργασίες με πανεπιστημιακά ιδρύματα, τμήματα, ερευνητικά κέντρα και ερευνητές του εξωτερικού.  Έτσι, τα Πανεπιστήμια θα έχουν τη δυνατότητα να συμμετέχουν στη διεθνοποίηση των σπουδών και να κοινωνικοποιηθούν στη διεθνή πανεπιστημιακή κοινότητα.  Μέσω αυτών των συνεργασιών μπορούν, επίσης, να επωφεληθούν από τις υποδομές και την τεχνογνωσία των συνεργατών τους και με αυτόν τον τρόπο, μέσω της κοινωνικοποίησης, του παραδείγματος, αλλά και της προσαρμογής να κάνουν ουσιαστικά βήματα για τον δικό τους εκσυγχρονισμό.

Δεύτερον, τα Πανεπιστήμια πρέπει να ανοίξουν τις πύλες τους και να ενθαρρύνουν την κινητικότητα των φοιτητών και των ερευνητών, στα πρότυπα των  προγραμμάτων κινητικότητας ερευνητών και του Erasmus, που ήδη λειτουργούν με μεγάλη επιτυχία.   Ωστόσο, περαιτέρω βήματα πρέπει να γίνουν για την αποδοχή αλλοδαπών φοιτητών και την υποδοχή ξένων ερευνητών και διδασκόντων.  Ωφέλιμη, επίσης, είναι η ενεργός συμμετοχή μας σε διεθνείς και Ευρωπαϊκές ενώσεις Πανεπιστημίων, αλλά και η οργάνωση των μελών ΔΕΠ σε αντίστοιχες επιστημονικές και επαγγελματικές ενώσεις.

Τρίτον, παρά τα προβλήματα του, το Ελληνικό Πανεπιστήμιο έχει συγκριτικά πλεονεκτήματα.  Διαθέτει αξιόλογο ανθρώπινο δυναμικό που διακρίνεται στην έρευνα εντός και εκτός συνόρων.  Θα πρέπει, επίσης, να επενδύσουμε στα  επιστημονικά αντικείμενα που συνδέονται με την Ελληνική γλώσσα, τον πολιτισμό, την ιστορία, την πολιτική, τις καλές τέχνες και την μουσική, γιατί μπορούν να αποτελέσουν πεδία διάκρισης, αλλά και πόλους έλξης, για αλλοδαπούς φοιτητές, ερευνητές και για συνεργασίες με ιδρύματα του εξωτερικού.

Ένας άλλος παράγοντας που θα πρέπει να αξιοποιήσουμε είναι η γεωγραφική μας θέση στη Βαλκανική και η σχετική υπεροχή μας συγκριτικά με τους γείτονες μας.  Θα πρέπει να εξετάσουμε τις δυνατότητες εκπαιδευτικής παρουσίας στις γειτονικές χώρες και συνεργασίας, είτε μέσω της δημιουργίας προγραμμάτων σ’ αυτές, είτε μέσω της ενθάρρυνσης φοιτητών και ερευνητών να έρθουν για σπουδές και εργασία στη χώρα μας.  Ειδικά σε τομείς όπως, π.χ., ο αρχαίος και ο βυζαντινός πολιτισμός, οι βαλκανικές σπουδές, οι ευρωπαϊκές σπουδές, και σε αντικείμενα που άπτονται κοινά ζητήματα όπως, π.χ., διαχείριση διασυνοριακών φυσικών πόρων, διοίκηση επιχειρήσεων, διεθνείς και περιφερειακές οικονομικές σχέσεις, πολιτικές κοινωνικής συνοχής, θα πρέπει να επιζητήσουμε την από κοινού προσέγγιση, ανταλλαγή απόψεων και παραγωγή γνώσης.  Τέτοιες μορφές συνεργασίας δεν ενισχύουν μόνο το ρόλο της χώρας μας στην περιοχή, αλλά ευνοούν την ειρηνική συνύπαρξη και τη συνολική ανάπτυξη.

Ένα άλλο συγκριτικό πλεονέκτημα εκτός συνόρων είναι η παρουσία Ελληνικού ακαδημαϊκού δυναμικού στα Πανεπιστήμια του εξωτερικού.  Πολλοί Έλληνες συνάδελφοι μας διακρίνονται σε πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα στην Ευρώπη, στις ΗΠΑ και αλλού.  Αυτό το ανθρώπινο κεφάλαιο θα πρέπει να καταγραφεί και να αξιοποιηθεί με πρωτοβουλία του Υπουργείου Παιδείας ή των Ελληνικών Πανεπιστημίων.  Προς αυτήν την κατεύθυνση θα ήταν ωφέλιμη η δημιουργία ενός δικτύου Ελλήνων ακαδημαϊκών, το οποίο θα μπορούσε να αναλάβει πολλαπλό ρόλο εντός και εκτός συνόρων με στόχο την ενίσχυση της παιδείας και της έρευνας στη χώρα μας, αλλά και την παρουσία και την προβολή μας στο εξωτερικό  .

