Thursday, Apr 25th

Last update12:36:22 PM GMT

Προβολή άρθρων ανα tag: Ηλίας Κουσκουβέλης
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:20

Η Ένωση της Ευρώπης

Η Ένωση της Ευρώπης

 

Αγγελιοφόρος, 09.05.2009, σ. 4
του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων

 

Η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί έναν sui generis θεσμό, ένα υπερεθνικό μόρφωμα, που συνδυάζει το εθνικό συμφέρον και τον μόνιμο ανταγωνισμό με τα αμοιβαία κέρδη, έχοντας το έθνος κράτος στο επίκεντρο του.

Η Ένωση εγκαθίδρυσε σταδιακά την ειρήνη, τη σταθερότητα, την ασφάλεια, τη συνεργασία και την ευημερία, εκεί όπου κυριαρχούσε ο πόλεμος, η βία, η καχυποψία, η αστάθεια, η καταπίεση.  Προώθησε τον εκδημοκρατισμό και τον εκσυγχρονισμό από την Μεσόγειο μέχρι την Βαλτική.  Μέσα από τις διαδοχικές διευρύνσεις μεγάλωσε πληθυσμιακά και γεωγραφικά.  Έγινε πιο πλούσια πολιτισμικά. Η Ευρωπαϊκή Ένωση των 27 αποτελεί πλέον μια παγκόσμια δύναμη στο οικονομικό πεδίο, αλλά και ένα δραστήριο παίκτη στο πολιτικό.

Οι ευρωπαίοι πολίτες έχουμε εξασφαλίσει μια σειρά από ελευθερίες και επωφελούμαστε από τις κοινές πολιτικές.  Η Ένωση ως οικονομική, πολιτική και ηθική δύναμη έχει αλλάξει την καθημερινότητά μας.  Λειτουργεί συμπληρωματικά προς τα κράτη μέλη της και, συγχρόνως, είναι κάτι παραπάνω από το σύνολο των μερών της, διαθέτοντας πολλαπλασιαστική δύναμη.  Ωστόσο, η διαχείριση και η αξιοποίηση αυτής της δύναμης διαφέρει από κράτος σε κράτος.  Η πρόοδος της διαδικασίας του εξευρωπαϊσμού και σύγκλισης διαφοροποιείται.

Στην Ελλάδα κερδίσαμε τα στοιχήματα του εκδημοκρατισμού, του εκσυγχρονισμού και της ένταξης στην ΟΝΕ.  Επωφεληθήκαμε από τη σταθερότητα και την ασφάλεια που εγγυήθηκε η διεύρυνση προς τη ΝΑ Ευρώπη.  Χάσαμε, όμως – και συνεχίζουμε να χάνουμε- ευκαιρίες, όπως στην περίπτωση της αξιοποίησης ευρωπαϊκών πόρων ή στην καλλιέργεια ευρωπαϊκής νοοτροπίας σε ζητήματα επιχειρηματικότητας, δημόσιας διοίκησης, προστασίας του περιβάλλοντος, εκπαίδευσης.  Καθυστερήσαμε στη σύζευξη της βαλκανικής και της Ευρωπαϊκής πολιτικής.  Πλέον, δεν είμαστε το μόνο ευρωπαϊκό κράτος στα Βαλκάνια και αυτό δημιουργεί νέες προκλήσεις για το ρόλο της Ελλάδας.  Ο εξευρωπαϊσμός μπορεί να αποτελέσει διέξοδο στ’ αδιέξοδα της ελληνικής πολιτικής σήμερα.  Αρκεί, να κατανοήσουμε τη σημασία της Ένωσης για την καθημερινότητά μας και για το μέλλον της χώρας.

Τα παραπάνω δεν σημαίνουν, βέβαια, ότι αντιμετωπίζουμε την Ε.Ε. άκριτα.  Όντας μια διαδικασία με ασαφή, εσχάτως, κατεύθυνση, η Ευρωπαϊκή ενοποίηση διατρέχει τα πρώτα χρόνια του 21ου αιώνα, αντιμετωπίζοντας μια σειρά από σοβαρές προκλήσεις.  Η θεσμική της εξέλιξη, η μείωση του δημοκρατικού ελλείμματος, ο ρόλος της στο Διεθνές Σύστημα, η σχέση της με τις ΗΠΑ και τη Ρωσία, οι πολιτικές της στον υπόλοιπο κόσμο, η αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης, οι προσδοκίες τών πολιτών της και οι προθέσεις των ηγετών της, θα κρίνουν το μέλλον της και το μέλλον μας.
Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική

Γραφειοκρατική αδράνεια

 

Ελευθεροτυπία, 26.04.2009, σ. 39.
του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων


Μετά τις αλλαγές στα Βαλκάνια και στην Ανατολική Ευρώπη, όλα ήταν καινά για την Ελλάδα (ειδικότερα τη Βόρεια Ελλάδα) και τις δυνατότητές της στην περιοχή.  Για πρώτη φορά η Ελλάδα είχε ανοιχτά σύνορα με Δημοκρατίες εν τω γίγνεσθαι.  Για πρώτη φορά είχε δίπλα αδύναμες και ταυτοχρόνως αναπτυσσόμενες οικονομίες της αγοράς.  Ήταν το πιο ισχυρό κράτος της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.  Τότε ήταν που ακούστηκαν τα περί διείσδυσης στα Βαλκάνια, τα περί ηγεσίας της περιοχής, τα περί Θεσσαλονίκης «πρωτεύουσας των Βαλκανίων» και πολλά, πολλά άλλα παρόμοια…

Η φιλοδοξία για ρόλο της Ελλάδας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, σε συνδυασμό με τη συνειδητοποίηση της σχέσης της γνώσης με την οικονομική ανάπτυξη, οδήγησαν στην ανάληψη πρωτοβουλιών στη Βόρεια Ελλάδα με στόχο τη δημιουργία χώρων και συνθηκών παραγωγής γνώσης.  Κάπως έτσι οδηγηθήκαμε σε επιμέρους πρωτοβουλίες, μεταξύ των οποίων και το σχέδιο δημιουργίας «Ζώνης Καινοτομίας» στη Θεσσαλονίκη.  Ένα σχέδιο που ακουγόταν για πολλά χρόνια στη Θεσσαλονίκη...  Ένα σχέδιο που από μόνο του, με βάση τα κρατούντα σε ολόκληρη την περιοχή, είναι καινοτομικό, αφού στοχεύει να φέρει σε επαφή όλους εκείνους τους φορείς που θα μπορούσαν να συνεισφέρουν στο καινούργιο.

Όλα λοιπόν ήταν καινά!  Και τελικά, τι έγινε με την ανάπτυξη της Θεσσαλονίκης, της Βόρειας Ελλάδας, της παρουσίας μας στα Βαλκάνια;  Σε πολλές περιπτώσεις, εκεί που λειτούργησε η ιδιωτική πρωτοβουλία ή εκεί που η κρατική γραφειοκρατία ξεπέρασε τον εαυτό της, υπήρξαν θετικά αποτελέσματα.  Σε πολλές άλλες, επίσης, το κράτος έπαιξε το ρόλο του, εκείνον του δημιουργού των προϋποθέσεων για την οικονομική ανάπτυξη.  Σε πολύ περισσότερες όμως, το «άλλο κράτος», όπως εκφράζεται στο επίπεδο των διοικητικών του εκφάνσεων, λειτούργησε ανασταλτικά ως προς την καινοτομία αυτού του ίδιου του κράτους και τελικά ως ο συντελεστής οικονομικής επιβράδυνσης.

Σε αυτήν την τελευταία κατηγορία ανήκει και η Ζώνη Καινοτομίας Θεσσαλονίκης (Ζ.ΚΑΙ.Θ), η περίπτωση της οποίας, όπως εξελίσσεται, επιβεβαιώνει γνωστές θεωρίες της Πολιτικής Επιστήμης, όπως της γραφειοκρατικής αδράνειας, των γραφειοκρατικών ανταγωνισμών και συμφερόντων.  Η πολιτική ηγεσία ξεκινάει κάτι, ορισμένοι φορείς το προχωρούν και άλλοι τους σταματούν.  Το κράτος αναλαμβάνει μία πρωτοβουλία και οι ίδιοι οι μηχανισμοί του, σε συνδυασμό με την έλλειψη πραγματικής επιχειρηματικότητας εκ μέρους των ιδιωτών, την εξουδετερώνουν.

Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.  Η Ζώνη αποτελεί μία κρατική πρωτοβουλία με σκοπό τη συγκέντρωση κρίσιμης μάζας εταιρειών τεχνολογίας και καινοτομίας σε περιοχές του Νομού Θεσσαλονίκης, προσδιορισμένες με γεωγραφικά κριτήρια.  Μέσω της προσέλκυσης τμημάτων έρευνας και ανάπτυξης (R&D) Ελληνικών και πολυεθνικών εταιριών, χρηματοπιστωτικών οργανισμών, καθώς και δημιουργίας θερμοκοιτίδων ανάπτυξης νέων επιχειρήσεων, αποσκοπεί να λειτουργήσει ως μοχλός ανάπτυξης για την Θεσσαλονίκη αλλά και την ευρύτερη περιοχή.

Ο διαχειριστικός της φορέας, η Αλεξάνδρεια Ζώνη Καινοτομίας Α.Ε., άρχισε την λειτουργία της σχετικά πρόσφατα, τον Ιούλιο του 2007.  Στην συνείδηση των πολιτών της Θεσσαλονίκης όμως, η Ζώνη Καινοτομίας είναι ένα εγχείρημα με μακρόχρονη ιστορία, καθώς η σχετική συζήτηση για την ίδρυσή της είχε αρχίσει ήδη πριν από το 2000.  Αν και αναμένεται σύντομα η ανακοίνωση του πρώτου θύλακα της Ζώνης Καινοτομίας, οι πολίτες της Θεσσαλονίκης και ακόμη περισσότερο οι φορείς, όπως το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, που έχουν εντάξει τη Ζώνη Καινοτομίας στο σχεδιασμό τους, θα πρέπει να περιμένουν αρκετά χρόνια για να δουν τα πρώτα απτά αποτελέσματα.  Η εμπειρία από το αντίστοιχο, αλλά περιορισμένης κλίμακας εγχείρημα της «Τεχνόπολης», δείχνει ότι ο μέσος όρος χωροθέτησης-πολεοδόμησης είναι περίπου 4 χρόνια!

Εάν δεν θέλουμε μία ακόμη πρωτοβουλία να τελματώσει μέσα στις δαιδαλώδεις διαδικασίες της αναποτελεσματικής κρατικής μηχανής θα πρέπει

  • να θεσπιστεί ένα ειδικό, πιο ευέλικτο νομοθετικό πλαίσιο που θα επιταχύνει τις διαδικασίες για την Ζώνη Καινοτομίας.
  • οι υπεύθυνοι της Ζώνης, άτομα και φορείς, ξεπερνώντας ίδιες απόψεις, σχεδιασμούς και συμφέροντα, να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους και να επιταχύνουν τις διαδικασίες.
  • αυτοί που αντιδρούν – και είναι γνωστό ποιοι αντιδρούν και δημιουργούν προσκόμματα – να καταλάβουν ότι, όπως όλοι μας, είναι διαχειριστές τμημάτων δημόσιας αρχής ή περιουσίας και όχι ιδιοκτήτες.  Και ότι οι καθυστερήσεις στη Ζώνη Καινοτομίας είναι επιβλαβείς για άλλους δημόσιους φορείς, όπως το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.
  • να γίνει αντιληπτό, ότι τώρα πλέον δεν είναι όλα καινά, ότι η χώρα μας και η Θεσσαλονίκη δεν είναι το ίδιο ελκυστικές, δεν διατηρούν την ίδια θέση με εκείνη του πρόσφατου παρελθόντος.  Αρκεί να σκεφτούμε ότι η Βουλγαρία και η Ρουμανία είναι κράτη μέλη της Ε.Ε.
  • τέλος, θα πρέπει κάποιοι να συνειδητοποιήσουν ότι η διεθνής οικονομική κρίση καθιστά την κάθε μορφής ανάπτυξη αναγκαία.  Και συνήθως η ανάγκη, όπως και η ανάγκη για καινοτομία, γράφει μόνη της την Ιστορία.  Ίσως κάπου αλλού όμως, και όχι στη Θεσσαλονίκη.
Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Ελλάδα
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:18

Ο επίκαιρος Κωνσταντίνος Καραμανλής

Ο επίκαιρος Κωνσταντίνος Καραμανλής

 

Απογευματινή, 22.04.2009
του Ηλία Ι. Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων

 

Σήμερα, από όλα όσα συνεισέφερε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, αξίζει και χρειάζεται να υπογραμμίσουμε τις απόψεις του για τον πολιτικό μας πολιτισμό.  Με οξυδέρκεια και διορατικότητα είχε διακρίνει τα ζητήματα που μας ταλάνιζαν και μας ταλανίζουν ακόμη και σήμερα.  Επιδίωκε την αντιμετώπισή τους και την αλλαγή της νοοτροπίας, πολιτικών και πολιτών, και έλεγε (5.5.1979):

«Είναι […] ανάγκη, για να σταθεροποιηθή η Δημοκρατία και να προοδεύση ο τόπος μας, να απαλλαγούμε όλοι από τον πειρασμό τού ψεύδους και της υποκρισίας, που νοθεύουν και δηλητηριάζουν την πολιτική μας ζωή.  Είναι καιρός να πραγματοποιήσουμε την αληθινή αλλαγή, για την οποία όλοι μιλούν, χωρίς ωστόσο να την έχουν συνειδητοποιήσει.  Γιατί αλλαγή δεν σημαίνει απλή αλλαγή κυβερνήσεων.  Σημαίνει αλλαγή του πολιτικού κλίματος του τόπου μας και κυρίως της πολιτικής μας νοοτροπίας».

Ο Καραμανλής τόνιζε ότι οι πολιτικοί οφείλουν να είναι σεμνοί, ανεξάρτητοι, εργατικοί.  Ξεκαθάρισε προς τα μέλη της πρώτης μεταπολιτευτικής κυβέρνησης (23.11.1974):

«Έχομεν ανάγκη […] της συνεχούς συμπαραστάσεως του λαού εις το κυβερνητικόν έργον.  Αλλά για να την έχωμεν, οφείλομεν να εμπνέωμεν με το παράδειγμά μας τους πολίτας.  Το παράδειγμα αυτό, εκτός της αδιακόπου εργασίας, πρέπει να ενισχύεται και με την αποφυγήν ακόπων πανηγυρισμών ή κοσμικών εκδηλώσεων και επιδείξεων, που αντιστρατεύονται το πνεύμα λιτότητος και σοβαρότητος, το οποίον οφείλει να χαρακτηρίζη μίαν υπεύθυνη πολιτική κυβέρνηση».

Για την αποτελεσματικότητα των πολιτικών σε θέσεις εξουσίας, είχε πει στο Υπουργικό Συμβούλιο (11.9.1976):

«Το ίδιο υπουργείο με την ίδια υπηρεσία ημπορεί με διαφορετικό υπουργό να έχει διαφορετική απόδοση.  Συνεπώς η απόδοση του υπουργείου εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από την ικανότητα του υπουργού να το διοική».

Στο σύστημα αξιών, αρχών και στόχων τού Καραμανλή βρισκόταν υψηλά η ενότητα και η συναίνεση.  Στο διάγγελμά του για την 25η Μαρτίου, το 1981, προειδοποιούσε:

«Σε κάθε Δημοκρατία […] υπάρχουν, και πρέπει να υπάρχουν περιθώρια διαφωνιών, που εκδηλώνονται ελεύθερα και κρίνονται τελικά από τον Λαό.  Υπάρχουν όμως σε όλα τα πράγματα όρια.  Η Δημοκρατία πέραν από τις διαφωνίες χρειάζεται κι έναν κοινό παρανομαστή, όπου όλοι πρέπει να συμπίπτουμε, για να προκόψει και η Δημοκρατία και ο Λαός».