Από τα παραπάνω καθίσταται φανερό ότι η ενεργός συμμετοχή στο περιβάλλον διεθνοποίησης των σπουδών συμβάλλει στην παραγωγή γνώσης, στην απόκτηση τεχνογνωσίας, στην ενίσχυση της έρευνας, στον εκσυγχρονισμό των Πανεπιστημίων και, τελικά, στην ανάπτυξη και την προβολή της χώρας μας, με άμεσα οικονομικά και πολιτικά οφέλη.  Εξυπηρετεί, όμως, και έναν άλλον σκοπό.  Δημιουργεί επιπλέον, μέσω των εκπαιδευτικών συνεργασιών, προϋποθέσεις για πολιτιστική διπλωματία. Έτσι, βελτιώνει τις δυνατότητες της χώρας μας συνολικά.

Βεβαίως όλα αυτά απαιτούν μακροπρόθεσμη στρατηγική για την ανώτατη εκπαίδευση.  Πρέπει να είμαστε αξιόπιστοι και ανταγωνιστικοί εταίροι υπηρετώντας το διεθνές περιβάλλον παραγωγής γνώσης, αλλά και τη χώρα μας.  Για αυτό δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι χρειαζόμαστε πρώτον σταθερή εθνική στρατηγική για την παιδεία, δεύτερον, περισσότερους πόρους και, τρίτον, ένα ισχυρό θεσμικό πλαίσιο που αφήνει περιθώρια ανάπτυξης και ευελιξίας για την ενίσχυση της εξωστρέφειας και την επιτυχημένη διεθνοποίηση.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Παιδεία

Το Ελληνικό Πανεπιστήμιο στο Διεθνή Εκπαιδευτικό Χάρτη: προκλήσεις της διεθνοποίησης και πολιτιστική διπλωματία

 

Το Έθνος, Κυριακή 13.09.2009, Οδηγός Εκπαίδευσης 2009, Ειδικές Εκδόσεις, σ. 59.


Το Ελληνικό Πανεπιστήμιο καλείται να ανταποκριθεί στην πρόκληση της διεθνοποίησης των σπουδών και να αναζητήσει μια θέση στο διεθνή εκπαιδευτικό χάρτη. Οι γνωστές σε όλους μας παθογένειες του Ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, της γραφειοκρατίας και του τοπικισμού κατέστησαν το ελληνικό πανεπιστήμιο εσωστρεφές, σε μια εποχή που η εξωστρέφεια είναι ζητούμενο μέσο και σκοπός, προαπαιτούμενη ιδιότητα για την ανάπτυξη κάθε οργανισμού. Η διεθνοποίηση των σπουδών σημαίνει μεγαλύτερο ανταγωνισμό, αλλά και ευκαιρίες συνεργασίας. Δημιουργεί συνθήκες αλληλεπίδρασης που ευνοούν τη συνέργεια μεταξύ των ιδρυμάτων, τον συντονισμό των δυνάμεων, την κινητικότητα και τις ανταλλαγές φοιτητών και ερευνητών. Η επιβίωση και η διάκριση των Ελληνικών πανεπιστημίων σ' αυτό το περιβάλλον απαιτεί εξωστρέφεια και στρατηγική.

Πρώτον, τα Πανεπιστήμια είναι απαραίτητο να επενδύσουν σε συνεργασίες με πανεπιστημιακά ιδρύματα, τμήματα, ερευνητικά κέντρα και ερευνητές του εξωτερικού, προκειμένου να συμμετέχουν στη διεθνοποίηση των σπουδών και να κοινωνικοποιηθούν στη διεθνή πανεπιστημιακή κοινότητα. Μπορούν επίσης να επωφεληθούν από τις υποδομές και την τεχνογνωσία των συνεργατών τους και με αυτόν τον τρόπο μέσω της κοινωνικοποίησης, του παραδείγματος, αλλά και της προσαρμογής να κάνουν ουσιαστικά βήματα για τον δικό τους εκσυγχρονισμό.

Δεύτερον, τα Πανεπιστήμια πρέπει να ανοίξουν τις πύλες τους και να ενθαρρύνουν την κινητικότητα των φοιτητών και των ερευνητών, στα πρότυπα των προγραμμάτων κινητικότητας ερευνητών και του Erasmus, που ήδη λειτουργούν με μεγάλη επιτυχία. Ωστόσο, περαιτέρω βήματα πρέπει να γίνουν για την αποδοχή αλλοδαπών φοιτητών και την υποδοχή ξένων ερευνητών και διδασκόντων.

Ένα τρίτο βήμα είναι η ενεργός συμμετοχή μας σε Διεθνείς και Ευρωπαϊκές Ενώσεις Πανεπιστημίων, αλλά και η οργάνωση σε αντίστοιχες επαγγελματικές ενώσεις.

Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι παρά τα προβλήματα του το ελληνικό πανεπιστήμιο διαθέτει συγκριτικά πλεονεκτήματα. Εκτός από το αξιόλογο ανθρώπινο δυναμικό που διακρίνεται στην έρευνα εντός και εκτός συνόρων, τα επιστημονικά αντικείμενα που συνδέονται με την ελληνική γλώσσα, τον πολιτισμό, την ιστορία, την πολιτική, τις καλές τέχνες και τη μουσική, μπορούν να αποτελέσουν πόλους έλξης για αλλοδαπούς φοιτητές, ερευνητές και για συνεργασίες με ξένα ιδρύματα.

Ένας άλλος παράγοντας που πρέπει να λάβουμε υπόψη μας είναι η θέση μας είναι η γεωγραφική μας θέση στη βαλκανική και η σχετική υπεροχή μας συγκριτικά με τους γείτονες μας. Θα πρέπει να εξετάσουμε τις δυνατότητες εκπαιδευτικής διείσδυσης στις γειτονικές χώρες είτε μέσω της δημιουργίας προγραμμάτων σ' αυτές είτε μέσω της ενθάρρυνσης φοιτητών και ερευνητών να έρθουν για σπουδές και εργασία στη χώρα μας. Ειδικά σε τομείς όπως, π.χ., ο αρχαίος και ο βυζαντινός πολιτισμός, οι βαλκανικές σπουδές, οι ευρωπαϊκές σπουδές, και σε αντικείμενα που άπτονται κοινά ζητήματα όπως πχ διαχείριση διασυνοριακών φυσικών πόρων, διεθνείς και περιφερειακές οικονομικές σχέσεις, πολιτικές κοινωνικής συνοχής θα πρέπει να επιζητήσουμε την από κοινού προσέγγιση, ανταλλαγή απόψεων και παραγωγή γνώσης.

Ένα άλλο συγκριτικό πλεονέκτημα είναι η παρουσία δυναμικού ελληνικού ακαδημαϊκού δυναμικού στα πανεπιστήμια του εξωτερικού. Πολλοί Έλληνες συνάδελφοι μας διακρίνονται σε πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα στην Ευρώπη, στις ΗΠΑ και αλλού. Αυτό το ανθρώπινο κεφάλαιο θα πρέπει να καταγραφεί και να αξιοποιηθεί, ίσως μέσω της δημιουργίας ενός δικτύου Ελλήνων ακαδημαϊκών.

Η ενεργός συμμετοχή στο περιβάλλον διεθνοποίησης των σπουδών συμβάλλει στην παραγωγή γνώσης, στην απόκτηση τεχνογνωσίας, στην ενίσχυση της έρευνας, στον εκσυγχρονισμό των πανεπιστημίων και τελικά στη βελτίωση της θέσης της χώρας μας στον διεθνή εκπαιδευτικό χάρτη.

Εξυπηρετεί, όμως, και έναν άλλον σκοπό. Δημιουργεί συνθήκες για πολιτιστική διπλωματία μέσω ενός είδους εκπαιδευτικής διπλωματίας.

Βεβαίως όλα αυτά απαιτούν σταθερότητα, διαφάνεια και μακροπρόθεσμη στρατηγική για την ανώτατη εκπαίδευση. Πρέπει να είμαστε αξιόπιστοι εταίροι υπηρετώντας το διεθνές περιβάλλον παραγωγής γνώσης, αλλά και τη χώρα μας. Για αυτό δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι χρειαζόμαστε ένα ισχυρό θεσμικό πλαίσιο που αφήνει περιθώρια ανάπτυξης και ευελιξίας είναι απαραίτητο για την ενίσχυση της εξωστρέφειας και την επιτυχημένη διεθνοποίηση.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Παιδεία
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:23

Προτεραιότητα η Παιδεία

Προτεραιότητα η Παιδεία

 

Μακεδονία, Σάββατο 26.09.2009, σελ. 8
του Ηλία Ι. Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων


Στην τρέχουσα εκλογική αναμέτρηση η οικονομία βρίσκεται στο επίκεντρο της πολιτικής.  Χωρίς αμφιβολία τα δημοσιονομικά προβλήματα της χώρας και οι διαρθρωτικές αλλαγές είναι εκ των ων ουκ άνευ προτεραιότητες, απ’ όποια θέση και αν βλέπει κάποιος το πολιτικό σκηνικό.  Ωστόσο, σημαντικό ρόλο παίζει και η νοοτροπία, τόσο των πολιτικών όσο και των πολιτών.  Κατά τη γνώμη μου λίγα είναι αυτά που μπορούν να αλλάξουν, αν δεν αλλάξουμε νοοτροπία.

Σε αυτό το πλαίσιο, όσοι υπηρετούμε την ανώτατη εκπαίδευση και την παιδεία γενικότερα έχουμε βαρύτατη ευθύνη, καθώς η ενδεδειγμένη συνταγή προτάσσει το εξής σχήμα: άλλη παιδεία, άλλη νοοτροπία.  Το σκεπτικό, πίσω από την εν λόγω πρόταση, είναι ότι μέσω της παιδείας μπορούμε να αλλάξουμε την κοινωνία, μέσω της κοινωνίας την νοοτροπία και μέσω της νοοτροπίας την πολιτική.  Τώρα που έχει ήδη κλείσει ο κύκλος της μεταπολίτευσης και γίνεται φανερό ότι το πολιτικό σύστημα, οι δομές και τα κόμματα που ευδοκίμησαν τα τελευταία τριανταπέντε χρόνια χρήζουν ανανέωσης, είναι ανάγκη να επενδύσουμε στην παιδεία, ως το μόνο θεσμό που μακροπρόθεσμα μπορεί να μας βγάλει από την κρίση.