Για το ρόλο της αντιπολίτευσης, είχε επισημάνει στη Βουλή (28.03.1975):

«Η Αντιπολίτευσις διά να ασκήση αντιπολίτευσιν, επικαλείται πολλάκις πράγματα αναληθή, τα οποία όμως διά της συχνής επαναλήψεως καταλήγει να τα πιστεύη και η ίδια ως αληθή.  Και τότε, γίνεται θύμα ενός αυτοτροφοδοτούμενου φανατισμού, που την εμποδίζει να ασκήση το έργον της κατά τρόπον ψύχραιμον και εποικοδομητικόν».

Επίσης, για την ένταση στην πολιτική ζωή τόνιζε, το 1978, στη Βουλή:

«Και τα δυσκολώτερα προβλήματα μπορούν να βρουν τη λύση τους μέσα σε ένα κλίμα υφέσεως, ενώ μέσα σε ένα κλίμα εντάσεως και τα ευκολώτερα προβλήματα καθίστανται άλυτα. […]».

Σημαντικότερο όλων είναι ότι ο πολιτικός λόγος του Καραμανλή συνέπιπτε με τις πράξεις του.  Δεν ζητούσε κομματικά διαπιστευτήρια ή ταύτιση απόψεων για την επιλογή των συνεργατών του.  Ο πλούτος και η προκοπή έρχονται μέσα από τη σύνθεση και αυτό φαίνεται ότι το γνώριζε ο Καραμανλής.  Το αξιοποίησε, επιλέγοντας, για την επίτευξη των στόχων του και το καλό της πατρίδας, όχι τους «δικούς» του, αλλά τους καλύτερους.

Ο Καραμανλής δεν παρέλειπε να τονίζει την ανάγκη για συλλογική προσπάθεια και ήπιο πολιτικό κλίμα.  Είπε στον Ροζέ Μασίπ:

«Η πολιτική, όπως γνωρίζετε, είναι κατ’ εξοχήν συλλογική προσπάθεια.  Οι Έλληνες όμως, ενώ σαν άτομα είναι ικανοί να κάνουν θαύματα, αποτυγχάνουν συνήθως σε προσπάθειες συλλογικές.  Και αυτό εξηγεί, κατά έναν τρόπο, την πολιτική κακοδαιμονία του τόπου μας…».

Και στον Μορίς Ζενεβουά:

«Οι Έλληνες αγαπούν τη δημοκρατία, αλλά αρνούνται να δημιουργήσουν ή να δεχτούν απλώς τις αναγκαίες προϋποθέσεις για τη λειτουργία της: ήτοι ήπιο πολιτικό κλίμα, ήμερα πολιτικά ήθη και θεσμούς που να προσαρμόζονται στις εθνικές τους συνθήκες».

Τέλος, για μας τους πολίτες, τόνιζε συχνά τη σημασία που πρέπει να δίνουμε όχι μόνο στα δικαιώματά μας, αλλά και στις υποχρεώσεις μας.  Ανέφερε στη Βουλή (12.06.1976):

«Από το Σύνταγμά μας παραδεχόμεθα μόνον το κεφάλαιο περί ατομικών δικαιωμάτων και αγνοούμεν τα καθήκοντα και τους περιορισμούς που μας επιβάλει».

Στο χρόνο της ζωής του, όμως, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής κατάφερε να σφραγίσει το χθες, το σήμερα και το αύριο της χώρας.  Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, πολιτικοί και πολίτες, οφείλουμε να διδαχθούμε από τη διαχρονική σοφία του.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Ελλάδα

«Είναι λάθος να βαλτώνουμε στο εξεταστικό»

 

Συνέντευξη του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων
Πρύτανη Πανεπιστημίου Μακεδονίας
στη Μακεδονία της Κυριακής, 20.04.2009

 

Κύριε Πρύτανη, πως κρίνετε την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση;

Θα χώριζα την κριτική μου στην εκπαιδευτική μεταρρύθμιση σε δύο περιόδους.  Πρώτα, πρέπει να δούμε την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση που έγινε.  Είναι ξεκάθαρο πως οι αλλαγές, αν και κατά τη γνώμη μου θα έπρεπε να είναι ακόμη πιο τολμηρές, ήταν προς τη σωστή κατεύθυνση.  Αναμένουμε να δούμε τα αποτελέσματα τους.  Σίγουρα συμβάλλουν στην ανάπτυξη πρακτικών, πολιτικών και πνεύματος χρηστής διοίκησης, αξιοκρατίας, αναβάθμισης των ΑΕΙ.  Η εξέλιξή της, το δεύτερο στάδιο τής μεταρρύθμισης, αναμένεται και θα πρέπει να είναι προϊόν ευρύτατου διαλόγου, καθώς και να έχει μακροπρόθεσμη προοπτική.  Πρέπει να σταματήσει το ράβε ξήλωνε στην εκπαίδευση, για όποια βαθμίδα και αν μιλάμε.  Για αυτό, επιτρέψτε μου να πω, ότι το σημαντικό είναι να προσεγγίσουμε την μεταρρύθμιση με ανοιχτό μυαλό, να την δούμε πέρα από ένα δύο συγκεκριμένα μέτρα.  Είναι λάθος να «βαλτώνουμε» στο εξεταστικό.  Μια επιτυχημένη μεταρρύθμιση δεν κρίνεται από την ελάχιστη συμφωνία ως προς τη διαδικασία των εξετάσεων.  Είναι ανάγκη να συμφωνήσουμε σε ό,τι είναι πρωταρχικό και ουσιαστικό, στους στόχους του εκπαιδευτικού συστήματος πρώτα.  Χρειαζόμαστε ένα κοινό όραμα.

 

Πως είναι δυνατόν να γίνει αυτό κατά τη γνώμη σας;

Η συζήτηση για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση θα πρέπει να μετατοπιστεί στο σκοπό της, στη σχέση τής μεταρρύθμισης με την αλλαγή της κοινωνικής νοοτροπίας, της οικονομικής ανάπτυξης και του πολιτικού πολιτισμού, με το μέλλον της χώρας μας.  Να αντιληφθούμε το βάθος και την βαρύτητα της μεταρρύθμισης.  Μ’ αυτόν τον τρόπο θα μπορέσουμε να φωτίσουμε τα προβλήματα της παιδείας, που μας απασχολούν πάντα, αλλά και τα κοινωνικά ζητήματα που μας απασχολούν τον τελευταίο καιρό.  Πρόκειται για συγκοινωνούντα δοχεία.  Αν κρίνουμε ότι δεν τα καταφέρνουμε στην κοινωνία, την πολιτική, την οικονομία είναι γιατί το εκπαιδευτικό σύστημα δεν καταφέρνει να τροφοδοτήσει όλους τους τομείς τής κοινωνικής ζωής με το κατάλληλο κοινωνικό κεφάλαιο.  Ας μην ξεχνούμε ότι η ποιότητα και οι στόχοι της κοινωνίας, της πολιτικής, της οικονομίας, εξαρτώνται από την ποιότητα και τους στόχους του εκπαιδευτικού μας συστήματος.  Αυτό διαμορφώνει τους πολίτες και τους ηγέτες.  Είναι φανερό ότι  με άλλη παιδεία, θα έχουμε άλλη νοοτροπία, άλλη πολιτική, άλλη κοινωνία.

 

Ποιοι είναι αυτοί οι στόχοι, όμως;

Είναι στόχοι που ανταποκρίνονται στις ανάγκες της κοινωνίας.  Χρειαζόμαστε ένα εκπαιδευτικό σύστημα το οποίο μέσω της γνώσης να προάγει τις έννοιες της κοινωνικής και ατομικής προόδου, της ευτυχίας της κοινωνίας, της κοινωνικής και ατομικής ευθύνης, της ισότητας, της συμμετοχής, της καινοτομίας.  Στόχοι, όπως η ευημερία, η ανάπτυξη, η δημιουργία, η ελευθερία, η υπευθυνότητα, η συνοχή, η συμμετοχικότητα, η κοινωνική δικαιοσύνη, θα πρέπει να προάγονται και να υποστηρίζονται από το εκπαιδευτικό σύστημα.  Παράλληλα, έχουμε ανάγκη από ένα σύστημα το οποίο να καλλιεργεί σε όλες τις βαθμίδες μαθητές, φοιτητές, στην ουσία πολίτες και ηγέτες, με αναλυτικό, κριτικό και δημιουργικό πνεύμα, με ενδιαφέρον και αίσθηση ευθύνης για τις κοινές υποθέσεις. Χρειάζεται να αξιολογήσουμε και να επαναπροσδιορίζουμε τις αρχές που χαρακτηρίζουν το εκπαιδευτικό μας σύστημα και τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται.  Και χρειάζεται να το πράξουμε αμέσως.  Σε διαφορετική περίπτωση, όποια μεταρρύθμιση δεν δίνει απαντήσεις σε αυτά τα ζητήματα είναι άχρηστη.