Μόνο μέσα από την παιδεία μπορούμε να δημιουργήσουμε κοινωνικό κεφάλαιο και να καλλιεργήσουμε το πνεύμα μιας υπεύθυνης, δυναμικής και παρεμβατικής κοινωνίας πολιτών που θα μπορεί να παίζει κομβικό ρόλο στις κοινές υποθέσεις, που θα μπορεί να διαδραματίζει το ρόλο της με ωριμότητα, χωρίς να εγκλωβίζεται σε μικροσυμφέροντα και χωρίς να αποτελεί φέουδο, δεκανίκι, ή δικαιολογία για κανέναν πολιτικό φορέα.

Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι, στη βάση μιας Εγελιανής προσέγγισης, είμαστε ελεύθεροι και ανεξάρτητοι μόνο μέσα στην κοινωνία.  Αυτό δεν σημαίνει ότι τα άτομα παραδίδουν την ανεξαρτησία τους στο σύνολο.  Αλλά, ότι όλα τα οφέλη που έχουμε απορρέουν από την ίδια την κοινωνία.  Εξαρτόμαστε από αυτήν για αγαθά και απαραίτητες σχέσεις που θα μας οδηγήσουν και θα διασφαλίσουν την ανεξαρτησία μας, την ελευθερία μας.  Επιπλέον, οφείλω να υπογραμμίσω ότι ακόμη και αν η αποτελεσματικότητα είναι υπόθεση του κράτους, αφού αυτό διαθέτει και το συγκριτικό πλεονέκτημα της ισχύος, η διεκδίκησή της, όπως και η εξασφάλιση συνθηκών κοινωνικής δικαιοσύνης είναι υπόθεση της κοινωνίας.  Συνεπώς, όσο πιο κριτικό πνεύμα, όσο πιο δυναμικό χαρακτήρα διαθέτει η κοινωνία και όσο πιο προσανατολισμένη στο δρόμο της ευημερίας, είναι τόσο πιο πιθανό να γνωρίζει και να μπορεί να διεκδικεί όσα έχει ανάγκη και όσα  είναι απαραίτητο να γίνουν.  Έτσι, γίνεται αντιληπτό ότι ακόμη και στην επικρατούσα συζήτηση για την οικονομία, η ανταπόκριση των πολιτών είναι ζήτημα νοοτροπίας και, συνεπώς, παιδείας – κάτι που μας οδηγεί πίσω στο σχήμα που προανέφερα.  Η παιδεία είναι προτεραιότητα.

Η έκταση όσων πρέπει να γίνουν, για να αναβαθμίσουμε το ρόλο της παιδείας και να επανεξετάσουμε τους στόχους του εκπαιδευτικού συστήματος, ξεπερνά τα όρια αυτού του άρθρου.  Η ανάγκη, όμως, να ιεραρχηθεί η παιδεία ως θεσμός και όχι ως εξεταστικό σύστημα  ψηλά στην πολιτική ατζέντα είναι πιο φανερή και πιο αναγκαία από ποτέ.  Η παιδεία είναι ο μόνος θεσμός που μπορεί να φέρει την επανεκκίνηση που τόσο χρειαζόμαστε σε πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Παιδεία
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:22

Επιζητούμε μια ανάσα για τους φοιτητές

424: Επιζητούμε μια ανάσα για τους φοιτητές  

 

Έθνος της Κυριακής, 06.09.2009, σ. 65.
του Ηλία Ι. Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων


Η υπόθεση των κτιριακών εγκαταστάσεων του πρώην «424 Γενικού Στρατιωτικού Νοσοκομείου Εκπαιδεύσεως» έχει καταλήξει σε μία κατάσταση που όλοι – το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, οι Ένοπλες Δυνάμεις, το κοινωνικό σύνολο - χάνουν.

Η καλή λειτουργία και ανάπτυξη του Πανεπιστημίου Μακεδονίας εξαρτάται άμεσα από την παραχώρηση των εγκαταστάσεων του 424, το οποίο διαδοχικές ηγεσίες τού Υπουργείου Άμυνας – ΠΑΣΟΚ και ΝΔ - μας έχουν υποσχεθεί.  Η έλλειψη χώρων στο Πανεπιστήμιο καθίσταται πλέον αφόρητη.  Καθημερινά ταλαιπωρούνται εκατοντάδες εργαζόμενοι και χιλιάδες φοιτητές.