 

Πρακτικά, όμως, πώς υλοποιούνται αυτά κ. Πρύτανη;

Εφόσον συμφωνούμε ότι η μεταρρύθμιση δεν είναι απλώς μια διαδικασία, αλλά μια μέθοδος για να βελτιώσουμε μακροπρόθεσμα την κοινωνία, τις συνθήκες ζωής και της ανάπτυξης του τόπου, τα υπόλοιπα θα έρθουν από μόνα τους.  Καταρχάς η αριστεία.  Θεωρώ ότι με το παρόν σύστημα εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, η κοινωνία μας έχει παγιδευτεί σ’ ένα μηχανιστικό σύστημα με μοναδικό στόχο το «αδιάβλητο» και ταλανίζεται με τη βάση του «10».  Δυστυχώς, όμως, η επιδίωξη του αυτονόητου μέσω ενός ολόκληρου συστήματος είναι, αφενός, ομολογία αποτυχίας, αφετέρου, τροχοπέδη στην επιδίωξη της αριστείας.  Όταν όλοι επιδιώκουμε το καλύτερο, δεν είναι δυνατόν να βολευόμαστε με το λιγότερο κακό.  Ζητούμενο είναι η εξίσωση του μεγαλύτερου αριθμού προς τα πάνω, η βελτίωση του συλλογικού μέσου όρου μόρφωσης.  Συνεπώς, χρειαζόμαστε ένα σύστημα που επιδιώκει την αριστεία, την ανάδειξη και την αξιοποίηση των αρίστων, χωρίς, ωστόσο να αναιρεί την άλλη υποχρέωση κάθε σοβαρού σύγχρονου κράτους, της παροχής ίσων ευκαιριών σε κάθε πολίτη και, ιδιαιτέρως, στους νέους.

 

Ποιές είναι οι δικές σας προτάσεις για την μεταρρύθμιση;

Πέρα από τη συμφωνία στο σκοπό της μεταρρύθμισης και τους στόχους τού εκπαιδευτικού συστήματος θεωρώ σημαντικά 5 ακόμη σημεία:

  • να βελτιωθούν η Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, ώστε να προάγουν ισόρροπα τη γνώση και την κριτική σκέψη,
  • είτε με εξετάσεις είτε χωρίς, τα Πανεπιστήμια, κατά κατηγορίες Σχολών ή και Τμημάτων, να έχουν άποψη ως προς το προφίλ των γνώσεων που θα διαθέτουν οι εισαγόμενοι,
  • να μη δημιουργηθεί επιπλέον έτος σπουδών μεταξύ Λυκείου και Πανεπιστημίου,
  • να υπάρξουν, όπου είναι δυνατόν, αλλαγές στη φιλοσοφία της ύλης και των εξετάσεων, ώστε να αποκλεισθεί η απομνημόνευση και η δημιουργία γενεών «παπαγάλων» και,
  • όταν με συναίνεση καταλήξουμε, η εφαρμογή της οποιασδήποτε αλλαγής θα πρέπει να προετοιμασθεί πολύ προσεκτικά, με μεγάλη σοβαρότητα και με προοπτική μέλλοντος.

 

Και σε ό,τι αφορά την τριτοβάθμια εκπαίδευση, τι χρειάζεται, τι θα κρίνει το μέλλον;

Ό,τι και να πω για τις ανάγκες τις τριτοβάθμιας εκπαίδευσης θα είναι λίγο.  Είναι τέτοια η φύση της και τόσα τα προβλήματά της, που το αρκετό συχνά πλησιάζει το ιδεώδες.  Γνωρίζοντας την κατάσταση, τις δυσχέρειες και τις δυνατότητες εκ πείρας, δεν θα ήθελα να σας δώσω μια ουτοπική εικόνα.  Επιπλέον διεκδικήσεις, όπως περισσότερες δαπάνες για την παιδεία κινούνται στο εκκρεμές της συνθηματολογίας και των υποσχέσεων επί δεκαετίες.  Είναι αυτονόητο ότι χρειαζόμαστε περισσότερους πόρους, καλύτερες υποδομές, στέρεες δομές.  Επίσης, ο χώρος της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης έχει ανάγκη να δώσουμε έμφαση στην ποιότητα και την αξιοκρατία.  Άλλη μια βασική ιδιότητα που πρέπει να αποκτήσουν τα ελληνικά ΑΕΙ είναι η εξωστρέφεια.

 

Τι εννοείτε λέγοντας εξωστρέφεια;

Εννοώ εξωστρέφεια σε δύο κατευθύνσεις, προς το εσωτερικό και προς το εξωτερικό, κοινωνικό και διεθνοποιημένο.  Ένα κοινωνικό Πανεπιστήμιο χρειάζεται να είναι σε επαφή με τους πολίτες, να κατανοεί τις ανάγκες τους, να ανταποκρίνεται και να είναι ικανό να μεταφέρει τα αποτελέσματα της διδακτικής και της ερευνητικής εργασίας προς αυτούς.  Τα Πανεπιστήμια δεν πρέπει να είναι νησίδες αποκομμένες από την πραγματικότητα εκτός των πυλών τους.  Είναι επίσης σημαντικό να συμμετέχουν στη διεθνή πραγματικότητα, για αυτό χρειαζόμαστε τη διεθνοποίηση.  Η διεθνοποίηση των σπουδών σημαίνει ευκαιρίες συνεργασίας.  Δημιουργεί συνθήκες αλληλεπίδρασης που ευνοούν τη συνέργια μεταξύ των Ιδρυμάτων, τον συντονισμό των δυνάμεων, την κινητικότητα φοιτητών και ερευνητών.  Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι, παρά τα προβλήματά του, το Ελληνικό Πανεπιστήμιο διαθέτει συγκριτικά πλεονεκτήματα.  Επιστημονικά αντικείμενα που συνδέονται με την Ελληνική γλώσσα, τον πολιτισμό, την ιστορία, την πολιτική, τις καλές τέχνες και τη μουσική, μπορούν να αποτελέσουν πόλους έλξης για αλλοδαπούς φοιτητές, ερευνητές και για συνεργασίες με ξένα Ιδρύματα.  Ένας άλλος παράγοντας που πρέπει να λάβουμε υπόψη μας είναι η γεωγραφική μας θέση στη Βαλκανική και η σχετική επιστημονική υπεροχή μας.  Θα πρέπει να εξετάσουμε τις δυνατότητες εκπαιδευτικής παρουσίας στις γειτονικές χώρες είτε μέσω της δημιουργίας προγραμμάτων σ’ αυτές είτε μέσω της ενθάρρυνσης φοιτητών και ερευνητών να έρθουν στη χώρα μας.