Οι υπάρχουσες κτιριακές εγκαταστάσεις σχεδιάστηκαν για τις ανάγκες τού Πανεπιστημίου στις αρχές του 1990.  Τότε το Πανεπιστήμιο είχε μόλις 5 Τμήματα.  Όμως, η μεγάλη αύξηση των εισακτέων από το 1998 και η θεαματική ανάπτυξη με τη λειτουργία στο ίδιο κτίριο 8 Τμημάτων, 11 μεταπτυχιακών, δεκάδων σεμιναρίων, και την παροχή σύγχρονων υπηρεσιών προς τους φοιτητές, αναπόφευκτα συνοδεύτηκε και από έλλειψη χώρων.

Διαχρονικά, προσπαθήσαμε να αντιμετωπίσουμε το ζήτημα με όποια μέτρα μπορούσαμε να λάβουμε.  Πιστέψαμε ότι η πολιτεία θα τηρήσει τα υπεσχημένα, παραχωρώντας τους χώρους του 424, μετά την μεταστέγασή του στις νέες εγκαταστάσεις.  Κάτι τέτοιο, όμως, δεν έγινε, με αποτέλεσμα το Πανεπιστήμιο σήμερα όχι μόνο να μη λειτουργεί όπως θα έπρεπε, αλλά και να εμποδίζεται η ανάπτυξή του, αφού δεν υπάρχουν χώροι να στεγάσουν τα ερευνητικά κέντρα που υφίστανται και τα νέα που είναι σχεδόν έτοιμα.

Δεν μετρά, όμως, μόνο το Πανεπιστήμιο απώλειες.  Ο Στρατός απορρίπτει μια επωφελή συμφωνία.  Έχουμε προτείνει μια αμοιβαία ωφέλιμη λύση, σύμφωνα με την οποία η παραχώρηση του κτιρίου να πραγματοποιηθεί με ανταποδοτικά οφέλη.  Αυτά περιλαμβάνουν τις μελέτες και τη συντήρηση όλου του κτιρίου, την αποδοχή φοιτητών τής ΣΣΑΣ στο Μακεδονίας, την παροχή εκπαιδευτικών προγραμμάτων σε στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων.  Με την εξεύρεση μίας τέτοιας «αμοιβαία επωφελούς λύσης» έχει συμφωνήσει από τον περασμένο Σεπτέμβριο και το Υπουργείο Άμυνας, με γραπτή δήλωση του Υφυπουργού κ. Τασούλα.  Ωστόσο, καμία περαιτέρω εξέλιξη δεν έχει σημειωθεί από την πλευρά του Υπουργείου, παρά τις αδιάκοπες προσπάθειες μας.

Από την μη αξιοποίηση του κτιρίου, αναπόφευκτα χάνουμε και οι κάτοικοι της Θεσσαλονίκης.  Η μη ανάπτυξη των δραστηριοτήτων του Πανεπιστημίου συνεπάγεται τεράστιες απώλειες πνευματικών και υλικών πόρων για την πόλη.

Επιπλέον, η εγκατάλειψη του κτιρίου επισείει κινδύνους για την ασφάλεια όλων.  Σε κάθε περίπτωση, λόγω της γειτνίασης, θα θέλαμε να επιστήσουμε την προσοχή όλων των αρμοδίων φορέων τόσο σε ζητήματα που ενδέχεται να προκύψουν από την κατάσταση των εγκαταστάσεων σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης, όσο και σε απειλές για τη δημόσια τάξη που μπορεί να συνοδεύσουν την εγκατάλειψή του.

Ως Πανεπιστήμιο Μακεδονίας θα συνεχίσουμε να διεκδικούμε τις εγκαταστάσεις τού πρώην 424 γιατί ασφυκτιούμε και γιατί πιστεύουμε ότι η παραχώρησή του στο Πανεπιστήμιο είναι προς όφελος όλων.  Αν για κάποιους το 424 είναι υπόθεση συντεχνιακού πατριωτισμού και εκλογικών υπολογισμών κόστους, τότε δεν αντιλαμβάνονται ούτε τι είναι πατριωτισμός ούτε το μέγεθος του κόστους.  Αντίθετα, για εμάς είναι μια ευκαιρία να πράξουμε το καθήκον μας απέναντι στους φοιτητές μας, στην κοινωνία, στην πόλη, συνδέοντας ένα ιστορικό κτίριο με τους αγαθούς σκοπούς ενός υποδειγματικού ανώτατου εκπαιδευτικού Ιδρύματος, που είναι η εκπαίδευση των νέων, η έρευνα και η ορθολογική ανάπτυξη προς όφελος όλων.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Πανεπιστήμιο Μακεδονίας
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:21

Εκπαίδευση και ανάπτυξη στη Θεσσαλονίκη

Συνέντευξη: εκπαίδευση και ανάπτυξη στη Θεσσαλονίκη

 

Ναυτεμπορική, Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου 2009

 

Το θεσμικό πλαίσιο είναι ασφαλώς σημαντικό για κάθε δράση. Όμως, πουθενά στον κόσμο το θεσμικό πλαίσιο, από μόνο του, δεν προσφέρει τη λύση. Τούτο ισχύει ακόμη περισσότερο για την ανάπτυξη της επιστήμης, της έρευνας, καθώς και τη διασύνδεση εκπαίδευσης και επιχειρήσεων. Ως προς το τελευταίο, η αίσθηση που έχω για την κρατούσα κατάσταση στον τόπο μας είναι ότι τα δύο μέρη, εκπαιδευτικοί – ερευνητικοί φορείς και επιχειρήσεις βρίσκονται σε μία φάση, θα έλεγα, αυτάρεσκης απομόνωσης. Στον κόσμο των επιχειρήσεων υπάρχει η εσφαλμένη άποψη ότι στο χώρο της εκπαίδευσης δεν παράγεται γνώση, δεν γίνεται έργο, και, αντίστοιχα, στον κόσμο της εκπαίδευσης ότι οι επιχειρήσεις ή απλώς θέλουν να εκμεταλλευτούν τη δουλειά τους ή δεν είναι ικανές να την αναδείξουν ή, ακόμη, ότι δεν υπάρχει λόγος να κάνουμε εφαρμοσμένη έρευνα από την οποία που θα κερδίσουν οι ιδιώτες. Αντιλαμβάνεσθε ότι τέτοιου είδους απόψεις και οπισθοδρομικές είναι και αντιπαραγωγικές. Θεωρώ λοιπόν, ότι η κάθε πλευρά πρέπει να κάνει καλά τη δουλειά της και, κυρίως, να δημιουργηθεί μία νοοτροπία αμοιβαία επωφελούς συνεργασίας. Σε ότι αφορά εμάς, τα Πανεπιστήμια, οφείλουμε να παρακολουθούμε τις διεθνείς εξελίξεις, να ενημερώνουμε τα προγράμματα σπουδών και να κάνουμε πρωτογενή έρευνα διεθνούς επιπέδου. Επιστρέφοντας στην αρχή της ερώτησής σας, θα έπρεπε να δοθεί η δυνατότητα στα Πανεπιστήμια – όχι τόσο από πλευράς θεσμικού πλαισίου όσο από πλευράς κρατικής γραφειοκρατίας – να κινηθούν τα ίδια προς την κατεύθυνση της αξιοποίησης των ερευνητικών τους επιτευγμάτων. Τέλος, να υπογραμμίσω, ότι το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας δεν έχει πρόβλημα νοοτροπίας στη σχέση του με τις επιχειρήσεις, αφού, θυμίζω, στη δημιουργία του συνέβαλε ο κόσμος της οικονομίας.

Ως πολίτης πιστεύω στη μεγάλη σημασία των υποδομών και στη χάραξη στρατηγικής εκ μέρους των συλλογικών φορέων. Νομίζω, ότι για τη συμβολή των υποδομών στην ανάπτυξη ενός τόπου δεν υπάρχει καλύτερο παράδειγμα, σχετικό με Θεσσαλονίκη και τη Βόρεια Ελλάδα, από την ολοκλήρωση της Εγνατίας Οδού. Όμως αυτού του είδους τις υποδομές έπρεπε να τις είχαμε ολοκληρώσει πολύ καιρό πριν και τώρα, όπως, ευτυχώς, φαίνεται ότι υπάρχει μία κινητικότητα, θα πρέπει να στραφούμε προς την ανάπτυξη των υποδομών πληροφορικής. Ασφαλώς δεν πρέπει να αγνοήσουμε την ολοκλήρωση και βελτίωση των υποδομών, όπως μετρό, αεροδρόμιο, κλπ., ή τη δημιουργία της Ζώνης Καινοτομίας. Δεν πρέπει επίσης να αγνοούμε ή να μην χρησιμοποιούμε υφιστάμενες τεχνολογικές δυνατότητες που διαθέτει η χώρα μας. Νομίζω ότι το παράδειγμα που θα δώσω το αποδεικνύει: πολύ λίγοι γνωρίζουν ότι η Ελλάδα διαθέτει έναν δορυφόρο και ακόμη λιγότεροι χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες του.

Σε ό,τι φορά τους συλλογικούς φορείς της πόλης και της Βόρειας Ελλάδας, θα πρέπει να αποφασίσουν τι είδους ανάπτυξη θέλουν, ποιος είναι ο στόχος και πως θα τον πετύχουν. Θα πρέπει όλοι να συνειδητοποιήσουν ότι τα πράγματα αλλάζουν διαρκώς, ότι, για παράδειγμα, η Βουλγαρία και η Ρουμανία είναι κράτη μέλη της Ε.Ε. και ότι ο διεθνής περίγυρος και κατάσταση δεν είναι ο ίδιος με αυτόν πριν 15 χρόνια.