 

Πώς πορεύεται το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας σε αυτή την πραγματικότητα;

Το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας είναι ένα Πανεπιστήμιο ανοιχτό στην κοινωνία.  Θα ήθελα να τονίσω ότι το ίδιο το Πανεπιστήμιο, από την εποχή της ΑΒΣΘ, είναι απότοκο των αναγκών και των ονείρων της τοπικής και της ευρύτερης κοινωνίας, όπως άλλωστε και η εξέλιξη του.  Είμαστε σε διαρκή και άμεση επικοινωνία με την κοινωνία, τους φορείς, τις εξελίξεις.  Σ’ αυτό βέβαια βοηθά το γεγονός ότι θεραπεύουμε σύγχρονα αντικείμενα σπουδών που σχετίζονται με την οικονομική, την πολιτική, την καλλιτεχνική πραγματικότητα, στην Ελλάδα και το εξωτερικό.  Είμαστε επίσης ένα ευέλικτο και ανοιχτό Ίδρυμα.  Συνεργαζόμαστε με άλλα ιδρύματα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, με φορείς όπως ο ΣΕΒΕ, το Ινστιτούτο Νεολαίας, η ΑΔΕΔΥ, επίσης και με την Κυπριακή κυβέρνηση.  Επιμορφώνουμε στελέχη τής Διπλωματικής Ακαδημίας της Κύπρου, αλλά και στελέχη του Ελληνικού δημόσιου τομέα, στο Μεταπτυχιακό στη «Δημόσια Διοίκηση Ολικής Ποιότητας».  Δεχόμαστε αλλοδαπούς φοιτητές και ερευνητές και αναζητούμε τρόπους και μέσα παρουσίας σε γειτονικές χώρες.  Έχουμε, επίσης, σχέδια για τη δημιουργία μια σειράς ερευνητικών κέντρων, ανάμεσα τους ένα πρωτοποριακό κέντρο για την μελέτη του εγκεφάλου.  Ωστόσο, παρά τα πολλά ευοίωνα χαρακτηριστικά του Πανεπιστημίου μας, η μη απόδοση των υπεσχημένων χώρων του 424, πρώην ΓΣΝ, στερεί την εύρυθμη λειτουργία και την περαιτέρω ανάπτυξη του Πανεπιστημίου.  Το Πανεπιστήμιο ασφυκτιά και όσο συνεχίζεται αυτή η κατάσταση δεν είμαι αισιόδοξος για το μέλλον.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Παιδεία
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:14

Ο Μύθος της Μεταρρύθμισης

Ο Μύθος της Μεταρρύθμισης

 

Έθνος, Σάββατο 7.03.2009, σ. 8.
του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων

 

Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση μοιάζει με μύθο που φοβίζει τα παιδιά… αλλά και τους μεγάλους.  Είναι ο λαβύρινθος, με το εκπαιδευτικό σύστημα να παίζει το ρόλο του Μινώταυρου που κατασπαράσσει κάθε χρόνο χιλιάδες νέους.

Πρέπει να ξεμπερδεύουμε με τον Μινώταυρο και να βγούμε από το λαβύρινθο.  Πώς, όμως;  Ο μύθος είναι διδακτικός.  Χρειάζεται να δέσουμε τον μίτο στην αρχή, να τον ξετυλίξουμε πηγαίνοντας μέχρι το τέλος και, μετά, πάλι πίσω.  Είναι μια διαδικασία επίπονη, που χρειάζεται επιμονή, τόλμη, νηφαλιότητα και υπομονή.

Πρέπει ως κοινωνία να σταματήσουμε τη θυσία τής νέας γενιάς.  Από πού, όμως, να ξεκινήσουμε;  Η αρχή προς μια ουσιαστική μεταρρύθμιση δεν βρίσκεται στην ελάχιστη συμφωνία ως προς τη διαδικασία των εξετάσεων εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, που περιορίζει πάντα το διάλογο.  Η ουσία τής όποιας μεταρρύθμισης βρίσκεται στους στόχους του εκπαιδευτικού συστήματος.  Πρέπει να αποφασίσουμε τι χαρακτηριστικά θέλουμε να έχει το εκπαιδευτικό μας σύστημα και για ποιους λόγους.  Συνήθως, αναλωνόμαστε στο να συζητούμε πως το εκπαιδευτικό μας σύστημα παράγει φοιτητές και μετά ανέργους, και όχι με το τι φοιτητές και, κυρίως, τι πολίτες δημιουργεί.

Η συζήτηση για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση θα πρέπει να μετατοπιστεί εδώ, να ξεφύγουμε από το θέμα των εξετάσεων και να συσχετίσουμε την μεταρρύθμιση με την αλλαγή της κοινωνικής νοοτροπίας και του πολιτικού πολιτισμού, με το μέλλον της χώρας μας.  Μ’ αυτόν τον τρόπο θα μπορέσουμε να φωτίσουμε τα προβλήματα της παιδείας, που μας απασχολούν πάντα, αλλά και τα κοινωνικά ζητήματα που μας απασχόλησαν τον τελευταίο καιρό.  Πρόκειται για συγκοινωνούντα δοχεία.  Αν κρίνουμε ότι δεν τα καταφέρνουμε στην κοινωνία, την πολιτική, την οικονομία, είναι γιατί το εκπαιδευτικό σύστημα δεν καταφέρνει να τροφοδοτήσει όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής με το κατάλληλο κοινωνικό κεφάλαιο, γιατί ως θεσμός πάσχει.  Ας μην ξεχνάμε, η ποιότητα και οι στόχοι της κοινωνίας, της πολιτικής, της οικονομίας, εξαρτώνται από την ποιότητα και τους στόχους του εκπαιδευτικού μας συστήματος.  Αυτό διαμορφώνει τους πολίτες και τους ηγέτες.

Συνεπώς, αν διαρκείς στόχοι της κοινωνίας, της πολιτικής, της οικονομίας είναι η ευημερία, η ανάπτυξη, η δημιουργία, η ελευθερία, η υπευθυνότητα, η συνοχή, η συμμετοχικότητα, η κοινωνική δικαιοσύνη, τότε οι ίδιοι στόχοι πρέπει να υποστηρίζονται και από το εκπαιδευτικό σύστημα.  Χρειαζόμαστε, λοιπόν, ένα σύστημα, το οποίο μέσω της γνώσης να προάγει τις έννοιες της κοινωνικής και ατομικής προόδου, της ευτυχίας της κοινωνίας, της κοινωνικής και ατομικής ευθύνης, της ισότητας, της συμμετοχής, της καινοτομίας.  Παράλληλα, έχουμε ανάγκη από ένα σύστημα το οποίο σε όλες τις βαθμίδες καλλιεργεί μαθητές, φοιτητές, στην ουσία πολίτες και ηγέτες, με αναλυτικό, κριτικό και δημιουργικό πνεύμα.

Σήμερα που καλούμαστε να επαναδιαπραγματευτούμε τους όρους του κοινωνικού συμβολαίου, που χρειαζόμαστε αλλαγή της κοινωνικής νοοτροπίας – μια μεταστροφή, όμως, που θα είναι αποτέλεσμα παιδείας - αυτή η ανάγκη είναι πιο ξεκάθαρη και πιο αδήριτη από ποτέ.  Καιρός, λοιπόν, να σκοτώσουμε το εκπαιδευτικό σύστημα-τέρας, ξετυλίγοντας το κουβάρι από την αρχή, ξεκινώντας από την ουσία και τους λόγους της μεταρρύθμισης.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Παιδεία

Άλλη παιδεία, άλλη νοοτροπία, άλλη πολιτική

Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 15.02.2009, σ. 40
του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων

 

Ο προβληματισμός της κοινωνίας και, ειδικά, της νεολαίας για την πολιτική εντείνεται.  Φτάνει στα όρια της αγανάκτησης, που εκφράζεται άλλοτε με ακραίες συμπεριφορές, με μηδενιστικές στάσεις και άλλοτε με αποστασιοποίηση και αποχή.  Έτσι, συχνά υιοθετείται το κλισέ περί αποτυχίας της πολιτικής.  Μια κατηγορία που δεν είναι άδικη, εφόσον παραδεχόμαστε ότι το πολιτικό και κοινωνικό σύστημα νοσεί.

Η πολιτική έχει όντως αποτύχει στο βαθμό που δεν έχει καταφέρει να εκπληρώσει το σκοπό της, που είναι η ευτυχία της κοινωνίας.  Η πολιτική, όμως, συνίσταται σε ένα σύνολο ευρύτερων διαδικασιών γα τις οποίες έχουν ευθύνη τόσο οι πολιτικοί, όσο και οι πολίτες.  Συνεπώς, θα πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε τη σχέση μας με την πολιτική και να αναλάβουμε όλοι τις ευθύνες μας.

Ως πολίτες έχουμε χρέος να επαναδιαπραγματευθούμε τους όρους του κοινωνικού συμβολαίου.  Χρειαζόμαστε ένα φιλελεύθερο κοινωνικό συμβόλαιο που να περιορίζει τις αυθαιρεσίες της όποιας εξουσίας – πολιτικής, οικονομικής, πνευματικής.  Όμως, το κοινωνικό συμβόλαιο είναι ένας τρόπος οργάνωσης της κοινότητας που είναι αποτέλεσμα αλλαγής νοοτροπίας της κοινωνίας.  Η νοοτροπία αλλάζει μέσω της μετάλλαξης του πνεύματος των ανθρώπων.  Μια τέτοια μετάλλαξη είναι δυνατόν να γίνει μόνο μέσω της παιδείας των πολιτών, που ως ώριμοι συμμετέχοντες στις διαδικασίες της πολιτικής αιτούνται τη σύναψη μιας σύμβασης, τέτοιας που θα εγγυάται τις επιδιώξεις τους και θα προστατεύει τα δικαιώματά τους.  Οι όροι της σύμβασης θα πρέπει να εξασφαλίζουν τις κατάλληλες προϋποθέσεις, ώστε αυτά τα δικαιώματα να έχουν αξία και τα άτομα να μπορούν να αναπτυχθούν ελεύθερα εντός της κοινωνίας.

Το να έχουν την δυνατότητα να αναπτυχθούν ελεύθερα εντός μιας δίκαιης κοινωνίας είναι και η μεγαλύτερη αγωνία και το κυρίαρχο αίτημα των νέων σήμερα.  Για αυτό, ακρογωνιαίος λίθος του κοινωνικού συμβολαίου θα πρέπει να είναι η κοινωνική δικαιοσύνη.  Το νέο κοινωνικό συμβόλαιο είναι απαραίτητο να διαπνέεται από αναδιανεμητικό χαρακτήρα, να αποτρέπει τις διακρίσεις και να ρυθμίζει τα ανταγωνιστικά κοινωνικά αιτήματα.

Ποιες είναι όμως οι προϋποθέσεις για να περάσουμε στην επαναδιαπραγμάτευση του κοινωνικού συμβολαίου σε πρακτικό επίπεδο;  Θα πρέπει να κατανοήσουμε τα κακώς κείμενα της παρούσας κατάστασης.  Η οργάνωση της πολιτείας, των κομμάτων, της κοινωνίας εμποδίζει την επικράτηση της ελευθερίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης.    Έπειτα, έχουμε χρέος να αντισταθούμε στην επικράτηση της πολιτικής επικοινωνίας έναντι της πραγματικής πολιτικής, να είμαστε (επι)κριτικοί απέναντι σε θέσεις, προγράμματα και στάσεις, να απαιτήσουμε ένα νέο πολιτικό πολιτισμό, χωρίς πελατειακές σχέσεις, και να μην ξεχνούμε τις ευθύνες και τις υποχρεώσεις που έχουμε ως ελεύθεροι, δίκαιοι, ενεργοί και δημοκράτες πολίτες.

Με άλλα λόγια, είναι ανάγκη να αλλάξουμε νοοτροπία στο ζήτημα των ευθυνών που έχουμε ως πολίτες.  Αν το πράξουμε εμείς, θα το πράξουν και οι εντολοδόχοι μας, οι πολιτικοί.

Μέσο για αυτήν την αλλαγή αποτελεί η κατάλληλη Παιδεία.  Χρειαζόμαστε Παιδεία τέτοια που να δίνει εφόδια στους πολίτες για τη συμμετοχή τους στις διαδικασίες της πολιτικής, να προάγει την ενεργοποίηση και την κριτική στάση των πολιτών, να διαμορφώνει πολίτες με διάθεση να συνεισφέρουν στην ευτυχία της κοινωνίας, ικανούς να επαναδιαπραγματεύονται αέναα το κοινωνικό συμβόλαιο από όποια θέση και αν βρίσκονται.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Παιδεία
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:13

Πέντε σημαντικά σημεία για το εξεταστικό

Πέντε σημαντικά σημεία

Καθημερινή, Κυριακή 25.01.2009, σ. 6
του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων
Πρύτανη του Πανεπιστημίου Μακεδονίας

 

Η αναζήτηση ενός διαφορετικού συστήματος εισαγωγής στα ΑΕΙ και στα ΑΤΕΙ θέτει την κοινωνία προ των ευθυνών της να προσδιορίσει και τα κριτήρια της ανανέωσής της, καθώς οι απόφοιτοι της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης είναι εκείνοι οι οποίοι θα αναλάβουν στο μέλλον θέσεις ευθύνης.  Η ανανέωση της κοινωνίας συναρτάται με την ίδια της την επιβίωση, με την ικανότητά της να εισπράττει και να αξιοποιεί τους νέους χυμούς της ευφυΐας και της ικανότητας.

Αυτές οι δυνατότητες δεν απαντώνται στην ισχύουσα κοινωνική κατάσταση του νεποτισμού, της ανευθυνότητας, της εύνοιας στους οικονομικά ισχυρότερους και στους κατοίκους των αστικών κέντρων, στην εξίσωση όλων προς τα κάτω.  Ζητούμενο είναι, στη βάση της αναδιανεμητικής κοινωνικής δικαιοσύνης, η εξίσωση του μεγαλύτερου αριθμού προς τα πάνω, να πάμε, δηλαδή, όλοι μαζί πιο ψηλά!

Πολλές κοινωνίες έχουν ήδη απαντήσει στο ερώτημα της ανανέωσής τους με μία αυτονόητη απάντηση: την επιδίωξη της αριστείας και την ανάδειξη των αρίστων στη βάση της αξιοκρατίας.  Η επιδίωξη της αριστείας δεν αναιρεί την άλλη υποχρέωση κάθε σοβαρού σύγχρονου κράτους, της παροχής ίσων ευκαιριών σε κάθε πολίτη και, ιδιαιτέρως, στους νέους.  Αντιθέτως, ανοίγει το δρόμο σε όλους τους νέους ανεξαιρέτως, από όπου και αν προέρχονται, ώστε, αφενός, να μορφωθούν και να διαθέτουμε ένα υψηλό συλλογικό επίπεδο εκπαίδευσης, αφετέρου, να διακριθούν και να συμβάλουν στη βελτίωση του συλλογικού μέσου όρου μόρφωσης.

Σε ό,τι αφορά ειδικότερα το παρόν σύστημα εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, η κοινωνία μας έχει παγιδευτεί σ’ένα μηχανιστικό σύστημα με μοναδικό στόχο το «αδιάβλητο» και ταλανίζεται με τη βάση του «10».  Δυστυχώς, όμως, η επιδίωξη του αυτονόητου μέσω ενός ολόκληρου συστήματος είναι, αφενός, ομολογία αποτυχίας, αφετέρου, τροχοπέδη στην επιδίωξη της αριστείας.

Υπάρχουν διάφορες προτάσεις για αλλαγές στο σύστημα εισαγωγής.  Σε κάθε περίπτωση, σε οποιοδήποτε σύστημα τελικώς επιλεγεί, είναι σημαντικό:

  1. να βελτιωθούν η πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ώστε να προάγουν ισόρροπα τη γνώση και την κριτική σκέψη.
  2. είτε με εξετάσεις είτε χωρίς, τα Πανεπιστήμια, κατά κατηγορίες Σχολών ή και Τμημάτων, να έχουν άποψη ως προς το προφίλ των γνώσεων που θα διαθέτουν οι εισαγόμενοι.
  3. να μη δημιουργηθεί επιπλέον έτος σπουδών μεταξύ Λυκείου και Πανεπιστημίου.
  4. να υπάρξουν, όπου είναι δυνατόν, αλλαγές στη φιλοσοφία της ύλης και των εξετάσεων, ώστε να αποκλεισθεί η απομνημόνευση και η δημιουργία γενεών «παπαγάλων», και
  5. όταν με συναίνεση καταλήξουμε, η εφαρμογή τής οποιασδήποτε αλλαγής θα πρέπει να προετοιμασθεί πολύ προσεκτικά, με μεγάλη σοβαρότητα και με προοπτική μέλλοντος.
Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Παιδεία

Προκλήσεις και Οφέλη από την Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση


Μακεδονία, 20.01.2009
του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων
Πρύτανης Πανεπιστημίου Μακεδονίας


Η δημιουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελεί ένα sui generis φαινόμενο. Για κάποιους θαύμα, το οποίο θα πρέπει να γιορτάσουμε, και για άλλους εξέλιξη που χρήζει κριτικής αντιμετώπισης. Την αλήθεια θα την βρούμε κάπου στη μέση.