Το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας έχει στρατηγική για την ανάπτυξή του και τη διεθνοποίηση των σπουδών. Να σας πω εν συντομία τι έχει γίνει. Πρώτον, έχουν διπλασιασθεί τα προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών, που τώρα είναι περισσότερα από τον αριθμό των προπτυχιακών του Τμημάτων, 12 έναντι 10, και συνεχίζουμε. Μάλιστα μεταξύ αυτών, υπάρχει και πρόγραμμα στα Αγγλικά που έχει προσελκύσει φοιτητές από τις γειτονικές χώρες. Μπορώ να πώ ότι έχουμε περισσότερους ξένους φοιτητές απ'ότι το Διεθνές Πανεπιστήμιο. Δεύτερον, έχουμε εισάγει τη διδασκαλία δύο περίπου ανά εξάμηνο μαθημάτων επιλογής στα Αγγλικά ή Γαλλικά, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένας μεγάλος αριθμός μαθημάτων τα οποία μπορούν να παρακολουθούν οι φοιτητές του Erasmus. Τούτο έχει ήδη αποδώσει, καθώς καταγράφηκε ήδη αύξηση των ξένων φοιτητών που έρχονται στο Πανεπιστήμιο και στην πόλη μας. Τρίτον, από ιδίους πόρους, έχουμε αυξήσει τα κονδύλια για ερευνητικά προγράμματα και θεσπίσαμε βραβεία επιστημονικών δημοσιεύσεων σε περιοδικά διεθνούς κύρους. Τέταρτον, έχουμε ήδη προωθήσει και διαρκώς επιταχύνουμε τη δημιουργία ερευνητικών εργαστηρίων. Πέμπτον, επιδιώκουμε τη δημιουργία μεταπτυχιακών προγραμμάτων στο εγγύς εξωτερικό.

Τα σχέδιά μας όμως, δυστυχώς προσκρούουν στην έλλειψη εγκαταστάσεων και, κυρίως, στη στάση τμημάτων του κρατικού μηχανισμού. Το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας έχει ως μακροπρόθεσμο στόχο τη μετεγκατάσταση τμημάτων του στο Δήμο Θερμαϊκού και πολύ σύντομα θα προχωρήσουμε σε μελέτες, αφού μέσα από το τετραετή προγραμματισμό του, εγκρίθηκαν οι δημόσιες επενδύσεις. Όμως, βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα, το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας δεν έχει τη δυνατότητα, αφενός να παρέχει την ίδια ποιότητα λειτουργίας προς τους φοιτητές του και τους εργαζόμενους, αφετέρου δεν μπορεί να αναπτύξει τη βασική και την εφαρμοσμένη έρευνα που μπορεί.

Εδώ και δεκατρία περίπου χρόνια η Πολιτεία έχει υποσχεθεί να παραχωρήσει τις εγκαταστάσεις του γειτονικού πρώην «424 Γενικού Στρατιωτικού Νοσοκομείου Εκπαίδευσης» και αυτό δεν υλοποιείται. Από την κατάσταση αυτή όλοι χάνουν. Το Πανεπιστήμιο γιατί δεν αναπτύσσεται, οι Ένοπλες Δυνάμεις γιατί δεν καρπώνονται τα ανταποδοτικά οφέλη που προσφέρουμε, η πόλη και η χώρα – το κοινωνικό σύνολο, δηλαδή – διότι δεν απολαμβάνουν τα οφέλη της επιστημονικής ανάπτυξης ενός Πανεπιστημίου. Είναι απίθανο αυτό που συμβαίνει: σε μία εποχή που επιζητούμε την επιστημονική και, γενικότερα, την ανάπτυξη, οι δυνατότητες ήδη υφίστανται και δεν τις εκμεταλλευόμαστε. Τι θέλει να κάνει το Πανεπιστήμιο στις εγκαταστάσεις αυτές; Αφενός να τις διασώσει, διότι κινδυνεύουν από το χρόνο, αφετέρου να τις χρησιμοποιήσει για διδακτική (κυρίως μεταπτυχιακά) και ερευνητική δραστηριότητα.

Τι σημαίνει το τελευταίο; Ήδη έχουν θεσμοθετηθεί και άλλα ολοκληρώνονται εργαστήρια, και κέντρα έρευνας, τα οποία δεν έχουμε που να τα βάλουμε. Συγκεκριμένα: 1. Κέντρο έρευνας και εφαρμογών για τα άτομα με αναπηρία, 2. Κέντρο πολιτικής για την τεχνολογία και την ανάπτυξη, 3. Κέντρο μελέτης του εγκεφάλου και μαθησιακών προβλημάτων, 4. Κέντρο μελετών έρευνας, 5. Οικονομικό παρατηρητήριο και 6. Κέντρο μελέτης και εφαρμογών για το περιβάλλον. Αν αυτά δεν είναι πραγματική ερευνητική δραστηριότητα, αν δεν είναι σχέδια που συμβάλλουν στην ανάπτυξη, τότε τι είναι;

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Παιδεία
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:21

Ε.Ε: Ισχύς και αδυναμίες

Ε.Ε: Ισχύς και αδυναμίες

 
Απογευματινή, 11.05.2009, σ. 10
 του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων


Μεταξύ αυτών που ασχολούνται με τα Ευρωπαϊκά τίθενται συχνά δύο ζητήματα.  Το πρώτο αφορά το τι είδους δύναμη είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.).  Το δεύτερο αν όντως η Ε.Ε. διαθέτει ισχύ στη διεθνή αρένα και, κυρίως, στον τομέα της ασφάλειας, αφού στον τομέα της οικονομίας, ακόμη και σήμερα, η ισχύς της Ένωσης δεν αμφισβητείται.