Η Ένωση κατάφερε σταδιακά να εγκαθιδρύσει την ειρήνη, τη σταθερότητα, την ασφάλεια, τη συνεργασία και την ευημερία, εκεί όπου βασίλευε ο πόλεμος, η βία, η καχυποψία, η αστάθεια. Στήριξε τον εκδημοκρατισμό και τον εκσυγχρονισμό των ευρωπαϊκών κρατών από την Μεσόγειο μέχρι τη Βαλτική. Μέσα από τις διαδοχικές διευρύνσεις η Ένωση μεγάλωσε πληθυσμιακά και γεωγραφικά. Έγινε πιο πλούσια πολιτισμικά και συγχρόνως περισσότερο Ευρωπαϊκή. Η Ευρωπαϊκή Ένωση των 27 αποτελεί πλέον μια παγκόσμια δύναμη στο οικονομικό πεδίο, αλλά και έναν υπολογίσιμο παράγοντα στο πολιτικό. Αναπτύχθηκε ως ένα υπερεθνικό μόρφωμα, έχοντας το έθνος κράτος στο επίκεντρο της, συνδυάζοντας το εθνικό συμφέρον και τον μόνιμο ανταγωνισμό με τα αμοιβαία κέρδη.

Ποιο είναι, όμως, το όφελος για τον Έλληνα και κάθε ευρωπαίο πολίτη; Οι δυνατότητες που δίνει η οικονομική, πολιτική και ηθική δύναμη της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης εντός της Ευρώπης και έξω από αυτή. Πρόκειται: για τις ελευθερίες και τις κοινές πολιτικές, όπως είναι η ελεύθερη διακίνηση ανθρώπων και αγαθών, η κοινή αγροτική πολιτική, η κοινή εξωτερική πολιτική• για τις δυνατότητες αντιμετώπισης κοινών προβλημάτων και προκλήσεων, όπως τα θέματα περιβάλλοντος και ενέργειας• επίσης, για τις δυνατότητες παρέμβασης σε παγκόσμιο επίπεδο, από το εμπόριο και τα χρηματοπιστωτικά μέχρι την ανάπτυξη και την ανθρωπιστική βοήθεια. Η Ένωση λειτουργεί συμπληρωματικά στα κράτη μέλη της και, συγχρόνως, είναι κάτι παραπάνω από το σύνολο των μερών της. Οι πολίτες επωφελούνται από την μεταμορφωτική δύναμη της Ένωσης εντός των χωρών τους αλλά και έξω από αυτές. Ωστόσο, η διαχείριση και η αξιοποίηση αυτής της δύναμης διαφέρει από κράτος σε κράτος, με αποτέλεσμα η πρόοδος της διαδικασίας του εξευρωπαϊσμού και σύγκλισης να ποικίλει.

Στην Ελλάδα κερδίσαμε πολλά στοιχήματα, με κυριότερα αυτό του εκδημοκρατισμού και της ένταξης στην ΟΝΕ. Επωφεληθήκαμε από τη σταθερότητα που εγγυήθηκε η διεύρυνση προς την ΝΑ Ευρώπη. Χάσαμε, όμως – και συνεχίζουμε να χάνουμε πολλές ευκαιρίες -, όπως στην περίπτωση της αξιοποίησης ευρωπαϊκών πόρων ή στην καλλιέργεια ευρωπαϊκής νοοτροπίας, όπως σε ζητήματα επιχειρηματικότητας, δημόσιας διοίκησης, προστασίας του περιβάλλοντος, εκπαίδευσης. Καθυστερήσαμε στη σύζευξη της βαλκανικής και της Ευρωπαϊκής πολιτικής. Πλέον, δεν είμαστε το μόνο ευρωπαϊκό κράτος στα Βαλκάνια και αυτό δημιουργεί νέες προκλήσεις για το ρόλο της Ελλάδας που πρέπει να λάβουμε υπόψη μας. Ο εξευρωπαϊσμός μπορεί να αποτελέσει διέξοδο στ' αδιέξοδα της ελληνικής πολιτικής σήμερα. Αρκεί, να κατανοήσουμε τη σημασία της Ένωσης για την καθημερινότητα μας και για το μέλλον της χώρας.

Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι αντιμετωπίζουμε την Ε.Ε. άκριτα. Όντας μια διαδικασία με ασαφή, εσχάτως, κατεύθυνση, η Ευρωπαϊκή ενοποίηση διατρέχει τα πρώτα χρόνια του 21ου αιώνα, αντιμετωπίζοντας μια σειρά από σοβαρές προκλήσεις. Η θεσμική της εξέλιξη, το δημοκρατικό έλλειμμα, ο ρόλος της στο Διεθνές Σύστημα, η σχέση της με τις ΗΠΑ και τη Ρωσία, οι πολιτικές της στον υπόλοιπο κόσμο, οι οικονομικές της σχέσεις και επιδόσεις, οι προσδοκίες των πολιτών της και οι διαθέσεις των ηγετών της, θα κρίνουν το μέλλον της και το μέλλον μας.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Εξωτερική Πολιτική
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:11

Πίσω στον πολιτικό Φιλελευθερισμό

Πίσω στον πολιτικό Φιλελευθερισμό


Καθημερινή, 13.01.2009
του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων

 

Η συγκυριακή απογοήτευση και αποστασιοποίηση των πολιτών από την πολιτική οφείλεται στην αδυναμία της δεύτερης να εκπληρώσει τον σκοπό της: την ευτυχία της κοινωνίας.  Στη δυσχέρεια αυτήν οδηγούμαστε επειδή η πολιτική ταυτίζεται με την εξουσία., η οποία γίνεται αυτοσκοπός.  Σ’ αυτήν την περίπτωση, στόχος είναι η πρόσκαιρη ευχαρίστηση όλο και ευρύτερου φάσματος ψηφοφόρων.  Η πολιτική επικοινωνία με τα τεχνάσματά της επικρατεί έναντι της πραγματικής πολιτικής.  Οι ταυτότητες, οι θέσεις και τα προγράμματα των κομμάτων εξουσίας γίνονται ασαφή.  Συναγωνίζονται σε ανευθυνότητα.  Κυριαρχούν η ρευστότητα και ο καιροσκοπισμός. Πρωταρχικός σκοπός είναι η αποφυγή τού πολιτικού κόστους και όχι η βελτίωση της καθημερινότητας του πολίτη.

Το πολιτικό και το οικονομικό σύστημα αναμφίβολα νοσούν.  Καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε την ασθένεια στη ρίζα της.  Το πρώτο στάδιο της θεραπείας είναι η επιστροφή στην ουσία και την ιδεολογία, προκειμένου να αντλήσουμε αρχές, ιδέες, επιχειρήματα, σημεία αναφοράς και να αρθρώσουμε σαφή πολιτική σκέψη και ουσιαστικό πολιτικό λόγο.

Ο πολιτικός φιλελευθερισμός είναι το κατάλληλο μέσο.  Τα ζητήματα του περιορισμού της εξουσίας και των αυθαιρεσιών της αγοράς, η ελευθερία και η ευθύνη του ατόμου, με απώτερο σκοπό την ευτυχία του ατόμου και της κοινωνίας, συνδέθηκαν ευκρινώς από τους στοχαστές του κλασσικού φιλελευθερισμού.  Οι πολιτικοί και οι πολίτες, το σύνολο δηλαδή, θα επωφεληθούν τα μέγιστα από την υιοθέτηση αυτής της φιλελεύθερης παράδοσης.