Η σύγχυση ως προς τη φύση και την ισχύ της Ένωσης προέρχεται από το γεγονός ότι αυτή αποτελεί ένα άνευ προηγουμένου, μη παραδοσιακό, μόρφωμα.  Έτσι, συχνά, οι προσδοκίες πολιτών και πολιτικών υπερβαίνουν τις δυνατότητες της Ένωσης.  Ως εκ τούτου, η Ένωση χρεώνεται με σφάλματα, αδυναμίες και κριτική, που είναι ιδιαίτερα οξεία στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής και της ασφάλειας.  Ειδικά δε σε περιόδους διεθνών κρίσεων, όπως της Γιουγκοσλαβίας, του Ιράκ ή, προσφάτως, της Γεωργίας, παρατηρείται αύξηση των πιέσεων για δράση από πλευράς της Ε.Ε.

Θεωρώ ότι πρέπει να τοποθετήσουμε αυτές τις προσδοκίες σε ένα ρεαλιστικό πλαίσιο.  Καθώς πλησιάζουμε και προς τις ευρωεκλογές, είναι καλό οι πολίτες να γνωρίζουν τι θα μπορούσαν να περιμένουν από την Ένωση.

Η Ε.Ε. αναδείχτηκε ως μία πολιτική δύναμη που πέτυχε μια μακροχρόνια περίοδο ειρήνης στη δυτική Ευρώπη.  Αποδείχτηκε ότι μπορεί να είναι φορέας μετασχηματισμού, συμβάλλοντας στον εκδημοκρατισμό ενός σημαντικού αριθμού κρατών στην νότια και την ανατολική Ευρώπη.  Συνεισφέρει μέσω των πολιτικών της στην ανάπτυξη, την προστασία του περιβάλλοντος, στη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια και είναι η πρώτη δύναμη στην παροχή ανθρωπιστικής και αναπτυξιακής βοήθειας.  Δεν πρέπει να υποτιμούμε αυτές τις δράσεις.  Ούτε όμως και να τις υπερτιμούμε.

Στη διεθνή σκηνή, μετά την εκλογή Ομπάμα, οι προοπτικές για μία δύναμη σαν την Ένωση φάνηκαν πιο ευοίωνες.  Θέματα προτεραιότητας για τους Ευρωπαίους, όπως το περιβάλλον και η καταπολέμηση της φτώχειας, αναπόφευκτα θα τεθούν ψηλά στην ευρωατλαντική ατζέντα.  Ωστόσο, πολύ περισσότερα θα κριθούν γύρω από τη Μέση Ανατολή, τον «πόλεμο» ενάντια στην τρομοκρατία, τις πολιτικές για την ενέργεια, την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης, τις σχέσεις με τη Ρωσία, το ενδεχόμενο μίας διεύρυνσης.  Δυστυχώς, σε αυτά τα θέματα, οι Ευρωπαίοι δεν έχουν κοινές θέσεις.  Η αντιμετώπιση του πολέμου στο Ιράκ ή στη Γεωργία, το όχι των Ιρλανδών στη Συνθήκη τής Λισαβόνας, τα πεπραγμένα της πρόσφατης προεδρίας των Τσέχων, εκπέμπουν σήματα κινδύνου για την ήδη τρωμένη συνοχή της Ένωσης.

Είναι βέβαιο ότι όσο η Ένωση και οι πολιτικές της θα διευρύνονται χωρίς εμβάθυνση, τόσο θα αποκαλύπτονται οι εγγενείς αδυναμίες της και τόσο πιο σοβαρές θα αποδεικνύονται.  Η μέχρι σήμερα ιστορία της Ένωσης δείχνει ότι εξελίσσεται μέσα από τις αποτυχίες της.  Για αυτό και αδυνατούμε να προβλέψουμε το μέλλον.  Μπορούμε, όμως, με σιγουριά να πούμε ότι η Ένωση αποτελεί μια δύναμη, αλλά με πιο περιορισμένη εμβέλεια από όσο κάποιοι θα επιθυμούσαμε.

Σ’ αυτό το πλαίσιο για τη χώρα μας, η ανάγκη για εξευρωπαϊσμό, η κατάσταση στα Δυτικά Βαλκάνια, οι σχέσεις με την Τουρκία και την ΠΓΔΜ, οι ανάγκες συλλογικής αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης, αποδεικνύουν ότι  χρειαζόμαστε μια ισχυρή Ένωση και μια δυναμική, δραστήρια Ελλάδα σ’ αυτήν.  Η υποστήριξη από την Ένωση μπορεί να μην έχει πάντα την ένταση ή τον χαρακτήρα που θα επιθυμούσαμε, αλλά μας είναι απαραίτητη.  Αυτό θα πρέπει να το έχουμε στο μυαλό μας προσερχόμενοι στις κάλπες σε περίπου ένα μήνα και αναλόγως να κρίνουμε.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Σελίδα 7 από 10
You are here Διδασκαλία Προβολή άρθρων ανα tag: Ηλίας Κουσκουβέλης