Το κοινωνικό συμβόλαιο του Rousseau είναι ένας τρόπος οργάνωσης της κοινότητας, που είναι προϊόν αλλαγής νοοτροπίας, μετάλλαξης του ίδιου του πνεύματος των ανθρώπων, αποτέλεσμα της παιδείας που οδηγεί στην υπευθυνότητα της κοινωνίας.  Η σύμβαση συνάπτεται προκειμένου το σύστημα να εγγυάται τις επιδιώξεις τού ανθρώπου, να προστατεύονται η ελευθερία των ατόμων, η ιδιοκτησία τους, η ισότητα μεταξύ τους.  Σύμφωνα δε με τους υποστηρικτές του «κοινωνικού» φιλελευθερισμού, όπως, π.χ., ο Bentham και ο Green, υποχρέωση του κράτους δεν είναι μόνο η προστασία των βασικών δικαιωμάτων, αλλά και η εξασφάλιση των κατάλληλων προϋποθέσεων, ώστε αυτά τα δικαιώματα να έχουν αξία, ώστε το άτομο να μπορεί να αναπτυχθεί ελεύθερα εντός της κοινωνίας.

Οι φιλελεύθεροι δεν κλείνουν τα μάτια στην πραγματικότητα.  Ο ίδιος ο Tocqueville παραδέχεται τους κινδύνους της δημοκρατίας: την τυραννία της πλειοψηφίας, την επικράτηση του ατομικιστικού πνεύματος και της επιφανειακής πλευράς τής πολιτικής ζωής.  Οι αδυναμίες μπορούν να αντιμετωπιστούν, για αυτό οφείλουμε να είμαστε σε επαγρύπνηση και εγρήγορση.  Στην ανοιχτή κοινωνία του Popper, για παράδειγμα, οι θεσμοί και οι δομές της πολιτικής εξουσίας υπόκεινται σε πολύ αυστηρή και χωρίς φόβο κριτική.  Σήμερα, όμως, πρέπει να σταθούμε στον Rawls και στην ιδέα της κοινωνικής δικαιοσύνης, που καθιστά το φιλελεύθερο κράτος, κράτος πρόνοιας.  Η κοινωνική δικαιοσύνη του Rawls έχει αναδιανεμητικό χαρακτήρα, γεγονός που την κάνει αναγκαία σήμερα στο εσωτερικό αλλά και στο διεθνές πεδίο.  Στόχος της είναι να αποτρέψει διακρίσεις και να ρυθμίζει τα ανταγωνιστικά κοινωνικά αιτήματα.

Οι παραπάνω ιδέες θεωρώ ότι μπορούν να αποτελέσουν αντίδοτα σε ότι δηλητηριάζει τον πολιτικό πολιτισμό.  Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι η πολιτική είναι ένα σύνολο ευρύτερων διαδικασιών, και όχι μια σειρά από επικοινωνιακά τεχνάσματα που αφορούν μόνο τους πολιτικούς και την κατάκτηση της εξουσίας.  Ως πολίτες πρέπει να ανταποκριθούμε στις ευθύνες μας, να αλλάξουμε νοοτροπία, να αναπτύξουμε την κριτική μας ικανότητα, να συμμετέχουμε δημιουργικά, να απαιτούμε δικαιοσύνη και, στη βάση αυτής, να επαναδιαπραγματευόμαστε – όπως, στην παρούσα οικονομική συγκυρία, είναι φανερό πλέον ότι πρέπει να γίνει - τους όρους του κοινωνικού συμβολαίου.

Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Ελλάδα
Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2010 08:11

Αριστεία και εξεταστικό

Αριστεία και εξεταστικό

 

Αγγελιοφόρος, 04.01.2009
του Ηλία Κουσκουβέλη
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων


Η έναρξη της συζήτησης για ένα διαφορετικό σύστημα εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση θέτει το ερώτημα για το αν η κοινωνία μας είναι έτοιμη να συζητήσει το ζήτημα και τα κριτήρια της ανανέωσής της, αφού οι απόφοιτοι της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης είναι εκείνοι οι οποίοι σε μεγάλο βαθμό και αριθμό θα αναλάβουν θέσεις ευθύνης στο γίγνεσθαι της εξέλιξής της. Πολλές κοινωνίες, στο παρελθόν αλλά και στο σήμερα, έχουν απαντήσει σ'αυτό το ερώτημα με μία αυτονόητη απάντηση: την επιδίωξη της αριστείας και την ανάδειξη των αρίστων.

Η ανανέωση της κοινωνίας συναρτάται με την ίδια της την επιβίωση, με την ικανότητά της να εισπράττει και να αξιοποιεί τους νέους χυμούς της ευφυΐας, της ικανότητας, της διάθεσης για προσφορά. Τούτα τα στοιχεία δεν βρίσκονται στην ισχύουσα κοινωνική κατάσταση του νεποτισμού, της ανευθυνότητας, της εύνοιας στους οικονομικά ισχυρότερους και στους κατοίκους των αστικών κέντρων, στο φαινόμενο της εξίσωσης όλων προς τα κάτω.

Σήμερα η κοινωνία μας έχει παγιδευτεί σ'ένα μηχανιστικό σύστημα εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, το οποίο έχει ως κυρίαρχο στόχο το «αδιάβλητο». Τούτο, φυσικά, είναι απαραίτητο σε κάθε σύστημα αριστείας, αλλά η επιδίωξη του αυτονόητου μέσω ενός ολόκληρου συστήματος είναι αφενός ομολογία αποτυχίας μίας κοινωνίας, αφετέρου σκοταδιστική στην επίτευξη της αριστείας και στην απάντηση ενός άλλου ζητήματος – με αυτονόητη και δεδομένη ανά τον κόσμο απάντηση κι αυτό – το αν θέλουμε ένα εκπαιδευτικό σύστημα που θα παρέχει παιδεία ή εκπαίδευση.

Αναμφίβολα, κάθε σύστημα, πρέπει στο μεγάλο του μέρος, και ιδιαίτερα στο Λύκειο, να επιδιώκει να προσφέρει κυρίως παιδεία, ενώ η τριτοβάθμια εκπαίδευση πρέπει να μπορεί να δώσει κυρίως εξειδίκευση. Αυτός ο σχηματικός διαχωρισμός μάς οδηγεί στο αυτονόητο πλέον, ότι οι σπουδές στο Λύκειο θα πρέπει να απεξαρτηθούν από τις εισαγωγικές για την τριτοβάθμια εκπαίδευση εξετάσεις. Ταυτοχρόνως, μας οδηγεί και στο άλλο αυτονόητο, που έχει μετατραπεί σε διεκδίκηση φοιτητικών παρατάξεων, την αναβάθμιση ή τη μη υποβάθμιση των προπτυχιακών σπουδών: μέσα στο χρόνο φοίτησης οι απόφοιτοι να λαμβάνουν τις προβλεπόμενες γνώσεις και οι μεταπτυχιακές σπουδές να είναι πραγματικά σπουδές με έμφαση στην έρευνα και την παραγωγή γνώσης.

Σήμερα ακούγονται διάφορες προτάσεις για αλλαγές στο σύστημα εισαγωγής. Σε κάθε περίπτωση, σε οποιοδήποτε σύστημα τελικώς επιλεγεί, είναι σημαντικό:

  1. είτε με εξετάσεις είτε χωρίς, τα Πανεπιστήμια να έχουν άποψη ως προς το προφίλ των γνώσεων που θα διαθέτουν οι εισαγόμενοι σε αυτά.
  2. να μη δημιουργηθούν επιπλέον έτη σπουδών, μεταξύ Λυκείου και Πανεπιστημίου.
  3. να υπάρξουν, όπου είναι δυνατόν, αλλαγές στην ύλη ώστε να αποκλεισθεί η απομνημόνευση και η δημιουργία γενεών «παπαγάλων», και
  4. όταν με συναίνεση καταλήξουμε κάπου, η εφαρμογή τής οποιασδήποτε αλλαγής θα πρέπει να προετοιμασθεί προσεκτικά, σε βάθος χρόνου και με εξαιρετικά μεγάλη σοβαρότητα.
Δημοσιευμένο στην κατηγορία Κουσκουβέλης - Παιδεία
Σελίδα 8 από 10
You are here Διδασκαλία Προβολή άρθρων ανα tag: Ηλίας Κουσκουβέλης